Στρατής Δούκας: «Ο τόπος αυτός θα σαπίσει απ’ το ψέμα…»

by Νίκος Λαγκαδινός
Share this

ΑΡΧΕΙΟ / Συνέντευξη με τον ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ 

  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Ο Στρατής Δούκας (6 Μαΐου 1895 – Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1983), μια βιβλική μορφή της ελληνικής λογοτεχνίας… Κάποτε είχα διαβάσει την Ιστορία ενός αιχμαλώτου και με είχε μαγέψει και με είχε συγκλονίσει.

“Στην καταστροφή της Σμύρνης, βρέθηκα με τους γονιούς μου στο λιμάνι, στην Πούντα. Μεσ’ απ’ τα χέρια τους με πήρανε. Κι έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος. Μεσημέρι πιάστηκα μαζί με άλλους. Βράδιασε και τα περίπολα ακόμα κουβαλούσαν τους άντρες στους στρατώνες. Κοντά μεσάνυχτα, όπως ήμαστε ο ένας κολλητά στον άλλο, μπήκε η φρουρά κι άρχισαν να μας χτυπούν, όπου έβρισκαν, με ξύλα, και να κλοτσοπατούν όσους κάθονταν χάμω, γόνα με γόνα. Τέλος πήραν διαλέγοντας όσους ήθελαν κι έφυγαν βλαστημώντας”… [Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου] 

Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία, αναζήτησα τον συγγραφέα της… Μιλάω για τον Απρίλη του 1981! Μια συνέντευξη [1] χωρίς ωραιοποιήσεις που αξίζει να ξαναδιαβαστεί:

Έβαλα πόδι στ’ αχνάρια του για να τον βρω και ν’ αγγίξω τα χέρια του που γράψανε με λιτότητα ομηρική την ανεπανάληπτη Ιστορία ενός αιχμαλώτου. Τον αναζήτησα σ’ εκείνο το παλιό και σκοτεινό υπόγειο της οδού Ορμηνίου, αλλά το βρήκα αμπαρωμένο και το σημείωμα στην πόρτα να μας λέει πως έφυγε ο Στρατής Δούκας και η γυναίκα του και τώρα πια μένουν σε οίκο ευγηρίας. Κι εκεί πήγα…

Τον σκεφτόμουν μακρινό, κλεισμένο βλοσυρά στη μοναξιά του. Και δεν ήταν έτσι. Ζαρωμένος τώρα στην καρέκλα του, τον κοιτάζω. Ένα κρεβάτι μοναχό και τέσσερις καρέκλες. Και στην αντικριστή γωνιά, η άρρωστη γερόντισσα κι αχώριστη σύντροφός του να κοιμάται.

Ο Στρατής Δούκας, άγια μορφή της λογοτεχνίας μας, έγινε θεσμός, μέτρο για τους κατοπινούς ομοτέχνους του. Έτσι τουλάχιστον το νιώθουμε. Δεν συγκρίνουμε περιπτώσεις ούτε αντιπαραβάλλουμε κάποια μεγέθη. Πεζογράφος από τους πλέον ολιγογράφους, έφερε κι εναπόθεσε στη γραμματολογία μας την Ιστορία ενός αιχμαλώτου, το πρωτοπόρο αυτό έργο της αντιπολεμικής λογοτεχνίας, για το οποίο ο Φώτος Πολίτης θα γράψει: «Είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η απλότητα του όλου κομματιού είναι μοναδική. Τύποι περνούν και χάνονται, αρπαγμένοι από μια μονοκονδυλιά. Στάζει η ζωή, στάζει η αλήθεια, στάλα-στάλα, από κάθε περιγραφή».

Ιδού τι λέει ο Στρατής Δούκας: Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929. Από τότε τής έγιναν αλλεπάλληλες εκδόσεις, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο, έστω, την αντοχή της στο χρόνο. Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου όταν βγήκε, το 1929, έκανε εξαιρετική εντύπωση όχι μονάχα για το θέμα αλλά και για τη γραφή της. Μιλούσε για τη Μικρασιατική Καταστροφή, που ήταν ένα από τα πιο μεγάλα τραγικά γεγονότα της ιστορίας μας. Έφερνε ένα μύθο ολοκληρωμένο που δεν υπήρχε πριν. Διότι και του Μυριβήλη ήταν μερικά γράμματα στην αρραβωνιαστικιά του κι έπειτα γυναίκα του, χωρίς μύθο, χωρίς υπόθεση. Ήταν περιγραφές. Αλλά είπα ότι και στη γραφή έφερνε κάτι καινούργιο. Αυτό το επισήμανε, απ’ τις τελευταίες κριτικές ο κ. Σταματίου[2], όπου το αντιπαραβάλλει με του Μυριβήλη και του Βενέζη (Ζωή εν τάφω[3]Νούμερο 31328[4]). Αλλά και ο Παπαγεωργίου με μια μεγάλη μελέτη του τα κρίνει σαν περίπου ομοειδή ως προς το θέμα – αν και διαφέρουν.

  • Τι χαρακτηρίζει τη γραφή που λέτε;

Εγώ δεν γνώριζα καθόλου το έργο του Έζρα Πάουντ ούτε το κίνημα των εικονιστών στο οποίο αυτός είχε προσχωρήσει. Όμως έχοντας μέσα μου την απλή γραφή, δεν μπορούσα να ανεχθώ την επιθετομανία στην πεζογραφία, που ίσως προέκυψε από την ποίηση του Γρυπάρη. Έπειτα, δεν ανέχτηκα ούτε τα αφηρημένα ουσιαστικά, παρά μονάχα τα συγκεκριμένα κι έβγαλα όλα τα παράσιτα του λόγου – τους συνδέσμους κ.λπ. Έτσι κατόρθωσα να κάνω ένα πυκνό ύφος, το οποίο όλοι το επισήμαναν. Αυτά προσέφερα – τόσο πρώιμα – με την Ιστορία ενός αιχμαλώτου.

  • Η κριτική πώς αντιμετώπισε αυτό το έργο σας;

Επί πενήντα χρόνια η Ιστορία ενός αιχμαλώτου ακούει επαίνους μέχρις υπερβολής, αλλά κριτική δεν της έχει γίνει.

  • Γιατί δεν έγινε;

Ήταν δύσκολο. Λιγάκι το έθιξε ο Φώτος Πολίτης, ο οποίος είχε όσφρηση και λέει ότι δεν είναι ζήτημα πώς βρέθηκε ο Στρατής Δούκας ν’ αφηγηθεί κάποια ιστορία. Το ζήτημα είναι ότι ο Στρατής Δούκας ήταν έτοιμος ν’ ακούσει. Πραγματικά υπήρξε μια μεγάλη ετοιμασία χωρίς την οποία ήταν αδύνατο εγώ να κάνω την ιστορία ενός αιχμαλώτου.

  • Τι ακριβώς ήταν αυτή η προετοιμασία;

Πρώτα, η μακρά παραμονή μου στο στρατό, όπου μου έκανε να γνωρίσω τον στρατιώτη και μάλιστα επειδή είχα και τις ομιλίες να κάνω εκ μέρους του τάγματος – τον τρόπο να μιλάω και να με αντιλαμβάνεται ο στρατιώτης. Δεύτερο, η γνώση που είχα γύρω από τη λαογραφία. Όχι μονάχα από τα πρώτα χρόνια μου που φοίτησα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στη Νομική, αλλά κι έπειτα συνέχισα τις λαογραφικές μου μελέτες με τον Πρωτοπάτση[5], όταν κάναμε μια περιοδεία σε όλο το νησί της Λέσβου. Τρίτο και το κυριότερο, ήταν η ψυχική μου κατάσταση. Είχα χάσει πολύ καιρό γύρω από τους φίλους μου – να τους προωθώ στο έργο τους, εγκαταλείποντας σχεδόν τον εαυτό μου… Ενώ έγιναν τόσοι έπαινοι, δεν έγινε κριτική…

  • Πού αποδίδετε, τελικά, το γεγονός ότι η κριτική δεν ασχολήθηκε με το έργο σας;

Η κριτική δεν έκανε κριτική παρά επαίνους διότι ήταν δύσκολο να καταλάβει το αλχημείο από το οποίο βγήκε η Ιστορία ενός αιχμαλώτου. Πολλοί δούλεψαν. Δεν είναι μονάχα έργο δικό μου. Είναι έργο του λαού. Χέρι με χέρι δούλεψα με το λαό. Αλλά αυτός ο τρόπος, ο εργαστηριακός διακρίνει ολόκληρη την αρχαία τέχνη. Πάρε τους τραγικούς… Ο μύθος είναι κοινός. Δεν ενδιαφέρει ο μύθος αλλά ο χειρισμός του μύθου που κάνει να διαφέρει ο Αισχύλος από τον Σοφοκλή ή τον Ευριπίδη. Το ίδιο συμβαίνει και στη βυζαντινή αγιογραφία, όπου είναι σχεδόν δοσμένες οι θέσεις που θα πάρει η κάθε σύνθεση και μάλιστα οι πρώτες συνθέσεις είναι χριστολογικές και λίγες. Έπειτα, πλήθυναν με την παρεμβολή των λεγομένων απόκρυφων Ευαγγελίων. Γνώρισμα βασικό της αρχαίας τέχνης και της βυζαντινής είναι η αντίθεση – ο νόμος των αντιθέσεων. Μονάχα από τις αντιθέσεις γίνεται σύνθεση, με την αρμονία των αντιθέσεων. Κι αυτό διακρίνει όχι μονάχα την τέχνη αλλά και τη φιλοσοφία. Αυτού στηρίζεται και η Ιστορία ενός αιχμαλώτου. Το αναφέρω και στην 7η έκδοση που λέω και το ιστορικό της. Είναι και κάποιο ζήτημα από τον Μάριο Βίττι, ο οποίος καίτοι έκανε θετική κριτική, σ’ ένα σημείο λέγει ότι δεν μπορεί να ξέρομε τι ανήκει στο συγγραφέα και τι στον αφηγητή. Αν θέλουν να μη μιλάνε εκ του προχείρου, να πάνε να δουν τις πρώτες εκδόσεις μου, όπου λέγω τι οφείλω στον αφηγητή και τι έχω κάνει εγώ ο ίδιος.

  • Για την επίδραση η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» στη λογοτεχνία μας:

Ο Ραυτόπουλος λέγει ότι είναι ένα διαμάντι σ’ ένα στέμμα που δεν είχε τ’ όμοιό του. Διότι δεν είχε συνέχεια και επίδραση. Κάνει λάθος. Η επίδραση ήταν συνεχής απάνω στην πεζογραφία μας. Αυτή η «Ιστορία…» έφερε την απλότητα στο γράψιμο και τη λιτότητα στο ύφος. Και όχι διάφοροι που την φέρνουν δήθεν μετά σαράντα χρόνια – για να μην αναφερθώ σε πρόσωπα και πράγματα.

  • Για την κριτική;

Κριτική υπήρξε μονάχα η επτανησιακή με τους Πολυλάδες, τους Καλοσγούρους κ.ά. Μετά ίσως πρέπει να σταθούμε λίγο στον Παλαμά, του οποίου η σημειωματογραφία δείχνει τον ευαίσθητο διανοητή. Και στον Φώτο Πολίτη. Από τους νεότερους, θα αναφέρω τον Αργυρίου. Θα ήταν υπολογίσιμος εάν δεν τον εύρισκα ότι ενδίδει κάποτε στο κατεστημένο. Υπάρχουν δυστυχώς κυκλώματα, οι κολακείες κι αλισβερίσια… Ο Κουν είχε πει, θαρρώ, ότι δεν υπάρχει κριτική κι έτσι πολλοί παίρνουν τις καρακάξες για… αηδόνια! Αφού υπάρχουν άνθρωποι ακόμα ν’ αμφιβάλλουν για την αξία του Σολωμού ή του Παπαδιαμάντη. Ο Δημαράς λέει το εξής καταπληκτικό, που το επαναλαμβάνει μέχρι την 6η έκδοση: «Δεν είναι παράξενο σ’ αυτό τον τόπο που πήρε για μεγάλο ποιητή τον Σουρή, να έχει πάρει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη»![6] Ποιος είσαι εσύ, τι ξέρεις γι’ αυτούς τους ανθρώπους του πνεύματος, εσύ ο ποντικός των βιβλιοθηκών; Μόνο όσοι δεν έχουν όσφρηση των κειμένων μπορούν να λένε τέτοιες ηλιθιότητες. Όμως αυτός ο τόπος θα τους κρίνει. Και ο χρόνος. Ήδη οι νέοι βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα.

  • Για τους νέους;

Εγώ είμαι φιλονεϊστής. Από το ’30 είχα κιόλας γράψει: «Χάρου μαζί με τους νέους, τους νέους παλμούς που σου χαρίζει η ζωή». Όμως αυτή η αισθηματολογία δεν πρέπει να μας εμποδίζει από το να αντιμετωπίζουμε και την πραγματικότητα. Δεν μπορώ να παραβλέψω την καταστροφή που προξενεί το περιβάλλον σ’ ένα μέρος της νεολαίας και σ’ ένα άλλο μέρος που είναι αλλοτριωμένο – του πετούν ένα κόκαλο και γλείφει το κατεστημένο. Υπάρχει όμως και η νεολαία που προέρχεται από τη γενιά του Πολυτεχνείου, είναι αγνή και σ’ αυτήν ελπίζω.

Κι ο Στρατής Δούκας σ’ ένα κρεσέντο αγανάκτησης για εκείνους που ενέδωσαν θα πει:

«Εγώ σε ηλικία προχωρημένη και σε συνθήκες δύσκολες αποποιήθηκα τη χορηγία του Ιδρύματος Φορντ.[7] Κι όμως βρέθηκαν νέοι άνθρωποι να την πάρουν, νομίζοντας ότι μπορούν να παίρνουν δολάρια και συγχρόνως να κάνουν αντιαμερικανική προπαγάνδα».

Ύστερα θα μιλήσει για την πολιτική και κοινωνική ζωή μας:

«Όταν ομολογεί κάποιος υπουργός ότι η δωροδοκία στις δημόσιες υπηρεσίες έχει καταντήσει έθος πια, φαντάσου πού έχουμε φτάσει! Ή η γραφειοκρατία που ενώ στα λόγια την καταδικάζουν όλοι, αυτή πληθαίνει. Το είπα ξανά: Ο τόπος αυτός θα σαπίσει από το ψέμα. Ψέματα, ψέματα. Όλα είναι πλαστογραφημένα».

Ένας ζωντανός άνθρωπος ο Στρατής Δούκας, έτοιμος να περπατήσει χέρι-χέρι με τους νέους του 1981, να παλέψει μαζί τους για την κατάκτηση μιας νέας ζωής. Ένας νέος 87 χρονών που δεν θέλει και δεν μπορεί να αποδεχτεί τις «φρικτές πραγματικότητες».

«Όμως μη μου λες για ήττα, μια λέξη για τα άλογα στον Ιππόδρομο! Δεν αισθάνομαι νίκες και ήττες πια βαθιά μέσα μου. Θέλω, ελπίζω να ζήσω το όμορφο από τους πόθους μου και μαζί ησυχάζω, νιώθοντας το καζάνι από τη φωτιά να φθείρεται. Έχω μια νέα χαρούμενη αίσθηση από τη φθορά, την ελπίδα που τελειώνει. Και μαζί μ’ αυτά, όνειρα, χίλια όνειρα: ν’ αλλάξουν όλα, να γίνουν όλα απ’ την αρχή, με βία, να προφτάσει κανείς. Ανυπομονησία και υπομονή…».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Εξόρμηση, 18-19/04/1981

[2] Αναφέρεται στον Κώστα Σταματίου, δημοσιογράφο και κριτικό στην εφημερίδα Τα Νέα.

[3] Το έργο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1924, είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα με τη μορφή ημερολογίου, που άρχισε να σχεδιάζεται από το συγγραφέα στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο φοιτητής και εθελοντής Λοχίας Αντώνης Κωστούλας που περιγράφει μέσα από τα γράμματά του προς την αγαπημένη του γεγονότα και εντυπώσεις από τα χαρακώματα, δίδοντας όχι την ηρωική, αλλά τη φρικτή πραγματικότητα του πολέμου.

[4] To νούμερο 31328 το είχε ο Ηλίας Βενέζης στο στρατόπεδο αιχμαλώτων, όπου βρέθηκε σε ηλικία 18 χρονών. Το έργο δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης που εξέδιδε ο Μυριβήλης. Το 1931 εκδόθηκε με τη μορφή βιβλίου και τον καθιέρωσε ως συγγραφέα.

[5] Αντώνης Πρωτοπάτσης (Μυτιλήνη, 1897 – Αθήνα, 1947). Ζωγράφος, σκιτσογράφος, λογοτέχνης, εμπνευστής με κείμενά του των πνευματικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων της λεγόμενης «Λεσβιακής Άνοιξης» του Μυριβήλη. Οραματιστής της αναγέννησης του γνήσιου πατροπαράδοτου λαϊκού πολιτισμού, με αποφασιστική αντίδραση στον «εκφραγκισμό» της ελληνικής ζωής, ο Πρωτοπάτσης το 1922 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και έγινε τακτικός σκιτσογράφος και γελοιογράφος της εφημερίδας «Le Journal» και συνεργάτης και άλλων παρισινών εντύπων (Paris Midi, lAmi du people, Le Quotidien, La Rumeur, La Semaine musicale, Les Nouvelles literaires κ.ά.) με το ψευδώνυμο «Pazzi», με το οποίο υπέγραφε και τις ελαιογραφίες, τις ακουαρέλες και τα χαρακτικά έργα του που εξέθετε στο Παρίσι, στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη, την Αλεξάνδρεια και σε άλλες πόλεις. Το 1925 διατέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Σκιτσογράφων Αθηναϊκών Εφημερίδων. Το 1939 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και έζησε ώς το 1945 στη Μυτιλήνη και τα δυο τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αθήνα…(Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ.8, σσ.384-385).

[6] «Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο είταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη…» (Κ.Θ.Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 7η έκδοση, Ικαρος,  σελ. 384)

[7] Το Ιδρυμα Φορντ (Ford Foundation) επιχορηγούσε άτομα και οργανισμούς σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Στη χώρα μας άρχισε τις επιχορηγήσεις του από το 1958 και μέχρι το 1967 ενίσχυε κυρίως ημι-κρατικούς ή ημιεπίσημους οργανισμούς και δραστηριότητες, αλλά από το 1968 κι εδώθε, οι επιχορηγήσεις, κατευθύνονταν σε ανεξάρτητους οργανισμούς, καθώς και σε ανθρώπους των τεχνών, των γραμμάτων και της επιστήμης. Βλέπε και «Οι χορηγίες του ιδρύματος Φορντ από το 1958 μέχρι το 1974», Η Καθημερινή, 04/06/75.

********************************************************************************************************************

Το παρακάτω υλικό αντλήθηκε από http://ebooks.edu.gr

  • Βιογραφικά του Στρατή Δούκα 
Ο Στρατής Δούκας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντή και της Αιμιλίας Δούκα, το γένος Χατζηαποστόλη, γεννήθηκε στις 6 Μαίου 1895 στα Μοσχονήσια του Αδραμυτινού κόλπου, όπου και έβγαλε το σχολαρχείο. Τέλειωσε το γυμνάσιο του Αϊβαλί, φίλος και συμμαθητής με τον Φώτη Κόντογλου. Το 1912 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκατοίκησε με τον Κόντογλου.
Με την κήρυξη του Α’ παγκόσμιου πολέμου διέκοψε τις σπουδές του και επισκέφτηκε το Άγιο Όρος. Ένα χρόνο αργότερα με τον συγγραφέα και ζωγράφο Αντώνη Πρωτοπάτση και άλλους φίλους του ασχολήθηκε με λαογραφικές μελέτες στη Μυτιλήνη. Το 1916 κατατάχτηκε εθελοντής στην Εθνική Άμυνα και υπηρέτησε ως στρατιώτης και αξιωματικός στο μακεδονικό και στο μικρασιατικό μέτωπο, όπου τραυματίστηκε.
Το 1923, μόλις απολύθηκε, ενδιαφέρθηκε ζωηρά για την μεταφύτευση στην Ελλάδα των ανατολίτικων βιοτεχνιών (της αγγειοπλαστικής της Κιουτάχειας και της ταπητουργίας) και οργάνωσε στο Λύκειο Ελληνίδων της Αθήνας έκθεση των προϊόντων τους μαζί με ζωγραφικά έργα του Κόντογλου και του Παπαλουκά. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου ταξίδεψε με το ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά στο Άγιο Όρος, μελετώντας την αρχιτεκτονική, τα ζωγραφικά έργα και τα εικονογραφημένα χειρόγραφα των μοναστηριών. Το Δεκέμβριο του 1924, οι δύο καλλιτέχνες οργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη ζωγραφική έκθεση των έργων του Παπαλουκά.
Αμέσως μετά ο Δούκας έφυγε για τη Μυτιλήνη, ίδρυσε εκεί με τον Στρατή Μυριβήλη το «Σύλλογο Μουσικών Τεχνών» και επέστρεψε στην Αθήνα για να συγκρατήσει μια εταιρεία «Διακοσμητικής τέχνης» με τον Κόντογλου και τον Παπαλουκά. Επίσης αναμίχθηκε στην έκδοση του περιοδικού του Κόντογλου Φιλική Εταιρεία και τα τελευταία τεύχη τα επιμελήθηκε μόνος του…
Ύστερα από σοβαρό κλονισμό της υγείας του κατέφυγε κοντά στους δικούς του στη Θεσσαλονίκη και άρχισε να καταγίνεται με τη ζωγραφική. Τον ίδιο χρόνο, μόλις έγινε καλά, περιόδευσε στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και συνέχισε τη συνεργασία του με το περιοδικό Φραγγέλιο. Καρποί αυτής της περιοδείας του, και μιας δεύτερης που επακολούθησε, ήταν το αφήγημα Η ιστορία ενός αιχμαλώτου, η δημοσιογραφική έρευνα Ορεινή Ελλάδα, που δημοσιεύτηκε σε 9 συνέχειες στην εφημερίδα «Πρωία» (3-11.3.1929) με τον τίτλο του εκδότη Ληστρική κοινωνία, διάφορα ζωγραφικά έργα, ημερολόγια και σημειωματάρια… Το 1931 επιμελήθηκε τη μεταθανάτια έκδοση του Νίκου Βέλμου Παλιά Αθήνα, [και] άρχισε να μελετάει τη ζωή και το έργο του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά… Το 1934 υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της «Εταιρείας ελλήνων λογοτεχνών».
Το 1935-1937 εξέδωσε μαζί με τον Πικιώνη, τον Παπαλουκά, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Καραντινό το πρωτοποριακό περιοδικό Το τρίτο μάτι… Το 1940-1941 υπηρέτησε ως αξιωματικός στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
… Κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας ο Δούκας ταλαιπωρήθηκε και πάλι ως αριστερός. Μετά το 1970 ξανατύπωσε όλα σχεδόν τα βιβλία του… και παρουσίασε και νέα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε διάφορα γηροκομεία.
Το 1983, λίγο πριν από το θάνατό του, ο δήμος Ζωγράφου δημιούργησε ένα μικρό μουσείο Στρατή Δούκα στο Πνευματικό του Κέντρο και ανακηρύχθηκε, σε τελετή που έγινε σε οίκο ευγηρίας του Νέου Ψυχικού, επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών… Πέθανε στις 26.11.1983…

Τάσος Κόρφης, «Στρατής Δούκας», Βλ. Η μεσοπολεμική Πεζογραφία, Σοκόλης 1992,
τόμ. Γ’, σ. 322-352.

  • Πρόλογος της α´ Έκδοσης του Έργου
Η ιστορία τούτη είναι απόχτημα μιας βραδιάς που πέρασα σ’ ένα χωριό Αιχμαλώτων. Ήταν μιαν απλή και γλυκειά μονωδία που κυριαρχούσε, γιατί όλα σιωπούσαν και γι’ αυτό δε θα ταίριαζε ούτε σήμερα να τη συνοδέψω με προλόγους. Αν όμως τέλος αποφάσισα να προτάξω δυο λόγια είναι να διασαφηνίσω το σκοπό όπου προσφέρω δημόσια και με τ’ όνομά μου το ωραίο αυτό λαϊκό λουλούδι του Λόγου. Είναι να πω σ’ εκείνους που μπορούν και σε κείνους που πρέπει να ενδιαφερθούνε, πως είναι αστοργία σε ό,τι ύστερ’ από μας θαν έρτη, αστοργία στο νόημα της ζωής, που είναι οι χαρές και οι πόνοι μας, ν’ αφίνουμε να χάνουνται μέσα στην καταβόθρα της λήθης τα ωραία αυτά μαργαριτάρια που ‘ναι ατόφια τα δάκρυα της φυλής μας.
Μονάχα οι ηλίθιοι και οι νεκροί έχουν δικαίωμα να λησμονούν· μα όσοι έχουν την πνοή της ζωής μέσα τους, οφείλουν να θυμούνται για να στοχάζουνται και να συχωρούν. Η μνήμη είναι εκείνη που δίνει θροφή στο πνεύμα και στην καρδιά. Η μνήμη είν’ ένα ωραίο καθήκον μέσα στη ζωή. Ας βγουν λοιπόν από κάποια πρωτοβουλία ένα ή δυο πλήρη συνεργεία κι ας συλλέξουν αυτά τα πολύτιμα ψηφιδώματα με τα οποία θα στολίσουμε το νέο πνευματικό ναό μας. Χωρίς αυτά θα ‘ναι τρομακτικά άδειος· συλλέξατέ τα, ψηφί ψηφί, με προσοχή και μ’ αγάπη και μην αφίνετε να χάνεται ό,τι είναι τόσο ακριβά πληρωμένο.
Για μιαν ανάλογη, λοιπόν, πλήρη εργασία, προσφέρω, προς το παρόν, την ιστορία τούτη σα μια δοκιμή και μιαν απλή προσπάθεια.

(Στρατής Δούκας, Μάρτης 1929)

  • Το Ιστορικό της Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου
Στο τέλος της πρώτης περιοδείας μου (Σεπτέμβρης – Δεκέμβρης 1928), είχα πέσει σε κάτι προσφυγοχώρια της περιφέρειας Αικατερίνης. Στις σημειώσεις μου γράφω: «… βρέχει, βρέχει, βρέχει· λίγο ακόμα και θα ‘μαι στην πολιτεία· πρέπει να τελειώσω καλά. Είμαι προς το τέλος αλλά και σ’ ένα σπουδαίο μέρος της αποστολής μου· πρόκειται να μιλήσω για πολύ πονεμένους και δυστυχισμένους ανθρώπους. Ο Θεός ας είναι μαζί μου κι ας με βοηθάει».
Σταματώ εδώ τις σημειώσεις μου και κατεβαίνω στο καφενείο του προσφυγοχωριού Στουπί (Σπι), για να δω τους ανθρώπους του και ν’ ακούσω τους πόνους τους. Το καφενείο γεμάτο. Ακούω και σημειώνω μέσ’ στους καπνούς: «Μακροπρόθεσμα δάνεια. Εκχερσώσεις. Ο Εποικισμός ζητά εκκαθαρίσεις λογαριασμών, αποδόσεις. Εντάλματα εποικισμού, εντάλματα Εισπράκτορος, φόροι. Εσύ κλαις και κείνοι γελούν… πολλά τα βάσανά μας».
Χτυπά το μάνταλο της πόρτας και μπαίνει κάποιος. Μέτριος το ανάστημα, ευρύστερνος, ξανθός, γαλανομάτης. Έχω κάνει σκίτσο του. Κι όλοι τότε με μια φωνή: «Να ένας που έκαμε τον Τούρκο για να γλιτώσει». Τον Τούρκο για να γλιτώσει; Στυλώνω τ’ αυτιά μου σαν άλογο στρατιωτικό π’ ακούει σάλπιγγα. Ετοιμάζομαι ν’ ακούσω τ’ ανάκουστο· μ’ αυτός, ντροπαλός ανατολίτης, κοκκινίζει, κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί. Σε λίγο με το ούζο, με την κουβέντα, ζεστάθηκε. Κι άρχισε την ιστορία του· τουρκόφωνος, όπως όλοι τους, μα ανατολίτης αφηγητής. Εγώ θαρρούσα πως μου έπαιζε ένα βιολί σόλο. Όλοι αφοσιωμένοι, σωπαίναμε. Από τα μισά, είδα πως έπρεπε αυτή την ιστορία να την κρατήσω· κι άρχισα πάλι τις σημειώσεις. Είχα πάρει πια το ρυθμό του. Σαν τουρκόφωνος, έβαζε τα ρήματα στο τέλος. «Καλός, είπα, είναι». Αυτή η ξενική και παρατακτή σύνταξη με τα πολλά συνδετικά «και» μου έφερνε στο νου το ύφος της Παλαιάς Διαθήκης· μέσα σε μια υπερένταση, που μου την όξυνε η βιασύνη, κρατούσα, παρέλειπα και μετάλλαζα τα λόγια και τον κάπως παραφθαρμένο ρυθμό τους, φέρνοντάς τον στον κλασικά επικό λόγο και ρυθμό. Όταν τέλειωσε την αφήγησή του, πραγματικά του ‘πα: «βάλε την υπογραφή σου» και εκείνος έγραψε «Νικόλαος Καζάκογλου» (το Κοζάκογλου είναι δικό μου, σαν πιο εντυπωσιακό). Το άλλο πρωί πήγα στο σπίτι του, γνώρισα τη νέα γυναίκα του και το μικρό παιδί τους, και τον παρακάλεσα να μου υπαγορέψει την αρχή της ιστορίας, που δεν την είχα κρατήσει. Μα η αφήγησή του δεν είχε πια την ίδια ζεστασιά. Γι’ αυτό και στις δυο πρώτες εκδόσεις η αρχή μου είναι βιαστική. Τον έβαλα τότε κι έγραψε στα τούρκικα ένα γράμμα στον Χατζη-Μεμέτη, υπέροχο για τη λαϊκή του ευγένεια, όπου αφού του εξιστορούσε ότι ο Μπεχτσέτ που είχε κάποτε στη δούλεψή του ήταν Ρωμιός και βρίσκεται τώρα εδώ στην καινούρια πατρίδα του, και τον ευχαριστεί για την καλοσύνη που του ‘δειξε, τελειώνει πως «όσοι γνωρίζουν από κόσμο, ξέρουν πως αυτά όλα είναι από το Θεό». (Αντίγραφο από το γράμμα είχα και στα τούρκικα και μεταφρασμένο1).
Όταν έβγαινα από το χωριό τραβώντας για την Αικατερίνη, θαρρούσα κιόλας πως κρατούσα στη φούχτα μου ένα κομμάτι χρυσάφι. Σε μια στιγμή ένιωσα μια πελώρια παλάμη να με χτυπά φιλικά στην πλάτη σαν ο ίδιος ο Θεός να μου χάριζε μια παρηγοριά και ένα στήριγμα για τις υπόλοιπες μέρες της ζωής μου. Χριστούγεννα έκανα στο Κίτρος και παραμονή της Πρωτοχρονιάς γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Κάθισα αμέσως κι έγραψα υπαγορεύοντας2 την ιστορία μου μέσα σε μια βδομάδα. Την προόριζα, όπως και τα «ληστρικά» μου που έγραφα τότε σε συνέχειες3, για επαρχιώτικη εφημερίδα, τη Μακεδονία της Θεσσαλονίκης, που μου είχε δώσει την εντολή να βγω στην περιοδεία μου· μα δε συμφωνήσαμε στην τιμή κι ήρθα στην Αθήνα κι έδωσα τα ληστρικά μου στην Πρωία και την Ιστορία μου στον εκδότη Χ. Γανιάρη. Τον άλλο χρόνο (1929), βγαίνοντας για τη δεύτερη περιοδεία μου —όχι για να γράψω πια, αλλά για να ζωγραφίσω— πέρασα πάλι απο το Σπι και πήγα του Νικόλα και του συντρόφου του ένα αντίτυπο της ιστορίας του που είχε πια τυπωθεί. Ο Νικόλας όσο τη διάβαζε χαμογελούσε ευχαριστημένος κι απορημένος μαζί, που ήταν γραμμένη απαράλλαχτα όπως μου την είπε. Ο σύντροφός του, μακρύς και μελαχροινός (σαν Τουρκοκρητικός), τραυλός και δειλός (γι’ αυτό πιάστηκε και φυλακίστηκε στη Σμύρνη κι από κει λευτερώθηκε), στεναχωρήθηκε που στην ιστορία μου τον είχα κρεμάσει: «μ… μ… μα εμ… μένα για… ατί με… μ’ εσκότωσες;» μου λέει. Τι να του απαντήσω; Πως έτσι το ‘θελε η ιστορία; Δεν θα με καταλάβαινε. Φεύγοντας άφησα αρκετό χαρτί του Νικόλα για να γράψει την ιστορία του ο ίδιος· κάθισε και την έγραψε και μου την έφερε ύστερ’ από χρόνια στην Αθήνα, θα ‘ταν κατά το 1933-1934 (γιατί είχα τυπώσει στο μεταξύ και τη δεύτερη έκδοση του 1932). Μα δεν τα κατάφερε στο γράψιμο όσο στην προφορική αφήγησή του· τα καλύτερα κομμάτια είναι όσα αντέγραψε λέξη με λέξη από το βιβλίο· όμως πρόσθεσε μερικά επεισόδια, που τα χρησιμοποίησα σε τρίτη μου έκδοση. Τη χειρόγραφη ιστορία του Νικόλα την κατέθεσα στη βιβλιοθήκη της Κερκύρας. Ελπίζω να βρίσκεται.
Στην τρίτη έκδοση της Ιστορίας της άλλαξα βασικά τη μορφή. Κράτησα και τόνισα περισσότερο το λαϊκό λόγο, καθαρίζοντάς τον από τα πριμιτιβίστικα στοιχεία, τις υπερβολές και τις επαναλήψεις, ελαττώνοντας ακόμη και το ρυθμό, για να πάρει περισσότερη άνεση και αναπνοή ο αφηγηματικός λόγος. Έτσι, ας έχασε κάπου-κάπου την εκφραστική γοητεία, το στοιχείο του λόγου έγινε στερεότερο και διαρκέστερο. Το ίδιο στερέωσα τη σύνθεση, με την κλασική διαίρεση της ιστορίας σε 4 κεφάλαια, όπου να έχουν αυτοτέλεια μαζί και ενότητα (Κεφ. α’: η σύλληψη μέχρι την απόδραση με το σύντροφό του, β’: φτάσιμο στο χωριό τους όπου ζουν απόβλητοι και σπηλαιοδίαιτοι, γ’: η κορύφωση της απελπισίας τους, να χωρίσουν και να κατέβουν να δουλέψουν σαν Τούρκοι, δ’: η διαφυγή του ήρωα και η λύτρωση). Έτσι δυνάμωσε η ποικιλία και η ενότητα και η ιστορία πήρε περισσότερη αντοχή στο χρόνο. Αυτό κατορθώθηκε και με την αυστηρή εφαρμογή μιας άλλης κλασικής αρχής, των αντιθέσεων και της δραματικής κορύφωσης: Απ’ την αρχή της σύλληψης και το μπλοκάρισμα στο στρατώνα, η παρουσία του γραμματικού που την ακολουθεί ή άλλη του έφιππου λοχαγού που τους γονατίζει για να τους μετρήσει και η διαπόμπευση της αγοράς και τούτη η παρουσία του Χαφούζη, για να τελειώσει με του συχωριανού τους εφέ που στ’ αντίκρισμά του «στη γης πέσανε για να μη δώσουνε γνωριμία». Έτσι αντιθετικά συντίθεται το υλικό απ’ την αρχή ως το τέλος σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας που κρατά κι άλλη μια κλασική αρχή, της «αρχής, μέσης και τέλους». Το κλασικό αυτό καλουπάρισμα του λαϊκού υλικού της δίνει μια ιδιοτυπία που όχι ίσως εντελώς άστοχα την παρομοίασαν με την ιδιοτυπία του Κάλβου (Ραυτόπουλος, Επιθεώρηση Τέχνης4).
Δεν επιχειρώ περαιτέρω ανάλυση των προθέσεων και επιτεύξεων της Ιστορίας μου. Ελπίζω και γω μαζί με τους φίλους της ότι θα επιζήσει.

(Στρατής Δούκας, Ιστορία ενός αιχμαλώτου, 29η έκδ., Κέδρος, 1998)

 


  1. Το γράμμα και η μετάφραση του βρίσκονται στο Αρχείο Δούκα που φυλάσσεται στο Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
  2. Όπως μας πληροφόρησε ο κ. Δούκας, προκειμένου να κρατήσει την ποιότητα του προφορικού λόγου στο κείμενο, δεν έγραψε ο ίδιος την ιστορία, αλλά την υπαγόρευσε στον ξάδελφό του Αντρέα Χατζηδημητρίου, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τις σημεώσεις του. Αυτά έγιναν στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 1929.
  3. Τα κείμενα αυτά δημοσιεύτηκαν σε 9 συνέχειες στην εφημερίδα Πρωία, από την Κυριακή 3 έως τη Δευτέρα 11 Μαρτίου 1929. Ο τίτλος «Η ληστρική κοινωνία» είναι του εκδότη. Πραγματικός τίτλος και αντικείμενο των ανταποκρίσεων είναι «Η ορεινή Ελλάδα».
  4. «Πηγή λόγου: Στρατή Δούκα, Η ιστορία ενός αιχμαλώτου. Αναδημοσιεύτηκε στον τόμο Δημήτρης Ραυτόπουλος, Οι ιδέες και τα έργα, Δίφρος, Αθήνα 1965, σσ. 78-85.
  • Για την Ιστορία ενός Αιχμαλώτου
Ήτανε, είπαμε, ένα πρωτοπόρο βιβλίο. Πώς δούλεψα σ’ αυτό; Εγώ ενόμιζα επαρχιωτισμό το διακοσμητικό ύφος του Μυριβήλη και του Βενέζη. Γιατί είχα υπόψιν το απλό, το οποίο το είχα μέσα μου.
………………………………………………………………………………………………………………………….
Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου είναι ένα ιδιότυπο βιβλίο. Δε θα μπορούσε να το γράψει, έχω πει, κανένας από τους συγχρόνους μου. Ούτε εγώ· είναι ανώτερο από τις δυνάμεις μου. Γιατί είναι αποτέλεσμα της δουλειάς που έχω κάνει χέρι χέρι με το λαό. Αφού και το βίωμα δεν είναι δικό μου· είναι ξένο το βίωμα. Αυτό βοηθάει την αποστασιοποίηση, που λέει ο Μπρεχτ ότι είναι απαραίτητη για το επικό βιβλίο. Αλλά και ο Έλιοτ λέει κάτι παρόμοιο: Ότι στην τέχνη πρέπει να σιωπούν τα ατομικά αισθήματα.
………………………………………………………………………………………………………………………….
Επειδή το βιβλίο μου τελειώνει με τη φράση «Σαν τέλειωσε να μου διηγείται, του είπα: Βάλε την υπογραφή σου. Κι εκείνος έγραψε: Νικόλας Καζάκογλου», η κόρη του «αιχμαλώτου» ήλθε και μου ζήτησε ποσοστά. Της εξήγησα ότι εγώ άλλα ακούω και άλλα γράφω. Λέγει υπάρχει το κείμενο του πατέρα μου —δοσμένο από σένα στη βιβλιοθήκη της Κέρκυρας. Πραγματικά, όταν είχα βγάλει το βιβλίο πήγα και το έδωσα στον Καζάκογλου και τον σύντροφό του. (Ζούσε ακόμα και απορούσε που στην ιστορία μου τον είχα κρεμάσει. Τι να του πω;) Το άφησα στον Καζάκογλου για να γράψει την ιστορία του με το χέρι. Αλλά δεν είχε πια την πνοή του προφορικού λόγου. Ενας αγράμματος ήτανε, έβαζε τα μπρος πίσω. Είναι άλλο πράγμα. Δεν φτάνει καθόλου την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», που ως την τελευταία έκδοση τη δουλεύω· 50 χρόνια. Κάθε έκδοση την τελειοποιώ.

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Στρατή Δούκα στη Θεοδώρα Ζερβού για το περιοδικό Διαβάζω., τεύχος 74, 27.7.1982.

Το ύφος και το ήθος της Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα μου θυμίζει Ξενοφώντα, Κύρου Ανάβαση, αλλά και Ελληνικά. Άλλωστε με την Ανάβαση ο Αιχμάλωτος μοιάζει και στο θέμα. Έχουμε κι εδώ πεισματική προσπάθεια Ελλήνων να ξεμπλέξουν από την πολυδαίδαλη Μικρά Ασία και να φτάσουν στη θάλασσα, στην Ελλάδα. Κάθε φορά που διαβάζω τον Αιχμάλωτο — και σύντομος καθώς είναι τον έχω διαβάσει δεκάδες φορές — σχηματίζω την εντύπωση πως το έργο αυτό θα μπορούσε ν’ αποτελεί ένα αυτοτελές κεφάλαιο από την Ανάβαση, την Κάθοδο των Μυρίων, βέβαια. Αλλά μήπως και ολόκληρη η μικρασιατική εκστρατεία δεν έχει αναλογίες με τη στρατιωτική εκείνη περιπέτεια της αρχαιότητας;
Μ’ αυτά όλα δεν προσπαθώ να υποστηρίξω πως ο Στρατής Δούκας είναι επηρεασμένος στον Αιχμάλωτο από τον Ξενοφώντα, αν και κάτι τέτοιο, εγώ τουλάχιστο, θα το είχα για μεγάλο έπαινο. Απλώς συμπίπτουν, ως ένα σημείο, τα θέματα, η εμπειρία και η σοβαρή διάθεση των δύο συγγραφέων.
Εκείνο που θέλω να πω, κι εγώ με τη σειρά μου, είναι ότι ο Αιχμάλωτος αποτελεί ένα κλασικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Και σημειώνω εδώ τον όρο «έργο κλασικό» όχι μόνο με την έννοια του αντιπροσωπευτικού και υποδειγματικού, αλλά και μ’ εκείνη του μετρημένου και άκρως ισορροπημένου, που αποδίδουμε σε αρκετές απ’ τις δημιουργίες των αρχαίων. Και όπως είναι φυσικό να κάνει κανείς όταν βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τόσο αποτελεσματικό κείμενο, ιδίως όταν ενδιαφέρεται προσωπικά για τα μυστικά της γραφής, προσπαθώ κάθε φορά να το αναλύσω, να επισημάνω τα χαρακτηριστικά του και να ανακαλύψω τις αρχές που το διέπουν. Αλλά αυτό ως κείμενο γερό, καλοδουλεμένο και βαθύ, δεν αποκαλύπτεται εύκολα.
Τώρα που δόθηκε η ευκαιρία να αποτίσω κι εγώ φόρο τιμής στον Στρατή Δούκα, έκανα κάποιες συγκρίσεις, προσπαθώντας να βρω απάντηση σ’ αυτά που είπα πιο πάνω. Εκτός από τον Ξενοφώντα, ξανακοίταξα και άλλα κείμενα της λογοτεχνίας μας, αναφερόμενα στη μικρασιατική καταστροφή, όπως το Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη και τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου. Διάβασα ξανά και τον Οδοιπόρο του Στρατή Δούκα, γιατί, βέβαια, και ο Αιχμάλωτος ένα οδοιπορικό είναι, μα τυραγνισμένο και στανικό οδοιπορικό. Είναι περιττό να επισημάνω τώρα τα χαρακτηριστικά και τα κοινά σημεία των έργων αυτών, τα τρωτά ή τα προτερήματά τους. Θα απλωνόμασταν πάρα πολύ και θα ξέφευγε κι από μας ο Αιχμάλωτος. Πάντως, όλες αυτές οι μικροέρευνες με βοήθησαν να επιβεβαιώσω τα ακόλουθα: Ο λόγος του Αιχμαλώτου, οι λέξεις, οι φράσεις, οι χειρονομίες, το βλέμμα του αφηγητή, φτάνουν πάντοτε ως εκεί που επιβάλλουν ο χρόνος, ο τόπος, η προϊστορία και η δραματική κατάσταση των συγκεκριμένων προσώπων. Δεν γίνεται καμιά προσπάθεια εντυπωσιασμού, δεν επιδιώκεται τίποτε παραπάνω, που σε μια πρώτη ανάγνωση θα ήταν ίσως συναρπαστικό, αλλά σε μια βαθύτερη εξέταση θα βρισκόταν αταίριαστο. Κι έτσι παρατώντας τα άλλα έργα, που όχι μόνο χρονικά αλλά και φιλολογικά ανήκουν σε άλλα γένη, ξαναγύρισα στην προσφιλή μου ιδεοληψία, τον Ξενοφώντα και τον Αιχμάλωτο.
— Ο Αιχμάλωτος μολονότι κείμενο εξαιρετικά σύντομο — τόσο που λυπάσαι — αφήνει την αίσθηση του μεγάλου σε έκταση έργου. Κι αυτό χωρίς να φαίνεται καθόλου συμπιεσμένο, καθόλου αφαιρετικό, αντίθετα μοιάζει, ακόμα και στο έμπειρο μάτι, πάρα πολύ άνετο.
—  Στον Αιχμάλωτο αυτά που συνάγονται είναι απείρως περισσότερα απ’ αυτά που λέγονται ρητά. Απ’ τις πρώτες αράδες ακόμα αρχίζεις ν’ ακούς ανεπαίσθητα τα μικρασιατικά ελληνικά. Όχι ιδιωματικά στο λεξιλόγιο, αλλά στη σύνταξη κάπως. Το ρήμα, στους διαλόγους ιδίως, βρίσκεται συχνά στο τέλος της φράσης. Που και που πέφτει από καμιά τούρκικη λέξη, αλλά τόσο δικαιολογημένη, ώστε είναι άμεσα καταληπτή.
—  Γρήγορα διαπιστώνεις ότι η αφήγηση δεν έχει «στάσιμα», δεν κατατρίβεται σε σχολιασμούς και αυτοαναλύσεις, παρά τραβάει απ’ το ένα στ’ άλλο, στα γεγονότα. Η έλλειψη σχολιασμού αλλά και σχετλιασμού συντελεί στην αρμονική σύνδεση αφηγητή και κανονικού αναγνώστη, μια και ο παθός δεν εννοεί να αυτοπαρουσιάζεται κάθε τόσο ούτε ως εξαιρετικά ευαίσθητος και καταρρακωμένος απ’ τα συμβαίνοντα, ούτε όμως και ως ιδιαίτερα παλικαράς. Ένας συνηθισμένος λαϊκός άνθρωπος.
—  Η σκληρότητα των Τούρκων δίνεται, βέβαια, αλλά δεν υπερτονίζεται. Το έργο δεν αποτελεί μονόπλευρη καταγγελία, ούτε όμως και κατανομή ευθυνών. Απλώς, γίνεται σε κανονικό τόνο η αφήγηση μιας δυσάρεστης ιστορίας από έναν Έλληνα εντόπιο, που ξέρει καλά τους κατοίκους και τις εκεί συνθήκες. Η αφιέρωση που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου είναι πολύ διαφωτιστική σχετικά.
—  Χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη τέχνη η κλασική αρχή της αντίθεσης. Η αντίθεση έχει εδώ λεπτές αποχρώσεις, ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις και χρησιμοποιείται σαν δομικό υλικό. Γι’ αυτό και δεν διακρίνεται εύκολα. Γενικά, δεν έχουμε μόνο αντιπαράθεση συμβάντων, αλλά μυστική αντιπαράθεση σχημάτων, κινήσεων και μορφών. Και κάτι ακόμα, που σχεδόν το είπαμε: Η αντίθεση αναζητιέται και κλιμακώνεται μέσα στην ίδια την κατάσταση των αιχμαλώτων. Η σύγκριση δεν γίνεται με μεγέθη άλλα, εξωτερικά και ανεπηρέαστα, όπως ατμοσφαιρικά, φυσιολατρικά ή ιστορικά, που θα ήταν φανταχτερά ίσως αλλά άσχετα και άκαιρα. Αποφεύγεται επίσης η αυτοσυναισθηματική αντιπαράθεση, που αποτελεί συνήθως καταφύγιο και ταμείο της ευκολίας. Αντίθετα παρατηρείται συναισθηματική συνέπεια, που κι αυτή σπάνια δηλώνεται, μια και η κανονικότητα της ψυχολογίας και των πράξεων των προσώπων κάνει τη δήλωσή της περιττή.
—  Τέλος, ο Αιχμάλωτος που είναι μια σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση, χωρίς όμως να αποτελεί αυτοβιογραφία, στηρίζεται γερά στην επιμέρους εμπειρία του χώρου, των ανθρώπων και της εποχής, που είχε ο ίδιος ο Στρατής Δούκας. Δεν άκουσε απλώς μια συνταρακτική υπόθεση ο συγγραφέας και κάθισε κατόπι και τη συνέθεσε, μα καταπιάστηκε με μια ιστορία, που ήταν ικανός να εκτιμήσει το βάρος της, να δει την πλαστικότητά της και να προχωρήσει μέσα της σταθερά. Τα δοσμένα θέματα, όταν είναι ξένα προς τη ζωή και την εμπειρία του συγγραφέα, εσωτερική και εξωτερική, ποτέ δεν αποδίδουν. Το γνήσιο θέμα δεν αρχίζει από την αγωνιώδη συλλογή επιμέρους στοιχείων, αλλά από τον αγώνα για υπόταξη των στοιχείων, που αναβλύζουν. Πρέπει να έχει κανείς πλούσια και σωστή εμπειρία πραγμάτων ή καταστάσεων, βιωμάτων με μια λέξη, για να μπορέσει να προχωρήσει στην σύνθεση έργων στερεών, είτε αυτά υπακούουν στην αρχή της αιτιότητας και στην κατά την κοινή αντίληψη μορφή του κόσμου, είτε σε πραγματικότητες υπερβατικές, μυστικές και ξαναπλασμένες.
Αλλιώς, ό,τι και να επινοήσουμε, «νερό» δεν αναβλύζει.
Όταν το 1929 πρωτοβγήκε ο Αιχμάλωτος χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από πολλούς εκλεκτούς πνευματικούς ανθρώπους. Αργότερα, η γενιά του ’30, και μάλιστα ο πυρήνας της, αγνόησε ή και παραμέρισε τον Στρατή Δούκα και το έργο του. Όμως ο Αιχμάλωτος, το σύντομο αυτό αφήγημα, αποδείχτηκε, παρ’ όλα αυτά, ιδιαίτερα ανθεκτικό και γόνιμο για τη νεότερη πεζογραφία μας].

Γιώργος Ιωάννου: Εφήβων και μη, Κέδρος, Αθήνα 1982.

  • Για το Λιτό Αφηγηματικό Ύφος
Νέε μου φίλε,
Τι είναι η απλότης; Αν είναι ένστιχτο ή αρετή; Είναι βέβαια ένστιχτο, αφού βρίσκεται μέσα και στο πιο μικρό παιδάκι, αλλά είναι και αρετή, αρετή σπάνια, αφού δύσκολα απαντιέται ακόμα και στα πιο σοφά γεράματα. Αλλά είτε ως ένστιχτο, δηλαδή ως επιταγή της φύσης απάνου στην ανθρώπινη ψυχή, είτε ως αρετή, δηλαδή λεύτερη και αυτεξούσια υποταγή της ανθρώπινης ψυχής κάτου από τις εντολές του μεγάλου Παντός, πρέπει από κει μέσα, μέσ’ από τη φύση να ‘χει την πηγή της η απλότης. Ας έρτουμε λοιπόν να παρακολουθήσουμε την απλότητα μέσ’ από τη φύση. Μέσα στη φύση όλα είναι απλά. Όλα γεννιούνται· συντηρούνται και μεταλλάζουνται — δηλαδή ζουν και εκφράζουνται, με τα πιο απλά μέσα. Έτσι κι ο φυσικός άνθρωπος, ως παιδί και ως απολίτιστος, χωμένος ακόμα μέσα στη ζεστή αγκαλιά της φύσης, δεν μπορεί, παρά όπως όλα τα φυσικά πράγματα, να ζει και να εκφράζεται απλά. Αυτός είναι ο πρώτος παράδεισος. Όμως ξέρουμε πως ήρτε μια μέρα που διώχτηκεν από τούτον ο άνθρωπος. Ήτανε η μέρα που έφαγε από τον καρπό του ξύλου της Γνώσης για να γίνει Θεός. Από τότες η ιστορία τούτη επαναλαμβάνεται μέσα στη ζωή κάθε ανθρώπινης ψυχής. Για τον καθένα θάρτη η στιγμή που θα πετάξει την ησυχία της φυσικής διάθεσης, για ν’ αναλάβει το βάρος και τις ευθύνες της ανθρώπινης βούλησης. Θρονιάζοντας μέσα στα σπλάχνα το Εγώ του και υποτάζοντας σ’ αυτό τα πέντε του αισθητήρια, θ’ ανοίξει τον αγώνα του κατ’ απάνου στα μυστήρια τα θεϊκά. Θα χτυπά! και σε κάθε χτύπημά του θα πυκνώνεται περισσότερο το σκοτάδι, ως που να καταντήσει να ‘χει μάτια για να μην βλέπει και αυτιά για να μην ακούει. Τότες θα νιώσει τη συντριβή του. Κι ο άντρας θα πέσει στα γόνατα και θα κλάψει σαν αδύναμη γυναίκα. Θα είναι τα τελευταία σπαράγματα του Εγώ. Ύστερα σαν συνεφέρει και σαν ξεκαθαρίσει ο ουρανός του, θα ‘χει νιώσει, πως ό,τιβγαίνει έξω από την υποταγή των νόμων, βγαίνει έξω από το συναίσθημα της ευδαιμονίας και της αληθινής λευτεριάς που αισθάνονται όλα όσα αφίνονται κάτου απ’ τη διακυβέρνησή τους. Από κείνη τη στιγμή αρχίζει ν’ απολυτρώνεται. Κι από τότε, μέσα σε δάκρυα χαράς και μετάνοιας, μ’ ένα αίσθημα γλύκας στα σπλάχνα, όμοια με του βαριαρωστημιένου που πιάνει να ‘γιαίνει, αρχίζει το δρόμο της επιστροφής. Βαστώντας τον από τ’ αδύναμο χέρι ένα πνεύμα, τον ξαναφέρνει ύστερα από ‘να μακρυνό ταξίδι, εκεί, απ’ όπου ξέπεσε. Μ’ άσπρα μαλλιά και με ραβδί στο χέρι, πάει κι ανακαλύφτει, μια μια, όλες τις γωνιές του παιδικού του κόσμου. «Ὁμοιώθη παιδίῳ και εἰσῆλθεν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Έτσι από στοιχείο της φύσης, η απλότης, έγινε κατάχτηση ανθρώπινη. Από ένστιχτο, έγινε αρετή· — Μιαν αληθινή παρηγοριά μέσα στη ζωή, στην επιστήμη και στην τέχνη. Μέσα εκεί, η απλότης, είναι το πιο σίγουρο σημάδι, μιας αληθινά ωραίας και σοφής ζωής· λείπει κάθε φροντίδα επίδειξης. Ησυχασμένη πια η ψυχή από τη φαγούρα και τ’ άναμμα αυτής της πληγής, είναι σε θέση ν’ ακούει τόσο καθαρά τη φύση της, και να την εκφράζει τόσο ανεμπόδιστα, ώστε να συλλαβαίνει με κάποιο δικό της μυστικό, ολοκληρωτικά, σίγουρα και με μιαν αξιοθαύμαστη ευκολία, τα πιο πολύπλοκα συμπεράσματα, και να κρύβει κάτου από μιαν απλοϊκήν αφέλεια, τους πιο απόκρυφους θησαυρούς της έκφρασης.

Στρατής Δούκας, από το «Γράμματα σε Νέο φίλο μου»

  • Η Μικρασιατική Καταστροφή και η Νεοελληνική Λογοτεχνία
Η μικρασιατική καταστροφή, εκτός των άλλων, υπήρξε, όπως ήταν φυσικό, μια πλούσια πηγή έμπνευσης που έδωσε στη λογοτεχνία μας πολλά αξιόλογα ποιήματα και πεζά. Από την ποίηση θα αναφέρουμε ενδεικτικά το τραγούδι των προσφύγων του Παλαμά, Τ’ Ανιστόρητα του Μιχ. Αργυρόπουλου (Ρήγα Ραγιά), το Θρήνο των προσφύγων του Ρώμου Φιλύρα, την Ανατολή της Έλλης Παπαδημητρίου και, βέβαια, το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη. Από την πεζογραφία, όπου η παραγωγή είναι μεγαλύτερη, πάλι ενδεικτικά θα αναφέρουμε την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Σ. Δούκα, το Νούμερο 31328 του Βενέζη σε συνδυασμό και με τη Γαλήνητην Αιολική γη καθώς και πολλά διηγήματά του, κυρίως από τη συλλογή Ο Μανόλης Λέκας (1928), τους Πρόσφυγες του Γρ. Ξενόπουλου, τις Πρώτες ρίζες της Τατιάνας Σταύρου, την Αστροφεγγιά του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, τα Όνειρα της Αγγέλικας της Εύας Βλάμη, το Αϊβαλί η πατρίδα μου του Φ. Κόντογλου, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, τα Πέτρινα λιοντάρια της Ιουλίας Ιατρίδη, το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, τους Καραμανίτες του Χρ. Σαμουηλίδη, την Τρίπολη του Πόντου της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλιέξ.

Κώστας ΜπαλάσκαςΛογοτεχνία και Παιδεία, Επικαιρότητα, 1985, σ. 119

  • Χρονολόγιο Ιστορικής Περιόδου

1917: Η Ελλάδα παίρνει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία).

1918: Οι δυνάμεις της Αντάντ καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη.

1919: Τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών.

1920: Ο Κεμάλ Ατατούρκ δημιουργεί επαναστατική κυβέρνηση. Θανατική καταδίκη του από τον Σουλτάνο.

1920: (Νοέμβριος): Ο Ελευθέριος Βενιζέλος χάνει τις εκλογές. Επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου.

1921: Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί αρχίζουν να αλλάζουν πολιτικές θέσεις. Μυστική συμφωνία με τον Κεμάλ Ατατούρκ.

1922: Νίκη των Τούρκων στον Σαγγάριο ποταμό. Οι Έλληνες συντρίβονται. Οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού.

1922: (Αύγουστος-Σεπτέμβριος): Μικρασιατική καταστροφή. Πυρπόληση Σμύρνης.

1923: Υπογράφεται στη Λωζάνη η ομώνυμη συνθήκη. Αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών.

img24
«Μικρασιάτες πρόσφυγες σε καταυλισμό της Χίου, 1922», (φωτ. συλλ. Παν. Κουνάδη).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τον Στρατή Δούκα ΕΔΩ: 

Ο Στρατής Δούκας με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» πλούτισε τη νεοελληνική λογοτεχνία

 

Share this
The following two tabs change content below.
Νίκος Λαγκαδινός
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή