Τζοζουέ Αλεσάντρο Τζουζέπε Καρντούτσι

by Times Newsroom
Ο Τζοζουέ Αλεσάντρο Τζουζέπε Καρντούτσι (Giosuè Alessandro Giuseppe Carducci) (27 Ιουλίου 1835 − 16 Φεβρουαρίου1907) ήταν Ιταλός ποιητής ο οποίος θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους της Ιταλίας. Η επίδρασή του ήταν σημαντική και χαρακτηρίστηκε ως ο ανεπίσημος εθνικός ποιητής της σύγχρονης Ιταλίας. Το 1906 έγινε ο πρώτος Ιταλός που κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
 
Ο Καρντούτσι γεννήθηκε στο Βαλντικαστέλο, μικρή πόλη στη βορειοδυτική γωνιά της Τοσκάνης κοντά στην Πίζα. Ο γιατρός πατέρας του ήταν υπέρμαχος της ενοποίησης της Ιταλίας. Εξαιτίας των πολιτικών του ενασχολήσεων, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει αρκετές φορές κατά την παιδική ηλικία του Καρντούτσι, και να εγκατασταθεί τελικά για μερικά χρόνια στη Φλωρεντία.
 
Από την εποχή που ήταν στο κολέγιο, είχε ενθουσιαστεί από τη συγκρατημένη τεχνοτροπία της Ελληνικής και Ρωμαϊκής αρχαιότητας, και το ώριμο έργο του αντικατοπτρίζει ένα συγκρατημένο κλασικό στυλ, χρησιμοποιώντας συχνά τα κλασικά μέτρα Λατίνων ποιητών όπως ο Οράτιος και ο Βιργίλιος. Μετέφρασε το 9ο Βιβλίο της Ιλιάδας του Ομήρου στα Ιταλικά.
 
Το 1856 έλαβε το διδακτορικό του από το Σκουόλα Νορμάλε Σουπεριόρε ντι Πίζα και ξεκίνησε να διδάσκει σε σχολείο. Την επόμενη χρονιά, δημοσίευσε την πρώτη ποιητική του συλλογή, Rime. Τα χρόνια εκείνα ήταν δύσκολα για τον Καρντούτσι· ο πατέρας του πέθανε και ο αδερφός του αυτοκτόνησε.
 
Το 1859 νυμφεύτηκε την Ελβίρα Μενικούτσι και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Δίδαξε για σύντομο χρονικό διάστημα Ελληνικά σε ένα γυμνάσιο στην Πιστόια, και έπειτα ορίστηκε καθηγητής Ιταλικών στο πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Ήταν δημοφιλής λέκτορας και άσκησε δριμεία κριτική στη λογοτεχνία και την κοινωνία. Οι πολιτικές του απόψεις αντιτάσσονταν επίμονα με τον Χριστιανισμό γενικά και τις κοσμικές δυνάμεις της Καθολικής Εκκλησίας ιδιαίτερα. «Δεν γνωρίζω καμία αλήθεια του Θεού ούτε ειρήνη με το Βατικανό ή με κάποιον ιερέα. Αυτοί είναι οι πραγματικοί και αμετάβλητοι εχθροί της Ιταλίας», είχε πει στα μεταγενέστερα χρόνια του.
 
Ο αντικληρικός επαναστατικός ζήλος του διακρίνεται καταφανώς στο πιο διάσημο ποίημά του, το εσκεμμένα βλάσφημο και προκλητικό “Inno a Satana” (= “Ύμνος στο Σατανά”.) Το ποίημα συνετέθη το 1863 ως πρόποση σε πάρτυ δείπνου, εκδόθηκε το 1865 και επανεκδόθηκε το 1869 από τη ριζοσπαστική εφημερίδα της Μπολόνια Il Popolo, ως πρόκληση συγχρονισμένη να συμπέσει με το 20ό Οικουμενικό Συμβούλιο του Βατικανού, σε μια εποχή που ο επαναστατικός πυρετός ενάντια στον παπισμό ήταν υψηλός καθώς οι δημοκρατικοί πίεζαν τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς να θέσουν τέρμα στην κυριαρχία του Βατικανού επί των παπικών κτήσεων.
 
Ενώ το “Inno a Satana” είχε επαναστατικό αντίκτυπο, η υψηλότερη ποίηση του Καρντούτσι ήρθε στα μεταγενέστερα χρόνια. Οι συλλογές του Rime Nuove (“Νέες Ρίμες”) και Odi Barbare (“Βαρβαρικές Ωδές”) εμπεριέχουν την καλύτερη δουλειά του.
 
Ήταν ο πρώτος Ιταλός που κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1906, “όχι μόνο ως ανταμοιβή της βαθιάς γνώσης του και της κριτικής έρευνάς του, αλλά πάνω απ’ όλα ως φόρος τιμής στην δημιουργική του ενέργεια, φρεσκάδα του στυλ, και λυρική δύναμη που χαρακτηρίζουν τα ποιητικά του αριστουργήματα”.
 
Εκλέχτηκε επίσης στη Γερουσία της Ιταλίας. Αν και η φήμη του προέρχεται κυρίως από την ποίησή του, παρήγαγε επίσης σημαντικό πεζογραφικό έργο. Τα πεζά του, τα οποία εμπεριέχουν λογοτεχνική κριτική, βιογραφίες, ομιλίες και δοκίμια ανέρχονται σε 20 τόμους. Ο Καρντούτσι ήταν και εξαιρετικός μεταφραστής και μετέφρασε έργα των Γκάιτε και Χάινε στα Ιταλικά.
 
Πέθανε στη Μπολόνια το 1907 σε ηλικία 71 ετών.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή