Σερ Άλεκ Γκίνες: διακρινόταν για την ευγένεια και τον επαγγελματισμό του!

by Times Newsroom
Share this
Ο Σερ Άλεκ Γκίνες (Sir Alec Guinness, 2 Απριλίου 1914 – 5 Αυγούστου 2000) ήταν Βρετανός ηθοποιός βραβευμένος με Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα, BAFTA και Τόνι, κατά την πολυετή καριέρα του. Μερικοί από τους διασημότερους ρόλους του ήταν στις ταινίες Η συμμορία των πέντε (1955), Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957), Ο Λόρενς της Αραβίας (1962) και στην πρώτη τριλογία του Πολέμου των Άστρων (1978-83).
 
Ο Γκίνες γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1914 στο Πάντινγκτον του Λονδίνου με το όνομα Άλεκ Γκίνες ντε Καφ. Στη στήλη του ονόματος (όπου συνήθως αναγράφεται το βαφτιστικό όνομα των προσώπων) στο πιστοποιητικό γέννησής του αναγράφεται “Άλεκ Γκίνες”. Στη στήλη του πατρωνύμου δεν αναγράφεται τίποτα. Στη στήλη του ονόματος της μητέρας αναγράφεται “Άγκνες ντε Καφ”. Υπό αυτό το πρίσμα συχνά γίνεται η υπόθεση πως πατέρας του παιδιού ήταν μέλος της ιρλανδικής οικογένειας Γκίνες. Ωστόσο, ευεργέτης του υπήρξε ένας Σκωτσέζος τραπεζικός με το όνομα Άντριου Γκέντες, και η ομοιότητα του ονόματος με αυτό που αναγράφεται στο πιστοποιητικό γέννησης ίσως αποτελεί υπαινιγμό στην ταυτότητα του πατρός του ηθοποιού. Από το 1875 ο αγγλικός νόμος απαιτούσε τόσο την παρουσία όσο και τη συγκατάθεση του πατέρα ώστε να μπει το όνομά του στο πιστοποιητικό γεννήσεως ενός παιδιού εκτός γάμου. Το πατρικό όνομα της μητέρας του ηθοποιού είναι Άγκνες Καφ (γεννημένη στις 8 Δεκεμβρίου 1890), κόρη του Έντουαρντ Καφ και της Μαίρη Ανν Μπένφιλντ. Αργότερα εκείνη παντρεύτηκε ένα βετεράνο του Αγγλοϊρλανδικού Πολέμου ο οποίος, σύμφωνα με τον Γκίνες, είχε παραισθήσεις ότι στην ντουλάπα του κρύβονταν στρατιώτες του εχθρού που παραμόνευαν να τον σκοτώσουν. Ο άντρας που πίστευε ότι ήταν βιολογικός πατέρας του Γκίνες, ο Άντριου Γκέντες, υποστήριξε οικονομικά τις σπουδές σε ιδιωτικό σχολείο του ηθοποιού, αλλά οι δυο τους δεν συναντήθηκαν ποτέ και ο πραγματικός πατέρας παραμένει μέχρι σήμερα μυστήριο.
 
Καριέρα και Στρατιωτική Θητεία
 
Ο Γκίνες εργάστηκε για ένα διάστημα στο χώρο της διαφήμισης μέχρι το ντεμπούτο του στο Θέατρο Άλμπερι το 1936 σε ηλικία 22 ετών, ενσαρκώνοντας τον Όσρικ στην επιτυχημένη παραγωγή του Άμλετ από τον Τζον Γκίλγκουντ. Κατά την περίοδο αυτή εργάστηκε με πολλούς και πολλές ηθοποιούς που έγιναν στο μέλλον φίλοι του και συμπρωταγωνιστές του σε πολυάριθμες ταινίες, ανάμεσα στους οποίους συναντάμε τον Τζον Γκίλγκουντ, την Πέγκι Άσκροφτ, τον Άντονι Κουέιλ και τον Τζακ Χόκινς. Μια πρώιμη επιρροή για τον ηθοποιό αποτέλεσε ο Σταν Λόρελ, τον οποίο και ο Γκίνες θαύμαζε.
 
Ο Γκίνες συνέχισε να παίζει σαιξπηρικούς ρόλους σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Το 1937 υποδύθηκε τον Ομέρλ στον Ριχάρδο τον Β’ και τον Λορέντζο στον Έμπορο της Βενετίας υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Τζον Γκίλγκουντ. Πρωταγωνίστησε το 1938 σε μια παραγωγή του Άμλετ κερδίζοντας αναγνώριση και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Υποδύθηκε ακόμη τον Ρωμαίο σε μια παραγωγή του Ρωμαίος και Ιουλιέτα το 1939, τον Άντριου Άγκουετσικ στη Δωδέκατη Νύχτα και τον Έξετερ στον Ερρίκο τον Ε’ το 1937, και τα δύο στο πλάι του Λόρενς Ολίβιε, καθώς και το Φερδινάνδο στην Τρικυμία στο πλάι του Γκίλγκουντ που υποδύθηκε τον Πρόσπερο.
 
Το 1939 διασκεύασε το μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς Μεγάλες Προσδοκίες για το σανίδι, παίζοντας τον Χέρμπερτ Πόκετ. Το έργο ήταν επιτυχημένο. Ανάμεσα στους θεατές ήταν ένας νεαρός Βρετανός με το όνομα Ντέιβιντ Λιν, ο οποίος χρόνια αργότερα, το 1946, έκανε τον Γκίνες να επαναλάβει το ρόλο αυτό στην μεταφορά του θεατρικού στον κινηματογράφο.
 
Ο Γκίνες υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αρχικά ως απλός ναύτης το 1941 και με προαγωγή τον επόμενο χρόνο. Διοίκησε ένα σκάφος απόβασης κατά την εισβολή στη Σικελία και την Έλβα και αργότερα μετέφερε προμήθειες στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους.
 
Κατά τη διάρκεια του πολέμου εμφανίστηκε στο θεατρικό έργο του Τέρενς Ράτιγκαν Flare Path. Επέστρεψε στο Old Vic το 1946 όπου και έμεινε ως το 1948, υποδυόμενος τον Άβελ Ντρούγκερ στο θεατρικό έργο του Μπεν Τζόνσον The Alchemist, τον Τρελλό στο Βασιλιά Ληρ στο πλάι του Λόρενς Ολίβιε, τον ΝτεΓκις στο Σιρανό ντε Μπερζεράκ στο πλάι του Ραλφ Ριτσαρντσον και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Ριχάρδο τον Β΄ του Σαίξπηρ. Φεύγοντας από το Old Vic, γνώρισε επιτυχία ως Ακάλεστος Φιλοξενούμενος στο έργο του Τ.Σ. Έλιοτ The Cocktail Party (1950), αλλά και μια αποτυχία στη δεύτερη απόπειρά του να υποδυθεί τον Άμλετ σε σκηνοθεσία δική του.
 
Στην αρχή της κινηματογραφικής καριέρας του ταύτισε το όνομά του με τις κωμωδίες του στούντιο Ealing και ιδιαίτερα όταν υποδύθηκε οκτώ διαφορετικούς χαρακτήρες στην ταινία 13ος Κληρονόμος. Ανάμεσα στις άλλες ταινίες της περιόδου αυτής είναι οι The Lavender Hill Mob, The Ladykillers, και The Man in the White Suit. Το 1952, ο σκηνοθέτης Ρόναλντ Νιμ τον επέλεξε για τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο ρομαντικής φύσεως, στο πλάι της Πετούλα Κλαρκ στην ταινία Τρεις Ντάμες κι Ένας Άσσος.
 
Έχοντας λάβει πρόσκληση από το φίλο του Τάιρον Γκάθρι να συμμετάσχει στην πρώτη σεζόν του Φεστιβάλ Στράτφορντ του Καναδά, ο Γκίνες έζησε ένα χρονικό διάστημα στο Στράτφορντ του Οντάριο. Στις 13 Ιουλίου 1953, ο Γκίνες είπε την πρώτη ατάκα του πρώτου έργου που ανέβηκε ποτέ στο Φεστιβάλ (από τον Ριχάρδο τον Γ’ του Σαίξπηρ) : “Now is the winter of our discontent / Made glorious summer by this son of York.”
 
Ο Γκίνες κέρδισε μεγάλη αναγνώριση για τις εμφανίσεις του σε ταινίες του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν. Αφού εμφανίστηκε στις ταινίες του Λιν Μεγάλες Προσδοκίες και Όλιβερ Τουίστ, του δόθηκε πρωταγωνιστικός ρόλος στο πλάι του Γουίλιαμ Χόλντεν στην ταινία Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι. Για την ερμηνεία του στο ρόλο του Συνταγματάρχη Νίκολσον ο Γκίνες κέρδισε ένα βραβείο Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Παρά την δύσκολη και συχνά εχθρική σχέση τους, ο Λιν αποκαλούσε τον Γκίνες “το καλό του γούρι” και συνέχισε να του δίνει ρόλους σε μεταγενέστερες ταινίες του: τον Άραβα εθνάρχη Πρίγκιπα Φεϊζάλ στο Λώρενς της Αραβίας, τον Μπολσεβίκο ηγέτη Γιέβγκραφ στο Δόκτωρ Ζιβάγκο και τον Ινδό μύστη Γκόντμποουλ στην ταινία A Passage to India. Του προσφέρθηκε επίσης ρόλος στη διασκευή που έκανε ο Λην στο Ryan’s Daughter (1970), εκείνος όμως αρνήθηκε.
 
Άλλοι διάσημοι ρόλοι του ήταν στις ταινίες Ο κύκνος (The Swan, 1956) με την Γκρέις Κέλι στην τελευταία εμφάνισή της στον κινηματογράφο, στο Στόμα του Αλόγου (1958) όπου ο Γκίνες υποδύθηκε το μεθυσμένο ζωγράφο Γκάλλεϋ Τζίμσον γράφοντας επίσης και το σενάριο και κερδίζοντας υποψηφιότητα για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου, Tunes of Glory (1960), Η Ανταρσία του Καταδρομικού “Ατρόμητος” (1962), Η Πτώσις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1964), The Quiller Memorandum (1966), Σκρουτζ: Χριστουγεννιάτικη Μπαλάντα (1970), και Hitler: The Last Ten Days (1973), όπου και υποδύθηκε τον Αδόλφο Χίτλερ (ερμηνεία που ο ίδιος θεωρούσε την καλύτερη της καριέρας του).
 
Ο Γκίνες απέρριψε ρόλους σε πολλές ταινίες που τελικά γνώρισαν επιτυχία, όπως Ο Κατάσκοπος που Γύρισε από το Κρύο, για άλλες όπου θα είχε καλύτερες απολαβές. Ωστόσο βραβεύτηκε με Τόνυ για τον θρίαμβό του στο Μπρόντγουεϊ ως ποιητής Ντύλαν Τόμας στην παραγωγή Ντύλαν. Μετά την επιτυχία αυτή υποδύθηκε τον Μάκβεθ στο ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ μαζί με τη Σιμόν Σινιορέ στο Royal Court Theatre το 1966, που αποδείχτηκε αποτυχημένη προσπάθεια.
 
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, ο Γκίνες πραγματοποιούσε εμφανίσεις στην τηλεόραση, περιλαμβανομένου του ρόλου του Τζορτζ Σμάιλι στις δραματοποιήσεις δύο μυθιστορημάτων του Τζον λε Καρέ: Tinker, Tailor, Soldier, Spy και Smiley’s People. Ο λε Καρέ εντυπωσιάστηκε τόσο με την ερμηνεία του Γκίνες ως Σμάιλι ώστε να βασίσει την απεικόνιση του Σμάιλυι` σε μεταγενέστερα μυθιστορήματά του στο Βρετανό ηθοποιό. Μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις ήταν στο δράμα του BBC Eskimo Day.
 
Ο Γκίνες κέρδισε την πέμπτη του οσκαρική υποψηφιότητα για την ερμηνεία του στο έργο του Καρόλου Ντίκενς Μικρή Ντορίτ το 1989. Έλαβε Τιμητικό Βραβείο Όσκαρ το 1980 για την προώθηση της τέχνης της υποκριτικής στη μεγάλη οθόνη διαμέσου μιας σειράς αξιομνημόνευτων και εξεχουσών ερμηνειών.
 
Star Wars
 
Η ενσάρκωση του Όμπι-Ουάν Κενόμπι στην πρώτη τριλογία του Πολέμου των Άστρων (επεισόδια IV έως VI), ξεκινώντας το 1977, εξασφάλισε στον ηθοποιό αναγνωρισιμότητα από μια νέα γενιά. Ο Γκίνες συμφώνησε να πάρει το ρόλο με την προϋπόθεση να μην συμμετάσχει στη διαφημιστική του καμπάνια. Ήταν επίσης ένα από τα λίγα μέλη του καστ που πίστεψαν ότι η ταινία θα γνώριζε σημαντική επιτυχία και διαπραγματεύτηκε τη λήψη του 2% των κερδών, γεγονός που τον έκανε βαθύπλουτο στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του.
 
Παρά το γεγονός αυτό, ο Γκίνες δεν ήταν ποτέ χαρούμενος από την ταύτισή του με το ρόλο, και εξέφραζε δυσαρέσκεια για τη λατρεία που προσέλκυσε η τριλογία. Στα extras του DVD του Star Wars: A New Hope, ο σκηνοθέτης Τζορτζ Λούκας σχολιάζει ότι ο Γκίνες δεν ήταν ικανοποιημένος με την αναπροσαρμογή του σεναρίου όπου ο ήρωάς του πεθαίνει. Εν τούτοις, σε συνέντευξή του το 1999, ο Γκίνες υποστήριξε πως στην πραγματικότητα ήταν δική του ιδέα να πεθάνει ο Όμπι-Ουάν, πείθοντας το σκηνοθέτη ότι αυτό τον ενδυνάμωνε σαν χαρακτήρα της ταινίας. Ο Λούκας συμφώνησε, αλλά ο Γκίνες εκμυστηρεύτηκε στη συνέντευξη πως, “αυτό που δεν είπα (στο Λούκας) ήταν πως δεν μπορούσα πια να συνεχίσω να λέω αυτές τις απαίσιες, μπανάλ ατάκες. Βαρέθηκα πια αυτά τα ακαταλαβίστικα”. Συνέχισε λέγοντας ότι “μαζευόταν” κάθε φορά που ο Πόλεμος των Άστρων αναφερόταν. Παρά την αντιπάθειά του για τις ταινίες, τα άλλα μέλη του καστ Μαρκ Χάμιλ, Χάρισον Φορντ και Κλερ Φίσερ, όπως και ο ίδιος ο Λούκας, πάντα μιλούσαν με επιδοκιμασία για την ευγένεια και τον επαγγελματισμό του εντός και εκτός πλατό, χωρίς να αφήνει ποτέ τη δυσαρέσκειά του να φανεί στους συμπρωταγωνιστές του. Στην πραγματικότητα ο Λούκας υποστήριξε ότι ο Γκίνες ενέπνεε τους υπόλοιπους να δουλεύουν σκληρότερα.
 
Ο Γκίνες έχει καταγραφεί να λέει πως αυτά που αποκόμισε από τη δουλειά του στις ταινίες αυτές τον άφησαν “χωρίς παράπονα. Αφήστε με να αποχωρήσω λέγοντας ότι μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με τον λογικά μετριοπαθή τρόπο που το κάνω τώρα, πως δεν άφησα χρέη και πως μπορώ πλέον να απορρίπτω δουλειές που δεν με ελκύουν”. Στην αυτοβιογραφία του, Blessings In Disguise, ο Γκίνες λέει σε έναν φανταστικό δημοσιογράφο “Ας είναι ευλογημένος ο Πόλεμος των Άστρων!”, ενώ στον τελευταίο τόμο του βιβλίου A Positively Final Appearance (1997), θυμάται πως έδωσε αυτόγραφο σε νεαρό θαυμαστή που υποστήριζε ότι είχε δει την ταινία 100 φορές, με την προϋπόθεση να σταματήσει ο νεαρός να τη βλέπει, γιατί, όπως το θέτει ο Γκίνες, “αυτό θα επηρεάσει δυσμενώς τη ζωή σου”. Ο θαυμαστής έμεινε έκπληκτος στην αρχή, αλλά κατόπιν τον ευχαρίστησε. Ο Γκίνες τελικά βαρέθηκε τόσο πολύ τους θαυμαστές που έτειναν να τον θυμούνται μόνο για το ρόλο του Όμπι-Ουάν Κενόμπι που άρχισε να πετά τα γράμματα που του έστελναν οι θαυμαστές της τριλογίας χωρίς να τα ανοίγει πια.
 
Προσωπική Ζωή
 
Ο Γκίνες παντρεύτηκε την καλλιτέχνιδα, συγγραφέα θεατρικών έργων και ηθοποιό, Μέρουλα Σάλαμαν το 1938 και μαζί απέκτησαν ένα γιο, το Μάθιου Γκίνες, που αργότερα έγινε ηθοποιός. Ο Γκίνες συμβουλευόταν τις κάρτες ταρώ κάποια περίοδο, αλλά τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα σύμβολα αυτά διαπόμπευαν τον Χριστιανισμό. Τότε έκαψε τις κάρτες και λίγο αργότερα έγινε Ρωμαιοκαθολικός.
 
Στη βιογραφία του ηθοποιού με τίτλο Alec Guinness: The Unknown, ο Γκάρι Ο’ Κόννορ αποκαλύπτει ότι ο Γκίνες συνελήφθη και τιμωρήθηκε με πρόστιμο για ομοφυλοφιλική πράξη σε δημόσιο χώρο στο Λίβερπουλ το 1946. Ο Γκίνες απέφυγε τη διαπόμπευση δίνοντας το όνομα Χέρμπερτ Πόκετ τόσο στην αστυνομία όσο και στο δικαστήριο. Το όνομα προέρχεται από το χαρακτήρα των Μεγάλων Προσδοκιών που ο Γκίνες υποδύθηκε στο θέατρο το 1939. Το γεγονός παρέμεινε κρυφό ως το 2001, οκτώ μήνες μετά το θάνατο του ηθοποιού. Η αυθεντικότητα της είδησης ωστόσο αμφισβητήθηκε έντονα, με τον Πιερς Πολ Ριντ, επίσημο βιογράφο του Γκίνες, να υποστηρίζει πως πρόκειται για μπέρδεμα με τον Τζον Γκίλγκουντ, ο οποίος συνελήφθη εκείνη την περίοδο για τον ίδιο λόγο. Ωστόσο ο Ριντ υποστηρίζει ότι ο Γκίνες ήταν αμφιφυλόφιλος.
 
Ενώ υπηρετούσε στο Βασιλικό Ναυτικό, ο Γκίνες για μια περίοδο σχεδίαζε να γίνει αγγλικανός ιερέας. Το 1954, ωστόσο, κατά τα γυρίσματα της ταινίας Father Brown, ο Γκίνες και η σύζυγός του έγιναν Ρωμαιοκαθολικοί. Επισκέπτονταν την εκκλησία τακτικά για την υπόλοιπη ζωή τους. Ο γιος τους, Μάθιου, είχε γίνει Καθολικός λίγο καιρό νωρίτερα.
 
Θάνατος
 
Ο Γκίνες πέθανε στις 5 Αυγούστου 2000 από καρκίνο του ήπατος, στο Μίντχερστ του Δυτικού Σάσσεξ. Έκανε θεραπεία για γλαύκωμα και είχε διαγνωσθεί με καρκίνο του προστάτη. Κηδεύτηκε στο Πίτερσφιλντ, Χάμπσαϊρ, στην Αγγλία. Η Μέρουλα Γκίνες πέθανε από καρκίνο δύο μήνες μετά και κηδεύτηκε στο πλάι του για 62 χρόνια συντρόφου της.
 
Συνάντηση με τον Τζέιμς Ντιν
 
Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 1955, ο Γκίνες ήταν στο εστιατόριο Villa Capri στο Λος Άντζελες, όπου και ανακάλυψε πως δεν υπήρχε τραπέζι. Ο ηθοποιός Τζέιμς Ντιν, που τότε έκανε τα γυρίσματα του Γίγαντα, προσκάλεσε τον Γκίνες να καθίσει στο δικό του τραπέζι. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο Ντιν μιλούσε για το νέο του αυτοκίνητο, μια Porsche 550 Spyder. Αφήνοντας το εστιατόριο, ο Ντιν επέμενε να δείξει το αυτοκίνητο στον Γκίνες, ο οποίος του είπε: “Σε παρακαλώ, μην μπεις ποτέ μέσα. Αν το κάνεις, θα είσαι νεκρός σε μία εβδομάδα.” Ο Ντιν σκοτώθηκε σε μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα με την Porsche, την επόμενη Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου.
Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή