Γκαετάνο Ντονιτσέτι: ένας από τους κύριους εκπροσώπους του μπελ κάντο

by Times Newsroom

Ο Ντομένικο Γκαετάνο Μαρία Ντονιτσέτι [Domenico Gaetano Maria Donizetti, 29 Νοεμβρίου 1797 – 8 Απριλίου  1848] ήταν Ιταλός συνθέτης της εποχής του Ρομαντισμού. Είναι ευρύτερα γνωστός για το οπερατικό του έργο, που περιλαμβάνει τις όπερες Λουτσία ντι Λάμερμουρ και Το ελιξίριο του έρωτα. Μαζί με τους Βιντσέντσο Μπελλίνι και Τζοακίνο Ροσσίνι θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του μπελ κάντο.

Ο Ντονιτσέτι γεννήθηκε στο Μπέργκαμο της επαρχίας της Λομβαρδίας· ήταν ο νεότερος από τα τρία παιδιά μιας πτωχής, μικροαστικής οικογένειας. Έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής από τον Σίμον Μάυρ, έναν γερμανό οπερατικό συνθέτη, που απασχολείτο ως μουσικός διευθυντής στην τοπική εκκλησία περί το 1802. Αρχικά μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας, καταφέρνει το 1806 να εισαχθεί με υποτροφία στη νεοσύστατη από τον Μάυρ μουσική σχολή Lezioni Caritatevoli, όπου και εκπαιδεύεται στην αντίστιξη και τη φούγκα.

large_129

Λαμβάνοντας παραγγελίες από τον Πάολο Ζάνκα, κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στη σύνθεση· μεταξύ αυτών και η 4η του όπερα, η Zoraida di Granata, που προκαλεί τον θαυμασμό του θεατρικού επιχειρηματία Ντομένικο Μπαρμπάια. Ο εν λόγω ιμπρεσάριος του προσφέρει συμβόλαιο για την όπερα της Νάπολης και σύντομα έργα του αρχίζουν και παρουσιάζονται εκεί, αλλά και στη Ρώμη και το Μιλάνο. Η πραγματική αναγνώριση έρχεται περί το 1830, με την όπερα Άννα Μπολένα, που κάνει πρεμιέρα στο Μιλάνο. Ο επακόλουθος θρίαμβος ταξιδεύει το όνομά του κατά μήκος της Ευρώπης, ενώ η επόμενή του όπερα, Το ελιξίριο του έρωτα (1832), καθιερώνεται αμέσως ως ένα αριστούργημα στην κατηγορία του κωμικού μελοδράματος. Μετά την επιτυχία της όπερας Λουκρητία Βοργία (1833), ο Ντονιτσέτι εξαργυρώνει τη φήμη του ακολουθώντας τα βήματα του Ροσίνι και του Μπελίνι: παρουσιάζει στο Παρίσι την όπερα Marin Faliero, ωστόσο επισκιάζεται από τους Πουριτανούς του Μπελίνι. Επιστρέφοντας στη Νάπολη η καριέρα του απογειώνεται με τη Λουτσία ντι Λάμερμουρ, έργο βασισμένο στη νουβέλα του Γουόλτερ Σκοτ Η νύφη του Λάμερμουρ. Σ’ αυτήν οφείλει το μεγαλύτερο μέρος της φήμης του και αποτελεί συνάμα ακρογωνιαίο λίθο του μπελ κάντο, που την κατατάσσει πλάι στη Νόρμα του Μπελίνι.

Οι παραγγελίες για όπερες έρχονται πλέον τόσο από την Ιταλία όσο και από τη Γαλλία. Μεταξύ άλλων γράφει τον Πολιούτο, που λογοκρίνεται από τις αρχές, καθώς το ιερό του θέμα τον καθιστά ανάρμοστο για τη σκηνή. Κατόπιν τούτου, το 1838 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και συνθέτει μια ακόμη επιτυχημένη όπερα, με τίτλο La fille du régiment.

Με τη σύζυγό του, Βιρτζίνια Βασέλι, απέκτησαν τρία παιδιά, από τα οποία κανένα δεν επέζησε. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο των γονιών του χάνει και τη γυναίκα του, ενώ περί το 1843 ο ίδιος εμφανίζει συμπτώματα σύφιλης και πιθανής διπολικής διαταραχής. Το 1845 εισάγεται σε ίδρυμα αποκατάστασης και αργότερα μεταφέρεται στο Παρίσι, όπου και λαμβάνει την απαραίτητη φροντίδα. Πολλοί φίλοι και συνάδελφοι τον επισκέπτονται — μεταξύ αυτών και ο Τζουζέπε Βέρντι. Σύμφωνα με την επιθυμία του επιστρέφει στη γενέτειρά του, το Μπέργκαμο, όπου και — μετά από αρκετά χρόνια σε κατάσταση ημι-άνοιας — αφήνει το 1848 την τελευταία του πνοή, στην οικία της ευγενούς οικογενείας Σκότι. Ετάφη αρχικά στο κοιμητήριο του Βαλτέσε, ωστόσο στα τέλη του 19ου αιώνα η σoρός του μεταφέρεται στη Βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζιόρε του Μπέργκαμο, πλάι στο μνήμα του πρώτου του δασκάλου, Σίμον Μάυρ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή