Σιμόν ντε Μπoβουάρ: Το γνωστότερο έργο της υπήρξε “Το Δεύτερο Φύλο”

by Times Newsroom

Η Σιμόν ντε Μπoβουάρ [Simone de Beauvoir, 9 Ιανουαρίου 1908 – 14 Απριλίου 1986) ήταν Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος, διανοούμενη, ακτιβίστρια και φεμινίστρια. Υπήρξε σύντροφος του διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Jean-Paul Sartre.

Το γνωστότερο έργο της υπήρξε Το Δεύτερο Φύλο, μια φεμινιστική ανάλυση της γυναικείας ύπαρξης και της καταπίεσης των γυναικών.

Γεννημένη ως Simone Lucie-Ernestine-Marie-Bertrand de Beauvoir στο Παρίσι, σπούδασε στο πανεπιστήμιο École Normale Supérieure όπου και συνάντησε το 1921 τον Jean-Paul Sartre. Το 1981 συνέγραψε το «La Cérémonie Des Adieux» (Η Τελετή του Αποχαιρετισμού), μια οδυνηρή εξιστόρηση των τελευταίων χρόνων του Σαρτρ.

Μαζί με τον σύντροφό της Jean-Paul Sartre συντάχτηκε με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά αποχώρησαν αμφότεροι έπειτα από την Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία , το 1956 και μετέπειτα στράφηκαν προς τον Μαοϊσμό.

Η Μποβουάρ θεωρήθηκε η μητέρα του (μετά το 1968) φεμινισμού, με φιλοσοφικά γραπτά που συνδέθηκαν, αν και ήταν ανεξάρτητα, με τον Σαρτριανό υπαρξισμό.

Πέθανε από πνευμονία στις 14 Απριλίου του 1986 και τάφηκε πλάι στον Σαρτρ στο Cimetière du Montparnasse του Παρισιού.

Το Δεύτερο Φύλο

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ επιχειρηματολογεί μέσω ενός φεμινιστικού υπαρξισμού στο Δεύτερο Φύλο . Ως υπαρξίστρια η Μπoβουάρ αποδέχεται την αρχή πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Επομένως δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται. Η ανάλυσή της εστιάζει στην ιδέα του Άλλου. Η κατασκευή της γυναίκας ως το τυπικό παράδειγμα Άλλου είναι για την Μποβουάρ το θεμέλιο της καταπίεσης των γυναικών.

Η Μποβουάρ υποστηρίζει πως δια μέσου της ιστορίας οι γυναίκες έχουν θεωρηθεί ως η παρέκκλιση, η ανωμαλία. Ακόμη και η πρώιμη φεμινίστρια Mary Wollstonecraft θεωρεί τους άντρες ως το ιδανικό στο οποίο θα έπρεπε να ανέλθουν οι γυναίκες. Η Μπoβουάρ λέει πως αυτή η στάση έχει κρατήσει πίσω τις γυναίκες διατηρώντας την αντίληψη πως οι γυναίκες είναι η παρέκκλιση από το κανονικό, ότι είναι παρείσακτες που προσπαθούν να εξομοιωθούν με την “κανονικότητα”. Λέει επίσης πως αν ο φεμινισμός θέλει να προχωρήσει, πρέπει να καταρρίψει την υπόθεση αυτή.

(Δείτε Le Deuxième Sexe, ‘The Second Sex’ της Simone de Beauvoir, σε αγγλική μετάφραση)

Άλλα έργα

Το 1943 η Μποβουάρ εξέδωσε το L’Invitée, ένα μυθοπλαστικό χρονικό της σχέσης που ανέπτυξε με μία από τις φοιτήτριές της, την Olga Kosakiewicz, ενώ δίδασκε στη Rouen κατά τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’30. Το μυθιστόρημα διερευνεί και την πολύπλοκη σχέση μεταξύ της Μποβουάρ και του Σαρτρ, καθώς και πώς επηρεάστηκε η σχέση τους με την συμπερίληψη της Kosakiewicz.

Στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η ντε Μποβουάρ συνεργάστηκε με τον Σαρτρ στην έκδοση του Les Temps Modernes, μια πολιτική εφημερίδα. Πέρα από την εκδοτική της δραστηριότητα, η Μπωβουάρ χρησιμοποίησε την εφημερίδα ως πλατφόρμα για να παρουσιάσει διάφορες δουλειές και παρέμεινε εκδότρια ως τον θάνατό της.

Αν και το Pour Une Morale de L’ambiguïté (1947) έλαβε λίγη προσοχή είναι ίσως το μοναδικό καλύτερο σημείο εισαγωγής στον Γαλλικό υπαρξισμό. Η απλότητα του έργου είναι αριστούργημα από μόνη της, αφού η ντε Μποβουάρ μειώνει την τραχύτητα που πολλοί συνδέουν με την ανάγνωση του υπεραναλυτικού Το είναι και το μηδέν του Σαρτρ, σε λίγες σελίδες συγκριτικά ελαφρού διαβάσματος.

Θα πρέπει να τονιστεί πως η ντε Μποβουάρ ήταν αρκετά ευέλικτη ως συγγραφέας. Ήταν εξίσου ικανή ως φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, πολιτική θεωρητικός, δοκιμιογράφος, καθώς και ως βιογράφος. Μετά το θάνατό της, η ντε Μποβουάρ έγινε αποδέκτης εξαιρετικού θαυμασμού και επαίνων, όχι μόνο εξαιτίας της αυξανόμενης αποδοχής του φεμινισμού στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά και λόγω της αυξανόμενης κατανόησης της επιρροής που είχε στο αριστούργημα του Σαρτρ Το Είναι και Το Τίποτα. Χωρίς αμφιβολία είναι μία από τους μεγαλύτερους Γάλλους στοχαστές σε ολόκληρη την ιστορία.

Άλλες σημαντικές εργασίες: Les Mandarins (1954), Memoires d’une jeune fille rangée (1958).

Περαιτέρω ανάγνωση

(Δείτε Pour Une Morale de L’ambiguïté, ‘The Ethics of Ambiguity’ της Simone de Beauvoir, σε αγγλική μετάφραση)

Βιβλιογραφία

  • L’Invitée (1943)
  • Le sang des autres (Το αίμα των άλλων, 1945)
  • Tous les hommes sont mortels (Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, 1946) ― ελλην. μετάφρ. Μαργ.Λώμη, “ΓΛΑΡΟΣ
  • Les Mandarins (βραβείο Goncourt) (Οι Μανδαρίνοι, 1954) ― ελλην. μετάφρ. Ζωρζ Σαρή, “ΓΛΑΡΟΣ
  • Les belles images (Οι ωραίες εικόνες, 1966)
  • La femme rompue (Η κουρασμένη γυναίκα, 1968)
  • Pyrrhus et Cinéas (Πύρρος και Κινέας, 1944)
  • Pour une morale de l’ambiguïté (Για μια ηθική της αμφισβήτησης, 1947)
  • L’Existentialisme et la Sagesse des nations (1948)
  • Le Deuxième Sexe (Το δεύτερο φύλο, 1949)
  • Privilèges (1955)
  • La Longue Marche (1957)
  • L’Amérique au jour le jour (1948)
  • Mémoires d’une jeune fille rangée (Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης, 1958) ― ελλην. μετάφρ. Λ.Πολενάκης, “ΓΛΑΡΟΣ
  • La Force de l’âge (1960)
  • La Force des choses (1963)
  • Une Mort très douce (1964)
  • La Vieillesse (1970)
  • Tout compte fait (1972)
  • La Cérémonie des adieux (Η τελετή του αποχαιρετισμού, 1981)

Πηγές

  • Παπαδόπουλος Π. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα Σιμόν ντε Μπωβουάρ, Εκδοτική Αθηνών, τ. 7, Αθήνα 1987

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

********************************************************

Ο Θ. Δ. Παπαγγελής αναφέρεται σε μια ξεχασμένη επέτειο, στα 50 χρόνια από τη δημοσίευση της βίβλου του φεμινισμού, του «Δεύτερου Φύλου» της Σιμόν ντε Μποβουάρ, την οποία οι απανταχού φεμινίστριες υπενθύμισαν με τη διοργάνωση συνεδρίου στο Παρίσι, και επισημαίνει τις πρόσφατες εξελίξεις της φεμινιστικής σκέψης

Τι δεν προέβλεψε η Σιμόν ντε Μποβουάρ για τον φεμινισμό

 Παπαγγελής, Δ. 
Τι δεν προέβλεψε η Σιμόν ντε Μποβουάρ για τον φεμινισμό

Αν οι στατιστικές σημαίνουν κάτι, μπορώ να βεβαιώσω ότι η ομηρική Ιλιάδα δεν περιλαμβάνεται, και δεν περιλαμβανόταν ποτέ, στον κατάλογο των προσφιλέστερων γυναικείων αναγνωσμάτων. Ουδείς ψόγος. Ο μιλιταριστικός τσαμπουκάς του Αχιλλέα σουπερστάρ μπορεί να φαινόταν σέξι στους δύο μεγάλους, τον Αλέξανδρο και τον Ναπολέοντα, αλλά δεν έλεγε και πολλά πράγματα στη Ρωξάνη και στην Ιωσηφίνα. Και αν το καλοσκεφτείς, το πρώτο και διασημότερο έπος της δυτικής λογοτεχνίας (με τη Βρισηίδα σε ρόλο «pin up girl» να ρυθμίζει τις ανεξέλεγκτες ορμόνες του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα) αποδίδει στη γυναίκα το είδος της αξίας που θα προβλημάτιζε ακόμη και τους αφγανούς Ταλιμπάν.

Στην εξίσου διάσημη Οδύσσεια τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά, όχι μόνο επειδή η Πηνελόπη δίνει εντατικά μαθήματα συζυγικής ηθικής ενώ ο «άλλος» σερφάρει στον εξωτικό κόλπο της Καλυψώς (δεν είναι αυτό που γοητεύει την αναγνώστρια), αλλά κυρίως επειδή η Πηνελόπη μπεγλερίζει σαν τα ζάρια τους απαράδεκτους φαλλοκράτες και της Ανω και της Κάτω Χώρας (και αυτό μπορεί σαφώς να ενθουσιάσει την αναγνώστρια). Εξ ου οι φεμινιστικές προσεγγίσεις του ποιήματος και η επανορθωτική ανάγνωσή του ως «Πηνελόπειας». Φυσικά για τη Σαπφώ δεν το συζητάμε. Ο πρώτος, έστω και κομματιασμένος, γυναικείος στεναγμός της δυτικής ποίησης αποτελεί αυτονόητο ραντεβού για τις Αμαζόνες της ερμηνευτικής (αλλά και για άρρενες αναγνώστες που επιθυμούν και επιχειρούν να «θεσμοφοριάσουν»). Η κλασική φιλολογία, η οποία στα νιάτα της αριθμούσε τόσες γυναίκες όσες και η ελληνική Βουλή επί Χαριλάου Τρικούπη, διαθέτει σήμερα αρκετή δυναμική ώστε να αφιερώνει ολόκληρο τόμο σε έναν Αριστοτέλη «διαβασμένο αποκλειστικά από γυναίκες». Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να ενδιαφέρει όσους, και κυρίως όσες, συνοφρυώνονται και μελαγχολούν κάθε φορά που συνειδητοποιούν το γνωστό μειονοτικό πρόβλημα στη σημερινή Βουλή και σε άλλα σημαίνονται κέντρα λήψης αποφάσεων και άσκησης εξουσίας.

Το ιωβηλαίο του «Δεύτερου Φύλου»

Αν ο σχετικός προβληματισμός δεν αποτελεί συγκυριακή επίδειξη «τύψεων» και πολιτικής ορθότητας, αναρωτιέμαι γιατί το τρέχον έτος διανύει ήδη το τελευταίο του τρίτο χωρίς (όσο γνωρίζω) να έχει ακόμη σημανθεί η επέτειος των 50 χρόνων από την εμφάνιση του Le Deuxieme Sexe της Σιμόν ντε Μποβουάρ, της ιδρυτικής βίβλου του φεμινισμού.

Παρά το γεγονός ότι, 50 χρόνια και ποικίλες φεμινιστικές εκρήξεις αργότερα, οι εικονοκλαστικές εξάρσεις του 1949 έχουν γίνει αυτονόητες παραδοχές, το πολυσέλιδο Δεύτερο Φύλο φαίνεται να βρίσκεται ακόμη μακριά από την κυκλοφοριακή εμμηνόπαυσή του και συνεχίζει να πυροδοτεί ενθουσιασμούς, κυρίως στην Αμερική, όπου οι ζηλώτριες και θιασώτριες, αφού εμβαθύνουν στον τόμο δεόντως ραντισμένες με το «Rive Gauche» του Υβ Σεν Λοράν, επισκέπτονται αθρόα τις σχετικές ιστοσελίδες του Διαδικτύου και, ως λυτρωθείσαι των δεινών, αναγράφουν ευχαριστήρια στη μεγάλη Μητέρα.

Οπως όλα τα μεγάλα θρησκευτικά, πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, ο φεμινισμός που δρομολόγησε η Ντε Μποβουάρ γνώρισε φανατικές προσήλυτες, ακάματες αποστόλους, συντηρητικές ορθοδοξίες, αδιάλλακτους εξτρεμισμούς, σεχταρισμούς, αιρέσεις και σχίσματα. Αλλά στις αρχές του τρέχοντος έτους όλα τα φεμινιστικά δόγματα που διεκδικούν μποβουαρική καταγωγή συνέρρευσαν στο Παρίσι για το πεντηκονταετές ιωβηλαίο του φεμινισμού, ανανέωσαν την πίστη τους στο θεμελιακό μποβουαρικό αξίωμα ότι «η βιολογία και το φύλο δεν αποτελούν πεπρωμένο», θυμήθηκαν τη μποβουαρική υποθήκη ότι «η γυναίκα δεν γεννιέται αλλά γίνεται» και το ανέλυσαν σε 140 επιστημονικές ανακοινώσεις. Εκπροσωπήθηκαν συνολικά 31 χώρες. Οχι, δεν πήγαν ούτε απηύθυναν χαιρετισμό εκπρόσωποι της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν· αλλά, από ό,τι ακούμε, παίζουμε ήδη στο Τσάμπιονς Λιγκ των τριάντα τόσο πιο αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη, έχουμε και Βάσω και Ντόρα προ των πυλών και σε θέση βολής, έχουμε και χρυσές Βούλες εις τριπλούν, και θα ήταν αρμόζον να ακούσουμε ότι υπήρξε και ελληνίδα σύνεδρος. Υπήρξε;

Η υποστολή των πλακάτ

Η αλήθεια είναι ότι η Ντε Μποβουάρ δύσκολα θα επιδοκίμαζε ορισμένες από τις επιθετικότερες εκδοχές φεμινιστικής γραφής και πρακτικής. Ο δικός της λόγος, επικεντρωμένος κυρίως στο αίτημα των ίσων ευκαιριών, είναι άνετος, συχνά χαλαρός και, παρά τις ρητορικές και λυρικές εξάρσεις του, βιωματικά οικείος. Το γεγονός ότι το γαλλικό καθολικό ιερατείο την έβλεπε ως «πορνογράφο» και την ταξινομούσε ως «νυμφομανή» λέει πολύ περισσότερα για τις φαρισαϊκές αγκυλώσεις του καθολικισμού στα μέσα του αιώνα μας παρά για την ίδια την Ντε Μποβουάρ. Τα πραγματικά αμαρτήματά της ήταν άλλα, και ορισμένες από τις πιο ματαιόδοξες και αντιφατικές πόζες της επιβεβαιώνουν απλώς ότι η Ντε Μποβουάρ ήταν γέννημα και θρέμμα του σιναφιού των γάλλων διανοουμένων. Και είναι βέβαια αλήθεια ότι ζούσε διπλή ζωή: τη μια στα διαπρύσια φεμινιστικά σενάριά της και την άλλη μαζί με τον Ζαν Πολ Σαρτρ, την ανώτερη αρσενική ιδιοφυΐα του οποίου αποδεχόταν κάνοντας συστηματικό μασάζ στην υπερτροφική εγωπάθειά του.

Η προβολή από την Ντε Μποβουάρ της γυναίκας ως «του άλλου» είχε γόνιμη συνέχεια στη φεμινιστική ρητορική και πράξη. Στη φιλοσοφικά υπεύθυνη και βιωματικά πραγματιστική εκδοχή του ο φεμινισμός εξισορρόπησε προοπτικές και αποκάλυψε ιδεολογικές κατασκευές κομμένες και ραμμένες για αιώνες στα μέτρα της ανδροκεντρικής τάξης των πραγμάτων· την ίδια στιγμή η «αντάρτικη» πτέρυγά του εγκλωβιζόταν σε οντολογικούς φενακισμούς και αυτονομιστικούς κορδακισμούς με τελετουργικές ανδροθυσίες. Η ατζέντα του φεμινιστικού ακτιβισμού των δεκαετιών του ’60 και του ’70, όταν δεν ηχούσε απλώς ως πολεμικό ανακοινωθέν, άρχιζε και τελείωνε με τη μυσταγωγική καθομολόγηση μιας άνευ όρων «ετερότητας»: όχι μόνο λυσιστράτεια καραντίνα στους άρρενες αλλά ακόμη και index librorum prohibitorum για την πολιτικώς μη ορθή λογοτεχνία και τέχνη. Η Ντε Μποβουάρ, που δεν τοποθετούσε τίποτε πιο ψηλά από την ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν μπορούσε να προβλέψει αυτή την εξέλιξη.

Και δεν θα μπορούσε ίσως να προβλέψει την πιο πρόσφατη από τις πρόσφατες εξελίξεις της φεμινιστικής σκέψης που απασχόλησε, είμαι βέβαιος, τις συνέδρους του Παρισιού. Εννοώ την υποστολή των πλακάτ και τη βαθμιαία, μέσα στα τελευταία 10 με 15 χρόνια, μετάλλαξη του πλανόδιου φεμινιστικού ακτιβισμού σε περισπούδαστη ακαδημαϊκή θεωρία. Αν χρειάζεται να απομονώσουμε έναν από τους βασικούς καταλύτες αυτής της εξέλιξης, πρέπει να θυμηθούμε την Ιστορία της σεξουαλικότητας του Μισέλ Φουκό. Παρά το γεγονός ότι στους σχετικούς τόμους η γυναίκα δεν αποτελεί το τιμώμενο πρόσωπο, η βασική θέση του Φουκό ότι η ιστορικά επικαθορισμένη κατασκευή της σεξουαλικότητας είναι τελικά ζήτημα κατανομής και νομής εξουσιών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εν πλήρη εξελίξει ευρισκόμενη συζήτηση (κυρίως σε αμερικανικά πανεπιστημιακά τμήματα) πάνω στη σχέση μεταδομικής – μετανεωτερικής σκέψης και φεμινιστικής θεωρίας. Η συζήτηση αφορά κυρίως το επιστημολογικό «στάτους» της γυναικείας ταυτότητας και τουλάχιστον μια μερίδα της σχετικής βιβλιογραφίας ευελπιστεί ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ιστορία ο Φουκό (αλλά και ο Ζακ Ντεριντά και ο Φρανσουά Λιοτάρ) μπορεί να εμπνεύσει ένα μοντέλο θετικής πολιτικής δράσης για τις γυναίκες.

Η «αποκάλυψη» του Λεονάρδου Σλέιν

Υποψιάζομαι ότι ούτε ο πολύς και πανόπτης Φουκουγιάμα θα μπορούσε να μας πει τι ακριβώς θα σήμαινε αυτό στην πράξη. Στο μεταξύ το μόνο βέβαιο είναι ότι για την ώρα η φεμινιστική θεωρία (όπως και τόσες άλλες θεωρίες) αποτελεί προνομιακό και αρκούντως «εμπορικό» πεδίο μεταγλωσσικών και μεταθεωρητικών ασκήσεων. Κανένας από τους παροικούντες και τις παροικούσες την Ιερουσαλήμ των πολιτισμικών σπουδών και της θεωρίας της λογοτεχνίας δεν θα εκπλαγεί από αυτό. Αλλά το τελευταίο επεισόδιο του «έμφυλου πολέμου», γραμμένο από τον καλιφορνέζο χειρουργό Λεονάρδο Σλέιν, είναι αληθώς εκπληκτικό. Στο εγκεφαλογράφημά του, το αριστερό ημισφαίριο εμφανίζεται ορθολογικό, εργαλειακό και αρσενικό· το δεξιό, έδρα των εικόνων, των ενοράσεων και του αυθόρμητου συναισθηματισμού, είναι θηλυκό. Τί ευνοεί την ανάπτυξη του αρσενικού σε βάρος του θηλυκού ημισφαιρίου; Ο αλφαβητισμός και η γραφή, γιατί αυτά υποθάλπουν τον «γραμμικό» τρόπο σκέψης που χαρακτηρίζει το αριστερό ημισφαίριο. Ο μητριαρχικός παράδεισος της θηλυκής, «ολιστικής και ενορασιακής» αντίληψης του κόσμου χάθηκε όταν επινοήθηκε η γραφή και εδραιώθηκε έτσι η ανδροκρατική τυραννία. Αλλά κουράγιο, οι σκοτεινοί χρόνοι τελειώνουν! Η νέα παγκοσμιοποιούμενη κουλτούρα της εικόνας αναζωογονεί ήδη τον ατροφικό δεξιό λοβό, και ο χρυσούς αιών της μητριαρχίας αχνοφέγγει μαζί με τη νέα χιλιετία. Κάτι ξέρουν οι αφγανοί Ταλιμπάν και προστατεύουν τις κοπελιές τους από την αλφάβητο. Ισως τώρα να έχουν λόγους να προχωρήσουν και σε μαζικές λοβοτομές. Τι λένε επ’ αυτού οι σύνεδροι; Δεν ξέρω. Υποθέτω όμως ότι η Σιμόν ντε Μποβουάρ θα προτιμούσε τον αριστερό λοβό του Σαρτρ από τον δεξιό του Σλέιν.

Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

**************************************************************

Ξαναδιαβάζοντας το «Δεύτερο Φύλο»

Της Αγγελικης Στουπακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.03.2008

  • Σιμόν ντε Μποβουάρ
  • Το Δεύτερο Φύλο
  • μετ. Κυριάκος Σιμόπουλος
  • εκδ. Γλάρος

Το όνομά της συνδέθηκε αναπόσπαστα με εκείνο του Ζαν-Πολ Σαρτρ, ωστόσο η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν οφείλει τη διεθνή φήμη της σε αυτήν τη σχέση. Συγγραφέας με εξαιρετικές επιδόσεις στο μυθιστόρημα και στο δοκίμιο, πρωταγωνίστρια σε αγώνες με στόχους ριζοσπαστικούς για την εποχή τους, από την ανεξαρτησία της Αλγερίας και την εναντίωση στον πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι την αποποινικοποίηση των αμβλώσεων, η Μποβουάρ υπήρξε μια αυτόφωτη προσωπικότητα, μια δημιουργός με έργο πολύ σημαντικό σε ποιότητα και επιρροή. Η επέτειος των εκατό χρόνων από τη γέννησή της δίνει φέτος την αφορμή για αποτιμήσεις της πνευματικής προσφοράς της όσο και για βιογραφικές αναφορές που, όπως το θέλει η εποχή, συχνά κινούνται στα όρια του σκανδαλοθηρικού.

  • Μια ελεύθερη ένωση

Πολλοί θέτουν το ερώτημα πόσο πραγματικά ελεύθερη ήταν η μακρόχρονη «ελεύθερη ένωση» ανάμεσα στα δύο ιερά τέρατα της γαλλικής διανόησης, πεδίο δοκιμασίας των αρχών τους για την προσωπική ανεξαρτησία. Εγιναν το πρότυπο του ζευγαριού που ζει έξω από τη σύμβαση του γάμου, τις δεσμεύσεις για πίστη και αποκλειστικότητα. Το πείραμα είχε αμφιλεγόμενα αποτελέσματα – δεν γλίτωσαν τις συγκρούσεις, τη ζήλια, τη χρησιμοποίηση τρίτων για να λύσουν δικούς τους λογαριασμούς. Κάθε άλλο παρά ανέφελη ήταν η προσωπική τους ζωή, ωστόσο παρέμειναν ενωμένοι «ώσπου να τους χωρίσει ο θάνατος» (ο Σαρτρ πέθανε το 1980, έξι χρόνια νωρίτερα από τη σύντροφό του) σε μια συντροφικότητα που, τουλάχιστον στο πνευματικό επίπεδο, αποδείχθηκε εξαιρετικά δημιουργική.

Ξεχωριστή θέση στο έργο της Μποβουάρ κατέχει το βιβλίο που θεμελίωσε θεωρητικά το φεμινιστικό κίνημα. Το «Δεύτερο Φύλο» εκδίδεται το 1949 και προκαλεί αμέσως τεράστιο ενδιαφέρον. Τα 50.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης εξαντλούνται μέσα σε μια βδομάδα, σχόλια ενθουσιώδη και χλευαστικά δημοσιεύονται, το Βατικανό σπεύδει να βάλει το βιβλίο στη «μαύρη λίστα».

  • Εγκυκλοπαίδεια της καταπίεσης

Μέσα στις 800 περίπου σελίδες του η Μποβουάρ περιγράφει μια κοινωνία που κρατάει τις γυναίκες σε θέση κατωτερότητας, στη θέση του «άλλου» που περιγράφεται με όρους αρνητικούς σε σχέση με τον άνδρα. Αναλύοντας τη γυναικεία κατάσταση μέσα από την ιστορία, τους μύθους, τις παραδόσεις, τις θρησκείες, τις βιολογικές παραμέτρους, τη λογοτεχνία, τα στάδια της ζωής όπου η γυναίκα κάνει τη «μαθητεία» της, η Μποβουάρ χαρτογράφησε με εγκυκλοπαιδικό ζήλο το σύμπαν της γυναικείας εμπειρίας.

Υποστήριξε ότι η θηλυκή ταυτότητα, όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά, είναι δημιούργημα της κοινωνίας και όχι αναπόδραστη φυσική αναγκαιότητα: «Δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι», ήταν η φράση – κλειδί της επιχειρηματολογίας της. Θεωρεί ότι η βιολογική διαφορά, που κάθε άλλο παρά την παραβλέπει, έγινε η βάση για να δικαιολογηθεί η αρσενική κυριαρχία. Αν σε κάποιες ιστορικές περιόδους η υποταγή των γυναικών υπήρξε αναγκαία για να αναπτυχθούν οι αρχαϊκές κοινωνίες, όταν αυτή η αναγκαιότητα έπαψε να υπάρχει η ιδεολογία της γυναικείας κατωτερότητας εξακολούθησε να ισχύει φτάνοντας ώς τη σημερινή εποχή.

Ακόμα και σε σύγχρονες κοινωνίες, όπου οι διακρίσεις έχουν καταργηθεί στο νομικό επίπεδο, οι γυναίκες συχνά αντιμετωπίζουν την επιλογή είτε να αιχμαλωτιστούν μέσα στη θηλυκότητά τους είτε να μεταμφιεστούν σε άφυλα υποκείμενα. Για την Μποβουάρ, η γυναίκα δεν έχει την υποχρέωση να διαλέξει ανάμεσα στην ισότητα και τη διαφορετικότητα. Εξηγώντας τι εννοεί, αναφέρει ένα παράδειγμα. Στη διάρκεια μιας θεωρητικής συζήτησης, κάποιος της είπε: «Το λέτε αυτό επειδή είστε γυναίκα». Αν εκείνη απαντούσε «Το λέω επειδή είναι αλήθεια», γράφει, θα ήταν σαν να εξαφάνιζε την ίδια την υποκειμενικότητά της, τη βιωμένη εμπειρία της. Αλλά αν έλεγε «Ναι, το λέω επειδή είμαι γυναίκα», θα έμενε φυλακισμένη στο φύλο της και θα απαρνιόταν τη δυνατότητα να πει κάτι με γενική αξία.

  • Υπαρξισμός και σοσιαλισμός

Εξετάζοντας το θέμα από την υπαρξιστική προοπτική -που θεμελιώνει την ανθρώπινη ταυτότητα στο σύνολο των επιλογών και των πράξεων του υποκειμένου- θέτει τον στόχο να μπορεί η γυναίκα, ως άτομο με ελεύθερη βούληση και όχι ετεροκαθοριζόμενο, να επιδιώξει την αυτοϋπέρβαση πραγματώνοντας τις δυνατότητές της. Παράλληλα, συνδέει το πρόβλημα της γυναικείας ισότητας με τα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα: Οι πολιτικές ελευθερίες (όπως το δικαίωμα ψήφου) δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την ισότιμη θέση της γυναίκας εάν δεν υπάρχουν οι όροι για την υγεία, τη μόρφωση και την εργασία που εξασφαλίζει την οικονομική ανεξαρτησία της. Και βλέπει στη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας τη βάση για να επιτευχθεί η γυναικεία χειραφέτηση

Αν και το «Δεύτερο Φύλο» έδωσε την πρώτη ύλη για το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν έπαιξε ιδρυτικό ρόλο στην ανάδυσή του, τη δεκαετία του ’70. Εδωσε όμως όλη την υποστήριξή της στις μαχητικές φεμινίστριες του Κινήματος για την Απελευθέρωση της Γυναίκας (MLF) και συμμετείχε στις κινητοποιήσεις τους. Δημοσίευσε κείμενά τους στην επιθεώρηση Temps Modernes (που διηύθυνε μαζί με τον Σαρτρ) και δέχτηκε με καλή πίστη την κριτική τους. Στο βιβλίο της δεν είχε προβλέψει τη δυναμική εμφάνιση των κινημάτων αυτών, που έβαλαν τη σφραγίδα τους στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το «Δεύτερο Φύλο» όμως έπαιξε ρόλο μαμής στη γέννησή τους. Και αξίζει να ξαναδιαβαστεί σήμερα.

  • Η φεμινιστική ουτοπία

Η ουτοπία της γυναικείας απελευθέρωσης, σε αντίθεση με άλλες ουτοπίες, φάνηκε να πραγματώνεται, σε ένα μέρος τουλάχιστον του κόσμου, βάζοντας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τον μαχητικό φεμινισμό. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, βλέπουμε όχι μόνο να επανέρχονται σεξιστικές αντιλήψεις και πρακτικές στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες (αρκεί να σκεφτούμε το trafficking και την εξάπλωση της καταναγκαστικής πορνείας), αλλά και να σημειώνεται μια τραγική οπισθοχώρηση στις συνθήκες ζωής και στα δικαιώματα των γυναικών σε μεγάλα τμήματα του μουσουλμανικού κόσμου. Το ότι δεν αναδύεται μια αποτελεσματική αντίσταση σε αυτές τις εξελίξεις δείχνει πόσο δύσκολη είναι η κοινή δράση των γυναικών εναντίον της καταπίεσης.

Οι γυναίκες, γράφει η Μποβουάρ στον πρόλογο του Δεύτερου Φύλου, «δεν διαθέτουν δική τους ιστορία και θρησκεία, δεν έχουν σαν τους προλετάριους μια ενότητα εργασίας και συμφερόντων. Δεν υπάρχει καν μεταξύ τους η φυσική προσέγγιση του χώρου που κάνει τους μαύρους της Αμερικής, τους Εβραίους των γκέτο, τους εργάτες του Σεν Ντενί ή των εργοστασίων της Ρενό να αποτελούν ιδιαίτερη κοινότητα. Ζουν κατεσπαρμένες ανάμεσα στους άνδρες, συνδεδεμένες εξαιτίας της κατοικίας, της εργασίας, των οικονομικών συμφερόντων, της κοινωνικής τους θέσης με ορισμένους άνδρες -τον πατέρα ή τον σύζυγο- πιο στενά από ό,τι με τις άλλες γυναίκες. (…) Ο δεσμός που ενώνει τη γυναίκα με τους καταπιεστές της δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλο».

Η Μποβουάρ επισημαίνει πόσο μεγάλα είναι τα εμπόδια στη γυναικεία αλληλεγγύη. Τα κινήματα του ’70 και του ’80 έδειξαν πως η υπέρβαση των εμποδίων αυτών είναι εφικτή. Οι γυναίκες έχουν αποκτήσει πλέον τη «δική τους ιστορία», στην οποία ένα από τα μεγάλα ορόσημα είναι το «Δεύτερο Φύλο».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή