Γιώργος Θεοτοκάς: ένας από τους εκπροσώπους και τους κορυφαίους διανοητές της γενιάς του ’30

by Times Newsroom 1
Share this

Ο Γιώργος Θεοτοκάς [27 Αυγούστου 1905 – 30 Οκτωβρίου 1966] γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του δικηγόρου Μιχαήλ Θεοτοκά και της Ανδρονίκης το γένος Νομικού. Στην Κωνσταντινούπολη τέλειωσε το Ελληνογαλλικό Λύκειο και το 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Το 1925 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της δημοτικιστικής οργάνωσης Φοιτητική Συντροφιά (για τη δράση του κινδύνευσε το 1926 να αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο) και υποδέχτηκε τον Γιάννη Ψυχάρη στη Χίο.

Μετά την αποφοίτησή του (1927) έφυγε για τρία χρόνια στο Παρίσι και το Λονδίνο. Στο Λονδίνο έγραψε το πρώτο του βιβλίο “Ελεύθερο Πνεύμα”, που θεωρήθηκε ως το μανιφέστο της γενιάς του Τριάντα (δημοσιεύτηκε στην Αθήνα το 1929). Το 1929 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσίευσε πολλά κείμενά του στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Το 1940 κατατάχτηκε εθελοντικά στο στρατό και πολέμησε στην Αλβανία.Το 1948 παντρεύτηκε τη φιλόλογο Ναυσικά Στεργίου, η οποία πέθανε το 1959.

Το 1952 ταξίδεψε στην Αμερική, το 1955 έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές στο νομό Χίου, χωρίς επιτυχία. Το 1966 παντρεύτηκε την ποιήτρια Κοραλία Ανδρεάδη. Πέθανε τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και με την εφημερίδα “Το Βήμα”, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Εποχές”. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού “Νέα Γράμματα” (1935). Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1945-1946 και 1951-1952) και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Θ.Β.Ε.

5574

Εκπροσώπησε την Ελλάδα στις διεθνείς συναντήσεις της Γενεύης και στο Διεθνές Συνέδριο του Εδιμβούργου. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες και έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (1939 για το μυθιστόρημα “Το δαιμόνιο”) και το Α’ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1957 για το έργο του “Τα προβλήματα του καιρού μας”). Ο Γιώργος Θεοτοκάς τοποθετείται στη γενιά του ’30, της οποίας υπήρξε ένα από τα πολυγραφότερα πρόσωπα. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική, την ταξιδιωτική λογοτεχνία.

Με το έργο του έθεσε τις βάσεις της θεωρίας της γενιάς του Τριάντα για την ελληνικότητα, η οποία πηγάζει παράλληλα από την ελληνική παράδοση (αρχαιοελληνική, βυζαντινή, λαϊκός πολιτισμός) αλλά και από την ευρωπαϊκή παράδοση και σύγχρονη πραγματικότητα. Ο αφηγηματικός του λόγος επηρεάστηκε έντονα από την ελληνική πεζογραφική δημιουργία του 19ου αιώνα. Από τα έργα του σημειώνουμε ως ορόσημα τον “Λεωνή”, τους “Ασθενείς και οδοιπόρους”, το “Δαιμόνιο” και την “Αργώ”.

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Θεοτοκά βλ. Αργυρίου Αλεξ. – Γεωργουσόπουλος Κώστας, “Θεοτοκάς Γιώργος”, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Γιαλουράκης Μανώλης, “Θεοτοκάς Γιώργος”, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Τζιόβας Δημήτρης, “Χρονολόγιο Γιώργου Θεοτοκά”, Διαβάζω 137, 12/2/1986, σ.8-11 και Αράγης Γιώργος, “Γιώργος Θεοτοκάς”, Η Μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Δ΄, σ.8-81. Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
(ΠΗΓΗ: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

ΕΡΓΑ

*************************************************************************

Από τα Πριγκιπόννησα στη Μύκονο με τον Θεοτοκά

Οι θερινές ενασχολήσεις του συγγραφέα της «Αργώς» και ο έρως για τα ελληνικά νησιά. Η μικρότερη αδελφή του ανοίγει το σεντούκι των αναμνήσεων και της οικογενειακής αλληλογραφίας
Από τα Πριγκιπόννησα στη Μύκονο με τον Θεοτοκά
Ο Γιώργος Θεοτοκάς (δεύτερος από δεξιά) και αριστερά του η αδελφή του Λιλή, Χίος, Μαύρα Βόλια (Λιλάδια), Αύγουστος 1939
Ο Γιώργος δεν ήταν μόνον ο μεγάλος αδελφός που, όταν ήμουν μικρή, με προστάτευε από τις κακοτοπιές. Ηταν και o πνευματικός ταγός μου. Χάρη σε αυτόν – παρότι «κατ’ οίκον διδαχθείσα» – γεύθηκα από πολύ νέα τους θησαυρούς της κλασικής παιδείας, ελληνικής και ευρωπαϊκής. Αυτός μου πρωτοδιάβασε Καβάφη και Κιτς, μέσω εκείνου γνώρισα από κοντά τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του ’30. Από τότε που πέθανε ο αδελφός μου (1905-1966), κρατώ το αρχείο του στο σπίτι μου, στην οδό Σκουφά, ανοιχτό για τους νέους ερευνητές που ενδιαφέρονται να το μελετήσουν. Αναμνήσεις; Πολλές. Πρώτα απ’ όλα από τα παιδικά χρόνια, όταν ζούσαμε στην Πόλη.
Στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου (1914-1918), πηγαίναμε οικογενειακώς για διακοπές στα Πριγκιπόννησα. Η διαδρομή με το καραβάκι βάσταγε δυο ώρες: Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκιπος. Ο πατέρας πήγαινε κάθε πρωί στο γραφείο και γύριζε αργά το απόγευμα. Η μητέρα, ο Γιώργος κι εγώ τον υποδεχόμασταν συνήθως στην αποβάθρα.
Στον λόφο του Χριστού, στην Πρίγκιπο, σ’ ένα πευκόφυτο δάσος, υπήρχε ένα μοναστήρι που, στον 20ό αιώνα, είχε ξεφύγει από τον αρχικό προορισμό του. Μαζί με τρία-τέσσερα νεότερα κτίσματα, είχε γίνει τόπος παραθερισμού. Δίπλα στην εκκλησία ήταν ένα νεκροταφείο, παρατημένο από καιρό. Σ’ ένα από τα «παιδικά» διηγήματά του ο Γιώργος περιγράφει τα τρελά παιχνίδια της παρέας του ανάμεσα στους τάφους: «Ξέραμε απ’ έξω την τοποθεσία όλων σχεδόν των τάφων και τους νεκρούς τούς λέγαμε με τα μικρά τους ονόματα. Σε κείνην τη γωνιά καθότανε η Μελπομένη, δίπλα της η Ευγενία, παρακάτω ήταν ο Αναστάσιος, στην αντικρινή γωνιά ο Γεράσιμος. Ξέραμε απάνω-κάτω και την ηλικία του καθενός. […]. Πηδούσαμε απάνω από τα μνήματα, σκαρφαλώναμε στους τοίχους και στους κορμούς των κυπαρισσιών, κυλιόμασταν στα χορτάρια, αναστατώναμε τον κόσμο των νεκρών με τα τρεξίματα, τις φωνές μας, τα γέλια μας και καμιά φορά τα κλάματά μας, όταν γινότανε καβγάς» (Ο κήπος με τα κυπαρίσσια, 1937).
Σ’ εκείνη την ηλικία, η διαφορά ανάμεσα στον Γιώργο και σε εμένα ήταν μεγάλη, έξι ολόκληρα χρόνια. Ετσι, τα αγόρια δεν με καταδέχονταν. Οπως έγραφε ο Γιώργος, «υπήρχαν κάτι πολύ μικρά κοριτσάκια που μας ακολουθούσαν με πολύ κόπο […] και που δεν τα θεωρούσαμε μέλη της συντροφιάς».
Παρότι οι αναμνήσεις μου από κείνα τα χρόνια είναι αμυδρές, θυμάμαι – θα ήταν το 1917 – τον Γιώργο στη Χάλκη, να πηδά από τα κεραμίδια της εκκλησιάς της μικρής μονής του Αρσενίου, να με αρπάζει από το χέρι και να με τραβολογά στο δάσος, για να μην τον μαρτυρήσω στον πατέρα Κωνστάντιο, που τον είχε αντιληφθεί. Ο τελευταίος επρόκειτο να εμπνεύσει στον Γιώργο τον Παπασίδερο της Αργώς, τον πιο δυνατό, όπως πίστευε, τύπο του μυθιστορήματος.
Το πρωί δικηγόρος, το βράδυ μποέμ
Μετά ήρθαν ο ξεριζωμός και η εγκατάσταση στην Αθήνα, με τον Γιώργο να σπουδάζει νομικά και εμένα να αρχίζω να καταλαβαίνω τον κόσμο σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Αλλοι άνθρωποι, άλλες συνήθειες. Μετά τη Λωζάννη, όπου τον είχε φωνάξει ο Βενιζέλος ως εμπειρογνώμονα της ελληνικής αντιπροσωπείας, ο πατέρας ξανάρχισε τη δικηγορία σε γραφείο που νοίκιασε στην οδό Βαλαωρίτου. Τη μητέρα, που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Πόλη, την έτρωγε η νοσταλγία.
Ο Γιώργος προσαρμόστηκε στην καινούργια ζωή ταχύτερα απ’ όλους. Μπλέχτηκε τότε με τη Φοιτητική Συντροφιά και, επί δικτατορίας Παγκάλου, παρ’ ολίγο να τον διώξουν από το Πανεπιστήμιο. Τον υπερασπίστηκε τότε, μαζί με τρεις-τέσσερις ακόμη συμφοιτητές του, ένας καθηγητής τους, ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος. Τελειώνοντας τη Νομική, έφυγε για το Παρίσι. Στη Γαλλία τον συναντήσαμε το καλοκαίρι του 1928. Τον θυμάμαι να χοροπηδά στο κρεβάτι του ξενοδοχείου σαν παιδί, όταν έφτασε η είδηση ότι ο Βενιζέλος κέρδισε τις εκλογές.
Αφού πέρασε τον επόμενο χειμώνα στο Λονδίνο, γύρισε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1929. Το πρωί βοηθούσε τον πατέρα στο γραφείο και το βράδυ ασχολούνταν με τα δικά του. Τον Νοέμβριο του 1929 εξέδωσε το Ελεύθερο πνεύμα -που θεωρήθηκε το μανιφέστο της γενιάς του ’30 – με το ψευδώνυμο Ορέστης Διγενής. Ηταν μόλις 24 χρονών. Οπως έγραφε σ’ έναν παλιό του φίλο, το πρωί θα ήταν ο Γιώργος Θεοτοκάς, ένας άψογα ντυμένος σοβαρός επαγγελματίας, και το βράδυ ένας εντελώς διαφορετικός τύπος, ένας συγγραφέας-μποέμ, ο οποίος θα διήγε «έκλυτο βίο». Το σχέδιο του το χάλασε τότε ο Σπύρος Μελάς, που αποκάλυψε τη διπλή ταυτότητά του.
Φύση, πολιτισμός και φινέτσα στο Αιγαίο
Τα νησιά του Αιγαίου από πολύ νωρίς, πολύ προτού καθιερωθούν ως τα κατ’ εξοχήν σύμβολα της ελληνικότητας, συμπύκνωναν για τον Γιώργο ό,τι πιο όμορφο, πιο υψηλό και πιο φινετσάτο μπορούσαν να δώσουν η φύση και ο πολιτισμός. Στην «Επιστολή σε μια φίλη επαρχιώτισσα», το αιγαιοπελαγίτικο Νησί μιλούσε: «Είμαι όλο φως, νιότη, χαρά και ελευθερία […]. Πιο μακριά, ολόγυρά μου, σεισμοί και καταποντισμοί, κόσμοι γεννιούνται, κόσμοι πεθαίνουν. Εγώ δεν σκοτίζομαι για τίποτα. Καμαρώνω τα λευκά πανιά που καθρεφτίζονται στα νερά μου, τα αγόρια και τα κορίτσια που φιλιούνται μέσ’ στα αμπέλιά μου, και γελώ με τα βαριά και μάταια κονταροχτυπήματα των ανθρώπων και των θεών. Είμαι ο αιθέριος πύργος απάνω από τις φουρτούνες. Είμαι πάντα Εγώ…» (Ωρες αργίας,1931).
Το απόσπασμα αυτό από τις Ωρες αργίας το πρόσεξε πολύ νωρίς ο Οδυσσέας Ελύτης. Οπως σημείωνε στο Χρονικό μιας δεκαετίας, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε «να προσπαθεί κάποιος να συνειδητοποιήσει ένα πνεύμα γενικότερο που αφορούσε τη θαλασσινή φυσιογνωμία της Ελλάδας». Ηταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι το πνεύμα αυτό «τροφοδοτημένο από τη μόνη γνήσια προσωπική μου εμπειρία – με πλημμύριζε και ζητούσε με χίλιες δυνατότητες εναλλαγής να βρει την έκφρασή του στη γλώσσα της σημερινής ευαισθησίας, το καινούριο ποιητικό ιδίωμα. -Αυτός ήταν ο Θεοτοκάς που τώρα σιγόπινε αντίκρυ μου ένα κονιάκ και φοβέριζε τον Πελοποννήσιο Κατσίμπαλη με τους Αιγαιοπελαγίτες. Κι ήμασταν αλήθεια όλοι μας εκεί: η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, η Ιωνία[…]» (Ανοιχτά χαρτιά, 1974).
Ετσι, αν και για δυο σχεδόν δεκαετίες δεν καταφέραμε να κάνουμε διακοπές μαζί με τον Γιώργο, το Αιγαίο μας ένωνε κάθε καλοκαίρι. Να θυμίσω από την Αργώ την πιο γνωστή ίσως από τις «Σημειώσεις» του Λάμπρου Χρηστίδη, του «φιλοσόφου» της φοιτητικής παρέας: «Μια βάρκα που ψαρεύει ανάμεσα στην Πάρο και τη Νάξο μ’ ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο παρά μια νέα επανάσταση, μια νέα μόδα ή μια νέα αισθητική στην Ευρώπη, μια νέα μηχανή στην Αμερική, μια νέα μυστικοπάθεια στην Ασία. – Γαλήνη! Γαλήνη!»(1936).
Με τον Γιώργο ξανακάναμε διακοπές μαζί, το καλοκαίρι του 1939. Βρεθήκαμε για παραπάνω από έναν μήνα στο εξοχικό σπιτάκι μας στον Εμπορειό της Χίου. Εκείνος έγραφε τον Λεωνήκι εγώ ζωγράφιζα όλη μέρα. Πήγε τότε στη Βέσσα, την Ελάτα και τα άλλα Νοτιόχωρα με μουλάρι. Να τι σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Ρομαντισμός των ταξιδιών με μουλάρι. Χτες δέκα ώρες στο σαμάρι. Αφήνεις το τοπίο να σε γεμίζει σιγά-σιγά, εντυπώνεται μέσα σου βαθύτερα παρά στα ταξίδια με τα συνηθισμένα μέσα. Χορταίνεις τις ευωδιές του βουνού, τα παιχνίδια του φωτός, τα χρώματα, τη σελήνη, την αστροφεγγιά» (Τετράδια ημερολογίου,εγγραφή 31.7.1939).
Το βράδυ, μου διάβαζε τα κείμενά του και του έδειχνα τους πίνακές μου. Τότε ήταν που με παρέσυρε στη «vie contemplative», παροτρύνοντάς με να διαβάσω Alain και Charles Morgan. Κάποτε μας έπιαναν μεγάλες φλυαρίες, άλλοτε πάλι απολαμβάναμε σιωπηλοί τη φύση. Λίγο μετά ήρθε ο πόλεμος και άλλαξε η ζωή μας…

Επιστολές από τις Κυκλάδες
Στη δεκαετία του 1930 ο Γιώργος ανακάλυψε το Αιγαίο και ειδικά τις Κυκλάδες. Σχεδόν κάθε καλοκαίρι, γύρω στα τέλη Ιουλίου, ξεκινούσε πότε για την Τήνο, τη Μύκονο και τη Σαντορίνη, πότε για την Πάρο, τη Νάξο και τη Νιο. Εκεί, περισσότερο σχεδίαζε τα μυθιστορήματά του παρά έγραφε.
Οπως σημείωνε στο Ημερολόγιο της Αργώς, «ο Παύλος Σκινάς, η Ολγα Σκινά, ο Λάμπρος Χρηστίδης, ο Δημητρός Μαθιόπουλος, η θεία Λουκία, ο Παυσανίας Τσακίρογλου γεννήθηκαν στις Κυκλάδες το καλοκαίρι του 1931. Ενα χρόνο αργότερα, πάλι στις Κυκλάδες πήρε σάρκα και οστά ο Παπασίδερος και ταυτόχρονα γεννήθηκαν όλοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί του πρώτου μέρους […]».
Κάθε χρόνο, ανταλλάσσαμε γράμματα γύρω στον Δεκαπενταύγουστο: εγώ, ως Μαρία-Ελένη, είχα τη γιορτή μου στις 15 του μηνός και εκείνος τα γενέθλιά του (με το παλιό ημερολόγιο) στις 14. Καθ’ ότι εκείνα τα χρόνια δεν είχε τακτικά δρομολόγια, οι περιπλανήσεις του ήταν σε μεγάλο βαθμό τυχαίες. Ετσι, το 1932, μας έγραφε από τη Μύκονο, όπου μόλις είχε εγκατασταθεί σ’ ένα δωμάτιο: «Στη Σύρα έμεινα δυο μέρες. Η πόλις μου άρεσε, όχι όμως κι οι εξοχές της. Σήμερα το πρωί έφθασα εδώ και η κ. Ε.Β. με εγκατέστησε σα να ήμουν ο πρίγκιψ της Oυαλίας. Εχω μια μεγάλη κραββατοκάμαρα, ένα boudoir, μια βεράντα και μια chambre de débaras […]. Στη Σύρα επίσης έτυχα πριγκιπικών περιποιήσεων, χάρις εις ένα γκαρσόνι από το Μακρίκιοϊ της Πόλης, που με μεταχειρίσθηκε σαν συγγενή του από τη στιγμή που έμαθε πως είμαστε πατριώτες. Κανείς να μην ανησυχεί για την τύχη μου. Περνώ καλά». (18.8.1932).
Αλλοτε πάλι, εμείς ταξιδεύαμε κι εκείνος μάς έγραφε τα νέα του από την Αθήνα, όπως το 1933, όταν μου ανήγγειλε την έκδοση του πρώτου μέρους της Αργώς: «Αγαπητή μου Sorellina, Tα γράμματά σου μ’ ευχαριστούν πάρα πολύ και τα νάζια σου με διασκεδάζουν. Ολα όσα μου γράφεις είναι εν τάξει. Τα εγκρίνω. Οταν έρθετε, θα σας παραδώσω και κάποιο βιβλίο ενός γνωστού σας συγγραφέως, που τυπώθηκε και κυκλοφορεί κατά τις 10 Οκτωβρίου εις του κ. Δημαρά. Είναι ένα βιβλίο έξω-φρενών και άνω-ποταμών. Η σοβαρότης μου πάει περίπατο. Σιχάθηκα πια τη σοβαρότητά μου. Ολοι οι άνθρωποι που με πήραν στα σοβαρά θα σταυροκοπιούνται. Ακόμη και για το φίλο μας Φορτούνιο [δηλαδή τον Σπύρο Μελά] νομίζω πως il ne marchera pas. Σελίδες, αν αγαπάς, 370. Κι αυτό είναι το πρώτο μέρος της Αργώς. Εχει και συνέχεια…». (30.9.1933).
Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή