Site icon Times News

10 Ιουνίου γιορτάζουν…

************************************************************************************************************

«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας, ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του…

Περισσότερα (+)

Ευαγγελική περικοπή (Λουκά 24: 36-53)

«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».

Αποστολικόν Ανάγνωσμα (Πραξ. 1: 1-12)

«1 Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, 11 οἳ καὶ εἶπον· Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ’ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανὸν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. 12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλὴμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.».

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία. Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50). Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του. Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.

Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του. Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως. Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά. Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30). Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄.
Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος, καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

Η Αγία μάρτυς Αντωνίνα, ήταν μία χριστιανή παρθένος, η οποία αποτελούσε ένα τηλαυγή αστέρα της κωμόπολης Καρδάμου (ή Kροδάμου), όπου και γεννήθηκε. Προικισμένη με εξωτερική και εσωτερική ομορφιά, ζούσε με εγκράτεια, σεμνότητα και άσκησε και έθεσε όλες τις δυνάμεις και τις οικονομίες της, στη διακονία, την περίθαλψη και ανακούφιση των πτωχών και δυστυχισμένων συνανθρώπων της.

Η χριστιανική της διαγωγή και συμπεριφορά, καταγγέλθηκε στον έπαρχο Φύστο, ο οποίος τη συνέλαβε και την ανέκρινε. Η Αντωνίνα με ακατάβλητο φρόνημα και θεία υπερηφάνεια, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό και κάλεσε και τον Έπαρχο να μετανοήσει και να βαπτισθεί χριστιανός. Απογοητευμένος ο έπαρχος, επειδή όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό και γνωρίζοντας ότι η Αγία έδιδε μεγάλη βαρύτητα στην παρθενική της τιμή, διέταξε να την ρίξουν σε κάποιο πορνείο. Η θερμή προσευχή της παρθένου, προκάλεσε τρομερό σεισμό στο σπίτι αυτό με αποτέλεσμα οι ίδιες οι γυναίκες να την διώξουν απ’ αυτό. Ο Φύστος την συνέλαβε ξανά και την έριξε σε κάποιο άλλο καταφύγιο.

Κάποιος όμως χριστιανός ονόματι Αλέξανδρος, επισκέφθηκε το πορνείο και τη φυγάδευσε δανείζοντάς της τα δικά του ρούχα. Έξαλλος ο Φύστος όταν πληροφορήθηκε το γεγονός διέταξε την άμεση σύλληψή τους. Μετά την απολογία τους διέταξε το σκληρό βασανισμό τους. Και όντως αφού τους ακρωτηρίασαν, τους άλειψαν με πίσσα και έριξαν τα σώματά τους στη φωτιά, χαρίζοντάς τους και στεφάνους του μαρτυρίου. Ήταν το έτος 313 μ.Χ.
Τα λείψανά τους μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και κατετέθησαν στη μονή Μαξιμίνου, όπου και ετελείτο Σύναξις αυτών.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ξυνωρὶς ἡ ἁγία τῶν Μαρτύρων ὑμνείσθω μοί, σὺν τῷ εὐκλεεῖ Ἀλεξάνδρω, Ἀντωνίνα ἡ πάνσεμνος· ἀγάπη γὰρ καὶ πίστει εὐσεβεῖ, ἐκλάμψαντες ἐν ἄθλοις ἱεροίς, ἰαμάτων ἐφαπλούσι μαρμαρυγᾶς, τοὶς ποθῶ ἀνακράζουσα δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι’ ὑμῶν, πάσιν ἰάματα

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Μαρτύρων ἔλαμψεν, ἡ ἀξιέπαινος μνήμη, ἦν πιστοί τελέσωμεν, καὶ ἀνυμνήσωμεν πιστῶς, ἐν ἐπὶ γνώσει κραυγάζοντες, Σὺ τῶν Μαρτύρων, Χριστὲ τὸ κραταίωμα.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχς β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἐν Χριστῷ, πνευματικοὺς ὁμαίμονας, καὶ ἐν ὁδοῖς, τῆς εὐσεβείας σύμφρονας, τὸν θεόφρονα Ἀλέξανδρον, σὺν Ἀντωνίνῃ μακαρίσωμεν· τοὺς ἄθλους γὰρ ἐκείνων καὶ τὰ στίγματα, ὡς μύρον εὐωδίας προσεδέξατο, ὁ τούτους δοξάσας ὡς ηὐδόκησε.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Δυὰς ἡ θαυμαστή, τῶν σεπτῶν Ἀθλοφόρων, ἐνέγκασα στερρῶς, τὴν πυρὰν τῶν βασάνων, ἐν δόξῃ παρίσταται, τῇ Τριάδι πρεσβεύουσα, χάριν ἔλεος, καὶ ἱλασμὸν τῶν πταισμάτων, τοῖς τὴν ἔνδοξον, αὐτῆς γεραίρουσι μνήμην, δοθῆναι ἐν πνεύματι.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ Ἀλέξανδρε Ἀθλητά· χαίροις Ἀντωνίνα, νύμφη ἄμωμε τοῦ Χριστοῦ· γνώμῃ γὰρ τελείᾳ, ἐχθροῦ τὰς μεθοδείας, ἀθλητικῇ δυνάμει, κατηδαφίσατε.

Ο Άγιος Τιμόθεος μαρτύρησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (360 – 363 μ.Χ.). Οι Συναξαριστές αφηγούνται, ότι το 361 μ.Χ. σκότωσε δράκοντα με θαυματουργικό τρόπο, που φώλευε μεταξύ της Προύσας και των θερμών υδάτων. Στον Συναξαριστή του, γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eίχε δε ο Άγιος δύναμιν και χάριν παρά Θεού, με την οποίαν εποίει διάφορα θαύματα. Όθεν και ένα μεγάλον δράκοντα εθανάτωσεν. Eκατοίκει δε ο δράκων αυτός μέσα εις ένα σπήλαιον εν τη δημοσία στράτα, ανάμεσα εις τα θερμά νερά της πόλεως Προύσης, όπου ήτον φυτευμένον ένα κυπαρίσσι πολλά χαριέστατον και ωραίον. Όθεν ο δράκων εκείνος, έχωντας μέσα του την κακίαν του νοητού και ανθρωποκτόνου δράκοντος Διαβόλου, εύγαινεν έξω από το σπήλαιον και εφαρμάκονεν με μόνον το φύσημά του, όχι, μόνον τους ανθρώπους, οπού επερνούσαν από τον τόπον εκείνον, αλλά και τα κτήνη και ζώα. Διά τούτο έκαμεν άβατον τον δρόμον, οπού είναι μεταξύ της Προύσης και των θερμών νερών, και τινάς δεν ετόλμα να περάση εκείθεν. Kατ’ εκείνον δε τον καιρόν μία βασίλισσα Xριστιανή, η οποία εκατοίκει εις την Απολλωνιάδα την εν Bιθυνία ευρισκομένην, ήλθεν εις την τοποθεσίαν της Προύσης. Mαθόντες δε τον ερχομόν της οι πλησίον κατοικούντες αδελφοί, έβαλαν κάποιας ευλογίας και δώρα μέσα εις ένα ιερόν άμφιον, και τας έστειλαν εις αυτήν, διά μέσου του Αγίου τούτου Tιμοθέου. Όταν δε έφθασεν ο Άγιος εις το κυπαρίσσι, εσηκώθη ο δράκων εναντίον του Αγίου. O δε Άγιος βαλών τας ευλογίας εις την άκραν του παλλίου του, ήτοι του επανωφορίου του, ετείλιξε και έσφιγξε το ιερόν εκείνο άμφιον, είτα με το χέρι του το εσφενδόνησεν επάνω εις τον δράκοντα, και ανεχώρησε. Αφ’ ου δε έδωκε τας ευλογίας εις την βασίλισσαν, εγύρισεν οπίσω, και ω του θαύματος! βλέπει τον δράκοντα νεκρόν, και εδόξασε τον Θεόν. Πέρνωντας δε το ιερόν εκείνο άμφιον, επήγεν εις την Mητρόπολίν του. Tούτο το θαύμα εφημίσθη πανταχού, διά τούτο οι άνθρωποι εσέβοντο τον Άγιον ως δούλον και φίλον Θεού.» Όταν το έμαθε ο Ιουλιανός, έστειλε απεσταλμένο του στον επίσκοπο ν’ αρνηθεί τον Χριστό. Αλλά επειδή ο Τιμόθεος έμεινε σταθερός στην πιστή του, ο Ιουλιανός τον αποκεφάλισε και έτσι έλαβε το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Ναός του Αγίου Τιμοθέου υπήρχε εντός του νοσοκομείου του «ἐν τῷ Δευτέρῳ» της Κωνσταντινούπολης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῖς τῶν αἱμάτων ὄμβροις καταρδευόμενος, Ἱερομάρτυς Κυρίου ἐκαρποφόρησας ἐν τῇ γῇ τῇ ἀγαθῇ τῆς καρδίας σου, τὴν ἀδάπανον τρυφήν, ἣν ἐδέξω ἐκ Θεοῦ, Τιμόθεε δυσωποῦμεν, ἐκ τῶν κινδύνων ῥυσθῆναι, τοὺς ἐκτελοῦντας τὴν μνήμην σου.

Ο Άγιος Νεανίσκος έζησε στα χρόνια του ηγεμόνα Αλεξανδρείας Μαξίμου, του οποίου η δούλη κατάγγειλε τον σοφότατο και ωραίο αθλητή του Χριστού Νεανίσκο. Ο ηγεμόνας τον βασάνισε ποικιλλοτρόπως, για να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά όταν είδε ότι δεν μπορούσε να το καταφέρει, διέταξε να θανατωθεί. Όταν τον οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης, μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, ήταν και η δούλη που τον πρόδωσε. Τότε ο Νεανίσκος της έκανε νόημα να τον πλησιάσει, και όταν τον πλησίασε της έδωσε το χρυσό δαχτυλίδι του ως δείγμα της ευγνωμοσύνης του, διότι δια της καταγγελίας της θα μετέβαινε πλησίον Εκείνου, τον Οποίο τόσο ποθούσε. Όταν έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, προσευχήθηκε και στη συνέχεια τον αποκεφάλισαν.

Ο Όσιος Κανίδης έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοδοσίου του Μεγάλου, το έτος 379 μ.Χ. Ήταν γιος ευσεβών γονέων, του Θεοδότου και της Θεοφάνους, που κατοικούσαν στην Καππαδοκία. Όπως αναφέρει η παράδοση, η μητέρα του Αγίου, δεν έτρωγε λιπαρά φαγητά κατά τους εννέα μήνες, που τον κυοφορούσε και όταν ο Άγιος ήταν ακόμη παιδί, τρεφόταν με σύνεση. Μικρός ακόμα, είχε κλίση στη μοναχική ζωή και σε ηλικία επτά ετών έφυγε σ’ ένα βουνό, όπου κλείστηκε μέσα σε μια σπηλιά και εκεί με νηστεία και προσευχή κατάρτιζε τον εαυτό του. Από την πολλή υγρασία της σπηλιάς αυτής, έπεσαν οι τρίχες της κεφαλής του και των γενείων του. Έτσι ασκητικά και όσια αφού έζησε 73 χρόνια, απεβίωσε ειρηνικά.

Ο Όσιος Θεοφάνης καταγόταν από την Αντιόχεια, και γεννήθηκε από γονείς ειδωλολάτρες. Σε ηλικία μόλις 15 χρονών, παντρεύτηκε και μετά τρία χρόνια έγγαμης ζωής, η σύζυγός του πέθανε. Αυτός τότε αποσύρθηκε σ’ ένα μικρό κελί, αφού πρώτα κατηχήθηκε και βαπτίστηκε χριστιανός, και εκεί ζούσε ζωή οσία. Όταν έμαθε ότι κάποια πόρνη, Πανσέμνη ονομαζόμενη, παρέσυρε πολλούς στο θάνατο της αμαρτίας, έβγαλε τα φτωχικά του ρούχα, ντύθηκε λαμπρή φορεσιά και πήγε στον πατέρα του. Του είπε ότι θέλει να ξαναπαντρευτεί και γι’ αυτό χρειαζόταν χρήματα. Ο πατέρας του χάρηκε και του έδωσε αρκετά χρυσά νομίσματα για τους γάμους του. Ο Θεοφάνης μόλις πήρε το χρυσό, πήγε και βρήκε την ωραία Πανσέμνη. Αφού έφαγαν και ήπιαν μαζί, τη ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του, με την προϋπόθεση όμως να γίνει χριστιανή. Η Πανσέμνη διέκρινε ότι, αυτός δεν ήταν σαν τους συνηθισμένους εραστές και τα λόγια του είχαν μιλήσει στην καρδιά της. Με χαρά λοιπόν μοίρασε τα υπάρχοντα της στους φτωχούς, βαπτίστηκε χριστιανή και έζησε με τον όσιο Θεοφάνη σ’ ένα διπλανό κελί. Ήταν τόσο ειλικρινής η μετάνοιά της Πανσέμνης και τόσο προόδευσε σε αρετή και οσιότητα, ώστε αξιώθηκε από τον Θεό και δια της θεραπευτικής χάριτος. Έτσι, θεοφιλώς και με οσιότητα αφού έζησε, κοιμήθηκε με ειρήνη. Μετά από λίγες εβδομάδες ακολούθησε αυτήν και ο Θεοφάνης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Ἱλασμοῦ τῶν πταισμάτων τυχοῦσα πάνσεμνε, τῷ φέγγει τῆς μετανοίας καταυγασθεῖσα τὸν νοῦν, τῆς ἀσκήσεως ἐφάνης θεῖον σέμνωμα, ὅθεν θαυμάτων δωρεᾶς, σὲ ἠξίωσε Χριστός, Πανσέμνη Ὁσία Μῆτερ, Ὃν δυσώπει τοῦ οἰκτηρῆσαι, ἡμᾶς τοὺς πίστει εὐφημοῦντάς σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίως βιώσαντες ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ἰσχύν, ἐχθροῦ ἐταπείνωσαν ὁ Θεοφάνης ὁμοῦ, Πανσέμνη ἡ πάνσεμνος, ὅθεν τῆς οὐρανίου, βασιλείας τυχόντες, ἄπαυστον ἱκεσίαν τῷ Θεῷ ἐκτελοῦσι, ὑπὲρ τῶν ἐπιτελούντων αὐτῶν, μνήμην τὴν εὔσημον.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὴν τῶν Ὁσίων ξυνωρίδα εὐφημήσωμεν, τὸν Θεοφάνην, ἀσκητῶν τὸ ἐγκαλλώπισμα, καὶ Πανσέμνην μετανοίας εὔοσμον μῦρον, ἣν ὁ Ὅσιος τὸν Κύριον μιμούμενος, ἐκ βυθοῦ τῆς ἁμαρτίας ἀνελκύσατο, ἀνακράζοντες· Παμμακάριστοι χαίρετε.

Κάθισμα
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον Σου Σωτήρ.
Μετὰ τὴν α΄ στιχολογίαν
Ἐμπόνοις στεναγμοῖς, καὶ δακρύων τοῖς ῥείθροις, τοὺς σπίλους τῶν παθῶν, ἐκκαθάρασα Μῆτερ, ἐγένου καθαρώτατον, τῆς Τριάδος παλάτιον, τῷ βαπτίσματι, καὶ σὺν φρονίμοις παρθένοις, εἰσελήλυθας, εἰς τὸν οὐράνιον γάμον, Πανσέμνη θεόληπτε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Μετὰ τὴν β΄ στιχολογίαν
Φῶς προσέλαβες, θεογνωσίας, θείοις ῥήμασι, τοῦ Θεοφάνους, καὶ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας ἐδίωξας, ἐν τῇ ἐρήμῳ Πανσέμνη κατώκησας, καὶ ἀρεταῖς τὴν ψυχὴν κατελάμπρυνας, ὅθεν γέγονας, Ὁσίων ἰσοστάσιος, καὶ σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ θείου Πνεύματος.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Μετὰ τὸν Πολυέλεον
Θεοφάνης σήμερον, σὺν τῇ Πανσέμνῃ, ὡς ἀστέρες λάμποντες, περιαυγάζουσιν ἡμᾶς, τοὺς ἀνυμνούντας τὴν ἄσκησιν, καὶ τοὺς ἀγῶνας, οὓς ἄμφω διήνυσαν.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Χειραγωγοῦντα σε, πρὸς βίον ἄΰλον, καὶ ὑποδείξαντα, ὁδὸν ἀσκήσεως, τὸν Θεοφάνην ὁ Σωτήρ, ἀπέστειλεν φιλανθρώπως, ὅθεν τοῦ βαπτίσματος, τῷ φωτὶ ἀπαστράψασα, ἅπασαν κατέλιπες, ἡδονῶν ἀμαυρότητα, καὶ γέγονας Ὁσία Πανσέμνη, σκεῦος Θεοῦ ἡγιασμένον.

Ὁ Οἶκος
Ἄφθαρτον εἰληφότες, ἐκ χειρὸς τοῦ Κυρίου, τὸ στέφος Θεόφανες καὶ Πανσέμνη, ἀσιγήτως ὑμνεῖτε Αὐτόν, καὶ νῦν τὰς δεήσεις ἡμῶν προσδέξασθε, τῶν τιμώντων τὴν μνήμην πιστῶς καὶ ἐκβοώντων κατὰ χρέος·

Χαίρετε, βάσεις τῆς Ἐκκλησίας·
χαίρετε, κρίνα τῆς ἀφθαρσίας.
Χαῖρε, Θεόφανες, τῶν ἀσκητῶν σύγκληρος·
χαῖρε, ἀσωμάτων Ἀγγέλων, ἐφαμιλλος.
Χαῖρε, Πανσέμνη, γνησίας μετανοίας διάγγελμα·
χαῖρε, τῶν ἐν βίῳ ἁμαρτανόντων τὸ ἐνίσχυμα.
Χαῖρε, Χριστοῦ μιμησάμενος τὴν ἀγάπην·
χαῖρε, τὴν ἁμαρτωλὸν διορθώσας τῆς πλάνης.
Χαῖρε, ἡ καθαρθεῖσα τοῖς δάκρυσι·
χαῖρε, ἡ λαμπρυνθεῖσα τοῖς πέρασι.
Χαίρετε, σκεύη ἡγιασμένα·
χαίρετε, Θεῷ καθιερωμένα.
Παμμακάριστοι χαίρετε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις μετανοίας εἰλικρινοῦς, Πανσέμνη Ὁσία, ὑποτύπωσις ἐναργής, χαίροις ποδηγέτα, αὐτης πρὸς σωτηρίαν, Θεόφανες Ὁσίων ἄνθος ἡδύπνευστον.

Ο Άγιος Απολλώς (ή Απόλλων) ο Επίσκοπος απεβίωσε ειρηνικά. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του.

Ο Άγιος Αλέξιος απεβίωσε ειρηνικά. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του.

Ο Άγιος Οσιομάρτυς Σάββας γεννήθηκε στα Στάγειρα περί τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ. Από αγάπη προς το μοναχικό βίο καταφεύγει στη μονή Κωνσταμονίτου του Αγίου Όρους, όπου ασκείται ως μοναχός. Η μετάβασή του σε αυτή τη μονή δικαιολογείται από τη σχέση που είχε με τα Στάγειρα και γενικά με τη Χαλκιδική.

Στη μονή αυτή, που τιμάται προς τιμήν του Αγίου Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, αφιέρωσε το βίο του ο Άγιος Σάββας και προέκοπτε στην αρετή και την ευσέβεια, προετοιμαζόμενος έτσι να λάβει και το στεφάνι του μαρτυρίου.

Ο Άγιος Σάββας ζούσε, κατά την επανάσταση της Χαλκιδικής, το 1821 μ.Χ., όταν κλήθηκε να ακολουθήσει την οδό του μαρτυρίου. Μοναδική πηγή του μαρτυρίου είναι ο μοναχός Δοσίθεος, ο Λέσβιος Κωνσταμονίτης, ο οποίος περιγράφει το μαρτύριο πέντε Οσιομαρτύρων εκ της Μονής Κωνσταμονίτου, υπό τον τίτλο «Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν Ἱερομαρτύρων καὶ Ὁσιομαρτύρων, τῶν ἐν λαμψάντων ἁγιορειτῶν ὁσίων Πατέρων, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν θανατωθέντων» (βλέπε και 12 Ιουνίου).

Ας δούμε πως περιγράφει ο Δοσίθεος το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Σάββα: «Τώρα δὲ ἀδελφοί, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν ἁπλοῦν Σάββαν τὸν Σταγειρίτην, ὅστις προεγνώρισε καὶ αὐτὸς μακάριος τοῦ θανάτου του τὸν τρόπον, διότι ἀναχωρώντας ἀπὸ τὸ Κοινόβιον, ὅταν ἐστάλθη ἔξω εἰς τὴν Ἱερισσὸν ἀπὸ τοὺς Πατέρας, εἶπεν εἰς ἕνα ἀδελφὸν τοῦ κοινοβίου φίλον του τὸ μέλλον γενέσθαι.

Εἶδε, λέγω ἐν ὁράματι τὴ νύκτα, ὅτι διώκοντές τον οἱ ἐχθροὶ τὸν ἐθανάτωσαν. Καὶ οὕτως ἐφάνη εἰς τὸν μακάριον, ὅτι ἡ ψυχή του ἐπέταξεν εἰς τοὺς οὐρανούς, τὸ δὲ σῶμά του εἰς τὴν γῆν. Καὶ ἀλήθευσεν ἡ πρόγνωσις καὶ ἡ πρόρρησις αὕτη μετὰ τοῦ ὁράματος. Διότι ἀπερνώντας ἐκεῖθεν ἀπὸ τὴν τοῦ Ζωγράφου σεβάσμιαν Μονήν, ἐθανατώθη ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ὁ μακάριος, ὁμοῦ μὲ ἄλλον ἕνα κοσμικόν, δοῦλον καὶ αὐτὸν τοῦ Μοναστηρίου, καὶ οἱ δύο ἦτον Σταγειρῖται. Καὶ οὕτως ἔγινεν ἡ μακαρία κοίμησις καὶ αὐτῶν».
Έτσι μαρτύρησε ο Άγιος Οσιομάρτυρας Σάββας και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας του Θεού.
Την πρώτη εικόνα του Αγίου ιστόρησε ο αγιογράφος Χρήστος Καραπάλης και την ακολουθία συνέθεσε ο υμνογράφος κ. Χαράλαμπος Μπούσιας.
Η πρώτη πανήγυρις προς τιμήν του Αγίου έγινε το 1988 μ.Χ. όταν υπεδέχθη η ενορία την πρώτη εικόνα του Αγίου και παρευρέθη ο Μητροπολίτης Ιερισσού κυρός Νικόδημος.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Των Σταγείρων τον γόνον και μονής εγκαλλώπισμα του Κωνσταμονίτου εν Άθω, τον την βίβλον σφραγίσαντα αυτού της πανοσίας βιοτής δι’ αίματος ιδίου μυστικώς, θείον Σάββαν, εγκωμίων αναφωνούντες ρόδοις καταστέψωμεν. Δόξα τω σε κρατύναντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω σε μεσίτην κραταιόν πιστοίς δωρήσασθαι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Των Σταγείρων το κλέος και του Άθω το καύχημα, τον Οσιομάρτυρα Σάββα, εν ωδαίς ευφημήσωμεν, ασκήσει και αθλήσει κρατερά ενίκησε τον δόλιον εχθρόν, και κατ’ όναρ ηξιώθη θείας φωνής, προειπούσης το μαρτύριον. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε ενισχύσαντι, δόξα εν υστέροις τοις καιροίς, σε στεφανώσαντι.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω.
Του Χριστού ακολούθησας θείοις ίχνεσι και σταυρόν επωμαΐδιον αράμενος της ασκήσεως την μάνδραν Κωνσταμονίτου ως κονίστραν τελειώσεως επέλεξας, πριν ή λάβης της αθλήσεως τον στέφανον όθεν κράζομεν Χαίροις, Σάββα μακάριε.

Μεγαλυνάριον
Λίμασιν εφοίνιξας την στολήν της ψυχής σου, Σάββα, δι’ ασκήσεως, ήνπερ πριν, Σταγειρίτα μάκαρ, εν τη Κωνσταμονίτου μονή αρτίως πλείστοις πόνοις ελεύκανας.

Ο Όσιος Σιλουανός ο της Λαύρας Κιέβου ήταν Ρώσος και έζησε στα τέλη του 13ου και αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του.

Ο Άγιος Βασίλειος έζησε στη Ρωσία μεταξύ του 13ου και του 14ου αιώνα μ.Χ. και λόγω των αρετών του εξελέγη Επίσκοπος Ριαζάν και Μούρωμ. Ήταν εκείνος που διαπλέοντας θαυματουργικά νερό, μετέφερε τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Μούρωμ στην πόλη του Ριαζάν. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ της Σιβηρίας γεννήθηκε το 1651 μ.Χ. στην πόλη Νεζίν και κοιμήθηκε το 1715 μ.Χ. Αγιοκατατάχθηκε στις 10 Ιουνίου του 1916 μ.Χ.

Ο εορτασμός της Σύναξης πάντων των εν Σιβηρία Αγίων καθιερώθηκε το 1984 μ.Χ., επί Πατριάρχου Μόσχας Ποιμένος. Οι Άγιου που εορτάζουν είναι οι:
Ανδρέας, ηγούμενος της μονής Ραφαήλ (Τομπόλσκ) (+ 1820) (βλέπε 14 Μαΐου)
Αντώνιος, Μητροπολίτης Τομπόλσκ (+ 1740) (βλέπε 27 Μαρτίου)
Αρέθας των Αλταΐων (+ 1910) (βλέπε 15 Μαΐου)
Βαρλαάμ, Αρχιεπίσκοπος Τομπόλσκ (+ 1802) (βλέπε 27 Δεκεμβρίου)
Βαρλαάμ του Σικίζσκ, ο ερημίτης (+ 1846) (βλέπε 5 Οκτωβρίου)
Βασίλειος της Μανγκαζίας, ο μάρτυς (+1602) (βλέπε 22 Μαρτίου)
Κοσμάς του Βερχοτούρε (+ 1706) (βλέπε 1 Νοεμβρίου)
Δανιήλ του Ασίνσκ (+ 1843) (βλέπε 15 Απριλίου)
Δημήτριος Μητροπολίτης του Ροστώβ (+1709) (βλέπε 28 Οκτωβρίου)
Δόμνα του Τόμσκ, η δια Χριστόν σαλή (+ 1872) (βλέπε 16 Δεκεμβρίου)
Γεράσιμος Επίσκοπος του Αστραχάν (+1880) (βλέπε 24 Ιουνίου)
Γερμανός της Αλάσκα (+ 1837) (βλέπε 9 Αυγούστου)
Ιννοκέντιος, πρώτος επίσκοπος Ιρκούτσκ (+ 1731) (βλέπε 26 Νοεμβρίου)
Ιννοκέντιος, Μητροπολίτης Μόσχας και φωτιστής της Αλάσκας και της Σιβηρίας (+ 1879) (βλέπε 31 Μαρτίου)
Ιωάννης, Μητροπολίτης του Τομπόλσκ, ο θαυματουργός (+ 1715) (βλέπε 10 Ιουνίου)
Ιωάννης του Βερχοτούρε, ο δια Χριστόν σαλός (+ 1701) (βλέπε 16 Απριλίου)
Μακάριος των Αλταΐων (+ 1847) (βλέπε 16 Μαΐου)
Μελέτιος, επίσκοπος Χάρκωβ (+ 1840) (βλέπε 12 Φεβρουαρίου)
Μελέτιος, επίσκοπος του Ριαζάν (+ 1900) (βλέπε 14 Ιανουαρίου)
Μισαήλ του Αμπαλάσκ (+ 1797) (βλέπε 17 Δεκεμβρίου)
Νεκτάριος, Αρχιεπίσκοπος Τομπόλσκ (+ 1666)
Πέτρος, Μητροπολίτης Τομπόλσκ (+ 1820) (βλέπε 4 Μαρτίου)
Φιλάρετος, Μητροπολίτης Κιέβου (+ 1857) (βλέπε 2 Δεκεμβρίου)
Φιλόθεος, Μητροπολίτης Τομπόλσκ (+ 1727) (βλέπε 31 Μαΐου)
Συμεών, Μητροπολίτης Σμολένσκ (+ 1699) (βλέπε 4 Ιανουαρίου)
Συμεὼν του Βερχοτούρε (βλέπε 18 Δεκεμβρίου)
Συνέσιος του Ιρκούτσκ (+ 1787) (βλέπε 10 Μαΐου)
Σωφρόνιος, επίσκοπος Σμολένσκ (βλέπε 30 Μαρτίου)
Στέφανος του Τόμσκ (+ 1876) (βλέπε 30 Ιουνίου)
Θεόδωρος του Τόμσκ (+ 1864) (βλέπε 20 Ιανουαρίου)

Στο δρόμο που οδηγεί στον Πλατύ Γιαλό ξεπροβάλλει ο ιερός βράχος της Χρυσοπηγής. Πρόκειται για ένα από τα πιο ωραία και πιο φημισμένα τοπία της Σίφνου: μια μικρή γέφυρα συνδέει τη νησίδα με την υπόλοιπη Σίφνο ενώ επάνω στο βράχο δεσπόζει η Μονή η οποία είναι του 16ου μ.Χ. αιώνα.

Στο εσωτερικό της Μονής φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Χρυσοπηγής.

Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, τα χρόνια των Κουρσάρων στο μοναστήρι της Παναγιάς της Χρυσοπηγής, ζούσαν καλόγριες οι οποίες συντηρούσαν την μονή και ζούσαν στα κελιά της. Σε μια επιδρομή στο νησί, και ενώ οι περισσότερες από τις καλόγριες της πρόλαβαν να φύγουν μακριά από τους επιδρομείς, μια εξ΄ αυτών έμεινε πίσω στην μονή. Καταδιωκόμενη από τους Κουρσάρους, η καλόγρια παρακάλεσε την Παναγιά την Χρυσοπηγή να την σώσει. Ανταποκρινόμενη στο κάλεσμα, η Παναγιά χώρισε τον όρμο στα δύο δημιουργώντας ένα σχίσμα, ρίχνοντας τους επιδρομείς στην θάλασσα. Το σχίσμα αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Χρυσοπηγής όπου μια λωρίδα θάλασσας χωρίζει τον όρμο από τη στεριά.

Η Παναγία Χρυσοπηγή έχει ανακηρυχθεί προστάτιδα του νησιού από το 1964 μ.Χ. και στη Παναγία αποδίδονται πάνω από 35 θαύματα.

Η κύρια εκκλησία είναι μια βασιλική με κυλινδρικό θόλο και εσωτερικούς τοίχους που σχηματίζουν μια ημικυκλική αψίδα. Το δάπεδο είναι μαρμαρόστρωτο και φέρει μια επιγραφή με τη χρονολογία 1818 μ.Χ. Διαθέτει επίσης ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο.

Κανονικά εορτάζει την Πέμπτη μέρα μετά το Πάσχα, όμως στη Σίφνο η Παναγιά η Χρυσοπηγή τιμάται πανηγυρικά την ημέρα της Ανάληψης του Κυρίου, δηλαδή 40 μέρες ύστερα από το Πάσχα.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ΄.
Την θείαν εικόνα σου ως θησαυρόν αληθή η Σίφνος κατέχουσα αγαλλιάται εν σοι, Παρθένε Πανάχραντε. Ταύτην γαρ ελυτρώσω, λοιμικής πάλαι νόσου, νυν δε ημιν βλυστάνεις, ως Πηγή Ζωοδόχος, της σης Θεογεννήτορ, ευνοίας τας χάριτας.

Η Παναγία η Αρβανίτισσα είχε επικρατήσει να εορτάζετε την ημέρα της Αναλήψεως. Ύστερα όμως από τις προσπάθειες του π. Νεκταρίου, καθιερώθηκε να εορτάζει την πρώτη Κυριακή μετά των Αγίων Πάντων.

Διαβάστε για την Παναγία την Αρβανίτισσα εδώ.

Πηγή: http://www.saint.gr

Exit mobile version