Ίων Λούκα Καρατζιάλε: Ο «Μολιέρος της Ρουμανίας»

by Times Newsroom
Ο Ίων Λούκα Καρατζιάλε (Ion Luca Caragiale, 13 Φεβρουαρίου 1852 – 9 Ιουνίου 1912) ήταν Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας ελληνικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην τότε ηγεμονία της Βλαχίας.
 
Ο Καρατζιάλε υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς της χώρας του, χαρακτηριζόμενος ως «ο Μολιέρος της Ρουμανίας» και «ο ιδρυτής του ρουμανικού θεάτρου». Δευτερευόντως, υπήρξε διηγηματογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και πολιτικός σχολιαστής. Θεωρείται από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρουμανικού χιούμορ.
 
Το έργο του Καρατζιάλε, που εκτείνεται σε 4 δεκαετίες, καλύπτει το έδαφος ανάμεσα στον νεοκλασικισμό, τον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό, κτίζοντας πάνω σε μία πρωτότυπη σύνθεση ξένων και τοπικών επιρροών. Τα θεατρικά έργα του υπήρξαν σημαντική πηγή κριτικής της ρουμανικής κοινωνίας του β΄ μισού του 19ου αιώνα, ενώ στα ύστερα έργα του στράφηκε προς τη φαντασία και την ιστορική λογοτεχνία.
 
Ο Καρατζιάλε ταλαντευόταν ανάμεσα στο φιλελεύθερο ρεύμα και τον συντηρητισμό. Τα περισσότερα από τα σατιρικά έργα του στόχευαν το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα. Συγκρούσθηκε με τους τότε ηγέτες του Στούρτζα και Χασντέου, ενώ ήταν αντίπαλος του συμβολιστή ποιητή Αλεξάντρου Μακεντόνσκι. Ως αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων, η πρόσβασή του στο πολιτιστικό καταστημένο ήταν απαγορευμένη επί δεκαετίες. Αργότερα ο Καρατζιάλε πολιτεύθηκε με το ριζοσπαστικό κίνημα του Γκεόργκε Πάνου, πριν συνδεθεί με το Συντηρητικό Κόμμα. Στο τέλος εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου και απεβίωσε.
 
Ο Ίων Λούκα ήταν ανεψιός των Κοστάτσε Καρατζιάλε και Ιόργκου Κρατζιάλε, σημαντικών μορφών του ρουμανικού θεάτρου των μέσων του 19ου αιώνα. Οι γιοι του, Ματέιου και Λούκα, υπήρξαν αμφότεροι συγγραφείς του μοντερνισμού.
Καταγωγή και όνομα
Ο Ίων Λούκα Καρατζιάλε γεννήθηκε σε μία οικογένεια ελληνικής καταγωγής, της οποίας τα μέλη έφθασαν στη Βλαχία λίγο μετά το 1812, όταν στην εξουσία βρισκόταν ο πρίγκιπας Ιωάννης-Γεώργιος Καραγκέα (Καρατζάς). Το ζήτημα της καταγωγής του παππού του συγγραφέα ήταν μέχρι τον 21ο αιώνα ένα από τα πιο περίπλοκα της ρουμανικής φιλολογικοϊστορικής έρευνας. Αλλά το 2002, με την ευκαιρία της ανακηρύξεώς του ως «έτους Καρατζιάλε», έφερε και τη λύση του ζητήματος. Συγκεκριμένα, ήρθαν στο φως στοιχεία (χάρη στον διευθυντή του Κέντρου Μελέτης Ελληνικού Θεάτρου στην Αθήνα, Κώστα Ασημακόπουλο) κατά τα οποία ο παππούς του Ίωνα Λούκα, ονόματι Στέφανος Καραγιάλης, καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήρθε στη Βλαχία από την Κωνσταντινούπολη ως μάγειρας του ηγεμόνα Καρατζά. Το επώνυμό του άλλαξε μετά από απαίτηση του ηγεμόνα. Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, οι πρόγονοι του συγγραφέα ήταν Αρμάνοι.
 
Ο πατέρας του Ίωνα Λούκα, ο Λουκάς, εγκαταστάθηκε στην Πράχοβα ως ο έφορος της Μονής Μαρτζινένι (η οποία τότε ανήκε στην ελληνορθόδοξη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά). Αργότερα, απέκτησε φήμη ως δικηγόρος και δικαστής στο Πλοέστι, και πήρε ως σύζυγό του την Εκατερίνα, κόρη εμπόρου από το Μπρασόβ της Τρανσυλβανίας. Το οικογενειακό όνομά της αναφέρεται ως Alexovici (Alexevici) ή ως Karaboa (Caraboa) και η ίδια ως ελληνικής επίσης καταγωγής. Σύμφωνα με τον ιστορικό Lucian Nastasă, κάποιοι συγγενείς της ήταν μέλη της ουγγρικής οικογένειας Tabay. Απέκτησαν δύο τέκνα, τον Ίωνα Λούκα και τη Λέντσι.
 
Ο πατέρας και οι θείοι του Ίωνα Λούκα είχαν επικριθεί για το ότι δεν έλαβαν μέρος στην Επανάσταση της Βλαχίας του 1848, και υπερασπίσθηκαν τους εαυτούς τους με ένα φυλλάδιο που τυπώθηκε το 1848. Οι «αδελφοί Καρατζιάλι», όπως ονομάζονταν, είχαν δύο αδελφές, την Αικατερίνη και την Αναστασία.
 
Ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο της ζωής του, ο συγγραφέας έδινε έμφαση στην ταπεινή κατάσταση της πατρικής οικογένειάς του και τη συνακόλουθη ιδιότητά του ως αυτοδημιούργητου άνδρα. Παρότι ζήτησε από τον βιογράφο του, τον Κονσταντίν Ντομπροτζεάνου-Γκερέα, να τον χαρακτηρίσει ως «προλετάριο», η εκδοχή του Καρατζιάλε έχει αμφισβητηθεί από αρκετούς ερευνητές, που σημειώνουν ότι η οικογένεια είχε μία καλή κοινωνική θέση.
Ο Ίων Λούκα Καρατζιάλε διατηρούσε χαμηλούς τόνους σχετικά με την εθνική του καταγωγή για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Παράλληλα, οι μη ρουμανικές του ρίζες, ως ανθρώπου που αναμιγνυόταν στα πολιτικά πράγματα, τράβηξαν την προσοχή των αντιπάλων του, που τις χρησιμοποίησαν ως επιχειρήματα σε διάφορες πολεμικές. Π.χ. καθώς οι σχέσεις του με τον Καρατζιάλε χειροτέρευσαν μέχρι σημείου εχθρότητας, ο Μιχαήλ Εμινέσκου είχε αναφερθεί στον πρώην φίλο του ως «αυτός ο `Ελληνας απατεώνας». Μπροστά σε τέτοια στάση, ο Καρατζιάλε σε πολλές περιπτώσεις προτιμούσε να αναφέρει την καταγωγή του ως «ασαφή».
Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει ο λογοτεχνικός κριτικός ακαδημαϊκός Τουντόρ Βιάνου, η άποψη του Καρατζιάλε για τη ζωή ήταν καθαρά βαλκανική και αντιδυτική. Μία παρόμοια γνώμη εκφράσθηκε από τον Παύλο Ζαριφόπουλο, που είκασε ότι η συντηρητική νοοτροπία του οφειλόταν πιθανώς στην «οκνηρία ενός αληθινού Ανατολίτη». Στο κύριο έργο του για την ιστορία της ρουμανικής λογοτεχνίας, ο ακαδημαϊκός Γκεόργκε Καλινέσκου εντάσσει τον Καρατζιάλε σε μία διακριτή ομάδα «Βαλκάνιων» συγγραφέων, των οποίων η μεσοαστική τάξη και ξενική καταγωγή τους ξεχώριζε ανεξάρτητα από τη χρονική τους περίοδο: σε αυτή την κατηγορία ενέτασσε, μεταξύ άλλων, τους Αντόν Παν, Τουντόρ Αργκέζι, Ίων Μινουλέσκου, Ουρμούζ και Ίων Μπάρμπου.
 
Σε μία περίπτωση ο ίδιος ο Καρατζιάλε είχε αναφέρει ότι ο παππούς του ήταν ένας «Έλληνας μάγειρας». Αρκετές άλλες φορές ανέφερε ότι οι ρίζες του βρίσκονταν στο ελληνικό νησί Ύδρα.
 
Αρχικώς ο Ίων Λούκα ήταν γνωστός ως Ioanne L. Caragiali. Η Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τον αναφέρει με το όνομα Ιωάννης Λουκάς Καρατζιάλε. Η οικογένεια και οι φίλοι του τον ήξεραν ως Ιάνκου ή, σπάνια, Ιανκούτου, αμφότερα απαρχαιωμένα υποκοριστικά του `Ιων.
 
Τα πρώτα χρόνια
Ο Καρατζιάλε γεννήθηκε στο χωριό Χαϊμανάλε του νομού Πράχοβα, που σήμερα φέρει το όνομά του (I.L. Caragiale), κοντά στο Πλοέστι, όπου και πήγε σχολείο. Στα πρώτα χρόνια του πάντως, όπως υπεδείκνυε αργότερα, έμαθε ανάγνωση και γραφή με ένα δάσκαλο στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Mîndra, σ. 272. Λίγο αργότερα διδάχθηκε ρουμανικά από τον Τρανσυλβανό Μπαζίλιε Ντραγκοσέσκου (του οποίου την επίδραση στη χρήση της γλώσσας ανεγνώρισε σε ένα από τα ύστερα έργα του). Σε ηλικία 7 ετών (Ιανουάριος 1859) έγινε μάρτυρας των πανηγυρισμών της εκλογής του Αλεξάνδρου Ιωάννου Κούζα ως ηγεμόνα της Βλαχίας. Οι μετέπειτα μεταρρυθμίσεις του Κούζα θα επιδρούσαν στις πολιτικές επιλογές του Καρατζιάλε σε μεγάλη ηλικία. Ο νέος ηγεμόνας είχε επισκεφθεί το δημοτικό σχολείο του μελλοντικού συγγραφέα αργότερα το 1859 και είχε γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από τον Ντραγκοσέσκου και τους μαθητές του.
 
Ο Καρατζιάλε ολοκλήρωσε το γυμνάσιο στο Πλοέστι (καθηγητής του μάλιστα στην Ιστορία ήταν ο Κονστ. Ιενέσκου, μετέπειτα δήμαρχος της πόλης) και ποτέ δεν επεδίωξε κάποια μορφή πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως. Ωστόσο, μετά το γυμνάσιο παρακολούθησε μαθήματα απαγγελίας και ηθοποιίας στο Ωδείο του Βουκουρεστίου, όπου καθηγητής ήταν ο θείος του, Κοστάτσε (= «Κωστάκης») Καρατζιάλε, θέλοντας να ακολουθήσει τα βήματα των θείων του. Δεν μπόρεσε όμως να βρει πλήρη απασχόληση σε αυτό το επάγγελμα και εργάσθηκε για λίγο ως αντιγραφέας στο δικαστήριο της Πράχοβα.
 
Τη δεκαετία του 1860 ο Καρατζιάλε είδε την ανατροπή του Κούζα από ένα συνασπισμό συντηρητικών και φιλελευθέρων: καθώς παραδέχθηκε αργότερα σε ένα έργο του, εκείνος και οι φίλοι του συμφώνησαν να υποστηρίξουν εκ των υστέρων το κίνημα ψηφίζοντας «ναι» σε δημοψήφισμα που ακολούθησε. Σε ηλικία 18 ετών ήταν ήδη ενθουσιώδης υποστηρικτής του φιλελεύθερου ρεύματος.
Ο Ίων Λ. Καρατζιάλε με βαλκανική παραδοσιακή ενδυμασία, σε φωτογραφία γύρω στο 1900
 
Επέστρεψε στο Βουκουρέστι όταν ο διευθυντής Μιχαήλ Πασκάλυ τον προσέλαβε ως έναν από τους υποβολείς στο Εθνικό Θέατρο, μία περίοδο που ο Καρατζιάλε ανακαλεί στο έργο του Din carnetul unui vechi sufleur. Ο Μιχαήλ Εμινέσκου είχε προηγουμένως εργασθεί στην ίδια θέση. Εκτός από την αυξανόμενη εξοικείωση με το θεατρικό ρεπερτόριο, ο νεαρός Καρατζιάλε αυτομορφώθηκε διαβάζοντας τα φιλοσοφικά έργα φιλοσόφων του Διαφωτισμού. Την ίδια εποχή εργαζόταν επίσης ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων.
 
Λογοτεχνικό ξεκίνημα
Ο Ίων Λούκα πραγματοποίησε το λογοτεχνικό ντεμπούτο του το 1873, σε ηλικία 21 ετών, με ποιήματα και χιουμοριστικά χρονικά που δημοσιεύθηκαν στο φιλελεύθερο σατιρικό περιοδικό του G. Dem. Teodorescu Ghimpele. Δημοσίευσε και λίγα σχετικώς άρθρα με διάφορα ψευδώνυμα — ανάμεσά τους το Car., η σύντμηση του επωνύμου του, και το λιγότερο κοινότυπο Palicar[29]. Κυρίως επιτελούσε βασικές εργασίες για τους συντάκτες και τη μηχανή του τυπογραφείου, αφού μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1870 ήταν ο μόνος που συντηρούσε οικονομικά τη μητέρα του και την αδελφή του. Στο Βουκουρέστι ενώθηκε με τη ριζοσπαστική-ρεπουμπλικανική πτέρυγα των φιλελευθέρων, τους λεγόμενους «Κόκκινους». Καθώς ομολόγησε αργότερα, παρακολουθούσε συχνά τα κομματικά συνέδρια και τους λόγους του ηγέτη της πτέρυγας C.A. Rosetti (ιταλικής και Φαναριώτικης καταγωγής), γνωρίζοντας έτσι από πολύ κοντά τον λαϊκιστικό λόγο, τον οποίο αργότερα παρώδησε στα έργα του.
 
Ο τόνος πολλών εκ των άρθρων του για το Ghimpele ήταν σαρκαστικός και είχε ως στόχο του διάφορες λογοτεχνικές ή παραλογοτεχνικές μορφές της εποχής. Τον Ιούνιο 1874 για παράδειγμα ο Καρατζιάλε διασκέδασε σε βάρος του N.D. Popescu-Popnedea, συγγραφέα λαϊκών αλμανάκ των οποίων το γούστο κατεκρινε, ενώ λίγο μετά σατίρισε τον ανερχόμενο και μετέπειτα σημαντικό Ρουμάνο ποιητή Αλεξάντρου Μακεντόνσκι, ο οποίος είχε δημοσιοποιήσει τον ισχυρισμό του ότι ήταν ο πολωνικής καταγωγής «Κόμης Γκεναντιέφσκι». Το άρθρο αυτό υπήρξε η πρώτη πράξη μιας μακράς πολεμικής ανάμεσα στις δύο λογοτεχνικές αυτές προσωπικότητες.
 
Τα ποιήματα του Καρατζιάλε στο Ghimpele περιλαμβάνουν δύο σονέτα και μία σειρά επιγραμμάτων (ένα απο τα οποία ήταν μία ακόμα επίθεση κατά του Μακεντόνσκι). Το πρώτο ποίημα, ένα σονέτο του 1873 αφιερωμένο στον βαρύτονο Αγκοστίνο Ματσόλι, πιστεύεται ότι υπήρξε η πρώτη του συνεισφορά στη λογοτεχνία, σε αντιδιαστολή με τη δημοσιογραφία.
 
Το 1896 ο Μακεντόνσκι θα έγραφε:
 
«Από το 1872, οι πελάτες κάποιων υπαίθριων μπιραριών της πρωτεύουσας είχαν την ευκαιρία να καλωσορίσουν ανάμεσά τους ένα θορυβώδη νεαρό, ένα αλλόκοτο πνεύμα που έμοιαζε προορισμένο, αν είχε αφοσιωθεί στα γράμματα ή στις τέχνες, να είναι απόλυτα πρωτότυπο. Η εμφάνιση αυτού του νέου, οι χειρονομίες του, το σαρκαστικό του χαμόγελο […], η πάντα εκνευρισμένη και κοροϊδευτική του φωνή, καθώς και οι σοφιστείες του, προσείλκυαν εύκολα την προσοχή.»
Τα επόμενα χρόνια ο Καρατζιάλε συνεργάσθηκε με διάφορα φερέφωνα του αρτισύστατου Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος της Ρουμανίας και, τον Μάιο του 1877, δημιούργησε το σατιρικό περιοδικό Claponul. Την ίδια χρονιά μετέφρασε μία σειρά γαλλικών θεατρικών έργων για το Εθνικό Θέατρο, όπως το L’Hetman του Πωλ Ντερουλέντ και το Une camaraderie του Εζέν Σκριμπ.
 
Εκείνη την εποχή συνεισέφερε μία επισκόπηση του ρουμανικού θεάτρου σε συνέχειες στην εφημερίδα România Liberă, όπου επιτέθηκε κατά της «κατωτερότητας» της ρουμανικής δραματουργίας και την ευρεία καταφυγή στη λογοκλοπή. Σύμφωνα με τον ιστορικό της λογοτεχνίας Περπεσίκιους (Ντουμίτρου Παναϊτέσκου), η σειρά ήταν «μία από τις στερεότερες κριτικές συνεισφορές στην ιστορία του θεάτρου μας».

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή