Νίκος Γκάτσος: Ο ποιητής της “Αμοργού”, αλλά τραγουδάμε τα τραγούδια του

by Times Newsroom

Ο Νίκος Γκάτσος (8 Δεκεμβρίου 1911 – 12 Μαϊου 1992) ήταν ποιητή, μεταφραστής και στιχουργός. Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στον Ατλαντικό. Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931-32) και «Ρυθμός» (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά «Μακεδονικές Ημέρες», «Ρυθμός» και «Τα Νέα Γράμματα» (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα «Καλλιτεχνικά Νέα» και τα «Φιλολογικά Χρονικά». Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού.

Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση «Αμοργός» (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με τεράστια επίδραση στους νεότερους ποιητές. (Δες: Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς, Εκδ. Πατάκη,1995). Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο «Ματωμένος γάμος» του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943, εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945 και ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948. Μετέφρασε δύο ακόμη θεατρικά έργα του Λόρκα, «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» (1954) και «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» (1959), και όλα μαζί με τις μεταφράσεις των ποιημάτων «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» και «Παραλογή του μισούπνου» από το 1990 και μετά εκδίδονται συγκεντρωμένα στον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Θέατρο και ποίηση», απόδοση Νίκου Γκάτσου. Μετέφρασε, επίσης, επτά μονόπρακτα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1955-59), τη «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε δε Βέγα (1959), τον «Ιώβ» του Άρτσιμπαλντ Μακ Λης (1959), τον «Πατέρα» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (1962), το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα« του Ευγένιου Ο΄Νηλ (1965) και άλλα που εκδίδονται σταδιακά από τιςεκδόσεις Πατάκη. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.

Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες. Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το «Χάρτινο το φεγγαράκι», μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς κυκλοφορούσαν σε δισκάκια 45 στροφών, αλλά και ως αυτούσιοι κύκλοι όπως η «Μυθολογία» (1965), το «Ένα μεσημέρι» (1966), η «Επιστροφή» (1970), το «Σπίτι μου σπιτάκι μου» (1972), οι «Δροσουλίτες» 1975, η «Αθανασία» (1976), «Τα παράλογα» (1976), το «Ρεμπέτικο» (1983), η «Ενδεκάτη εντολή» (1985) ή οι «Αντικατοπτρισμοί» (1993). Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο «Όλα τα τραγούδια» (εκδ. Πατάκη, 1999).

Ποιήματα και στίχοι του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κορεατικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.

Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

Εργογραφία

Ποίηση

  • Αμοργός [Αμοργός 1943), «Ο ιππότης κι ο θάνατος», «Ελεγείο» – σε νέα έκδοση], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2000.
  • Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο [Ανέκδοτα ποιήματα/σχεδιάσματα], εκδ. «Ίκαρος», Αθήνα 1994
  • Τα προ της «Αμοργού» ποιήματα (1931-1933)
  • Το τραγούδι του παλιού καιρού (1936)
  • Το ελεγείο (1946)

Στίχοι

Όλα τα τραγούδια [συγκεντρωτική έκδοση των στίχων του], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 1999.

Μεταφράσεις

  •  Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, [συγκεντρωτική νέα έκδοση: Ματωμένος γάμοςΤο σπίτι της Μπερνάρντα ΆλμπαΟ Περλιμπλίν και η Μπελίσα (θέατρο), και «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», «Παραλογή του μισοΰπνου» (ποίηση)], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2000.
  •  Αύγουστος Στρίντμπεργκ,  Ο Πατέρας, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2001.
  •  Λόπε Δε Βέγα,’Φουέντε Οβεχούνα  [διασκευή], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2001.
  •  Άρτσιμπαλντ Μακ Λης,Ιώβ, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2003.
  •  Ευγένιος Ο’Νηλ, Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα , εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2004.
  •  Ραμόν Δελ Βάλιε-Ινκλάν, Τα κέρατα του Δον Φριολέρα, εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2004.
  •  Τενεσσή Ουίλλιαμς, Μονόπρακτα , [«Χαιρετισμούς απ’ τη Βέρθα»,  «Μίλα μου σαν τη βροχή κι άσε με ν’ ακούω…»,  «Η Λαίδη Φθειροσόλ»,  «Προς κατεδάφισιν»,  «Μην κλαις μωρό του Ρούνυ»,  «Είκοσι εφτά βαγόνια γεμάτα μπαμπάκι»], εκδ. «Πατάκης», Αθήνα 2005.

Δισκογραφία

Σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι

  • 1965: «Μυθολογία», με τον Γιώργο Ρωμανό.
  • 1965: «Ματωμένος γάμος», (από το θεατρικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τον Λάκη Παππά.
  • 1970: «Επιστροφή», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1971: «Της Γης το Χρυσάφι», με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1976: «Αθανασία», με τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1976: «Τα Παράλογα», με την Μαρία Φαραντούρη, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Διονύση Σαββόπουλο, την Μελίνα Μερκούρη και τον Ηλία Λιούγκο.
  • 1986: «Χειμωνιάτικος Ήλιος», με τον Μανώλη Μητσιά.
  • 1986: «Σκοτεινή Μητέρα», με την Μαρία Φαραντούρη.
  • 1988: «Οι Μύθοι μιας Γυναίκας», με τη Νάνα Μούσχουρη.
  • 1993: «Αντικατοπτρισμοί», με την Αλίκη Καγιαλόγλου (ο Γκάτσος έγραψε τους στίχους πάνω στις μελωδίες του έργου: «Reflections» που ηχογραφήθηκε το 1969, κατά την παραμονή του Μ. Χατζιδάκι στην Αμερική, με την μπάντα New York Rock & Roll Ensemble).

ÅËËÇÍÉÊÏ ÖÅÓÔÉÂÁË ÓÕÍÔ ÔÕÐÏÕ . ÌÁÍÏÓ ×ÁÔÆÉÄÁÊÉÓ ÍÉÊÏÓ ÃÊÁÔÓÏÓ ÖÙÔ. ÖÅÓÔÉÂÁË ÁÈÇÍÙÍ

Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι βρίσκονται στα έργα

  • 1961: «Ελλάς, η χώρα των ονείρων», με τη Νάνα Μούσχουρη [τραγούδια του ομώνυμου Γερμανικού ντοκιμαντέρ του Wolfgang Mueller-Sehn (1960-61)].
  • 1963: «America America», (μουσική και τραγούδια για την ομώνυμη ταινία του Εlia Kazan).
  • 1963: «Aliki My Love», (μουσική και τραγούδια για την ταινία του Rudolf Mate με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Jess Conrand).
  • 1965: «Ματωμένος γάμος», (από το θεατρικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τον Λάκη Παππά.
  • 1972: «Σπίτι μου σπιτάκι μου», («Κάνε τη ζωή δροσιά», «Δεν είχες όνομα», «Σπίτι μου σπιτάκι μου» ), με την Νάνα Μούσχουρη.
  • 1973. «Ο Μεγάλος Ερωτικός», («Πέρα στο θολό ποτάμι», του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τη Φλέρυ Νταντωνάκη.
  • 1977: «Οι γειτονιές του φεγγαριού», με την Φλέρυ Νταντωνάκη.
  • 1980: «Μεθυσμένο Κορίτσι» με την Μαργαρίτα Ζορμπαλά.
  • 1982: «Πορνογραφία» (τραγουδούν Βασίλης Λέκκας, Γιάννα Κατσαγιώργη, Ηλίας Λιούγκος, Μαριάννα Ευστρατίου-Παγκάκη, Έλλη Πασπαλά).
  • 1983: «Ατέλειωτος Δρόμος», με τη Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1983: «Memed My Hawk», (Μουσική για την ομώνυμη ταινία του Peter Ustinov) με το τραγούδι «Memed Αγάπη μου» που ηχογραφήθηκε ειδικά για την ελληνική έκδοση του δίσκου, τον Νοέμβριο του 1983 (ερμηνεία Έλλης Πασπαλά).
  • 1984: «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», με την Φλέρυ Νταντωνάκη, κ. ά.
  • 1986: «4 Τραγούδια απ’ την Ρωμαϊκή Αγορά», με τον Βασίλη Λέκκα.
  • 1986: «Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά. 35 Τραγούδια 1947-1985», (Τραγουδούν: Βασίλης Λέκκας, Έλλη Πασπαλά, Ηλίας Λιούγκος & η Μαρία Φαραντούρη).
  • 1986: «Η Μαρία Φαραντούρη στο Olympia», (Ζωντανή ηχογράφηση συναυλίας της Μαρίας Φαραντούρη στο θέατρο Οlympia στο Παρίσι.).
  • 1987: «Η Λαϊκή Αγορά. 30 τραγούδια 1959-1975», με τον Βασίλη Λέκκα, την Έλλη Πασπαλά, τον Ηλία Λιούγκο & τoν Γιώργο Νταλάρα.
  • 1988: «Το Ελληνικό πρόσωπο του Γιώργου Νταλάρα», (με το νέο τραγούδι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά»).

Σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη

  • 1974: «Θαλασσινά φεγγάρια», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Βίκυ Μοσχολιού και με την συμμετοχή της Μαρίας Φαραντούρη.

Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη βρίσκονται στα έργα

  • 1961: «Αρχιπέλαγος», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Μαίρη Λίντα.
  • 1964: «Πολιτεία Β΄», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου

  • 1966: «Ένα μεσημέρι», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Βίκυ Μοσχολιού, και τον Σταμάτη Κόκοτα.
  • 1968: <<Άν θυμηθείς το’νειρό μου με τον Γιάννη Πάριο.
  • 1969: <<Πήρες τον κακό τον δρόμο με τον Δημήτρη Μητροπάνο.
  • 1969: «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» (από το ποιητικό έργο του F. G. Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου), με τους Μάνο Κατράκη και Κώστα Πασχάλη.
  • 1970: <<Ή μικρή ραλλού.
  • 1974: «Νύν και Αεί», με την Βίκυ Μοσχολιού και τον Νίκο Δημητράτο.
  • 1983: «Ρεμπέτικο», με τον Νίκο Δημητράτο, τον Τάκη Μπίνη, και την Σωτηρία Λεονάρδου.
  • 1991: «Τα κατά Μάρκον», με τον Γιώργο Νταλάρα.
  • 1994: «Αγάπη είν’ η ζωή», (έξι τραγούδια σε στίχους του Ν. Γκάτσου), με την Νάνα Μούσχουρη.

Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου βρίσκονται στα έργα

  • 1972: «Σπίτι μου σπιτάκι μου», («Ποιος Θεός το θέλησε», «Όλα είναι τυχερά», «Βάλε τον ήλιο σύνορο», «Ο Ξένος» και «Βαρκαρόλα -Μη λυγίζετε παιδιά»), με την Νάνα Μούσχουρη.
  • 1974: «Συλλογή», («Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη», «Παλικάρι στα Σφακιά», «Γεια σου χαρά σου Βενετιά» και «Η κόρη του πασά»), με τον Νίκο Ξυλούρη

Σε μουσική Χριστόδουλου Χάλαρη

  • 1975: «Δροσουλίτες», με τον Χρύσανθο και την Δήμητρα Γαλάνη.

Σε μουσική Δήμου Μούτση

  • 1968: «Κάποιο καλοκαίρι», με τον Σταμάτη Κόκοτα, τη Μαρία Δουράκη και την Ελένη Ροδά.
  • 1969: «Ένα χαμόγελο», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Σταμάτη Κόκοτα, και την Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1979: «Το Δρομολόγιο», με τον Μανώλη Μητσιά

Σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη

  • 1972: «Κόκκινη κλωστή», με τον Μανώλη Μητσιά και την Δήμητρα Γαλάνη.
  • 1976: «Περίπατος», με τον Μανώλη Μητσιά.

Σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου

  • 1985: «Η ενδεκάτη εντολή», με την Νάνα Μούσχουρη.

Σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου

  • 2003: «Λένη» (τέσσερα τραγούδια σε στίχους του Ν.Γκάτσου), με τη Φωτεινή Δάρρα
  • 2012: «Λουλούδι στη φωτιά», με τη Φωτεινή Δάρρα

Μεμονωμένα τραγούδια σε μουσική διαφόρων συνθετών

  • 1958: «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Έλα πάρε μου τη λύπη», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Νάνα Μούσχουρη.
  • 1962: «Τραγούδι του δρόμου», σε μουσική Μάνου Λοΐζου, με τον Γιώργο Μούτσιο.
  • 1963: «Θαλασσοπούλια μου», «Το τραγούδι της Σειρήνας», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Μαίρη Λίντα.
  • 1965: «Πάει ο καιρός» , «Στο Λαύριο γίνεται χορός», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
  • 1998: «Τραγούδι του παλιού καιρού» (σε μουσική Ηλία Ανδριόπουλου), με τον Μανώλη Μητσιά.
  • 1998: «Μικραίνει το φεγγάρι», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με την Νένα Βενετσάνου.

Βιβλία

  •  Τάσος Λιγνάδης, Διπλή επίσκεψη σε μια ηλικία και σ’ έναν ποιητή, «Γνώση», Αθήνα 1983.
  •  Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Νίκος Γκάτσος, Ένας αφοσιωμένος, «Μπιλιέτο», Παιανία 1998.
  •  Συγγραφείς στο χρόνο, Νίκος Γκάτσος, επ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ημερολόγιο 1999, «Διάμετρος», Χαλκίδα 1998.
  • Γεώργιος Θανόπουλος, Ο Νίκος Γκάτσος και η Ελληνική λαϊκή παράδοση, «Αρμός», Αθήνα, 2011

Αφιερώματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και ένθετα εφημερίδων

  • Περ. Η Λέξη, τχ. 52, σ. 91-115, Φλεβάρης 1986. Γράφουν: Οδυσσέας Ελύτης, Κάρολος Κουν, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Καρύδης, Μάνος Ελευθερίου.
  • Περ. Οδός Πανός, τχ. 66, σ. 2-63, Μάρτιος- Απρίλιος 1993. Γράφουν: Ευγένιος Αρανίτσης, Χάρης Μεγαλυνός, Σταύρος Ξαρχάκος, Διονύσης Παπαδόπουλος, Γιώργος Πετρόπουλος, Δημήτρης Ι. Καραμβάλης.
  • Περ.The Charioteer, τχ. 36, 1995-1996, Νέα Υόρκη. Διπλό τεύχος αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον Νίκο Γκάτσο, επιμ. C. Capri-Karka. Μεταφράζουν ποιήματα και στίχους του Ν. Γ. και κείμενα άλλων για τον Ν. Γ.οι: Marjorie Chambers, DavidConnolly, C. Capri Karka, Ilona Karka, George Pilitsis, Margaret Polis, ApostolosAthanassakis, Myrto Kapri.
  • Περ. Δίφωνο, τχ. 8, Μάιος 1996, σ. 34-43. «Μνήμη Νίκου Γκάτσου», επιμ. Βασίλης Αγγελικόπουλος. Επίσης, τχ. 13, Οκτώβριος 1996, σ. 50-54 και τχ. 14, Νοέμβριος 1996, σελ. 70-74: Μάνος Ελευθερίου, «Η βραχονησίδα του τραγουδιού που λέγεται Νίκος Γκάτσος», Α΄ και Β΄ Μέρος, αντίστοιχα.
  • Περ. Ελί-τροχος, τχ. 11ο, Χειμώνας 1996-1997, σ.7-44 και τχ. 13, Φθινόπωρο 1997, σ.9-12, 73-75. Γράφουν: Κων. Λαρδάς, Φίλιππος Μανδηλαράς, Ηρακλής Μήλλας, Κώστας Μπουρναζάκης, Θανάσης Ντόκος, Αγγελική Πασσιά.
  • Πρόσωπα, τχ. 10, σ. 18-33, εφ. Τα Νέα. Γράφουν: Μικέλα Χαρτουλάρη, Σταύρος Ξαρχάκος, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Μάνος Ελευθερίου, Λευτέρης Παπδόπουλος.
  • Βιβλιοθήκη, φ. 51, σ. 5-11, εφ. Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 1999. Γράφουν: Αγαθή Δημητρούκα, Αλέξης-Eudald Solá, Θάνος Σταθόπουλος, Γιάννης Σπυρόπουλος, Αγγελική Πασσιά, Φίλιππος Μανδηλαράς, Χρήστος Μαρκίδης, Ευγένιος Αρανίτσης.
  • Περ. Διαβάζω, τχ. 443, σ. 60-99, 9/2003. Γράφουν: Ηρακλής Παπαλέξης, Θανάσης Χατζόπουλος, Κώστας Μυλωνάς, Αλέξης Ζήρας, Ευγένιος Αρανίτσης, Φίλιππος Μανδηλαράς.
  • Περ. Μετρονόμος, τχ. 41, Ιούνιος, 2011, σ. 14-49. Γράφουν: Σπύρος Αραβανής, Αντώνης Μποσκοΐτης, Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης, Γιώργος Χρονάς, Αγαθή Δημητρούκα.

Μεμονωμένα δημοσιεύματα σε βιβλία και περιοδικά

  • Αντρέας Καραντώνης, «Νίκος Γκάτσος», Εισαγωγή στη Νεώτερη ποίηση- Γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, εκδ. «Παπαδήμα», Αθήνα 1984, σ. 223-235.
  • Αλέξανδρος Αργυρίου, «Νίκου Γκάτσου: Αμοργός», περ. Ο Ταχυδρόμος, 1 Ιανουαρίου 1965 (τώρα στον τόμο:  Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, σ. 175-181, Αθήνα 1983, «Γνώση»).
  • Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος , «Η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου», περ. Νέα Εστία, τόμ. 145, τχ. 1708, Ιανουάριος 1999, σ. 50-65.
  • Νίκος Γκάτσος, «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα», φιλολογική επιμέλεια- παρουσίαση: Κώστας Μπουρναζάκης, περ. Νέα Εστία, τόμ. 153, τχ. 1752, Ιανουάριος 2003, σ. 118-123. [Νέα δημοσίευση του αθησαύριστου προλογικού κειμένου του Γκάτσου που συνόδευε την α΄ έκδοση της μετάφρασης του Ματωμένου Γάμου (1945)].
  • Κωνσταντίνος Λαρδάς, «Αμοργός: μελέτη σ’ ένα ποίημα του Νίκου Γκάτσου», περ. Τα Νεφούρια, τχ. 6, Ιούλιος 2001, σ. 8-13.
  • Σταύρος Καρτσωνάκης, «Ο Νίκος Γκάτσος στο ραδιόφωνο (40 χαμένες ομιλίες)», περ. Κεδρισός, τχ. 2, Μάιος- Ιούνιος 2011, σ. 50-56.

ΠΗΓΗ: https://el.wikipedia.org

************************************************************************

«Ο Νίκος Γκάτσος κυνηγούσε το τυχαίο»

Συνέντευξη στη Γιωτα Συκκα

Τα τραγούδια του αγαπήθηκαν από εκατομμύρια Ελληνες και μελοποιήθηκαν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς. Ομως ελάχιστοι είναι αυτοί που έμαθαν ποιος ακριβώς ήταν ο Νίκος Γκάτσος. Κοινωνός του ρεύματος του υπερρεαλισμού με ένα μόνο ποιητικό έργο, την «Αμοργό», αλλά και με στίχους πολλών τραγουδιών που τον παντρεύουν μοναδικά με την παράδοση, δεν έδωσε ποτέ συνεντεύξεις, ούτε ενέδωσε στη γοητεία της τηλεόρασης. Οσοι τον έζησαν από κοντά στις λογοτεχνικές παρέες μιλούν για τη μοναδικότητα αυτού του αυστηρού με ιδιαίτερο πνεύμα και χιούμορ, Ελληνα ποιητή.

Η πνευματική του κληρονόμος, η Αγαθή Δημητρούκα, που έζησε κοντά του σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε που «αυτοβούλως ανέλαβε την ευθύνη» της, μέσα από τη «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της «Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε το θάνατο» (εκδ. Πατάκη), ξεδιαλύνει την προσωπικότητα του Γκάτσου, μας συστήνει άγνωστες πλευρές του και συγχρόνως ξεδιπλώνει τη δική της ιστορία. Ενός κοριτσιού από το Πεντάλοφο Αιτωλοακαρνανίας, που έζησε τη βαρβαρότητα αλλά και την ανθρωπιά, την κακοποίηση αλλά και τη γενναιοδωρία, που τηλεφώνησε στον Γκάτσο για να στείλει στο σπίτι του, στην οδό Σπετσών 101, τους πρώτους της στίχους.

Ηταν η αφορμή για να γνωρίσει τον ποιητή στα 16 της χρόνια και έκτοτε να συναντηθεί με τον κόσμο της ποίησης και της μουσικής, με προσωπικότητες που σημάδεψαν την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας πολιτιστικά, διαμορφώνοντας και τη δική της ταυτότητα.

Η Αγαθή Δημητρούκα, που ονειρευόταν άλλοτε να γίνει γιατρός -μάλλον εξαιτίας του ανάπηρου πατέρα της που λάτρευε-, αρχιτέκτονας ή νηπιαγωγός και τελικά βρήκε τον δρόμο της από νωρίς, ως στιχουργός, μεταφράστρια, συγγραφέας βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας και τώρα του πρώτου της ολοκληρωμένου βιβλίου, όταν δεν γράφει -πράγμα ασυνήθιστο-, προσπαθεί να βάλει σε τάξη το αρχείο του Νίκου Γκάτσου, να βοηθήσει Ελληνες και ξένους μελετητές του έργου του, να οργανώσει μια έκθεση για εκείνον μαζί με τα αφιερώματα που ετοιμάζονται φέτος για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Θα ξανατηλεφωνούσα άμα ξαναγεννιόμουν

– Πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο που ξεκινά από τη ζωή σας στην Αιτωλοακαρνανία και συνεχίζει με εκείνη δίπλα στον Νίκο Γκάτσο; Ηταν ένα ψυχαναλυτικό χρέος προς τον εαυτό σας;

– Καλύτερα να μη μιλάμε για χρέη. Ηταν μια εσωτερική ανάγκη που ένιωσα στις αρχές Μαΐου, τόσο επιτακτική σαν να επρόκειτο για ζήτημα ζωής ή θανάτου. Εξ ου και ο τίτλος, όπως και το μότο με το θανατερό χιούμορ του Κεβέδο, του αγαπημένου μου Ισπανού ποιητή. Μια ανάγκη να σκάψω κάτι σαν τσιμέντο μέσα μου, να ανασυνθέσω την κατακερματισμένη ταυτότητά μου, μήπως και βρω τη μαχητικότητα που απαιτεί η σημερινή ζωή.

– Το να εξομολογείται κανείς σκληρές προσωπικές ιστορίες, όπως ο παιδικός βιασμός, είναι και μια λύτρωση;

– Εν μέρει. Απόλυτη λύτρωση δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει ποτέ. Το τραύμα θα παραμένει βαθύ. Απλώς βλέπει κανείς πιο καθαρά τις συνέπειες του βιασμού, μετριάζει το αίσθημα ενοχής του κι αρχίζει να υπερασπίζεται τον εαυτό του χωρίς τον πανικό μήπως βρεθεί αυτός στη θέση του βιαστή – ένας πανικός που τον έκανε μέχρι τώρα να θυσιάζεται στην επιθυμία ή στο συμφέρον του άλλου.

– Γράφοντας τι συνειδητοποιήσατε για τον εαυτό σας και τους γύρω σας; Σας έκανε αυτό το βιβλίο να δείτε τη ζωή σας και από μια άλλη ματιά;

– Με έκανε να δω τη ζωή μου από τη σωστή ματιά. Να την ξαναδιαβάσω από την αρχή με καθαρό βλέμμα, χωρίς το θάμπωμα που προκαλούν τα εκτυφλωτικά σκουπίδια. Κι ακριβώς γι’ αυτό συνειδητοποίησα πρώτα τα δικά μου λάθη κι έπειτα τα λάθη ή σφάλματα των γύρω μου.

– Υπήρξατε ένα κορίτσι, αγρίμι όπως σας χαρακτήριζαν στον χώρο του τραγουδιού για χρόνια, αλλά με τσαγανό όπως αποδείχτηκε, που πήρε τη ζωή στα χέρια του. Σήμερα στα 52 σας χρόνια, με μια απόσταση από τότε, τι λέτε, θα ξανακάνατε τις ίδιες επιλογές;

– Αν εννοείτε τις ορθές επιλογές, όπως αυτή που ξεκίνησε από την παρόρμηση να τηλεφωνήσω στον Νίκο Γκάτσο, βεβαίως και θα τις ξανάκανα άμα ξαναγεννιόμουν ή το επέτρεπαν οι συνθήκες.

– Πώς τον αντιμετώπισαν οι γονείς σας, όταν ήρθε στο χωριό για να σας συναντήσει και να τους γνωρίσει;

– Είτε επειδή τους είχα μιλήσει είτε επειδή θαύμαζαν τους ανθρώπους των γραμμάτων, δεν τον μπέρδεψαν -μέσα στο σκούρο κοστούμι του- με τους Αθηναίους πολιτικούς που κατέλυαν στο καφενείο του χωριού, ούτε με τους πρωτευουσιάνους διευθυντές της ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ που μας επισκέπτονταν μήπως τους πουλήσουμε για χαλίκι ένα χωράφι πλάι στον Αχελώο. Τον περίμεναν με μεγάλη χαρά σαν να δέχονταν μια σπάνια τιμή: Η μάνα μου είχε ετοιμάσει τα καλύτερα φαγητά της κι ο πατέρας μου, αν και λίγο μεγαλύτερος από τον Γκάτσο, τον υποδέχτηκε με την περίφημη φράση «Καλώς τον Γέροντα», δηλαδή «Καλώς τον ανώτατο άρχοντα».

– «Αργησες 20 χρόνια», σας είπε όταν ήρθατε να τον βρείτε στην Αθήνα. Νιώσατε αργότερα ότι αυτή η διαφορά καλύφθηκε;

– Ενιωσα πολύ γρήγορα να μειώνεται, όμως, ποτέ δεν καλύφτηκε. Γιατί, πώς θα μπορούσα να φτάσω το δικό του πνευματικό επίπεδο; Βλέπετε, η φύση αντιστέκεται.

– Εκτοτε ζήσατε μαζί του και έγινε ο μέντοράς σας. Νιώσατε ποτέ την καχυποψία των άλλων απέναντι σ’ αυτή τη σχέση;

– Αν εννοείτε τους ανθρώπους στο δικό μου χωριό ή στου Γκάτσου, για λίγο, στην αρχή. Στον περίγυρο του Γκάτσου στην Αθήνα, ποτέ. Λες και ήταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου.

– Στις συντροφιές του Φλόκα και του GB γνωρίσατε τους Χατζιδάκι, Ελύτη, Ξαρχάκο, Μούτση, Αργυράκη, Κηλαηδόνη… Τι σήμαιναν για σας και πώς σας δέχονταν;

– Ηταν τα πρόσωπα του «αόρατουθιάσου» που φανταζόμουν κυρίως πίσω από τα τραγούδια που άκουγα στο ραδιόφωνο και που τώρα έπαιρναν σάρκα και οστά και αποκτούσαν ανθρώπινες συνήθειες. Πώς με δέχονταν; Σαν το πιο αγαπητό πρόσωπο του Γκάτσου.

«Γιάννης ο φονιάς»

– Τα «μαθήματα» στιχουργικής που άρχισαν από τον «Γιάννη τον φονιά», τι σας έδειξαν για τα δικά σας βήματα; Ακόμη και σήμερα αναζητούμε τους πρωταγωνιστές των τραγουδιών του.

– Μου έδειξαν το πώς μετράμε μια μελωδία, πώς διακρίνουμε το αίσθημά της και πώς οργανώνουμε τους στίχους μας ώστε να έχουν «ευκρίνεια εικόνας», σαφήνεια λόγου και φυσική διαδρομή από τη μία ομοιοκαταληξία στην άλλη. Οσο για τους πρωταγωνιστές των τραγουδιών του, η αληθοφάνεια με την οποία τους περιβάλλει, δείχνει τη μεγάλη μαεστρία του. Κι όταν εμείς αναρωτιόμαστε αν υπήρξαν πραγματικά, σίγουρα ο Γκάτσος θα χαμογελάει πονηρά σαν πειραχτήρι.

– Πόσο διαφορετικός ήταν ο Γκάτσος που έκανε παρέα με τον Σωτήρη Μουστάκα κι έπαιζε στο καζίνο από εκείνον του ποιητικού του κύκλου;

– Με τρομάζετε με την ερώτησή σας. Δεν μιλάμε για σχιζοειδή προσωπικότητα, αλλά για… πολυσχιδή. Οσο για τον Μουστάκα, εκτός από σπουδαίος ηθοποιός -ήδη στις εξετάσεις της σχολής του ο Γκάτσος είχε διακρίνει το ταλέντο του- ήταν και υπέροχος άνθρωπος με πασιφανείς αποδείξεις. Ετσι, λοιπόν, κυνηγώντας και οι δύο την μπίλια της ρουλέτας, ο Γκάτσος κυνηγούσε το τυχαίο, τόσο αγαπητό μεταξύ των υπερρεαλιστών. Τα αποτελέσματα αυτού του κυνηγιού τα συζητούσε την επομένη με τον Ελύτη.

Φερθήκαμε σαν μωρόπιστοι παντού

– Τι μάθατε από την αυστηρότητά του και τι από τη στάση του απέναντι στη ζωή αλλά και τη δημοσιότητα;

– Δυστυχώς, δεν έμαθα να είμαι το ίδιο αυστηρή ούτε να κρατώ τις ίδιες αποστάσεις ή επιφυλάξεις. Παρασύρομαι από τη ζωή και εμπιστεύομαι ανθρώπους, οι οποίοι το μόνο που θέλουν είναι να σε κάνουν να μιλήσεις τη δική τους γλώσσα και να ασπαστείς την ημιμάθειά τους. Κι έρχεται τότε η φωνή της Μερσέντες Σόσα να με νουθετήσει: «Δυστυχισμένος αυτός που αναγκάζεται να ζήσει έναν διαφορετικό πολιτισμό».

– Γενικά, ζήσατε την ιδιωτική πλευρά των μεγάλων του ελληνικού τραγουδιού και της ποίησης. Πόσο διαφορετική ήταν από τη δημόσια;

– Με συγχωρείτε, αλλά εδώ έχω μια ένσταση: μόνο την ιδιωτική πλευρά του Γκάτσου έζησα και κατά ένα μέρος του Χατζιδάκι και της Μούσχουρη. Κανενός άλλου. Οι συναντήσεις τους ήταν ανοιχτές συνεδρίες σε δημόσιους χώρους.

Είχε χιούμορ

– Οσοι τον έζησαν έχουν να λένε για το χιούμορ του. Τον ενδιέφερε να βγαίνει και στη στιχουργική του ή το αντίθετο;

– Στον βαθμό που το ζητούσε η μελωδία, όχι επί τούτου, όχι βεβιασμένα. Αντίθετα απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, υπήρχαν και πολλοί στίχοι του με πολιτικές αιχμές.

– Παρακολουθούσε την πολιτική; Θυμάστε κάποιες χαρακτηριστικές στιγμές που τον θύμωσαν;

– Δεν θύμωνε. Πικραινόταν. Και ακριβώς επειδή παρακολουθούσε την πολιτική τόσο της Ελλάδας όσο και του κόσμου, μέσω των ξένων εφημερίδων, έβλεπε το μέλλον δυσοίωνο. Από τις τελευταίες συμβουλές του ήταν να κοιτάξω να κάνω χρήματα, να προλάβω τη μεγάλη φτώχεια που θα ερχόταν. Ομως, δεν μου είχε μάθει και τον τρόπο, κι εγώ, ως πνεύμα αντιλογίας, εξέλαβα τον φόβο του ως ανάμνηση και απόηχο της Κατοχής.

Χάσαμε επαφή

– Η ποίηση του Γκάτσου είχε μια ενότητα ελληνικότητας. Τι έγινε στην ελληνική κοινωνία και έσπασε αυτή η ενότητα;

– Ως ευφυολόγημα θα απαντούσα ότι η κοινωνία έχασε την επαφή της με την ποίηση. Στην πραγματικότητα, όμως, ενώ δεν έχουμε ούτε δύο αιώνες που συσταθήκαμε ως κράτος δυτικού τύπου, βαλθήκαμε να «ανήκομεν εις την Δύσιν», και μάλιστα την παγκοσμιοποιημένη, άρον άρον και τσάτρα πάτρα. Δηλαδή, χωρίς αντιστάσεις, με μόνο κριτήριο το ότι καθετί ελληνικό είναι και εθνικιστικό, προκειμένου να ξεχάσουμε τη μικρή, φτωχή Ελλάδα που ξέραμε ώς τη δεκαετία του ’70, καθώς και την γκλίτσα και τα τσαρούχια των παππούδων μας. Φερθήκαμε σαν μωρόπιστοι, φαντασμένοι και κουτοπόνηροι χωριάτες, με οδυνηρές συνέπειες σε όλους τους τομείς και κυρίως στον τομέα της παιδείας. Γι’ αυτό, μην απορούμε αν προβάλλει ως μόνο εγγυημένο μέλλον για τα παιδιά μας το να γίνουν μισθοφόροι μιας καινούργιας υπερδύναμης.

– Στα 16 σας, η μετάφραση του «Ματωμένου γάμου» που έκανε ο Ν. Γκάτσος, αλλά και στίχοι τραγουδιών που ακούγατε στο ραδιόφωνο, σας οδήγησαν σε μια τολμηρή απόφαση για ένα κορίτσι της επαρχίας. Σήμερα θα ήσασταν τόσο παρορμητική;

– Φαντάζομαι ότι εννοείτε ως τολμηρή την απόφασή μου να τηλεφωνήσω και να επιδιώξω επικοινωνία με τον Νίκο Γκάτσο. Ασφαλώς και θα ήμουν και σήμερα το ίδιο παρορμητική. Και είμαι. Ορισμένα πράγματα, όπως ο χαρακτήρας των ξεροκέφαλων ανθρώπων, δεν αλλάζουν.

– Και πόσο ανοιχτοί είναι σήμερα οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι απέναντι σε μια μαθήτρια που θαυμάζει το έργο τους;

– Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Μου φαίνεται πολύ ρομαντική η ερώτησή σας στην τόσο μηδενιστική πραγματικότητα που ζούμε.

Ενας επαναστατημένος νέος, άρα υγιής

– Ο γιος σας σάς ρωτάει για τη ζωή και τις συναντήσεις σας;

– Εχουμε μιλήσει κατά καιρούς, όταν ήρθε η κουβέντα. Τώρα είναι ένας επαναστατημένος νέος, άρα υγιής, όπως θα έλεγε ο Χατζιδάκις. Τολμάει ακόμη και να με επικρίνει πως, ό,τι και να κάνω, δεν θα φέρω πίσω τον Γκάτσο.

Οσο για τις μελλοντικές απορίες του, θα έχει πια το βιβλίο, στο οποίο μου επέτρεψε να τον αναφέρω γενικά ως γιο μου ή ως παιδί μου χωρίς το όνομά του.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή