Βιρτζίνια Γουλφ: Μια πασίγνωστη συγγραφέας

by Times Newsroom
Η Βιρτζίνια Γουλφ ή Βιργινία Γουλφ [Virginia Woolf, πλήρες όνομα Αντελίν Βιρζίνια Στίβεν – Adeline Virginia Stephen, 25 Ιανουαρίου 1882 – 28 Μαρτίου 1941] υπήρξε σπουδαία Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, που θεωρήθηκε πρωτοπόρος και νεοτερίζουσα λογοτέχνις στον 20ό αιώνα και μια από τους μέγιστους καινοτόμους στην αγγλική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου υπήρξε σημαντική μορφή στη λογοτεχνική κοινωνία του Λονδίνου και μέλος της Ομάδας Μπλούμσμπερι.
Τα διασημότερα έργα της είναι τα μυθιστορήματα Η κυρία Ντάλογουει (Mrs Dalloway, 1925), Στο φάρο (To The Lighthouse, 1927), το Ορλάντο (Orlando, 1928), και το δοκίμιο Ένα δωμάτιο ολοδικό σου (A Room of One’s Own, 1929) με τη παροιμιώδη φράση της: «Μια γυναίκα πρέπει να έχει τα χρήματα και ένα δωμάτιο κατάδικό της, εάν πρόκειται να γράψει μυθιστοριογραφία». Τα μυθιστορήματά της διακρίνονται για το ψυχολογικό τους βάθος και το εκφραστικό τους ύφος. Άλλα γνωστά έργα της είναι: Νύχτα και μέρα, Τα κύματα, Τα χρόνια, Τρεις γκινέες, κ.ά.
 
 
Η Αντελίν Βιρτζίνια Στίβεν γεννήθηκε στο Λονδίνο, κόρη του Σερ Λέσλι Στίβεν και της Τζούλιας Πρίνσεπ Τζάκσον, και εκπαιδεύτηκε από τους γονείς της στο σπίτι τους, στον αριθμό 22 της Hyde Park Gate στο Κένσιγκτον. Οι γονείς της είχαν προηγούμενους αποτυχημένους γάμους, και συνολικά η οικογένεια περιείχε τα παιδιά τριών γάμων. Ο πατέρας είχε μακρινή συγγένεια με τον συγγραφέα Ουίλλιαμ Θάκερεϊ, ήταν γνωστός συγγραφέας ο ίδιος, ιστορικός, κριτικός και ορειβάτης. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη και συντάκτης του Λεξικού Εθνικής Βιογραφίας (Dictionary of National Biography), ενός έργου που έμελλε να επηρεάσει την κόρη του Βιρτζίνια στις κατοπινές της πειραματικές βιογραφίες. Έτσι η Βιρτζίνια μεγάλωσε σε περιβάλλον καλλιτεχνικό με επιρροές από τη βικτωριανή λογοτεχνική κοινωνία: Χένρι Τζέιμς, Τζορτζ Έλιοτ, Τζορτζ Χένρι Λιούις, Τζούλια Μάργκαρετ Κάμερον (θεία της μητέρας της) και Τζέιμς Ράσελ Λόουελ (νονός της Βιρτζίνιας), ήταν μεταξύ των επισκεπτών του σπιτιού της οικογένειας. Η μητέρα της, Τζούλια Στίβεν, γνωστή καλλονή της εποχής της, είχε κι αυτή εξίσου επιφανείς γνωριμίες (ένας πρόγονός της υπήρξε υπηρέτης της Μαρίας Αντουανέτας). Προερχόταν από οικογένεια με γυναίκες φημισμένες για την ομορφιά τους, που σημάδεψαν με την παρουσία τους τη βικτωριανή κοινωνία ως μοντέλα των προραφαηλιτών ζωγράφων και φωτογράφων. Από εκεί περιήλθε στα χέρια της οικογένειας μια σειρά διάσημων και πανέμορφων πινάκων. Συμπλήρωμα αυτών των επιρροών ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη του σπιτιού, απ’ όπου οι αδελφές Βιρτζίνια και Βανέσα διδάχτηκαν τους κλασικούς και την αγγλική λογοτεχνία, σε αντίθεση με τους αδελφούς τους Έιντριαν και Τζούλιαν (Θόρμπι) που ακολούθησαν την τυπική εκπαίδευση στο Κέμπριτζ (τη διαφορά αυτή η Βιρτζίνια τη θυμόταν με πίκρα). Πάντως οι αδελφές επωφελήθηκαν από τις διασυνδέσεις των αδελφών τους στο Κέμπριτζ, γιατί τα αγόρια προσκαλούσαν τους διανοούμενους φίλους τους στο σπιτικό τους.
 
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματά της, οι ζωηρότερες μνήμες της παιδικής της ηλικίας δεν ήταν από το Λονδίνο αλλά από το Σεντ Άιβς στην Κορνουάλη, όπου η οικογένεια περνούσε κάθε καλοκαίρι της μέχρι το 1895. Η οικογένεια έμεινε στο σπίτι το αποκαλούμενο Talland, με θέα πέρα από τον κόλπο Πορθμίνστερ. Οι μνήμες των οικογενειακών διακοπών και των εντυπώσεων του τοπίου, ειδικά ο φάρος Godrevy, επηρέασαν την γραφή της, ειδικά προς το τέλος της ζωής της, και ειδικότερα στον Φάρο. Πιο συγκεκριμένα, το σπίτι στη Σκοτία, στο βιβλίο της, είναι το Τάλαντ και η οικογένεια Ράμσεϋ, είναι στην πραγματικότητα η δική της.
 
Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας από γρίπη (1895) στα 13 της, και αυτός της αδελφής της Στέλλας δυο χρόνια αργότερα, επέφεραν μια πρώτη σειρά νευρικών κλονισμών. Ο θάνατος του πατέρα της (το 1904) προκάλεσε πιο ανησυχητική κατάρρευση και η Βιρτζίνια χρειάστηκε να μπει για λίγο σε κλινική. Οι κλονισμοί αυτοί και οι επόμενες επαναλαμβανόμενες καταθλιπτικές περίοδοί της οφείλονται, σύμφωνα με σύγχρονους μελετητές, και στη σεξουαλική κακοποίηση που αυτή και η αδερφή της Βανέσσα υπέστησαν από τους ετεροθαλείς αδελφούς τους Τζωρτζ και Τζέραλντ, πράγμα που και η ίδια μνημονεύει στα αυτοβιογραφικά δοκίμιά της.
 
Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της επηρεάστηκε από αυτή τη δραστική ταλάντευση διάθεσης. Αν κι αυτές οι επαναλαμβανόμενες διανοητικές διαταραχές είχαν πολλές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή της, οι λογοτεχνικές δυνατότητές της παρέμειναν άθικτες. Οι σύγχρονες διαγνωστικές τεχνικές έχουν οδηγήσει σε μεταθανάτια διάγνωση διπολικής διαταραχής, ασθένεια που χρωμάτισε την εργασία, τις σχέσεις και τη ζωή της και οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία της. Μετά από τον θάνατο του πατέρα της το 1904 και της δεύτερης σοβαρής νευρικής κατάρρευσής της, η Βιρτζίνια, η Βανέσσα κι ο Έιντριαν πούλησαν το σπίτι στο Κένσινγκτον και αγόρασαν ένα στο τετράγωνο 46 Gordon στο Μπλούμσμπερυ.
 
Μετά τις σπουδες της στο Ladie’s Department of King’s College London, η Γουλφ γνωρίστηκε με τους: Λίτον Στράτσι, Κλάιβ Μπελ, Σάξον Σίντνεϊ Τέρνερ, Ντάνκαν Γκραντ και Λέοναρντ Γουλφ, που αποτέλεσαν τον πυρήνα του διανοητικού κύκλου γνωστού ως Ομάδα Μπλούμσμπερι, που απέκτησε μεγάλη φήμη το 1910 με τη φάρσα του Ντρέντνοτ, όπου η Βιρτζίνια συμμετείχε άμεσα, ντυμένη αντρικά σαν Αιθίοπας.
 
Παντρεύτηκε τον συγγραφέα Λέοναρντ Γουλφ το 1912, τον οποίο αναφέρει κατά τη διάρκεια του δεσμού τους ως Αδέκαρο Εβραίο. Πολλοί βιογράφοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο γάμος δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως, και ότι η σεξουαλικότητά της κατευθύνθηκε προς τις γυναίκες. Κι όμως το ζεύγος μοιράστηκε ένα στενό δεσμό και το 1937 εκείνη έγραψε στο ημερολόγιό της:
  • Κάνοντας έρωτα -μετά από 25 χρόνια δεν μπορούν ν’ αντέξουν χωριστά… βλέπεις αυτό είναι η μεγαλύτερη ευχαρίστηση που θέλουν: μια σύζυγο. Κι ο γάμος μας τόσο πλήρης.
Συνεργάστηκαν επίσης επαγγελματικά, ιδρύοντας το 1917 τις εκδόσεις Hogarth Press που δημοσίευσαν στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος των έργων της. Το ήθος του Μπλούμσμπερι αποθάρρυνε τη σεξουαλική αποκλειστικότητα. Το 1922 η Γουλφ συνάντησε τη Βίτα Σάκβιλ-Ουέστ. Μετά από ένα δειλό ξεκίνημα, συνήψαν σχέση που διάρκεσε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’20. Το 1928 η Γουλφ παρυσίασε τη φίλη της με το Ορλάντο. Το βιβλίο αυτό ο γιος της Βίτας, Νάιτζελ Νίκολσον, το έχει αποκαλέσει τη «μεγαλύτερη και γοητευτικότερη ερωτική επιστολή στη λογοτεχνία». Όταν τελείωσε ο δεσμός τους, παρέμειναν φίλες μέχρι τον θάνατο της Γουλφ. Άλλος δεσμός ήταν η Ματζ Βον, που αποτέλεσε την έμπνευση για το χαρακτήρα της «Κυρίας Ντάλογουεϊ».
 
Μετά από την ολοκλήρωση του τελευταίου (μεταθανάτια δημοσιευμένου) μυθιστορήματός της, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη παρόμοια με την προηγούμενη. Ο πόλεμος και η καταστροφή των σπιτιών της στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας, καθώς επίσης και η ψυχρή υποδοχή της βιογραφίας της από τον πρώην φίλο της Ρότζερ Φράι επιδείνωσαν την κατάσταση, σε βαθμό που την κατέστησε ανίκανη να γράψει. Στις 28 Μαρτίου του 1941, υπό την επήρεια άλλης μιας νευρικής, καταθλιπτικής κρίσης, ρίχτηκε στον ποταμό Ouse, έχοντας βάλει στις τσέπες της πέτρες, και πνίγηκε. Το σώμα της βρέθηκε στις 18 Απριλίου και ο σύζυγός της την έθαψε κάτω από ένα δέντρο, στον κήπο του σπιτιού τους, στο Ρόντμελ του Σάσεξ. Σ’ αυτό που θεωρείται από τους περισσότερους η τελευταία σημείωσή της προς τον σύζυγό της έγραψε:
 

Αισθάνομαι σίγουρα πως τρελαίνομαι πάλι. Αισθάνομαι ότι δε μπορούμε να ξαναπεράσουμε άλλον ένα σαν εκείνους τους φοβερούς χρόνους. Και δεν θα συνέλθω ξανά τούτη τη φορά. Αρχίζω ν’ ακούω φωνές και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Έτσι κάνω κείνο που μου φαίνεται καλύτερο για όλους μας. Μου ‘χεις δώσει τη μέγιστη δυνατή ευτυχία. Ήσουν με κάθε τρόπο όλ’ αυτά που κανείς δε θα μπορούσε να ‘ναι. Δε γνωρίζω δυο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι ευτυχέστεροι, μέχρι που με χτύπησε τούτη η φοβερή αρρώστια. Δεν μπορώ να την παλεψω άλλο. Ξέρω ότι χαλώ τη ζωή σου, που χωρίς εμένα θα μπορούσες να κάνεις. Και το ξέρεις πως το ξέρω. Βλέπεις δεν μπορώ μήτε να γράψω… ακόμη κι αυτό. Δε μπορώ να διαβάσω. Θέλω να πω πως οφείλω όλη την ευτυχία της ζωής μου σε σένα. Ήσουν ολότελα υπομονετικός μαζί μου και καλός σ’ απίστευτο βαθμό. Θέλω να σ’ το πω αυτό -ο καθένας το ξέρει. Αν κάποιος θα μπορούσε να μ’ είχε σώσει, αυτός θα ‘σουν εσύ. Όλα έχουνε χαθεί για μένα μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να χαλώ τη ζωή σου άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να ‘ναι ευτυχέστεροι απ’ όσο ήμασταν εμείς.

Η Virginia Woolf υπήρξε λαμπρή μυθιστοριογράφος, κριτικός και δοκιμιογράφος. Τα λογοτεχνικά και κοινωνικά δοκίμιά της αναδεικνύουν ένα διεισδυτικό κριτικό πνεύμα. Στα μυθιστορήματά της περιλαμβάνονται: “Το ταξίδι” (1915), “Μέρα και νύχτα” (1919), “Το δωμάτιο του Ιάκωβου” (1922), “Η κυρία Ντάλογουεη” (1925), “Στο φάρο” (1927), “Ορλάντο” (1928), “Τα κύματα” (1931), “Τα χρόνια” (1937). Ως δοκιμιογράφος και λογοτεχνική κριτικός έφερε στο φως ελάσσονες συγγραφείς των περασμένων αιώνων, αλλά και κλασικούς. Τα κυριότερα έργα λογοτεχνικής κριτικής συγκεντρώθηκαν σε δύο τόμους με τίτλο “Common Reader” (1925-1932). Από τα φεμινιστικά και άλλα δοκίμιά της ξεχωρίζουν τα “A Room of One’s Own” (1929), “Three Guineas” (1938), “Between the Acts” (1941), και “The Death of the Moth” (1942). Όλα τα -περισσότερα από 500- δοκίμια της Virginia Woolf συγκεντρώθηκαν στο έργο: “Collected Essays” (α’ έκδοση: 1967, σε επιμέλεια Leonard Woolf).

Ο μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας Άρης Μπερλής σημειώνει:
“Η Βιρτζίνια Γουλφ βρίσκεται μέσα στη μεγάλη παράδοση της δυτικής λογοτεχνίας και συναριθμείται με τον Προυστ και τον Τζόυς στην τριάδα των μεγάλων καινοτόμων πεζογράφων που άνοιξαν νέους δρόμους στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα τις τρεις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Από τους κύριους και πιο μαχητικούς πρωταγωνιστές του “μοντερνισμού” (της σημαντικότερης μεταστροφής που έγινε, μετά το ρομαντισμό, στο ύφος και την ευαισθησία), είχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος πως η επανάσταση στο ύφος ήταν αναγκαία συνέπεια μιας αλλαγής στάσης και προοπτικής. Ωστόσο, δεν της διέφευγε πως τελικά “ο ιστορικός της λογοτεχνίας θ’ αποφασίσει· αυτός θα πει αν αρχίζουμε τώρα, αν τελειώνουμε, ή αν βρισκόμαστε στο μέσον μιας μεγάλης περιόδου της πεζογραφίας”. […] Η Γουλφ άνοιξε και πορεύτηκε το δρόμο της, αδιάφορη για τα δικαιώματα του θεσμοθετημένου γούστου, παίζοντας τα επικίνδυνα παιχνίδια της, ακολουθώντας με πείσμα και άκρα συνέπεια το όραμά της. Το ιερό πάθος της για τη μορφή και την τεχνική – ένα πάθος που εκδηλώθηκε με συνεχείς (και ολέθριους για την ψυχική της υγεία) πειραματισμούς, από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα – δεν ήταν συγκάλυψη ανεπαρκειών του συγγραφικού της τάλαντου, ούτε εμμονή και ιδεοληπτική επιδίωξη του “καινοφανούς”. Το κυνήγι της μορφής ήταν κυνήγι της πραγματικότητας – μιας νέας πραγματικότητας που οι παλαιοί τύποι του μυθιστορήματος δεν μπορούσαν να παραστήσουν και να παραδώσουν. Το μυθιστόρημα για τη Γουλφ δεν είναι κριτική της ζωής, ούτε διασκευή και συμμάζεμα των δεδομένων της, αλλά αναπαραγωγή της πολλαπλότητας της εμπειρίας. Η ζωή είναι πρωτεϊκή και ρευστή, πολυσύνθετη και αλλοιότροπη. Δουλειά του μυθιστοριογράφου είναι να δώσει, να αναπαραγάγει τις μυριάδες παραλλαγές και φωτοσκιάσεις, τις αναρίθμητες αποχρώσεις της εμπειρίας, στη μόνη έγκυρη πραγματικότητά τους: στη συνειδησιακή ροή τους.”

(απόσπασμα από το δοκίμιο: “Η Βιρτζίνια Γουλφ και το μυθιστόρημα”, από το επίμετρο του βιβλίου “Στο φάρο” των εκδόσεων Ύψιλον).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή