Ρόιντον Μίστρι: ο “νέος Ντίκενς”, συνεχιστής της παράδοσης του Μπαλζάκ και του Τολστόι!!!

by Times Newsroom
Share this
Ο Ρόιντον Μίστρι (Rohinton Mistry, 3 Ιουλίου 1952) θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς με καταγωγή από την Ανατολική Ασία που γράφουν στα αγγλικά. Κατοικεί στο Οντάριο του Καναδά, όμως κατάγεται από την Ινδία και ανήκει στη θρησκευτική μειονότητα των Ζωροαστρών Παρσί.
 
Γεννήθηκε στη Βομβάη (σημερινό Μουμπάι) της Ινδίας και μετανάστευσε στον Καναδά το 1975.
Το πρώτο του μυθιστόρημα Such a Long Journey, δημοσιεύτηκε το 1991 και ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Μπούκερ.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του, Λεπτή Ισορροπία (A Fine Balance (1995)), έγινε τεράστια επιτυχία στη Βόρεια Αμερική.
 
Το 2002, ο Μίστρι ακύρωσε μια περιοδεία για το βιβλίο του Οικογενειακές Υποθέσεις στις ΗΠΑ διότι ο ίδιος και η γυναίκα του έγιναν στόχοι των υπηρεσιών ασφαλείας σε κάθε αεροδρόμιο που επισκέπτονταν, προφανώς λόγω της εμφάνισής του. Ο Μίστρι ανέφερε πως στην πρώτη πτήση της περιοδείας, “μας υποδέχτηκε ένας ταξιδιωτικός πράκτορας που μας είπε με χαρά πως είχαμε επιλεγεί τυχαία για έναν ιδιαίτερο έλεγχο ασφαλείας. Αυτό άρχισε να συμβαίνει σε κάθε στάση, σε κάθε αεροδρόμιο. Η τυχαία διαδικασία εμφανίστηκε με βεβαιότητα 100 τοις εκατό.”
 
Τα βιβλία του απεικονίζουν ποικίλες όψεις της ινδικής κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως επίσης της ζωής, των εθίμων και της θρησκείας των Ζωροαστρών Παρσί.
Τα δύο τελευταία βιβλία του Μίστρι κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ενάλιος.
**********************************************************************************

ΡΟΪΝΤΟΝ ΜΙΣΤΡΙ

  •   Μαίρη Παπαγιαννίδου
Ξεκίνησε από τη Βομβάη και βρήκε τη δική του «Δύση» στον Καναδά. Ανήκει στους συγγραφείς της λεγόμενης αγγλόφωνης αποικιακής λογοτεχνίας οι οποίοι ανανεώνουν το ενδιαφέρον μας για κόσμους και ήρωες της παλιάς βρετανικής αυτοκρατορίας
ΡΟΪΝΤΟΝ ΜΙΣΤΡΙ

Η φωνή της Ινδίας

Πόσοι συγγραφείς δεν άφησαν τη γενέθλια γη θεωρώντας ότι η Μούσα τούς καλεί αλλού, για να ανακαλύψουν από την απόσταση της ξενιτειάς ότι το πεπρωμένο τους ήταν εκεί, στον τόπο που άφησαν. Ο Δουβλινέζος Τζέιμς Τζόις εγκατέλειψε την Ιρλανδία, που τον είχε πικράνει, και κίνησε για την ηπειρωτική Ευρώπη, όπου έγραψε το αριστούργημά του κάπου μεταξύ Τεργέστης, Ζυρίχης και Παρισίων· ο Αφροαμερικανός Τζέιμς Μπάλντουιν, γέννημα-θρέμμα της Νέας Υόρκης, έπρεπε να πάει στο Παρίσι για να γράψει για τη φτώχεια στα γκέτο των μαύρων στο Χάρλεμ· και ο Β. Σ. Ναϊπόλ, γεννημένος στο Τρινιντάντ, εγκατέλειψε την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, για να αρχίσει να γράφει αφηγήσεις για τη ζωή στην Καραϊβική, για τη γειτονιά που άφησε, για τους ανθρώπους που είχε αρχικά θεωρήσει ανάξιους λογοτεχνικής μεταγραφής. Η εξορία αυτή καθαυτή ίσως δεν αποτελεί πρόκριμα καλής λογοτεχνίας, αλλά η απόσταση, η προοπτική, κάποτε βοηθούν.

 

Ο Ρόιντον Μίστρι είχε, ομοίως, φυγόκεντρες τάσεις όταν ξεκίνησε στα 23 του, το 1975, από τη Βομβάη για… τη Γη της Επαγγελίας, τη Δύση, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Καναδάς. Προερχόμενος από ένα αποικιοκρατικό ­ ή, για την ακρίβεια, μετα-αποικιοκρατικό ­ εκπαιδευτικό σύστημα, έχοντας γαλουχηθεί με την πεποίθηση ότι η μητροπολιτική κουλτούρα ήταν ανώτερη από την κουλτούρα της φυλής του, επέλεξε την αυτο-εξορία για να ρουφήξει τον δυτικό αέρα στην πηγή του, να λουστεί στο φως αυτού του εξαίσιου πολιτισμού που έφθανε στην Ινδία διά της τεθλασμένης οδού και πάντοτε σε ανεπαρκείς δόσεις. Επρεπε να πάει στο Τορόντο, για να ξυπνήσει μέσα του η αληθινή Ινδία. Χωρίς πρόθεση να γίνει συγγραφέας, με ικανά εφόδια όμως από τη μεσοαστική ανατροφή του στην πολυπληθή παραγκούπολη της Βομβάης, χρειάστηκε απλώς κάποιον χρόνο αυτογνωσίας και καθαρμού για να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα: προηγήθηκε, το 1991, το «Such a long journey», με σημαντικές πρώτες τιμητικές διακρίσεις, και ακολούθησε το 1995 το «Α fine balance», με νέες βραβεύσεις στον Καναδά και υποψηφιότητα ­ για δεύτερη συνεχή φορά ­ για το Booker Prize.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι τον ίδιο καιρό που ο Μίστρι ανακάλυπτε τη Δύση, η Δύση ανακάλυπτε την Ινδία. Μεσούσης της δεκαετίας του ’70, ενώ εκείνος άκουγε Μπομπ Ντίλαν στο Πανεπιστήμιο της Βομβάης και κέρδιζε ένα χαρτζιλίκι παίζοντας με την κιθάρα ή τη φυσαρμόνικα τα τραγούδια του Ντίλαν, των Σάιμον και Γκαρφάνκελ, αλλά και του Λέοναρντ Κοέν, περιφρονώντας εντελώς τον γενέθλιο πολιτισμό, ενώ λοιπόν εκείνος ­ και όλοι οι νεαροί Ινδοί της δικής του κοινωνικής τάξης και του αυτού μορφωτικού επιπέδου ­ είχε προσηλωμένο το βλέμμα στη Δύση, τον ίδιο καιρό οι Μπιτλς επισκέπτονταν την Ινδία και ο Ραβί Σανκάρ με το σιτάρ του γινόταν αστέρας του διεθνούς στερεώματος. Ομολογουμένως, κάποιοι συμφοιτητές του τότε στράφηκαν έστω και εκ των υστέρων στο κάτοπτρο της πολιτιστικής κληρονομιάς τους, όπως εκμυστηρεύεται τώρα ο Ρόιντον Μίστρι, καταξιωμένος πλέον συγγραφέας, από τις επάλξεις της απροσδόκητης επιτυχίας του. Παραμένει ένας σεμνός, μετρημένος, προσηνής άνθρωπος, στα 47 του χρόνια, παρά τα πολυσέλιδα αφιερώματα και τους απροσχημάτιστους επαίνους στον διεθνή Τύπο.

Τι θησαυρούς κρύβει, τέλος πάντων, η πολυάνθρωπη Ινδία ώστε να προικίζει τους συγγραφείς της με τέτοια δεινότητα ψυχικής ενδοσκόπησης, άπαξ και αποφασίσουν να ασχοληθούν μαζί της; Διότι και ο Ρόιντον Μίστρι, όπως και η Αρουντάτι Ρόι πέρυσι, εξυμνήθηκαν για τη δεξιοτεχνική ανατομία των ανθρώπινων σχέσεων σε μια κοινωνία άδικη, ανάλγητη, αδηφάγο. Εκεί όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι αγεφύρωτες, εκεί όπου ο υπερβολικός πλούτος συνυπάρχει με την απόγνωση και την απόλυτη φτώχεια, εκεί όπου η δυστυχία είναι τόσο συνηθισμένο θέαμα ώστε να περνά απαρατήρητη, εκεί ακουμπά το νυστέρι του ο Ρόιντον Μίστρι. Βεβαίως, δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Η λογοτεχνία είναι ζήτημα αρχιτεκτονικής, δήλωσε ο Μίστρι σε συνέντευξή του. Ο ίδιος ακολούθησε αρχιτεκτονικό σχέδιο, λίαν επιτυχώς αν κρίνουμε από τις προσωνυμίες που του απέδωσαν οι λογοτεχνικοί κριτικοί ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού: ο «New Yorker» έγραψε ότι θυμίζει τον Ντίκενς στις καλύτερες στιγμές του, το «Time» προτίμησε να τον παρομοιάσει με τον Χάρντι και τον Μπαλζάκ, ο «Guardian» διέκρινε μια φλέβα Μπαλζάκ ή Τολστόι, το «Kirkus» διέγνωσε και μια ιδέα Σολζενίτσιν.

Αν αναζητήσουμε τον κοινό παρονομαστή όλων αυτών, θα καταλήξουμε αναπότρεπτα σε μια ιδιαίτερη λογοτεχνική ευαισθητοποίηση απέναντι στις κατώτερες λαϊκές τάξεις, απέναντι στην κοινωνική αδικία, στην τραγωδία της ζωής. Μια τραγωδία, ωστόσο, που δεν στερείται ανάλαφρων στιγμών, κωμικών ιντερλουδίων, αχτίδων φωτός. Σε όλα τα μεγάλα έργα της κλασικής περιόδου του μυθιστορήματος, άλλωστε, το τραγικό συνυπάρχει με το γελοίο.

Η ιστορία που αφηγείται ο Μίστρι στη «Λεπτή ισορροπία» είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι παράλληλοι βίοι τεσσάρων απλών ανθρώπων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Βομβάης, οι οποίοι συναντώνται εκ τύχης και συνενώνονται εξ ανάγκης για να αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες της ζωής τους. Ο ιστορικός χρόνος είναι το 1975, εποχή κατά την οποία η πρωθυπουργός Ιντιρα Γκάντι, ύστερα από ένα μαζικό κίνημα για την ανατροπή της κυβέρνησής της, κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης για να εξασφαλίσει την πολιτική επιβίωσή της ­ κατάσταση που επιδείνωσε, ωστόσο, απελπιστικά τη θέση των ήδη χειμαζομένων βιοπαλαιστών, δηλαδή εκατομμυρίων Ινδών. Ο Μίστρι στρέφει σ’ αυτούς τον φακό του· είναι χαρακτηριστική η πρώτη εικόνα του μυθιστορήματος, όπου παρακολουθούμε το πρωινό εξπρές, ασφυκτικά γεμάτο, να ορμάει με ένα τίναγμα μπροστά: «Το ανθρώπινο τσαμπί που κρεμόταν από την πόρτα διογκώθηκε επικίνδυνα,σαν σαπουνόφουσκα έτοιμη να σκάσει», γράφει ο Μίστρι, για να μας συστήσει ακολούθως δύο από τους πρωταγωνιστές του, οι οποίοι βρίσκονταν ανάμεσα σ’ αυτό το «ανθρώπινο τσαμπί» του τρένου.

Η κεντρική μορφή του μυθιστορήματος, η Ντίνα Ντάλαλ, μια γυναίκα που στα 42 χρόνια της διατηρεί μια οικοτεχνία φασόν, παρουσιάζεται ως η πλέον επιτυχημένη κοινωνικά και οικονομικά: είναι αυτή που προσφέρει στέγη και εργασία στους δύο φουκαράδες του τρένου, τους οποίους προσλαμβάνει ως ράφτες, καθώς και σ’ έναν σπουδαστή που αναζητεί ένα φθηνό σπίτι να μείνει. Η ίδια, που στα μάτια των νοικάρηδών της είναι ο «σωτήρας» τους, βρίσκεται ήδη σε άθλια κατάσταση για τα δυτικά πρότυπα. Ολη η πόλη ασφυκτιά μέσα στα σκουπίδια, στη φασαρία, στην πολυκοσμία. Υπαίθριοι πάγκοι, ζητιάνοι σωριασμένοι σε ξύλινες πλατφόρμες με ροδάκια, πλανόδιοι που πουλάνε τσατσάρες ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στον κόσμο, είναι οι πρώτες εικόνες από τη γειτονιά της Ντίνα Ντάλαλ. Οι τέσσερις ήρωες, που στριμώχνονται ανάμεσα στους ξεφλουδισμένους τοίχους της αυτοσχέδιας πανσιόν-οικοτεχνίας, προέρχονται από διαφορετικές τάξεις της ινδικής κοινωνίας και από διαφορετικούς τόπους καταγωγής. Καθώς αναπολούν το παρελθόν τους ­ άλλος ήρθε απ’ το χωριό του στα βουνά, άλλος από τους τενεκεδομαχαλάδες μιας μικρής πόλης ­, σχηματίζεται βαθμηδόν το μωσαϊκό της σύγχρονης Ινδίας.

Πόσο βαθιά φέρει μέσα του αποτυπωμένες τις εικόνες από τη χώρα του ο Ρόιντον Μίστρι! Σε συνέντευξή του δήλωσε ότι ο ίδιος δεν έχει ζήσει ποτέ σε χωριό στα ορεινά της Ινδίας, ούτε επιχείρησε να αποδυθεί σε κάποιου είδους έρευνα πριν από τη συγγραφή του μυθιστορήματός του. Δεν χρειαζόταν: «Είναι ζήτημα να έχω καθήσει κάποιες ώρες σε ένα τέτοιο χωριό, περαστικός ίσως. Αλλά νομίζω ότι όλα όσα διαβάζουμε και βλέπουμε και ακούμε, έρχονται και συναρμολογούνται μέσα μας με κάποιον τρόπο· η φαντασία, πιστεύω, είναι μεγάλος αρχιτέκτονας». Το μόνο που είχε να κάνει ο Μίστρι ήταν να φτιάξει μια ξεχωριστή ζωή για τον καθένα από τους τέσσερις ήρωές του, χωρίς να προκαθορίζει τη μοίρα τους· «Επειτα, έπρεπε να φτιάξω μια σκηνή όπου να συναντιούνται όλοι, για να εδραιωθούν οι μεταξύ τους σχέσεις και να μπορούμε μετά να παρακολουθήσουμε τις ζωές τους. Αυτή η σκηνή, που μπήκε ως πρόλογος, γράφτηκε ύστερα από τα πρώτα δύο ή τρία κεφάλαια». Δι’ αυτής της μεθόδου, ο Μίστρι κατάφερε να εξυφάνει τον καμβά της ινδικής κοινωνίας πέρα από τα όρια της γειτονιάς ή της πόλης, σε πολύ ευρύτερο φάσμα. Πολιτικές αποφάσεις, μεταρρυθμιστικά προγράμματα προς όφελος δήθεν της φτωχής αγροτιάς, λογοκρισία, τάσεις αυταρχισμού, κοινωνικά κινήματα, συνθέτουν το ταραγμένο σκηνικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται οι ζωές των ηρώων.

Θα μπορούσε να είναι η «Ανθρώπινη κωμωδία» του Μπαλζάκ στα μέτρα της ινδικής κοινωνίας, αν αυτή η κοινωνία δεν ήταν τόσο τραγικά απάνθρωπη. «Η χειρότερη πλευρά τής εξαθλίωσης είναι ότι από ένα σημείο και μετά δεν είναι ορατή. Γίνεται τμήμα του αστικού τοπίου και δεν τη βλέπεις. Και αν αυτό συνεχιστεί σε ένα μήκος χρόνου, παύουμε να βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους και φθάνουμε στο έσχατο στάδιο, από όπου δεν υπάρχει επιστροφή: ως κοινωνία, έχουμε χάσει την ανθρωπιά μας». Αφού επέλεξε να φύγει μακριά από αυτές τις όψεις της εξαθλίωσης, ο Μίστρι θέλησε στη συνέχεια να τις πλησιάσει με νέα ένταση, με εκπληκτική διαύγεια, με λεπτολόγο ακρίβεια. Επρεπε να πάει στον Καναδά, για να δει καθαρά τη χώρα του.

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή