Site icon Times News

Αλμπέρτο Μοράβια. Σύζυγος: Έλσα Μοράντε, Σύντροφος: Ντάτσα Μαραΐνι!!!

Alberto Moravia και Elsa Morante

Dacia Maraini και Alberto Moravia

Ο Αλμπέρτο Μοράβια γεννήθηκε και πέθανε στη Ρώμη (28 Νοεμβρίου 1907 – 26 Σεπτεμβρίου 1990), που είναι το σκηνικό των περισσότερων βιβλίων του. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Ιταλίας: ο Μοράβια έγραψε μέσα στο περιβάλλον του μεταπολεμικού ρεαλισμού χωρίς να ταυτιστεί με κανένα λογοτεχνικό κίνημα, δημιουργώντας, μάλλον, ο ίδιος σχολή με το έργο του.

Το 1929 εκδόθηκε στο Μιλάνο το πρώτο του μυθιστόρημα, «Οι αδιάφοροι», μια ρεαλιστική περιγραφή της μεσαίας τάξης, που έγινε μπεστ σέλερ και αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Ροντ Στάιγκερ. Με τα επόμενα μυθιστορήματά του επιχείρησε να σχολιάσει την κατάσταση των πραγμάτων στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του φασισμού, προκαλώντας το θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής.

Η κοινωνική αλλοτρίωση, το σεξ χωρίς αγάπη, η συχνά αξιολύπητη εικόνα του ανδρικού φύλου, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η συναισθηματική ανικανότητα, τα προβλήματα του σύγχρονου ζευγαριού και η απομόνωση αποτελούν μερικούς από τους θεματικούς άξονες στα μυθιστορήματα «Αγκοστίνο», 1944, «Μια γυναίκα από τη Ρώμη», 1947, «Η ανυπακοή», 1948, «Ο κομφορμιστής», 1951, «Η χωριάτισσα», 1957, «Η πλήξη», 1960.

Με τον φίλο του Πιέρ Πάολο Παζολίνι και την Μαρία Κάλλας

Έγραψε, επίσης, νουβέλες, σενάρια και συλλογές διηγημάτων. Πολλά βιβλία του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο (όπως τα «Μια γυναίκα από τη Ρώμη», το 1954, από τον Λουίτζι Τζάμπα, «Αγκοστίνο», το 1962, από τον Μάουρο Μπολονίνι, «Η περιφρόνηση», το 1963, από τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, «Η πλήξη», το 1963, από τον Νταμιάνο Νταμιάνι, «Οι αδιάφοροι», το 1964, από τον Φραντσέσκο Μαζέλι, «Ο κομφορμιστής», το 1970, από τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, κ.ά.), καθώς διακρίνονται από καθαρά «κινηματογραφικές» αρετές: απλό αφηγηματικό στιλ, δυνατή πλοκή, καίριες ψυχολογικές παρατηρήσεις και αυθεντικούς χαρακτήρες.

«Είμαι δραματουργός από φυσική μου κλίση. Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν του Μολιέρου, του Τσέχοφ, του Γκολντόνι και του Σαίξπιρ. Η ιδέα που κυριαρχούσε μέσα μου όταν έγραφα τους ‘Αδιάφορους’ ήταν να εναρμονίσω τη θεατρική τεχνική με την τεχνική του μυθιστορήματος. Τα μυθιστορήματά μου είναι στην πραγματικότητα δράματα ‘μεταμφιεσμένα’. Έγραψα, εξάλλου, καμιά δωδεκαριά θεατρικά έργα. Και ο συγγραφέας που έχει τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω μου είναι ο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος αναμφισβήτητα είναι ο πιο θεατρικός μυθιστοριογράφος Ρώσος του δέκατου ένατου αιώνα. Γιατί αφιερώθηκα περισσότερο στο μυθιστόρημα παρά στο θέατρο; Γιατί το θέατρο δεν είναι πια τόσο ζωντανό, όσο ήταν κατά την διάρκεια μερικών αιώνων. Θα ’λεγε κανείς ότι βρίσκεται σε θανάσιμη καμπή. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το σημερινό θέατρο αποτελεί ‘αριστοκρατικό’ μέσο έκφρασης. Δεν ήταν έτσι στο παρελθόν, αντίθετα μάλιστα, ήταν όπως ο κινηματογράφος, άλλοτε καλό κι άλλοτε κακό, αλλά πάντα ήταν για όλο τον κόσμο. Για να υπάρξει μεγάλο θέατρο χρειάζεται μια θεατρική κοινωνία που θα αποτελείται, όπως και στον καιρό του Τσέχοφ, ή στον καιρό του Σαίξπιρ, από σκηνοθέτες, θεατές, ηθοποιούς, συγγραφείς, κριτικούς κ.λπ. Αυτή η κοινωνία δεν υπάρχει σήμερα πια. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση πήραν τη θέση του θεάτρου σαν θέαμα της μάζας… Κι όμως αν το θέατρο πεθάνει, ορισμένα πράγματα δεν θα μπορούν πια να ειπωθούν. Το θέατρο είναι χώρος θρησκευτικός μέσα στον οποίο ο άνθρωπος αναρωτιέται πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας: ποιοι είμαστε, πού πάμε, τι κάνουμε κ.λπ. Αυτά τα πράγματα γίνονται καταληπτά μόνο όταν περνάμε από το μυθιστόρημα στο θέατρο και αντίστροφα… Το θέατρο γεννήθηκε μέσα στους ναούς της αρχαίας Ελλάδας. Το μυθιστόρημα γεννήθηκε στους δρόμους της Ισπανίας και της Αγγλίας. […] Διαιρούσα το θέατρο σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στο θέατρο του σοβαρού λόγου και σ’ εκείνο της φλυαρίας. Στο θέατρο της φλυαρίας, οι ήρωες διηγούνται ασήμαντα πράγματα, καθημερινά όπως συμβαίνει στα έργα του Τσέχοφ, όπου λέγονται ελάχιστα πράγματα ή τίποτε, όπως συμβαίνει και στον Μπέκετ. Το δράμα παίζεται μακριά από τη σκηνή, αλλά η καθημερινή φλυαρία με την οποία εκφράζονται οι ήρωες επί της σκηνής, έχει τη δυνατότητα να προβάλει τις δραματικές πτυχές, όπως συμβαίνει με τα αντικείμενα  που φωτογραφίζονται αντίθετα απ’ το φως… Το θέατρο της φλυαρίας καταλήγει μοιραίως στο θέατρο της σιωπής, όπως μπορούμε να το διαπιστώσουμε στο ‘ζωντανό θέατρο’. Αντίθετα, στο θέατρο του λόγου, που είναι και το παραδοσιακό, το δράμα εκτυλίσσεται πάνω στη σκηνή και οι καθημερινές συζητήσεις περιορίζονται στο ελάχιστο. Το δικό μου θέατρο ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία. Έχω τη γνώμη ότι το δράμα όχι μόνο οφείλει να περνάει σε δεύτερη μοίρα και να μη μιλάει, αλλά να γίνεται δυνατότερο από την καθημερινότητα…» [Αλμπέρτο Μοράβια – Αλέν Ελκάν: Η ζωή του Μοράβια. Μετάφραση Γιάννης Δρόσος. Εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1991].

Ο Μοράβια έγραψε έξι πλήρη θεατρικά έργα και μερικά μονόπρακτα. Σύμφωνα με όσα ο ίδιος αφηγείται, άρχισε με μια αληθινή τραγωδία, με τίτλο «Βεατρίκη Τσέντσι», που βασίζεται στο γνωστό οικογενειακό δράμα του δέκατο ένατου αιώνα. Ακολούθησαν τα έργα: «Ο θεός Κουρτ» πάνω σε κάποια ιστορία Εβραίων και Ναζί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κατά τα πρότυπα του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», το έργο «Ο κόσμος είναι αυτός που είναι», κωμικοτραγικό δράμα, που το θέμα του είναι παρμένο από τη γλωσσική φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν, το έργο «Η ζωή είναι παιχνίδι», το οποίο είχε και την πρωτοτυπία να κάνει λόγο για την παρακράτηση ομήρων, πράγμα καθόλου συνηθισμένο τότε στην Ιταλία. Μερικά χρόνια αργότερα έγραψε τον «Πληροφοριοδότη άγγελο», κωμωδία με θέμα  τη μοιχεία και την αδυναμία της πραγματικής πληροφόρησης, και τη «Ζώνη», έργο που έχει σαν θέμα το τέλος του κόσμου, που αναλύεται μέσα από μια σαδιστική και μαζοχιστική ιστορία. Τα μονόπρακτα περιλαμβάνουν τη «Συνέντευξη», το «Πραξικόπημα» και την «Παρθένα και τα ναρκωτικά».

Σε ερώτηση αν το θέατρο έχει πέσει στην εποχή μας σε αχρηστία, ο Μοράβια απάντησε: «Πρόκειται αναμφίβολα για ένα είδος που γνώρισε καλύτερες μέρες, όχι γιατί το θέατρο του παρελθόντος ήταν πραγματικά ανώτερο απ’ το σύγχρονο, αλλά γιατί συμβάδιζε καλύτερα με την κοινωνία, η οποία δεν υπάρχει σήμερα. Το θέατρο είναι μια ύψιστη τέχνη, ενώ ο κινηματογράφος είναι προϊόν βιομηχανικό. Ο σύγχρονος κόσμος είναι βιομηχανοποιημένος».

Από την επίσκεψή του στην Αθήνα. Εδώ στο βιβλιοπωλείο του Σταύρου Ζαχαρόπουλου, στην οδό Σταδίου αρ. 5.  Από τις εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλου κυκλοφόρησαν τα περισσότερα βιβλία του Μοράβια. Αριστερά, η μεταφράστρια Έρη Κανδρή και στο μέσο ο Σταύρος Ζαχαρόπουλος.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Ο κομφορμιστής [Il comformista]. Μετάφραση Φωτεινή Ζερβού, εκδόσεις Πατάκης (2000). Ο κομφορμιστής είναι κάτι παραπάνω από την απλή ιστορία ενός γαμήλιου ταξιδιού στο Παρίσι, είναι η ιστορία ενός εγκλήματος που έχει διαπράξει το κράτος, η βιογραφία ενός άντρα, η περιγραφή μιας εποχής και μιας κοινωνίας. Ο Αλμπέρτο Μοράβια περιγράφει υπόγεια την άνοδο του φασισμού, το πώς ένα ολοκληρωτικό μικροαστικό κίνημα καταβρόχθισε έναν άνθρωπο, τον Μαρτσέλο, και πώς γι’ αυτό δε φταίει κανένας εκτός από τον ίδιο.

Οι δυο φίλοι [I due amici]. Μετάφραση Φωτεινή Ζερβού, εκδόσεις Πατάκης (2013). Οι «Δύο φίλοι», το μυθιστόρημα που δεν ολοκλήρωσε το 1952, και που βγαίνει για πρώτη φορά στο φως, είναι η ιστορία του Σέρτζιο και του Μαουρίτσιο. Ο Σέρτζιο προσχωρεί στον κομμουνισμό για να ξεφύγει από την αδράνεια και την απομόνωση, και η ιδεολογία παίρνει τη μορφή της μακιαβελικής οπτικής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Για να καταφέρει να προσηλυτίσει στον κομμουνισμό τον φίλο του Μαουρίτσιο, που προέρχεται από πλούσια, αστική οικογένεια, ο Σέρτζιο φτάνει στο σημείο να θυσιάσει το πολυτιμότερο αγαθό, την αγάπη. Τα τρία δακτυλογραφημένα αποσπάσματα, που ανήκουν στο Ίδρυμα Μοράβια, βρέθηκαν μέσα σε μια βαλίτσα, θεωρούνται από τα σημαντικότερα κείμενα του Μοράβια και αναφέρονται στην «ιστορία μερικών νεαρών κομμουνιστών και στις ερωτικές τους περιπέτειες σε σχέση με την πολιτική ιδεολογία, υπογραμμίζοντας τον βαθμό που επηρεάζει ένα κόμμα τη συναισθηματική ζωή χωρίς να αφήνει στον άνθρωπο ίχνος ατομικότητας» (εξηγεί ο Μοράβια σε μια συνέντευξη του 1953). Ο Μοράβια δεν είχε αναφερθεί ποτέ στις εμπειρίες του από τον πόλεμο, στο τέλος της δεκαετίας του τριάντα, στην πτώση του φασισμού και στην περίοδο της Απελευθέρωσης όπως έκανε σε τούτες τις εξαιρετικές σελίδες. «Είναι ένας κόσμος όπου κάθε προσωπική επαφή γίνεται πολιτική πράξη, απογυμνωμένη από τη συναισθηματική της διάσταση και νόημα, με έναν τρόπο που θυμίζει τον τόνο του Κούντερα στην ‘Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι’. Και καθώς ο Μοράβια κατέστρεφε τα χειρόγραφα των έργων που δεν ολοκλήρωνε, το βιβλίο αυτό μας προσφέρει επιπλέον και μια σπάνια ευκαιρία να μπούμε στον μυθιστορηματικό του κόσμο εν τη γενέσει, στη δημιουργία μιας εξαιρετικής αλληγορίας του έρωτα, του πάθους και της πολιτικής» (Publishers Weekly). «Ο Αλμπέρτο Μοράβια συνέλαβε έναν τύπο καριερίστα και μηδενιστή, που αφήνει πιο βαθιά τα σημάδια του από οποιαδήποτε ιδεολογία… Διαβάζοντας σήμερα, στο λυκόφως της εποχής του Μπερλουσκόνι, αυτές τις γραμμές, ανατριχιάζουμε με τη δύναμη και την οξυδέρκειά του…» (The New York Times Book Review).

Διηγήματα που σκόρπισαν στο δρόμο [racconti dispersi]. Εκδόσεις Καστανιώτης (2003). Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται όλα τα διηγήματα που είχε γράψει ο Μοράβια την περίοδο 1928-1951 και που είχαν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, αλλά ποτέ σε βιβλίο. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα μπορέσει να τα ταξινομήσει σε τρία είδη: τα διηγήματα που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και σημειώνουν το ντεμπούτο του στη λογοτεχνία, τα διηγήματα που βασίζονται σε ανθρώπινους τύπους και χαρακτήρες και κινούνται μεταξύ σουρεαλισμού και κλασικότητας, καθώς και τα ρεαλιστικά διηγήματα που μας παραπέμπουν στον καλύτερο Μοράβια, αυτόν της Ατιμασμένης και των Ρωμαϊκών Διηγημάτων.

Περιπλάνηση στην Αφρική. Μετάφραση Παναγιώτης Σκόνδρας, εκδόσεις Κέδρος (2010). Το έρημο κτίριο του τελωνείου στα σύνορα μεταξύ Ρουάντας και Τανζανίας. Το Χοτέλ Εξέλσιορ, η παράγκα-πανδοχείο τύπου Άγριας Δύσης στο Μπιχαραμούλο. Μια γυναίκα Μασάι, με το μωρό στο στήθος, παζαρεύει την τιμή για τα μπετόνια της περιζήτητης βενζίνης που έχει φυλαγμένα στην καλύβα της. Αμίλητοι λογχοφόροι νομάδες ενθουσιάζονται στη θέα μιας Πολαρόιντ. Παραδοσιακές καλύβες, με τοίχους από λάσπη και στέγη από φοινικόφυλλα, κατά μήκος μικρών οικισμών στη μέση του πουθενά. Πλανόδιοι πωλητές απλώνουν τα βαμβακερά τους τόπια για να προσελκύσουν την πελατεία της στέπας. Οι απειλητικοί Μανιάτι που διαιωνίζουν με ανθρωποκτονίες μια μακάβρια τελετή μύησης. Ο Νγκορονγκόρο, ο μεγαλύτερος εσβεσμένος ηφαιστειακός κρατήρας του κόσμου. Οι παραγκουπόλεις της Κινσάσα. Το διάσημο νοσοκομείο του Σβάιτσερ στο Λαμπαρενέ. Τα μπαομπάμπ, τα δέντρα-κολοσσοί της Αφρικής, το αγαπημένο καταφύγιο των πνευμάτων, των ίσκιων και των φαντασμάτων. Για δεκαοχτώ συνεχόμενα χρόνια ο Αλμπέρτο Μοράβια (1907-1990) ταξίδευε στην Αφρική, στην καρδιά της δικής του «μαύρης» Αφρικής και των κατοίκων της. Μαζί με τη σύντροφό του, συγγραφέα Ντάτσια Μαραΐνι, και εκλεκτούς φίλους, όπως ο Πιερ Πάολο Παζολίνι και η Μαρία Κάλλας, περιπλανιόταν μακριά από τα τουριστικά θέλγητρα των αφρικανικών μεγαλουπόλεων, σ’ ένα τοπίο καθαρόαιμης, άγριας ομορφιάς, όπου κυριαρχούσαν ο αρχέγονος φόβος, το άφατο μυστήριο, η απρόβλεπτη αρμονία, οι πυρακτωμένες αισθήσεις. Αυτή την «άλλη» Αφρική αποτυπώνει στα ημερολόγιά του, με την ειλικρινή καταγραφή ενός ευαίσθητου ταξιδευτή.

Το ταξίδι στη Ρώμη [Il viaggio a Roma]. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1990). Ο νεαρός ήρωας του βιβλίου ξεκινά από το Παρίσι για τη Ρώμη να γνωρίσει τον πατέρα του που έχει να τον δει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια·σαν βρεθεί όμως στο σπίτι, θα θυμηθεί μια σκηνή από τα παλιά που θα φωτίσει την εικόνα της νεκρής ήδη μητέρα του: καθώς έκανε έρωτα μια νύχτα με τον εραστή της, κι αυτός πεντάχρονο παιδάκι, τους παρακολουθούσε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Ετούτη την τραυματική εμπειρία θα επιχειρήσει να θεραπεύσει με τη μέθοδο της ομοιοπαθητικής, κάνοντας έρωτα με μια γυναίκα που να μοιάζει με τη μητέρα του. Όμως η ζωή θα τον διαψεύσει οικτρά. Μπορεί να δίνεται η εντύπωση πως στη ζωή όλα επαναλαμβάνονται, όμως τίποτα δεν επαναλαμβάνεται αυτούσιο, κι ο νεαρός ήρωας, σαν μόνη λύτρωση, τελικά, θα διαλέξει το δρόμο της επιστροφής. Ένα γκροτέσκο μυθιστόρημα με αληθινή συγκίνηση και το άρωμα μιας τρυφερής πνοής.

Η βίλα της Παρασκευής [La villa del venerdì]. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1991). Το κύκνειο άσμα ενός από τους πιο εξέχοντες συγγραφείς του καιρού μας. Δείγματα υποδειγματικής καλλιέργειας τόσο του μεγάλου διηγήματος: «Η βίλα της Παρασκευής», «Ο δίσκος μπροστά στην πόρτα», όσο και του σύντομου, όπως το «Στον αυτοκινητόδρομο» και τ άλλα που ακολουθούν, το ένα πιο δροσερό και πρωτότυπο από τ άλλο, κι όλα με την ίδια διεισδυτική ματιά και το ίδιο λυτρωτικό χιούμορ καθώς ανιχνεύουν το μυστήριο της ύπαρξης, τις παρεκτροπές από την καθιερωμένη ηθική, τα παράφορα αισθήματα που γεννιούνται ξαφνικά και χάνονται ξαφνικά σαν καπνός στο βάθος του ψυχολογικού μυστηρίου, που αποτελούν και τα μοτίβα της μοραβιανής πεζογραφίας, μιας πεζογραφίας που αντιμετωπίζει τη σκληρότητα και τη μελαγχολία της ζωής μ ένα τρυφερό χαμόγελο και μ ένα βαθύτατα ανθρώπινο έλεος.

Ένας προσεκτικός άνθρωπος. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1998). Ένα μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια είναι πάντα προκλητικό. Εδώ ο συγγραφέας εξετάζει το θέμα της αιμομιξίας, ένα θέμα που γεννάει πολλές παγίδες και απαιτεί προσεκτικούς ελιγμούς. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται «διεισδυτική ανάλυση του προπατορικού αμαρτήματος», όπου με γλαφυρό τρόπο διαφαίνεται το συμπέρασμα ότι η παράβαση του ταμπού είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τρόπους για να δείξει κανείς την καταστρεπτική του φύση.

Αυγουστίνος [Agostino]. Μετάφραση Ελένη Κανταρτζή, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1998). Με τον τίτλο «Αγκοστίνο», σε μετάφραση Μάρθα Σαλάκου, εκδόσεις Οδυσσέας (1981). Το μαγευτικό καλοκαίρι που ο νεαρός Αυγουστίνος το περνά μαζί με τη νέα κι όμορφη μητέρα του σε κάποια ακρογιαλιά, συντρίβεται απότομα, όταν κάνει την εμφάνιση του ο «άλλος» . Πρόκειται για ένα γοητευτικό νέον άντρα, που σαγηνεύεται από τη μητέρα του Αυγουστίνου και κατορθώνει να την κατακτήσει. Ο ερωτικός δεσμός, που αρχίζει ανάμεσα στους δυο τους, ταράζει συναισθηματικά τον Αυγουστίνο και τον κάνει να νιώσει προδομένος. Προσπαθώντας να καλύψει το κενό, που του έχει αφήσει αυτή η εγκατάλειψη, μπλέκεται με μια συντροφιά αλητόπαιδα κι ένα βαρκάρη. Αθώος καθώς είναι, αγνοεί πως ο βαρκάρης αυτός είναι γνωστός παιδεραστής, κι όταν τα άλλα παιδιά αρχίζουν να τον χλευάζουν μ’ αιχμηρά υπονοούμενα συγκρούεται μ’ αυτά, και θέλοντας να τους αποδείξει τον ανδρισμό του βρίσκει χρήματα για να πάει μαζί τους σε πορνείο. Όμως…

Ιστορίες από την προϊστορία [Storie della preistoria]. Μετάφραση Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις Μεταίχμιο (2004). Κάπου 1,000,000,000 χρόνια πριν, συνέβαιναν παράξενα πράγματα στα δάση και στους ωκεανούς του κόσμου. Εκείνη την εποχή ζούσαν πάνω στη γη ο Γώγος ο Γορίλας κι η Βάγια η Κουκουβάγια, Ο Θαλής ο Θαλάσσιος Ίππος και η Έλενα η Φάλαινα, η Μόνα η Χελώνα κι ο Ζαχαρίας ο Καρχαρίας. Ζούσε κι ένας αδηφάγος Κροκόδειλος, ο Κοκός που είχε σκαρφιστεί μια σπουδαία ιδέα για να εξασφαλίζει το φαγητό του. Αυτές οι ιστορίες διασκεδαστικές και πονηρούτσικες, πλασμένες από την αστείρευτη φαντασία του Μοράβια, είναι οι δικές τους ιστορίες. Διαβάζοντάς τες θα καταλάβεις ένα σωρό πράγματα για τα ζώα, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους…

Εγώ κι αυτός [Io e lui]. Μετάφραση Έρη Κανδρή, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1989). Το «Εγώ» ζητάει την εξύψωση «Αυτός» -έτσι ονομάζει ο Μοράβια το αντρικό όργανο του σεξ- αντιστέκεται χωρίς χαλινάρι στην εξύψωση, ώσπου να γελοιοποιήσει κάθε εξυψωτική προσπάθεια του «Εγώ». Βέβαια μιλάμε για την έξυπνη και κάπως πρωτότυπη δόμηση του μυθιστορήματος «Εγώ κι Αυτός» του Μοράβια, για το οποίο ο ίδιος θα πει: «Προσπάθησα να πω λογοτεχνικά ό,τι συνήθως περιγράφεται στα ψυχολογικά εγχειρίδια». Υπάρχουν κι οι προεκτάσεις και, προπαντός, αυτές που ξεκινάνε απ τις αντιθέσεις ανάμεσα στην κωμική δυάδα του «Εγώ κι Αυτός», για να φτάσουν στον αφηρημένο παρατηρητή της ζωής, στην ανία κλπ. Η καυστική κοινωνική και πολιτική σάτιρα, το μαστίγωμα του μικροαστισμού, της υποκρισίας και του φαρισαϊσμού δίνονται με πολλή μαεστρία απ το συγγραφέα.

Ο παράδεισος [Il paradiso]. Μετάφραση Έρη Κανδρή, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1991). 34 διηγήματα, με ηρωίδες σημερινές γυναίκες. Μέσα στο άγχος, την αβεβαιότητα και την ανία, οι ηρωίδες των διηγημάτων προσπαθούν να βρουν την ισορροπία τους. Η ρίζα του κακού, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, δημιουργεί πλάσματα χαμένα, ανίκανα να χαρούν τον έρωτα. Η διήγηση είναι αφαιρετική και η συμπεριφορά των ηρωίδων είναι, όπως πάντα στον Μοράβια, φροϋδική, ή, πιο σωστά, έντονα ψυχοπαθολογική.

Το πράμα. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1994). Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει είκοσι από τα πιο αντιπροσωπευτικά διηγήματα του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα, διηγήματα που εξελίσσονται σ ένα κλίμα γοητευτικό, μέσα σε ονειρικές καταστάσεις, με οπτασίες και φαντάσματα που τ ακολουθεί και καταγράφει την πορεία τους, αποφεύγοντας ν αναφέρει τις ρίζες και τα ονόματά τους, επιμένοντας μόνο στην ουσία τους. Είναι οι φιγούρες του σ ένα θέμα γοητευτικό και κυρίαρχο, στη δύναμη και τη μαγεία του έρωτα, μα σ ένα πλαίσιο ευρύτερο, όπου ο στοχασμός του περιλαμβάνει ερωτήματα βαθιά κι αιώνια, όπως το Καλό και το Κακό, τη Μοίρα, το Φόβο, την Έκταση, κι όλα αυτά δοσμένα με μια έξοχη διαλεκτική επεξεργασία, όπου αναδεικνύονται οι θαυμάσιες διηγηματικές αρετές του.

Ο άνθρωπος που κοιτάζει [L’uomo che guarda]. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1988). «Ο άνθρωπος που κοιτάζει»… Κάποιος που κοιτάζει, και κάποιος άλλος που παρακολουθεί αυτόν που κοιτάζει. Φυσικά, αν τα πράγματα περιορίζονταν ως εδώ, θα είχαμε να κάνουμε με μιαν απλή περίπτωση ηδονοβλεψία. Εδώ όμως η περίπτωση είναι περίπλοκη, γιατί ο ηδονοβλεψίας ξέρει ή υποψιάζεται ότι τον παρακολουθούν. Χωρίς, άλλωστε, τούτη την περιπλοκή, ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν ηδονοβλεψία θα κατέληγε σε μια σειρά από πικάντικες και σκαμπρόζικες εικόνες – και τίποτα παραπάνω. Κι όμως, ο Αλμπέρτο Μοράβια κατάφερε να δημιουργήσει μιαν από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες του, γεμάτη από φινέτσα και εκπλήξεις και με χαρακτήρες σπαρταριστούς όχι μόνο τον διανοούμενο-ηδονοβλεψία, αλλά και τις θελκτικές και διφορούμενες γυναικείες φιγούρες, από τις πιο ζωντανές που έχει πλάσει η δημιουργική φαντασία του.

Η γυναίκα λεοπάρδαλη. Μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1992). Το κύκνειο άσμα ενός μεγάλου συγγραφέα. Στο ύστατο βιβλίο του ο Μοράβια οδηγεί τους ήρωες του στα βάθη της κεντρικής Αφρικής. Κάτω από τον καυτό ήλιο και στα σκοτεινά, τροπικά δάση ξετυλίγει την ερωτική ιστορία του Λορέντσο και της Νόρας, εκείνης που αναστατώνεται από έναν άλλον άντρα, εκείνου που κατατρώγεται από το σαράκι της ζήλιας. Ένας διαλογισμός πάνω στις σχέσεις των δύο φύλων. Πόσο δύσκολο είναι να δημιουργηθεί ένας στέρεος δεσμός! Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη, αλλά το ν’ αγαπάς συχνά σημαίνει να πονάς και να υποφέρεις. Κι ακόμα ένας διαλογισμός -στην Αφρική, στη μήτρα της ανθρωπότητας- για τη ζωή, για τον έρωτα και το θάνατο, με μια γραφή τόσο όμορφη και συναρπαστική όσο σε κανένα άλλο βιβλίο του.

Η πλήξη [La noia]. Μετάφραση Κωστούλα Μητροπούλου, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1991). «Η σπουδή ενός έρωτα» και οι αντιδράσεις στον ψυχικό κόσμο ενός άνδρα που παλεύει να εξουδετερώσει το σύμβολο της τυραννίας του, τη νεαρή γυναίκα με τη σεξουαλική αδηφαγία και που στο τέλος θα φανερώσει την εσωτερική του αδυναμία για κατάκτηση και προσαρμογή καθώς και η αναζήτηση του σημείου επαφής ανάμεσα στο κυρίαρχο θέμα και την παγκοσμιότητα του σύμπαντος αποτελεί την αληθινή υφή του έργου.

Οι αδιάφοροι [Gli indifferenti]. Μετάφραση Σπύρος Βυζαντινός, εκδόσεις Δωρικός (1971) και μετάφραση Θανάσης Μετσιμενίδης, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος (1995). «Οι αδιάφοροι» είναι το πρώτο έργο του Μοράβια και, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή κριτική, το πιο σημαντικό απ όλα. Χωρίς μελοδραματισμούς, σε τόνους χαμηλούς και μουντούς, ο Μοράβια αποκαλύπτει και καταγράφει τους εσωτερικούς μηχανισμούς επαφής και σύγκρουσης ανθρώπων και σχέσεων παρακμιακών και αλλοτριωμένων.

Ο γαμήλιος έρωτας [L’amore coniugale]. Μετάφραση Ξ.Ι.Καρακάλος, εκδόσεις Μαρή (1970)

Η περιφρόνηση [Il disprezzo]. Μετάφραση Σοφία Μαυρόχη, εκδόσεις Γ.Σίσκος (χχ)

Η χωριάτισσα [La ciociara]. Μετάφραση Αριστ. Καντάς & Π. Σκαφίδα-Καντά, εκδόσεις  Οδυσσέας (1982).

  1. 1934. Μετάφραση Κ.Κυριακίδου-Καφετζή, εκδόσεις Εξάντας (1984)

Cortigiana stanca [Κουρασμένη εταίρα] και άλλα διηγήματα. Συμπεριλαμβάνονται Η εμπλοκή [L’imbroglio] και Ο άτυχος εραστής [L’amante infelice]. Μετάφραση Μπάμπης Γραμμένος (Άγκυρα, 1970, 1973, 1976, 1980)

The following two tabs change content below.
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
Exit mobile version