Ανρί-Λουί Μπερξόν:  Οι άνθρωποι διαφέρουν από τα ζώα ως προς το ότι γελούν!!!

by Times Newsroom

Ο Henri Bergson, εξέχουσα μορφή της γαλλικής φιλοσοφικής σκέψης κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, αποτέλεσε αντικείμενο λατρείας αλλά και φαινόμενο μόδας. Η απήχηση και το κύρος του ξεπερνούσε κατά πολύ τον στενό κύκλο των ειδικών. Η λατρεία προς τον Μπερξόν ήταν προϊόν μιας αντιεπιστημονικής και, ίσως, πολιτικής στάσης που στρεφόταν κατά της κατεστημένης πανεπιστημιακής διδασκαλίας της Σορβόννης. Ο ίδιος ο Μπερξόν ποτέ δεν αποδέχτηκε τον ανορθολογισμό ορισμένων οπαδών του. Αυτού του τύπου ο μπερξονισμός έβλαψε την μπερξονική φιλοσοφία και προκάλεσε τους λιβέλους του J. Benda και του G. Politzer.

bergson

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί-Λουί Μπερξόν (Henri-Louis Bergson, 18 Οκτωβρίου 1859 – 4 Ιανουαρίου 1941) θίγει θέματα που σχετίζονται με το χρόνο και την ταυτότητα, την ελεύθερη θέληση, την αντίληψη, την αλλαγή, τη μνήμη, τη συνείδηση, τη γλώσσα, και τα όρια της λογικής. Το 1927 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην οδό Λαμαρτίν στο Παρίσι, κοντά στο Palais Garnier, την παλιά όπερα της πόλης, το 1859, έτος που δημοσιεύτηκε το έργο του Δαρβίνου Η καταγωγή των ειδών. Γόνος Πολωνοεβραϊκής οικογένειας από την πλευρά του πατέρα του, και Αγγλοϊρλανδικής από την πλευρά της μητέρας του, επίσης εβραϊκής καταγωγής, έζησε στο Λονδίνο τα πρώτα χρόνια της ζωής του και εξοικειώθηκε με την αγγλική γλώσσα χάρη στη μητέρα του. Πριν γίνει εννέα ετών, μετακόμισε με τους γονείς του στη Γαλλία.

 henri-bergson-1

Τα κυριότερα έργα του ήταν: το 1889, Χρόνος και Ελεύθερη θέληση (Essai sur les données immédiates de la conscience), το 1896 Ύλη και μνήμη (Matière et mémoire), το 1907 Δημιουργική εξέλιξη (L’Evolution créatrice), και το 1932, Οι δυο πηγές της ηθικής και της θρησκείας (Les deux sources de la morale et de la religion).

Το 1900 έγινε καθηγητής στο Κολλέγιο της Γαλλίας, αποκτώντας την Έδρα της Ελληνικής και Λατινικής Φιλοσοφίας, την οποία και διατήρησε έως το 1904. Στη συνέχεια αντικατέστησε τον Γκαμπριέλ Ταρντ στην έδρα της Σύγχρονης Φιλοσοφίας, έως το 1920. Τα μαθήματά του συγκέντρωναν πλήθος φοιτητών.

henri-bergson-3

Ο Μπερξόν ορίζει τη ζωική ορμή ως μια τυφλή, ανυπότακτη σε κανόνες δύναμη που, δρώντας έξω από κάθε προγραμματισμό και σκοπιμότητα, στάθηκε η αιτία για να δημιουργηθεί ζωή στα διάφορα επίπεδά της. Αρχικά η ζωική ορμή, κατά τον Μπερξόν, υπήρχε σε φυσικοχημικές ενώσεις, που συνιστούσαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε ζωή. Στην συνέχεια η ζωική ορμή διοχετεύθηκε προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι τρεις βασικές μορφές της ζωής : φυτά, έντομα και σπονδυλωτά. Απόληξη της δημιουργικής δύναμης της ζωικής ορμής υπήρξε η εμφάνιση του ανθρώπου. Πραγματοποιώντας ένα αιφνίδιο, όπως ο Μπερξόν λέει, άλμα από το ζώο στον άνθρωπο, η ζωική ορμή φτάνει στην κορύφωση της δημιουργικής πορείας της πάνω στον πλανήτη μας. Ο άνθρωπος μοιάζει να είναι ο λόγος για τον οποίο επιχειρήθηκε ολόκληρη η οργάνωση της ζωής. Είναι, όπως λέει ο Μπερξόν, ο λόγος του είναι της ζωής πάνω στη γη.

henribergson2

Όσο κι αν η εμφάνιση του ανθρώπου δίνει την εντύπωση πως ο στόχος όλης της δημιουργικής διαδικασίας που ακολούθησε η ζωική ορμή ήταν αυτός, στην πραγματικότητα δε συνέβη κάτι τέτοιο. Η εξελικτική πορεία της ζωικής ορμής σε καμιά περίπτωση δεν έγινε βάσει προκαθορισμένου σχεδίου, στοχεύοντας σε ένα ορισμένο τέλος. Απλώς, στην εκάστοτε δεδομένη στιγμή, από όλες τις δυνατότητες που παρουσιάζονταν, για να σημειωθεί κάποια εξέλιξη, η ζωική ορμή επέλεγε πάντοτε την πιο βολική. Όλες οι πόρτες ήταν ανοικτές μπροστά της. Υπό την έννοια αυτή θα μπορούσε κάλλιστα, στο πλαίσιο της δημιουργίας της ζωής, αντί για τον άνθρωπο, να είχε προκύψει ένα διαφορετικό είδος όντων. Ποιος άλλωστε αποκλείει τούτη τη στιγμή να υπάρχει αυτό το άλλο είδος όντων σε κάποιον πλανήτη, αφού η ζωική ορμή δεν περιορίζεται στη γη, αλλά είναι μια κοσμική δύναμη, που εκτείνεται παντού, σε κάθε αστέρι του σύμπαντος. Η ζωική δύναμη που ενυπάρχει στον άνθρωπο, εκδηλώνεται με δύο τρόπους : ως νόηση και ως ένστικτο, που τον τροφοδοτούν με δύο είδη γνώσεων : την επιστημονική και την ενορατική.

Η νόηση, κατά τον Μπερξόν, μας βοηθάει να προσανατολιστούμε μέσα στον κόσμο και εναρμονιζόμενοι μαζί του, να τον γνωρίσουμε. Η μέθοδος που ακολουθούμε, προκειμένου να επιτύχουμε με τη νόησή μας το στόχο αυτό, είναι η κατάτμηση της πραγματικότητας. Εκείνο δηλαδή που κάνουμε, για να γνωρίσουμε ένα αντικείμενο ή ένα γεγονός είναι: να το διαχωρίσουμε από την υπόλοιπη πραγματικότητα, να το ακινητοποιήσουμε σε κάποια από τις φάσεις μέσα από τις οποίες διέρχεται και στην συνέχεια να το κομματιάσουμε και να το διακρίνουμε στα μέρη του.

*****************************************************

9789602560532

  • Το γέλιο. Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού
  • Εκδόσεις Εξάντας
  • Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
  • Σελίδες:  166

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει τρία άρθρα, που γράφτηκαν το 1900,
για το γέλιο που προκαλείται ειδικά από το κωμικό. Ο συγγραφέας
καθώς ψάχνει να καθορίσει τις μεθόδους κατασκευής του αστείου,
προσπαθεί να βρει και την πρόθεση της κοινωνίας όταν γελά.

************************************************************

Ασβεστος γέλως

Γιατί γελάμε; Τι προκαλεί το γέλιο; Η κοινωνική λειτουργία του αναλύεται στο κλασικό δοκίμιο του Ανρί Μπερξόν, που είχε μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1914 από τον Νίκο Καζαντζάκη.

ΚΡΙΤΙΚΗ

v1bis9a

  • Λίζυ Τσιριμώκου, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 11-10-1998Εναν αιώνα ένδοξου βίου θα γιορτάσει πανηγυρικά σε λίγο το μπερξονικό Γέλιο, με τον διευκρινιστικό υπότιτλο Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού (1900), εφόσον στην πραγματικότητα συγκεντρώνει τρία άρθρα δημοσιευμένα σε γαλλικό περιοδικό στις αρχές του 1899, με τα οποία επιχειρείται η κωδικοποίηση των βασικών γνωρισμάτων του κωμικού και προτείνεται μια συνοπτική τυπολογία του (το κωμικό των μορφών και των κινήσεων, το κωμικό των καταστάσεων και των λέξεων, το κωμικό των χαρακτήρων). Θα μπορούσε να εκπλαγεί κάποιος με την «τολμηρή» ή «απόκοττη» κίνηση ενός ήδη καθιερωμένου 40χρονου φιλοσόφου να στρέψει την προσοχή του από τη μείζονα περιοχή των «δεδομένων της συνείδησης» (1889) και των προβλημάτων της μνήμης (1896) στο γέλιο, δηλαδή σε ένα θέμα καταχωρισμένο συνήθως ως ανυπόληπτο και απαξιωμένο στις δέλτους της ανθρώπινης κουφότητας, της απαράδεκτης ελαφρότητας. Ο Μπερξόν σπεύδει βεβαίως να υπογραμμίσει εξαρχής ότι ακριβώς με αυτό το «μικρό πρόβλημα» ασχολήθηκαν όλοι σχεδόν οι μεγάλοι στοχαστές και ως ένδειξη του γεγονότος ότι η επιστημονική κοινότητα το μελετά εξακολουθητικά παραθέτει στα 1924, όταν το Γέλιο του έχει ήδη σημειώσει λαμπρή επιτυχία και πραγματοποιεί την 23η έκδοσή του, εκτενή κατάλογο σοβαρών δημοσιευμάτων της τελευταίας τριακονταετίας που πιστοποιούν όντως τα λεγόμενά του.

Στις γενικές και προκαταρκτικές παρατηρήσεις του για την υφή του κωμικού ο Μπερξόν επιμένει ιδιαίτερα σε τρία σημεία: στον γνωστό από την αρχαιότητα ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που μπορεί να γελά, καθ’ ότι «ζώον γελαστικόν», προσθέτει με έμφαση πως ο άνθρωπος, εκτός από υποκείμενο, είναι και αποκλειστικό αντικείμενο γέλωτος, καθώς αυτός μόνος (ή ό,τι ανθρωπόμορφο) προκαλεί το γέλιο των ομοίων του, έτσι ώστε να μην υφίσταται κωμικό εκτός ανθρωπίνου πλαισίου. Κατά δεύτερο λόγο, το γέλιο έχει ως φυσικό περιβάλλον την αταραξία, την αδιαφορία, μια θυμική χάλαση, ένα είδοςαναισθησίας· δεν υπάρχει μεγαλύτερος εχθρός του από τη συγκίνηση και την οιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή. Το γέλιο απαιτεί κάτι σαν στιγμιαία νάρκωση του ψυχισμού, απευθύνεται καθαρά στο πνεύμα, στον νου, και όχι στην καρδιά που θα μετατρέψει ακαριαία την κωμωδία σε δράμα· είναι μάλλον εγκεφαλικό παρά θυμικό. Και, τρίτον, ησυλλογικότητα είναι σχεδόν σήμα κατατεθέν του γέλιου: κανείς (εχέφρων) δεν απολαμβάνει το κωμικό μονάχος του· το γέλιο μοιάζει να χρειάζεται την ηχώ, τον διπλασιασμό, τον πολλαπλασιασμό του για να ολοκληρωθεί. Το γέλιο είναι πάντα γέλιο μιας παρέας, μιας ομάδας, ενός κοινωνικού στρώματος, διέπεται από ένα είδος συντροφικότητας, σχεδόν συνενοχής. Για να κατανοήσουμε το γέλιο πρέπει να το εντάξουμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρά του, στην κοινωνία στην οποία ανήκει. Πρωτίστως ασκεί μια κοινωνική λειτουργία και αυτή είναι η κατευθυντήρια γραμμή της μπερξονικής αντίληψης: το γέλιο έχει κοινωνική σημασία.

Γιατί γελάμε; Τι προκαλεί το γέλιο; Οποτε η κοινωνία αντικρίζει ακαμψία, νωθρότητα, ανελαστικότητα, μηχανική επανάληψη και αυτοματισμό (π.χ. τον συνεχή βόμβο μιας έμμονης ιδέας) αντί της ευκινησίας και της εγρήγορσης, παρεμβαίνει με τη διορθωτικήκίνηση του γέλιου και τείνει να αναστείλει, να ακυρώσει τη δυσπροσαρμοστία στις ανάγκες και στις επιταγές της ζωής. Ο γελοιογράφος που εκθέτει και μεγεθύνει τις ατέλειες ή τις δυσμορφίες για να τις κάνει καλύτερα ορατές έχει κάτι το διαβολικό στην τέχνη του, βοηθά να ορθοποδήσει ξανά ο δαίμονας τον οποίο είχε κατατροπώσει ο άγγελος (σαφής απόηχος της μποντλερικής θεωρίας περί σατανικού γέλιου). Κατά τον Μπερξόν, σε κάθε ανθρώπινη μορφή παρατηρούμε την προσπάθεια της αεικίνητης, ευλύγιστης, αέρινης ψυχής να τιθασεύσει την ύλη, μεταδίδοντας στο σώμα κάτι από την ελαφράδα της: το άυλο περνά στο υλικό και αυτήν ακριβώς την εμψύχωση ονομάζουμε χάρη. Η ύλη όμως αντιστέκεται και πεισμώνει, έλκει προς την εγγενή αδράνειά της αυτή την ένταση και την εγρήγορση και τείνει να τη μετατρέψει σε αυτοματισμό. Οταν «παγώνει» η κίνηση ή αρχίζει να επανεμφανίζεται περιοδικά (νευρικό ή γλωσσικό τικ), καταργείται ο βασικός νόμος της ζωής που λέει ότι τίποτε δεν επαναλαμβάνεται και ανάβει η σπίθα του κωμικού. Οι μιμήσεις προσώπων προκαλούν γέλιο ακριβώς γιατί φανερώνουν τη δύναμη του αυτοματισμού που έχει κυριεύσει αυτά τα πρόσωπα. Πρόκειται για το κωμικό ως «επικόλληση του μηχανικού πάνω στο ζωντανό», κατά τη διάσημη μπερξονική διατύπωση, επικάλυψη του πνεύματος με το γράμμα, αντιμετώπιση του ανθρώπου ως πράγματος.

Από την εξέταση του κωμικού των καταστάσεων και των λέξεων προκύπτει ότι «κωμική είναι κάθε διευθέτηση πράξεων και γεγονότων που μας προσφέρει, συνημμένες τη μία μέσα στην άλλη, την αυταπάτη της ζωής και τη σαφή αίσθηση μιας μηχανικής διάταξης». Μνημονεύονται τα παιδικά παιχνίδια του «διαβόλου με το ελατήριο» που τινάζεται απότομα μέσα από το κουτί του, της «μαριονέτας με τους σπάγκους» και της «χιονοστιβάδας»: οι αρχές που διέπουν τη λογική αυτών των παιχνιδιών εντοπίζονται και στις καταστάσεις των θεατρικών κωμωδιών και μπορούν να μας βοηθήσουν να προσδιορίσουμε τις τεχνικές παραγωγής του κωμικού ­ αυτό άλλωστε είναι ένα από τα ζητούμενα της μπερξονικής μελέτης. Εδώ λοιπόν το κωμικό, δηλαδή το μηχανικό, βρίσκεται στην επανάληψη, στην αντιστροφή, στη διασύνδεση των σειρών, δηλαδή στην πιθανότητα να ανήκει μια κατάσταση ταυτόχρονα σε δύο σειρές απολύτως ανεξάρτητων γεγονότων και να μπορεί να ερμηνευθεί εξίσου με δύο έννοιες εντελώς διαφορετικές (quiproquo, κωμωδία των παρεξηγήσεων). Τέλος, ο Μπερξόν θίγει το ακανθώδες ζήτημα του κωμικού των χαρακτήρων: το γέλιο, διατείνεται, είναι κοινωνική ποινή, αποδοκιμασία και, γελώντας, καταδικάζουμε την απόκλιση, την ατασθαλία, το ελάττωμα του άλλου για την ακοινωνικότητά του μάλλον παρά για την ανηθικότητά του. Προσδιορίζοντας αυτή την ακοινωνικότητα, την αγκύλωση, την τύφλωση της εμμονής, την «απογείωση» από την πραγματικότητα (ο αφηρημένος π.χ. που δεν έχει επαφή με τους γύρω του και βρίσκεται συνεχώς στον δικό του κόσμο είναι τυπική κωμική φιγούρα) ως βασικές πηγές του κωμικού τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη, ο Μπερξόν υπογραμμίζει ότι, ενώ ο τραγικός ήρωας είναι άτομο, εξατομικεύει τα πάθη του, ο κωμικός χαρακτήρας είναι τύπος, ηθική ή κοινωνική κατηγορία (εξ ου και η πάγια γελοιοποίηση συντεχνιακών αυτοματισμών, η προβολή μιας καταγέλαστης επαγγελματικής ακαμψίας όπως αποτυπώνεται σε ένα ιδιαίτερο ύφος και μια στερεότυπη λογική: δεν έχει παρά να θυμηθεί κανείς π.χ. την ατέρμονη σειρά των γαλονάδων φανφαρόνων, των σχολαστικών σοφολογιότατων, των μολιερικών γιατρών και δικηγόρων για να κατανοήσει πώς ο άσβεστος γέλως, όπως ήδη τον αποκαλούσε ο Όμηρος, διατήρησε διαχρονικά την καυστικότητά του). Ως ρυθμιστικός κοινωνικός παράγοντας, με σαφή διορθωτικό και κολαστικό χαρακτήρα, το γέλιο είναι αμείλικτο και δεν το διακρίνει η συμπάθεια μήτε η καλοσύνη ή η δικαιοφροσύνη· απεναντίας (και αυτό είναι πάλι ένα σημείο όπου διασταυρώνεται η μπερξονική με την μποντλερική θεωρία), αν διαθέτει ένα ισχυρό κίνητρο, αυτό είναι η μοχθηρία.

Ερειδόμενη σε μεγάλο αριθμό εύστοχων παραδειγμάτων, προσεκτικά επιλεγμένων προς επίρρωση των παραπάνω απόψεων, η μικρή μελέτη του Μπερξόν διασταυρώνεται κατά σημεία, χωρίς να το αναφέρει ρητά, με δύο από τις διασημότερες θεωρητικές αντιλήψεις περί γέλιου ή αστείου και κωμικού. Θίξαμε ήδη κάποια σημεία στα οποία εφάπτεται με το μποντλερικό δοκίμιο για την ουσία του γέλιου (1855)· θα άξιζε να γίνει ευρύτερος σχολιασμός τόσο για τις συγκλίνουσες όσο και για τις αποκλίνουσες όψεις των δύο κειμένων. Η φροϋδική θεωρία περί λογοπαιγνίου (Witz) αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από το 1897 και αρτιώνεται διαλεγόμενη σοβαρά με τις περί κωμικού αντιλήψεις του Theodor Lipps, τον οποίο περιλαμβάνει η ενδεικτική μπερξονική βιβλιογραφία. Δεν έχει και πολύ νόημα να επιδείξει κανείς αστυνομική λογική για να τεκμηριώσει «επιδράσεις» και να συσχετίσει ομοιότητες· πάντως, προς το τέλος του μπερξονικού δοκιμίου αναπτύσσεται ευκρινώς η λογική του παράλογου κωμικού και μάλιστα υπογραμμίζεται ότι η υφή αυτού του παραλόγου είναι ίδια με την αντίστοιχη των ονείρων και πυροδοτεί τον μηχανισμό ενός εντελώς ιδιότυπου γέλιου που θα μπορούσε κανείς, προ του γράμματος, να το αποκαλέσει υπερρεαλιστικό. Τέλος, η έμμονη μπερξονική άποψη ότι το γέλιο έχει αποφασιστική κοινωνική σημασία, ότι η κοινωνία, όταν νιώθει κάτι βαθύτερο να πλήττει ή να απειλεί τη συγκρότησή της, απαντά με την αμυντική αντίδραση, τον κατασταλτικό μηχανισμό του γέλιου, συγγενεύει αρκετά με την μπαχτινική θεωρία του γέλιου που διαμορφώνεται κατά τη δεκαετία του 1930 και αλλάζει άρδην τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τον κόσμο του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Το πληθωρικό, ανατρεπτικό, καρναβαλικό γέλιο που μέσω του Ραμπελέ μάς αποκαλύπτει ο Μπαχτίν ανοίγει τη μεγάλη λεωφόρο της λαϊκής κουλτούρας και νοοτροπίας και επιτρέπει να αναθεωρήσουμε βαθιά, να σταθμίσουμε αλλιώς το δόγμα περί σκοτεινού, μονολιθικού και συνοφρυωμένου Μεσαίωνα.

Ο Ν. Καζαντζάκης υπήρξε ο πρώτος μεταφραστής του μπερξονικού δοκιμίου στη γλώσσα μας, στην περίφημη εκδοτική σειρά του Φέξη (1914), που λειτούργησε ως άτυπο, μικρό πανεπιστήμιο για γενιές αναγνωστών. Αμφότερες οι μεταφράσεις (και η πρώτη εκείνη και η σημερινή) δεν είναι άψογες· από αμφότερες απουσιάζει ένα κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα για το διάσημο κείμενο που θα το χαρακτηρίζαμε «κλασικό» σε μια άγραφη ακόμη, δυστυχώς, ιστορία του γέλιου, η οποία θα άλλαζε εντυπωσιακά τις παραδοσιακές αξίες και μετοχές στο μεγάλο λογοτεχνικό χρηματιστήριο. Είναι γνωστό ότι η συστηματική έρευνα για το καφκικό κωμικό ανέδειξε πτυχές που ανατρέπουν την εικόνα του ζόφου, μονίμου δορυφόρου του ονόματος Κάφκα. Στα καθ’ ημάς είναι ενδεικτικές οι περιπτώσεις δύο τουλάχιστον ποιητών που κυκλοφορούν μονίμως στις σελίδες των γραμματολογιών μας με το μαύρο περιβραχιόνιο του «πένθους και της μελαγχολίας», του Καρυωτάκη και του Καβάφη. Οι όψεις της ευτραπελίας και οι φαρσικές διαθέσεις του πρώτου έχουν ευτυχώς αρχίσει να μελετώνται επισταμένως ως στοιχεία αναπόσπαστα, και όχι περιθωριακά, της όλης ποιητικής του. Καιρός να πάρουμε το αστείο στα σοβαρά και να σκύψουμε πάνω σε καβαφικές ρήσεις σαν την ακόλουθη: «Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψιν. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ» (26.10.1908).

Η κυρία Λίζυ Τσιριμώκου είναι επίκουρη καθηγήτρια της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

********************************************

dimiourgiki_ekseliksi

  • Η δημιουργική εξέλιξη
  • Μετάφραση Παπαγιώργης Κωστής, Πρελορέντζος Γιάννης
  • Εκδόσεις Πόλις (2013)

Η συμβολή του έργου του Henri Bergson στην ανανέωση της φιλοσοφίας των αρχών του εικοστού αιώνα, καθώς και η επιρροή που άσκησε το έργο του στον στοχασμό μειζόνων φιλοσόφων, ψυχολόγων, λογοτεχνών, καλλιτεχνών, αλλά και επιστημολόγων ή θετικών επιστημόνων του εικοστού αιώνα (κυρίως στο πρώτο μισό του, και όχι μόνο στη Γαλλία) είναι αδιαμφισβήτητες. Στα πλαίσια μιας δυναμοκρατικής θεώρησης της πραγματικότητας, αναδεικνύονται ως θεμελιώδεις οι έννοιες της διάρκειας, της ενόρασης, των δύο ειδών μνήμης, της ζωτικής ορμής, της ανοιχτής και κλειστής κοινωνίας, καθώς και της δυναμικής και στατικής θρησκείας. Εκλαμβάνοντας τη ζωή ως συνεχή δημιουργική διαδικασία, ο Bergson προτείνει κυρίως νέους τρόπους προσέγγισης του ζητήματος του χρόνου, της ελευθερίας, της αντίληψης και της εικόνας, της σχέσης ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα ή, ακόμη, ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη. (Γ.Π.)

Η Δημιουργική εξέλιξη, από τα κορυφαία φιλοσοφικά έργα του Ερρίκου Μπερξόν, συναντά την ψυχολογία και τη μεταφυσική για να συγκροτήσει μια από τις πλέον πρωτότυπες θεωρίες για την εξέλιξη. Ο Μπερξόν ερευνά τη μηχανοκρατία, την τελικότητα και τις αντιφάσεις της εξέλιξης αλλά επίσης και σημαντικά ζητήματα όπως είναι το νόημα της ζωής, η φυσική τάξη και οι μορφές της νόησης. Ο Μπερξόν εδώ αναπτύσσει τη θέση του για τη φυσική ενότητα του Εγώ με το Όλο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

“Από όλα τα βιβλία μου, η Δημιουργική εξέλιξη είναι αυτό που απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό. Διαβάστηκε πολύ περισσότερο από όλα τα άλλα. Συνέβαλε μάλιστα στο να διαβαστούν πιο πολύ τα υπόλοιπα κείμενά μου και βοήθησε να γίνουν πιο κατανοητά. Συμβουλεύω εν γένει να αρχίσει κανείς την ανάγνωση των έργων μου από αυτό” (Henri Bergson).

****************************************************

Η επάνοδος του Μπερξόν στο φιλοσοφικό προσκήνιο

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΡΕΛΟΡΕΝΤΖΟΥ

Εδώ και είκοσι χρόνια η φιλοσοφία του Bergson έχει επανέλθει στο προσκήνιο με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο μετά από τη μερική (σε μεγάλο όμως βαθμό) έκλειψή της για πάνω από πέντε δεκαετίες. Η σημερινή λάμψη της στη Γαλλία, χάρη κυρίως στις άοκνες προσπάθειες του Frédéric Worms –καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Lille3 και διευθυντή του «Διεθνούς κέντρου μελέτης της σύγχρονης γαλλικής φιλοσοφίας» στην École normale supérieure στο Παρίσι– και των συνεργατών του είναι αναμφισβήτητη.

Πέραν της πρώτης κριτικής έκδοσης των βιβλίων του Bergson και των δύο συλλογών δοκιμίων του (οκτώ τόμων στη σειρά «Quadrige» του εκδοτικού οίκου Presses Universitaires de France) και της απρόσκοπτης έκδοσης της διεθνούς επιθεώρησης Annales bergsoniennes (έχουν ήδη δημοσιευθεί τέσσερις ογκώδεις τόμοι από το 2002), έχουν εκδοθεί σειρά σημαντικών μονογραφιών και μικρότερων εργασιών για τον Bergson, καθώς και τα πρακτικά αρκετών από τα πολλά συνέδρια με μπερξονική θεματολογία που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, στην πρόσφατη μελέτη του Η φιλοσοφία στη Γαλλία στον εικοστό αιώνα (Gallimard, «Folio/Essais», 2009)o Worms εξετάζει με πρωτότυπη ματιά τις τέσσερις «φιλοσοφικές στιγμές» του περασμένου αιώνα στη Γαλλία (τη στιγμή του 1900, τη στιγμή του β΄ παγκοσμίου πολέμου ή του υπαρξισμού, τη στιγμή της δεκαετίας του 1960 και αυτήν που αποκαλεί «παρούσα στιγμή»), με έμφαση στην πρώτη, οι δύο κύριες φυσιογνωμίες της οποίας υπήρξαν ο Bergson και οLéon Brunschvicg. Εξάλλου, στα τέλη του Φεβρουαρίου διεξάγεται στο Λονδίνο διεθνές συνέδριο με θέμα τη μεταμοντέρνα παρακαταθήκη του Bergson∙ οι διοργανωτές δεν διστάζουν να μιλήσουν για «μπερξονική στροφή» στη φιλοσοφία και στις πολιτισμικές σπουδές.

Δεν πιστεύω ότι αυτή η, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, αναπάντεχη εξέλιξη –που παραπέμπει στη θεμελιώδη θέση του Bergson περί ακατάπαυστης ανάδυσης απρόβλεπτης καινοτομίας– αποτελεί μια αναλαμπή, μια νέα μόδα από αυτές στις οποίες μας έχει συνηθίσει η γαλλική φιλοσοφία. Το ενδιαφέρον για τον Bergson είναι διεθνές και εκτείνεται, πέραν των ευρωπαϊκών χωρών, στη Βόρεια και τη Λατινική Αμερική∙ είναι δε ιδιαίτερα έντονο στην Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Μάλιστα η αναβίωση των μπερξονικών σπουδών αξίζει να συνεξετασθεί με την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος, τα τελευταία χρόνια, αν και σε μικρότερο βαθμό, για άλλες παραγνωρισμένες επί μακρόν φυσιογνωμίες της γαλλικής και της αμερικανικής φιλοσοφίας των αρχών του εικοστού αιώνα (αναφέρομαι κυρίως στουςBrunschvicg, Maurice Blondel, Alain, Péguy, Sorel και στους εκπροσώπους του πραγματισμού με έμφαση στον William James), για την ακμαία γαλλική επιστημολογία της περιόδου (αναφέρομαι κυρίως στους Poincaré, Duhem, Milhaud, Le Roy, Brunschvicg, Reyκαι Meyerson),[1] καθώς και για τη γαλλική ψυχολογία και κοινωνιολογία της περιόδου.

Ένας βασικός λόγος της επανόδου του Bergson στο φιλοσοφικό προσκήνιο είναι κατ’ εμέ ο εξής: μετά από εξήντα περίπου χρόνια, από τη δεκαετία του 1930 μέχρι και αυτήν του 1980, όπου οι περισσότεροι και οι σημαντικότεροι γάλλοι φιλόσοφοι και θεωρητικοί είχαν αναγάγει σε προνομιακούς συνομιλητές τους γερμανούς και γερμανόφωνους φιλοσόφους και θεωρητικούς –αρχικά κυρίως τους Hegel, Husserl και Heidegger και, στην επόμενη φιλοσοφική στιγμή, τους επονομασθέντες «δασκάλους της υποψίας», ήτοι κυρίως τους Marx,Nietzsche και Freud– με συνέπεια να γίνονται συχνά δυσνόητοι, πολλοί ένιωσαν την ανάγκη της επιστροφής στα δύο βασικά χαρακτηριστικά της γαλλικής φιλοσοφίας όπως τα αναδεικνύει ο Bergson: αφενός, στην απλότητα της μορφής και στην παραδοσιακή σαφήνεια και, αφετέρου, στη διαρκή συνεργασία και στενή ένωση της φιλοσοφίας με την επιστήμη, ιδίως με τις θετικές επιστήμες.

Στη χώρα μας, πέραν των μεμονωμένων φιλότιμων προσπαθειών ορισμένων διδασκόντων κυρίως σε περιφερειακά Πανεπιστήμια –την τελευταία επταετία γίνεται συστηματική προσπάθεια ιστορικοφιλοσοφικής προσέγγισης του έργου του Bergson στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και η Θεώνη Αναστασοπούλου αφιερώνει σειρά μαθημάτων στην μπερξονική φιλοσοφική βιολογία και γενικότερα στη φιλοσοφία των βιοεπιστημών στο Πανεπιστήμιο Πατρών– έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια μεταφράσεις τεσσάρων έργων του Bergson(Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης, Γέλιο, Δημιουργική εξέλιξη και Δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας) και άλλων μικρότερων εργασιών του, η μετάφραση της διατριβής του Κ. Ρωμανού (Οικείωσις, Τυπωθήτω, 2001), καθώς και διάσπαρτα άρθρα για πτυχές της φιλοσοφίας του. Όπως συνάγεται από τη βιβλιογραφία που παρέθεσα στην πρόσφατη ελληνική έκδοση του Μπερξονισμού του Gilles Deleuze (Scripta, 2010) –που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και πιο πρωτότυπες προσεγγίσεις του έργου του, η οποία μάλιστα υπήρξε σε πολλές χώρες, κυρίως στις αγγλοσαξονικές, το έναυσμα για την αναβίωση των μπερξονικών μελετών–, ο έλληνας αναγνώστης που δεν γνωρίζει γαλλικά έχει στη διάθεσή του σειρά ελληνικών εκδόσεων κειμένων φιλοσόφων, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων και άλλων διανοητών που αμιλλώνται στο έργο τους, τις περισσότερες φορές παρεμπιπτόντως, με βασικές μπερξονικές θεωρίες και μάλιστα εκεί που δεν ήταν αναμενόμενο, λόγου χάριν στο Αίτημα της φιλοσοφίας του Jacques Bouveresse (Πόλις, 2002).

Πέραν του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν καθ’ εαυτές οι επιμέρους φιλοσοφικές ιδέες τουBergson, όπως συμβαίνει με κάθε μεγάλο φιλόσοφο, η προσεκτική μελέτη του έργου του είναι απαραίτητη για την εις βάθος κατανόηση σειράς πτυχών του έργου εκπροσώπων βασικών φιλοσοφικών ρευμάτων του εικοστού αιώνα. Η αναμέτρηση με τις θεμελιώδεις μπερξονικές επεξεργασίες για τη διάρκεια και τη ζωή αποτέλεσε βασικό όρο για την πραγμάτευση του χρόνου από τον Husserl, τον Heidegger και τους πρώτους γάλλους φαινομενολόγους. Όψεις του έργου του Bachelard, του Canguilhem, του Merleau-Ponty, τουLévinas, ακόμη και του Sartre –πόσω μάλλον του «μπερξονικού» Jankélévitch και των ευμενώς διακείμενων απέναντι στην μπερξονική φιλοσοφία Jean Wahl και Gabriel Marcel– είναι προϊόν του γόνιμου και συχνά κριτικού διαλόγου τους με βασικές θεωρίες του Bergson, και όχι της δουλικής αναπαραγωγής τους. Ειδικότερα, οι αναλύσεις όλων των προαναφερθέντων και πολλών άλλων γάλλων φιλοσόφων της ίδιας και της επόμενης «φιλοσοφικής στιγμής» για τις κάτωθι έννοιες και εννοιολογικές διακρίσεις καθίστανται σαφέστερες αν παραβληθούν με αυτές του Bergson: καινοτομία, επινόηση και δημιουργικότητα, ελευθερία, ζωή, αντίληψη, μνήμη, ύλη, χώρος-διάρκεια, ποσότητα-ποιότητα, ποσοτική πολλαπλότητα-ποιοτική πολλαπλότητα, ομοιογένεια-ετερογένεια, διαιρετότητα-αδιαιρετότητα, παράταξη-αλληλοδιείσδυση, ασυνέχεια-συνέχεια, συγχρονία-διαδοχή,  επιφανειακό εγώ-βαθύ εγώ, εξωτερικότητα-εσωτερικότητα, ακαμψία-ευκαμψία, συνειδητό-ασυνείδητο, δυνατό-πραγματικό, δυνητικό-ενεργό, διάνοια-ένστικτο, διάνοια-ενόραση, στατικό-δυναμικό, συγκεκριμένο-αφηρημένο και κλειστό-ανοιχτό.

Ο Bergson, όπως και άλλοι προγενέστεροι και σύγχρονοί του φιλόσοφοι (χαρακτηριστικά οHegel και ο William James) θεωρούν σημαντικότερη στη φιλοσοφία τη μέθοδο απ’ όσο τα αποτελέσματά της. Βασιζόμενος στη θεμελιώδη για μια φιλοσοφία του γίγνεσθαι, της μεταβολής και της κινητικότητας, όπως είναι αυτή του Bergson, διάκρισή του ανάμεσα στο τετελεσμένο και το τελούμενο, ο Maurice Merleau-Ponty, σε ένα εξαιρετικό κείμενό του με τίτλο «Ο αυτοδημιουργούμενος Μπερξόν»[2] υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο μπερξονισμοί: «ο τολμηρός, όταν η φιλοσοφία του Μπερξόν μαχόταν […], και ο επικρατήσας, ο εκ προοιμίου πεπεισμένος για όσα ο Μπερξόν άργησε να βρει, ο ήδη εφοδιασμένος με έννοιες, ενώ ο Μπερξόν έπλασε τις δικές του μόνος του. […] Παύει να υπάρχει η φιλοσοφία, αν ενδιαφέρουν πρωτίστως τα συμπεράσματα· ο φιλόσοφος δεν ζητά να κόψει δρόμο, ακολουθεί όλη την πορεία. Ο καθιερωμένος μπερξονισμός παραποιεί τον Μπερξόν. Ο  Μπερξόν δημιουργούσε ανησυχία, αυτός καθησυχάζει. Ο Μπερξόν ήταν μια κατάκτηση, ο μπερξονισμός είναι μια άμυνα, μια δικαιολόγηση του Μπερξόν. Ο  Μπερξόν ήταν μια επαφή με τα πράγματα, ο μπερξονισμός είναι μια συλλογή παραδεδεγμένων δοξασιών. Παρ’ όλες τις συμφιλιώσεις και τις δάφνες, δεν πρέπει να ξεχνούμε τον δρόμο που ο Μπερξόν χάραξε μόνος του και ποτέ δεν απαρνήθηκε, αυτό τον ευθύ, νηφάλιο, άμεσο, αλλόκοτο τρόπο που είχε να ξαναρχίζει τη φιλοσοφία, να αναζητεί το βαθύ στο φαινομενικό και το απόλυτο κάτω από τα μάτια μας».[3] Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι αρκετοί φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων ο Heidegger και ο Gabriel Marcel, διακρίνουν δύο μπερξονισμούς από τους οποίους αποδέχονται τον έναν, ο καθένας βεβαίως από τη δική του σκοπιά.

Όσον αφορά δε την περίφημη ενόραση (intuition), που είχε εκληφθεί εξαρχής από πολλούς (κυρίως από τον Russell) ως επίμεμπτη υποχώρηση στον ανορθολογισμό, ένα από τα πλεονεκτήματα του Μπερξονισμού του Deleuze έγκειται στην ανάδειξη του μεθοδικού της χαρακτήρα. Στο πρώτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Η ενόραση ως μέθοδος», υποστηρίζει ότι «η ενόραση είναι η μέθοδος του μπερξονισμού. Η ενόραση δεν είναι αίσθημα ούτε έμπνευση, συγκεχυμένη συμπάθεια, αλλά μια επεξεργασμένη μέθοδος και μάλιστα μία από τις πιο επεξεργασμένες μεθόδους της φιλοσοφίας». Ενώ η δουλειά της διάνοιας έγκειται στην κατάτμηση, εντός της αδιαίρετης συνέχειας του σύμπαντος και των οντοτήτων που διαρκούν (κάθε ενικής ψυχής, κάθε ενικού εμβίου όντος, κάθε ενικής κοινωνίας, ακόμη και της ύλης, που δεν πρέπει να συγχέεται με τον αφηρημένο γεωμετρικό χώρο) πραγμάτων, καταστάσεων και συμβάντων, για την εξυπηρέτηση των απαιτήσεων της δράσης, η ενόραση συλλαμβάνει την αδιαίρετη συνέχεια των εν λόγω ανοιχτών ολοτήτων που χαρακτηρίζονται από τη διάρκεια και διαιρεί εντός της τάσεις, οι οποίες στην καθαρή μορφή τους διακρίνονται μεταξύ τους, αλλά στην πραγματικότητα συνυπάρχουν σε διαφορετική δοσολογία στο ίδιο πράγμα. Η ενόραση μάς επιτρέπει να συλλάβουμε ως ενεργήματα όσα η διάνοια μάς παρουσιάζει ως πράγματα και, συνακόλουθα, να εστιάζουμε την προσοχή μας στις διαδικασίες αλλαγής όσων συνήθως εκλαμβάνουμε ως αμετάβλητα. Έτσι, χάρη στην ενόραση διακρίνουμε τη νοητική και την ενστικτώδη τάση που συνυπάρχουν στον άνθρωπο και στα ζώα, με επικρατούσα τη νόηση στον άνθρωπο και το ένστικτο στα ζώα. Χάρη στην ενόραση διακρίνουμε σε κάθε κοινωνία την τάση ανοίγματος και την τάση κλεισίματος που συνυπάρχουν σ’ αυτήν, με επικρατούσα τη δεύτερη στις περισσότερες κοινωνίες και την πρώτη σε ορισμένες προνομιακές περιπτώσεις.

Αν μεγάλος φιλόσοφος είναι αυτός που το έργο του κατορθώνει να ωθήσει νέα πνεύματα που «ψάχνονται» να αφοσιωθούν στη φιλοσοφία, έστω αν στη συνέχεια πιστεύουν ότι τον ξεπέρασαν, αξίζει να επισημάνουμε ότι ο Bergson έπαιξε αυτό το ρόλο όχι μόνο για τονSartre ή τον Εmmanuel Mounier, θεμελιωτή του περσοναλισμού, αλλά και για τον φιλόσοφο των μαθηματικών, μαρξιστή και φαινομενολόγο Jean-Toussaint Desanti. Εξάλλου, οDeleuze, σε αντίθεση με τους φίλους του François Châtelet και Olivier Revault d’Allonnes, με τους οποίους προετοιμάζονταν από κοινού για τη συμμετοχή στην προφορική εξέταση του περίφημου στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα διαγωνισμού της agrégation, σχημάτισε την πεποίθηση, μελετώντας το Ύλη και μνήμη, το δεύτερο μεγάλο βιβλίο του Bergson, ότι πρόκειται για έναν αδίκως υποτιμημένο πολύ μεγάλο φιλόσοφο. Είκοσι περίπου χρόνια μετά μάς έδωσε τον Μπερξονισμό και, πολλά χρόνια αργότερα, ενέκυψε εκ νέου στο έργο τουBergson στη δίτομη φιλοσοφική μελέτη του για τον κινηματογράφο, που εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά (Κινηματογράφος 1. Η εικόνα-κίνηση και Κινηματογράφος 2. Η χρονοεικόνα, Εκδόσεις Νήσος, 2009 και 2010). Εξάλλου, στην εισηγητική του έκθεση υπέρ της εκλογής του Michel Foucault στο Collège de France, ο Jules Vuillemin τον παρουσιάζει ως τον συνεχιστή και συνάμα τον ανανεωτή της μη καρτεσιανής παράδοσης, η οποία είχε ξεκινήσει σ’ αυτό το εκπαιδευτικό ίδρυμα με τον Bergson και είχε συνεχιστεί με τον Merleau-Ponty και τον Jean Hyppolite.

Ο Γιάννης Πρελορέντζος διδάσκει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

[1] Βλ. χαρακτηριστικά τις μελέτες του Anastassios Brenner για τον Pierre Duhem, καθώς και την πιο πρόσφατη συνθετική εργασία του, Les origines françaises de la philosophie des sciences, Παρίσι, P.U.F., 2003.

[2] Περιλαμβάνεται στη συλλογή δοκιμίων του Σημεία, Εστία, σειρά «Φιλοσοφία», 2005, και, με τον τίτλο «Ο Μπερξόν εν τω γίγνεσθαι», στη συλλογή δοκιμίων του Εγκώμιο της φιλοσοφίας και άλλα δοκίμια, Εκκρεμές, σειρά «Ευμενείς έλεγχοι», 2005.

[3] Βλ. Μ. Μερλώ-Ποντύ, Σημεία, μτφρ. Γιώργος Φαράκλας, ό.π., σ. 296-297.

ΠΗΓΗ: http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή