Σπυρίδων Λάμπρος, ιστορικός και πολιτικός: διετέλεσε και πρωθυπουργός

by Times Newsroom
Ο Σπυρίδων Λάμπρος (1851 – 1919) ήταν πολιτικός και ιστορικός, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1851 στην Κέρκυρα και ήταν γιος του νομισματολόγου Παύλου Λάμπρου που είχε καταγωγή από την Ήπειρο. Το 1860 μετακόμισε στην Αθήνα με την οικογένεια του και σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο από όπου αποφοίτησε το 1871. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και της Λειψίας, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ το 1873. Η διατριβή του είχε τίτλο «Τα κατά τους οικιστάς των παρ’ Έλλησιν αποικιών και τας αυτοίς απονεμημένας τιμάς και προνομίας». Από το 1875 και για δύο χρόνια πραγματοποίησε επιπλέον μελέτες και σπουδές στην Ευρώπη. Το 1877 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε υφηγητής της ελληνικής ιστορίας και γραφογνωσίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως γενικός επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και το 1890 έγινε τακτικός καθηγητής της Ελληνικής ιστορίας και της Παλαιογραφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ διετέλεσε δύο φορές πρύτανης του πανεπιστημίου (1904-1905 και 1911-1912) και τρεις φορές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1893-1894, 1909-1910 και 1914-1915).
Το 1882 μαζί με τους Νικόλαο Πολίτη, Γεώργιο Δροσίνη και Τιμολέων Φιλήμων ίδρυσε την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Μαζί με άλλα μέλη της εταιρείας αυτής μυήθηκαν στην Εθνική Εταιρεία η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ήταν υποστηρικτής της βασιλικής οικογένειας και διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας (Κυβέρνηση Σπυρίδωνα Λάμπρου 1916) από τις 27 Σεπτεμβρίου 1916 έως τις 21 Απριλίου 1917 κατά τα Νοεμβριανά μετά από ανάθεση του Κωνσταντίνου του Α΄. Κατά τη διάρκεια αυτή ανέλαβε και το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσης. Με την επάνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου εξορίστηκε στην Ύδρα και στη Σκόπελο, ενώ η περιουσία του δεσμεύτηκε.
Υπήρξε επίσης γενικός γραμματέας της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (1901-1918), πρόεδρος του Συνδέσμου Αθλητικών και Γυμναστικών Συλλόγων (1897-1906), του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου κ.α.
Απεβίωσε στην Αθήνα όπου είχε μεταφερθεί λόγω ασθενείας στις 23 Ιουλίου 1919. Κόρη του ήταν η Λίνα Τσαλδάρη.
Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα έγινε το 1861, μαζί με τον αδερφό του Μιχαήλ, όταν και ίδρυσαν το χειρόγραφο περιοδικό «Παρνασσός» και στις 24 Ιουνίου 1865 τον ομώνυμο Φιλολογικό Σύλλογο. Το 1870 έλαβε τον πρώτο έπαινο στο Βουτσίνειο δραματικό διαγωνισμό για το έμμετρο δράμα του «Ο τελευταίος κόμης των Σαλώνων». Στη συνέχεια δημοσίευσε ποιήματα, δοκίμια κριτικού περιεχομένου, θεατρικά έργα έως το 1873, όταν και αφοσιώθηκε στην επιστημονική έρευνα. Η έρευνα του αυτή σχετίστηκε με τη βυζαντινή, μεσαιωνική και νεώτερη ελληνική γραμματεία, και θεωρήθκε συνεχιστής του έργου του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου και του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Στο έργο του συγκαταλέγονται 500 δημοσιευμένες και 280 εκδιδόμενες μελέτες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του από τη σύζυγο και τις κόρες του. Από το 1903 εξέδιδε το περιοδικό «Νέος Ελληνομνήμων» ενώ ως μέρος του παλαιογραφικού του έργου είναι η αποκατάσταση και δημοσίευση χειρογράφων της βυζαντινής γραμματείας.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή