15 Μαΐου γιορτάζουν…

Μνήμη του οσίου πατρός ημών Παχωμίου, του Μεγάλου, Μνήμη των αγίων μαρτύρων Τορκουάτου, Κτησιφώντος, Σεκούνδου, Ινδαλετίου, Καικιλίου, Ησυχίου και Ευφρασίου, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Σιμπλικίου, Μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Αχιλλίου, επισκόπου Λαρίσης, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Σιλβανού, του Ταβεννησιώτου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ιλαρίου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Βαρβάρου, του Μυροβλύτου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Πανηγυρίου, του εκ Κύπρου, Μνήμη εν τω περιτειχίσματι και η ανάδειξις της αχειροποιήτου εικόνος εν Καμουλιανοίς, φρουρηθείσης εν τοις χρόνοις Θεοδοσίου του βασιλέως, Μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Ησαίου, επισκόπου Ροστώβ, του Θαυματουργού, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ησαίου, του εν τη Λαύρα του Κιέβου ασκήσαντος, του Θαυματουργού, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ανδρέου του Ερημίτου, του Θαυματουργού, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Παχωμίου του Αναχωρητού, του εκ Ρωσίας, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ευφροσύνου, ηγουμένου της μονής Πσκωφ της Ρωσίας, του Θαυματουργού, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Σεραπίωνος, του Πσκωφ της Ρωσίας, Μνήμη του αγίου Δημητρίου του Θαυματουργού, πρίγκηπος του Ούγκλιχ και της Μόσχας, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Παχωμίου, του Κένο, Ανακομιδή των ιερών λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Τύχωνος, επισκόπου Ζαντόνσκ, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Νικολάου, πατρός των αγίων ιερομαρτύρων Αβερκίου και Παχωμίου, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Αβερκίου, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Παχωμίου, αρχιεπισκόπου Τσέρνιγκωφ, Επανακομιδή της τιμίας κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου εις Κρήτην

by Times Newsroom
    • Κυριακή του Παραλύτου
    • Όσιος Παχώμιος ο Μέγας
    • Όσιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσης
    • Όσιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης
    • Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός
    • Άγιος Ησαΐας ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ροστώβ
    • Άγιος Δημήτριος ο Μοσχοβίτης, ο Θαυματουργός
    • Όσιος Ησαΐας ο Θαυματουργός
    • Μνήμη εν τω περιτειχίσματι και η ανάδειξις της αχειροποιήτου εικόνος εν Καμουλιανοίς
    • Ανακομιδή της τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου
    • Όσιος Πανηγύριος ο θαυματουργός
    • Οσία Καλή
    • Όσιος Σιλβανός ο Ταβεννησιώτης
    • Όσιος Ευφρόσυνος ο Θαυματουργός
    • Όσιος Παχώμιος ο Αναχωρητής
    • Όσιος Παχώμιος του Κένο
    • Ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος Επισκόπου Ζαντόνσκ
    • Άγιος Νικόλαος ο Ιερομάρτυρας
    • Άγιος Αβέρκιος ο Ιερομάρτυρας
    • Άγιος Παχώμιος ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ
    • Άγιος Αρέθας των Αλταΐων
    • Άγιοι Dymphna και Gerebernus
    • Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου
    • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη και Ομολογητή
    • Ανάμνηση Θαύματος Αγίας Βαρβάρας στην Λευκάδα
    • Σύναξη πάντων των Ευβοέων Αγίων
    ********************************************************************************************************
    • Κυριακή του Παραλύτου

    Η Κυριακή του Παραλύτου αντλεί το θέμα της από την ευαγγελική περικοπή, που αναγινώσκεται στην θεία λειτουργία. Αυτή περιλαμβάνει τήν διήγηση της ιάσεως του παραλυτικού στην Προβατική κολυμβήθρα, την Βηθεσδά, στα Ιεροσόλυμα (Ιω. 5, 1-15). Το δράμα του επί 38 έτη παραλύτου συγκινεί τον Κύριο και τον θεραπεύει. Ο Χριστός παρουσιάζεται σαν ιατρός ψυχών και σωμάτων. Τον παράλυτο δεν τον θεραπεύει η κολυμβήθρα, αλλά ο πανσθενουργός λόγος του Κυρίου.

    Κοντάκιον
    Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
    Τὴν ψυχήν μου Κύριε, ἐν ἁμαρτίαις παντοίαις, καὶ ἀτόποις πράξεσι, δεινῶς παραλελυμένην, ἔγειρον, τῇ θεϊκῇ σου ἐπιστασίᾳ, ὥσπερ καὶ τὸν Παράλυτον, ἤγειρας πάλαι, ἵνα κράζω σεσωσμένος· οἰκτίρμον δόξα, Χριστὲ τῷ κράτει σου.

    • Όσιος Παχώμιος ο Μέγας.

    Ο Όσιος Παχώμιος γεννήθηκε το 292 μ.Χ στην Κάτω Θηβαΐδα της Αίγυπτου από γονείς ειδωλολάτρες και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στο στρατό, στον οποίο κατετάγη σε ηλικία 20 ετών, γνωρίσθηκε με Χριστιανούς στρατιώτες και διδάχθηκε από αυτούς τα της Χριστιανικής πίστεως. Όταν δεν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, εγκατέλειψε τον κόσμο και αφού μετέβη στην Ανω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε και εκάρη μοναχός. Επιθυμώντας μεγαλύτερη ησυχία, για να αφοσιωθεί στην ερημική ζωή και την άσκηση, κατέφυγε στην έρημο και ετέθη υπό την πνευματική καθοδήγηση του περίφημου ησυχαστού Παλάμονος (τιμάται 12 Αυγούστου), του οποίου έγινε τέλειος μιμητής.

    Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατέρα, περί το 320 μ.Χ., κατέφυγε σε έρημο νησίδα του Νείλου, τη νήσο Ταβέννη της Ανω Θηβαΐδας, όπου βοηθούμενος και από τον ασπασθέντα το μοναχικό σχήμα αδελφό του Ιωάννη, ίδρυσε μικρή μονή. Η φήμη της αγιότητας και της συνέσεώς του είλκυσε πολλούς μοναχούς, εξ αιτίας δε τούτου ολοένα και μεγάλωνε τη μονή του, ώστε σε διάστημα λίγων ετών αυτή να αριθμεί περισσότερους από 14.000 μοναχούς. Έτσι ο Όσιος Παχώμιος έγινε ένας από τους μεγάλους οικιστές και ασκητές της ερήμου.

    Ο Όσιος Παχώμιος θεωρείται θεμελιωτής της κοινοβιακής οργανώσεως των ασκητών. Όπως φαίνεται από την Λαυσαϊκή Ιστορία, βιβλίο που έγραψε ο Παλλάδιος περί το 420 μ.Χ., οι μοναχοί του Παχωμίου, που ονομάζονταν Ταβεννησιώτες, ζούσαν ανά τρεις σε μικρά οικήματα. Ο Όσιος Παχώμιος επέβαλε στους μοναχούς κοινή προσευχή κάθε πρωί και βράδυ (συνολικά βέβαια οι μοναχοί προσεύχονταν, σύμφωνα με τον Κανόνα, δώδεκα φορές την ημέρα και δώδεκα τη νύχτα), κοινή εργασία, κοινά έσοδα, κοινές δαπάνες, κοινά γεύματα και ομοιόμορφη ενδυμασία. Τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές και τυρί. Κατ’ αυτά οι μοναχοί δεν μιλούσαν μεταξύ τους, και γι αυτό συνεννοούνταν με νεύματα. Κάλυπταν δε τα πρόσωπά τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να βλέπουν μόνο την τράπεζα. Η ομοιόμορφη στολή τους αποτελείτο από τα εξής ενδύματα: λινό χιτώνα (« λεβιτωνάριο »), που έφθανε λίγο κάτω από τα γόνατα και ζωνόταν με ζώνη, λευκό μάλλινο ένδυμα αιγός ή προβάτου («μηλωτή»), επίσης ζωσμένο, που έφθανε έως τα γόνατα και είχε την μαλλοφόρο όψη προς τα έξω, κωνοειδές κουκούλιο, που στο πίσω μέρος έφθανε μέχρι τους ώμους και μικρό λινό ωμοφόριο (« μαφόριον » ή « μαφόριτιον ») που κάλυπτε συνήθως τον αυχένα και τους ώμους. Υποδήματα σπανίως χρησιμοποιούσαν.

    Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί εκοιμούντο καθήμενοι και κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο και Κυριακή. Διαιρούνταν σε είκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα από τα οποία χαρακτηριζόταν με ένα γράμμα της αλφαβήτου, ανάλογα με την κατάσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς εκείνων που το αποτελούσαν.

    Πνεύμα οργανωτικό και απαράμιλλος στην καθοδήγηση και την διακυβέρνηση προσώπων και πραγμάτων, κατόρθωσε να διατηρήσει μεταξύ του πλήθους της περί αυτόν αδελφότητας πειθαρχία και αγάπη, φροντίζοντας ως φιλόστοργος πατέρας για τις πνευματικές και υλικές τους ανάγκες, δια δε των σοφών συμβουλών του και του παραδείγματός του να τους ενθαρρύνει στον αγώνα προς την αγιότητα. Λόγω της θεοσέβειας και της θεοφιλούς του δράσεως ο Όσιος Παχώμιος επροικίσθηκε από τον Θεό δια της χάριτος της θαυματουργίας και επιτέλεσε πλείστα όσα θαύματα. Το 348 μ.Χ. περιποιούμενος ο ίδιος τους μοναχούς που ασθένησαν από πανώλη, αρρώστησε και ο ίδιος και μετά από λίγο απέθανε. Τον Όσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος (τιμάται 16 Μαΐου).

    Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
    Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
    Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.
    Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος πλ. δ’.
    Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Παχώμιε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
    Κοντάκιον
    Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
    Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.
    Ἕτερον ΚοντάκιονἮχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις 
    Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν στόματι πολιτείαν, ἐπιδεξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.Μεγαλυνάριον
    Χαίροις εὐσεβείας ὑπογραμμός, καὶ τῶν μοναζόντων, Ἀγελάρχης θεοειδής. Χαίροις τῆς Αἰγύπτου, κανὼν καὶ τύπος μέγας, Παχώμιε θεόφρον, Πατέρων καύχημα.

    • Όσιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσης.
    Ο Όσιος Αχίλλιος καταγόταν από την Καππαδοκία και έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 – 337 μ.Χ.). Ο νεανικός του πόθος, τον έφερε στους άγιους Τόπους και κατόπιν στη Ρώμη. Εκεί επιδόθηκε στο Ιερό έργο του Ιεροκήρυκα, διδάσκοντας ακατάπαυστα το θείο λόγο σε πόλεις και χωριά, αψηφώντας ανάγκες, βρισιές, διωγμούς και ταλαιπωρίες. Οι μεγάλες και σπουδαίες υπηρεσίες του, τον ανέδειξαν επίσκοπο Λαρίσης. Από τη νέα του θέση ο Αχίλλιος, υπήρξε ο πνευματικός αρχηγός και διδάσκαλος, αυτός που έλεγε και έπραττε. Κήρυττε κάθε μέρα, βοηθούσε τις χήρες, προστάτευε τα ορφανά, ανακούφιζε τους φτωχούς, υπεράσπιζε τους αδικημένους, ήταν ο άγρυπνος φύλακας και φρουρός της παρακαταθήκης της πίστεως και του ποιμνίου πού του εμπιστεύτηκαν. Ο Αχίλλιος διακρίθηκε και στην Α’ Οικουμενική σύνοδο που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια, εναντίον του Αρείου. Και τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τις αρετές του, του έδωσε μεγάλη χρηματική δωρεά την οποία, όταν ο Αχίλλιος επέστρεψε στη Λάρισα, διέθεσε για να κτίσει ναούς και για τη μέριμνα των ασθενών και των φτωχών. Όταν προαισθάνθηκε το θάνατο του, κάλεσε κοντά του όλους τους Ιερείς της επισκοπής του και τους έδωσε πατρικές συμβουλές για τα καθήκοντα τους.
    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
    Λαρίσης σὲ πρόεδρον, καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν ὡς Ἱεράρχην σοφόν, παμμάκαρ Ἀχίλλιε, σὺ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος, ὁμοούσιον κράτος, θαύμασι τε καὶ λόγοις, κατετράνωσας κόσμω. Ἣν πάτερ ἐξευμενίζου, τοὶς σὲ γεραίρουσι.
    Ἕτερον Ἀπολυτίκιον(Κατέβασμα)
    Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
    Χαίρει ἔχουσα, ἡ Θεσσαλία, σὲ ἀκοίμητον, φρουρῶν προστάτην, καὶ τῆς Λαρίσης ἡ πόλις ἀδάμαντα, ἡ Ἐκκλησία τὴν εὔηχον σάλπιγγα, τὸ τοῦ Υἱοῦ ὁμοούσιον κηρύξασαν, Πάτερ Ἅγιε Ἱεράρχα Ἀχίλλιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
    Κοντάκιον
    Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
    Τῆς Θεσσαλίας τὸν ἀστέρα τὸν ὑπέρλαμπρον, τῶν Λαρισαίων τὸν Ποιμένα τὸν ἀνύστακτον, κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐκβοῶντες· Παῤῥησίαν κεκτημένος πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντὸς ἡμᾶς κινδύνου ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζωμεν Χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.
    Ἕτερον Κοντάκιον
    Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
    Τῆς οἰκουμένης τὸν ἀστέρα τὸν ἀνέσπερον Καὶ Λαρισαίων τὸν ποιμένα τὸν ἀκοίμητον Τὸν ἀχίλλιον ὑμνήσωμεν ἐκβοῶντες· Παρρησίαν κεκτημένος πρὸς τὸν Κύριον Ἐκ παντοίας τρικυμίας ἡμᾶς λύτρωσαι Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.Κάθισμα
    Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
    Ἡ Λάρισα τὰ σά, μεγαλεῖα κηρύττει, θαυμάζει δὲ τὴν σήν, διδαχὴν Θεσσαλία, σεμνύνεται χαίρουσα, τῶν Πατέρων ἡ Σύνοδος, κόσμον ἔχει δέ, ἢ Ἐκκλησία σὲ Πάτερ, ἡμεῖς δ’ ἅπαντες, θερμὸν προστάτην καὶ ῥύστην, οἱ πόθῳ τιμῶντες σέ.Ἕτερον Κάθισμα
    Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
    Ἡ θεία σου σορός, , ὧ Ἀχίλλιε Πάτερ, ὡς ἄλλη Σιλωὰμ κολυμβήθρα ἐδείχθη, πηγὴν ἁγιάσματος παραδόξως ἐκβλύζουσα· οὗ μετέχοντες οἱ προσιόντες ἐν πίατει χάριν ἄφθονον, καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

    Ὁ Οἶκος
    Ἄγγελος ἐκ τῶν τρόπων Ἱεράρχα ἐφάνης, καὶ τάγμασι τοῖς τούτων ἐγνώσθης, καὶ σὺν τοῖς Ἀσωμάτων χοροῖς λειτουργῶν τῷ θρόνῳ τοῦ Χριστοῦ Ἅγιε, ἀκούεις παρ’ ἡμῶν τῶν σῶν δούλων ταύτα: Χαῖρε τῆς Τριάδος ἡ σάλπιγξ ἡ εὔηχος· Χαῖρε τῆς Μονάδος ἡδύφωνον ὄργανον· Χαῖρε ὕψος δυσκατάληκτον τῶν δογμάτων τῶν σεπτῶν· χαῖρε βάθος δυσερμήνευοτν νοερῶν ἐργασιῶν· Χαῖρε ὅτι Ἀρείου τᾶς ἐπάρσεις καθεῖλες· Χαῖρε ὅτι τᾶς τούτου μυθουργίας παρεῖδες· Χαῖρε ἀστὴρ Ἑλλάδος ὑπέρλαμπρος· Χαῖρε Ποιμὴν Λαρίσης ὁ ἄκακος· Χαῖρ επροστάτης ὁ ἀκοίμητος ταύτης· Χαῖρε δι’ οὗ τῷ Θεῷ οἰκειοῦται·

    Χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.

    Μεγαλυνάριον
    Χαίροις τῆς Ἑῴας ἀστὴρ λαμπρός, καὶ τῶν Λαρισαίων, λαμπαδοῦχος καὶ ὁδηγός, χαίροις εὐσεβείας, λειμὼν ὁ ἀνθηφόρος, Ἀχίλλιε παμμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον
    Χαίροις τῆς Λαρίσης ὁ θησαυρός, καύχημα Πατέρων, τῆς Νικαίας ὁ τηλαυγής, φάρος ἑξαστράπτων, τρανώσας θείαν φύσιν, Χριστοῦ ἐν τῇ Συνόδῳ, σοφὲ Ἀχίλλιε.

    • Όσιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης.

    Ο Όσιος Βάρβαρος ανήκε, σύμφωνα με τον εγκωμιαστή του Κωνσταντίνο Ακροπολίτη και το Συναξάρι, σε ληστρική ομάδα Αράβων, η οποία επέδραμε στη νότια Ήπειρο και την Αιτωλία επί των ημερών του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Τραυλού (820 – 829 μ.Χ.). Σε κάποια σύγκρουση οι σύντροφοί του φονεύθηκαν και από τότε ο Βάρβαρος περιφερόταν μόνος «λῄσταρχος γενόμενος, καὶ ποιῶν ἀβάτους τᾶς ὁδούς, οἰκῶν ἐν ὄρεσι καὶ ἀλυσώδεσι τόποις». Κατ’ οικονομία Θεού κάποια ημέρα εισήλθε σε ναό που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, σε τόπο που ονομαζόταν Νήσα, όπου λειτουργούσε ο ιερεύς Ιωάννης. Κατά την ώρα της υψώσεως των Τιμίων Δώρων ο ιερεύς τον είδε και προσευχήθηκε μετά φόβου στον Θεό. Τη στιγμή εκείνη, ο Κύριος άνοιξε τους οφθαλμούς του ληστού, που είδε τους Αγγέλους να συλλειτουργούν με τον ιερέα. Όταν ο ιερεύς τελείωσε την Θεία Λειτουργία, ο Βάρβαρος τον ρώτησε: «Που είναι αυτοί που ήταν μαζί σου;». Ο δε ιερεύς του εξήγησε ότι η Οικονομία του Θεού τον αξίωσε να δει αυτά που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια, για να οδηγηθεί σε μετάνοια. Ο Βάρβαρος αμέσως απέβαλε τα λησταρχικά όπλα, μετανόησε, άρχισε την άσκηση και βαπτίσθηκε. Ο ασκητικός αγώνας στην περιοχή Τρύφου του Ξηρομέρου (ή Ξηρομένων) Αιτωλοακαρνανίας έγινε μεγαλύτερος. Επί τρία έτη αγωνίσθηκε πνευματικά και «πεποίηκε χρόνους τρεῖς κυλιόμενος ὡς τετράπους καὶ ἐσθίων χοῦν καὶ βοτάνας τᾶς φυομένας, κλαίων καὶ ὀδυρόμενος, κατακοπτομένων αὐτοῦ τῶν σαρκῶν». Μια νύχτα, ένας γεωργός που έτρωγε σε εκείνον τον τόπο που ασκήτευε ο Όσιος, τον φόνευσε κατά λάθος, νομίζοντας ότι είναι θηρίο.

    Ο τάφος του ανέδιδε μύρο και ο Όσιος επιτελούσε θαύματα πολλά.

    Ο Όσιος αναφέρεται στην τοπική αγιολογία της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας κα Ακαρνανίας και Κέρκυρας ως Όσιος Βάρβαρος ο Πενταπολίτης, η οποία τιμά την μνήμη του στις 23 Ιουνίου.

    Μέχρι σήμερα στην Αιτωλοακαρνανία μιλούν για το σπήλαιο, όπου ο Άγιος Βάρβαρος πέρασε τα δεκαοκτώ χρόνια της ασκήσεώς του και το αγίασμά του. Σύμφωνα με αυτήν την αναφορά το 1571 μ.Χ. ένας Βενετός στρατιωτικός, ονόματι Σκλαβούνος, που έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ασθένησε ξαφνικά από θανατηφόρα ασθένεια. Ο ασθενής βλέπει τον Όσιο σε όραμα, ο οποίος τον καλεί να προσκυνήσει τον τάφο του, για να θεραπευθεί. Πράγματι, όταν έφθασε στον τάφο του Οσίου, προσκύνησε με ευλάβεια και έγινε καλά. Θέλοντας να τιμήσει τον Όσιο Βάρβαρο έκανε ανακομιδή των λειψάνων του με σκοπό να τα μεταφέρει στη Βενετία. Περνώντας από την Κέρκυρα για ανεφοδιασμό, σταμάτησε στο χωριό Ποταμός, όπου θεραπεύθηκε ένας παράλυτος νέος. Γι’ αυτό και σήμερα υπάρχει εκεί ναός αφιερωμένος στον Όσιο.

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ´.
    Μαρτυρικὸν ἀγῶνα γενναίως ἠγώνισαι, ἀσκητικῷ δὲ πόνῳ τὸν βίον διήνυσας ὅσιε Βάρβαρε· διὸ τὴν χάριν ἐδέξω διπλῆν, διὰ μὲν τοῦ λειψάνου ἀσθενείας διώκων, τῇ ψυχῇ δὲ συγχαίρων τῷ Χριστῷ, ὃν δυσώπει, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν αἰσίως τιμώντων σε.
    ΚοντάκιονἮχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.
    Τὸ σῶμα τὸ σὸν τῇ γῇ ὑποτίθεται, τὴν σὴν δὲ ψυχὴν ὁ κτίστης κομίζεται, καὶ τὸ μὲν ἀσθενέσιν ὑγείαν πᾶσι χαρίζεται, ἡ δὲ Χριστὸν ἱκετεύει λυτρώσασθαι, πυρὸς αἰωνίου τοὺς τιμῶντάς σε.ΚάθισμαἮχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
    Τῆς ἀγάπης καὶ πόθου ὃν εἰς Χριστόν, κατὰ Παῦλον τρισμάκαρ ἔσχες στεῤῥῶς, οὐδέν σε ἀπεχώρισεν, οὐ τυράννων τὰ φόβητρα, οὐ τῶν βασάνων ὄχλος, ἐρήμου τὸ ἄγριον, κλυδωνισμὸς χειμώνων, καὶ θέρους τὸ κάταυχμον, ἀλλὰ τῆς ἀγάπης, τοῦ Χριστοῦ τίς ἰσχύσει, χωρίσαι με ἔλεγες· ὅθεν ταύτης ἀχώριστος, οὐρανῷ τ᾿ ἀνιπτάμενος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.Ὁ Οἶκος

    Τῶν οὐρανίων, καὶ ἀϊδίων ἐφιέμενος Βάρβαρε, κατεφρόνησας τὰ ῥέοντα· καὶ σῶμα θνητόν, ψυχὴν δ᾿ ἀθάνατον γιγνώσκων, οὐκ ἐφείσω τοῦ πηλοῦ πάσχοντος ὅλως· τὴν ψυχὴν δὲ ἐκήδου τηρῆσαι ἀλώβητον· ὅθεν καὶ τῆς μακαρίας καὶ ἀϊδίου ἠξίωσαι ζωῆς· ἧς καὶ ἡμεῖς ταῖς πρεσβείαις σου παμμακάριστε ἀξιωθείημεν οἱ τιμῶντές σε.

    Μεγαλυνάριον

    Χαίροις αἰχμαλώτων ὁ λυτρωτής· χαίροις ἀσθενούντων, ὁ ταχύδρομος ἰατρός· χαίροις ὁ στεφάνοις ἀθλητικοῖς, παμμάκαρ, στεφθεὶς παρὰ Κυρίου, Ὅσιε Βάρβαρε.

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον

    Τίς ἰσχύει χάριν σου ἐξειπεῖν; μύρων μυροῤῥόα, καὶ θαυμάτων τὴν πληθύν; ποίαν γὰρ τῶν νόσων, οὐ λύει τὸ σὸν μύρον;τί δὲ τῶν λυπηρῶν τε σὴ χάρις Βάρβαρε;

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον

    Χαίροις ἡ ὁμὰς τῶν Μυροβλυτῶν, Βάρβαρε καὶ Σίμων, τῆς Σερβίας ὁ Συμεών· Νεῖλε, Θεοδώρα, Φιλίππου Ἑρμιόνη, Δημήτριε, Λεόντιε καὶ Θεόφιλε.

    • Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός.
    Ο Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός είναι άγνωστος στους Συναξαριστές. Στοιχεία για τη ζωή του καθώς και την Ακολουθία του, έγραψε ο Ανδρέας ο Ιδρωμένος ο Υπάργιος (+ 1847). Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία αυτά, ο Όσιος αυτός καταγόταν από το χωριό Μονοδένδρι της Ηπείρου και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Μιχαήλ Β’ του Κομνηνού δεσπότη της Ηπείρου (1234 – 1271 μ.Χ.). Κατά άλλους όμως, γεννήθηκε στο χωριό Σιβίστα της Ευρυτανίας, που βρισκόταν στο βουνό Καλάνα και που τώρα είναι βυθισμένο στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών και αφού ενηλικιώθηκε πήγε στο Μονοδένδρι της Ηπείρου. Ο Όσιος Ανδρέας, αφού εγκατέλειψε ηδονές χρημάτων, περιουσίας και συζύγου, κατοίκησε στην έρημο. Ως ησυχαστήριο του επέλεξε μάλλον τον τόπο γύρω από τα μοναστήρια της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτη Ηλία στο Μονοδένδρι, ενώ αργότερα κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο στην Καλάνα. Εκεί, με άσκηση και προσευχή αγίασε τη ζωή του και απεβίωσε ειρηνικά. Ο Κύριος, κατά τον βιογράφο του, έδωσε θαυμαστό σημείο, κατά την κοίμηση του Οσίου, για να τον δοξάσει: «Ουράνιο φως και αναμμένες λαμπάδες κατέβαιναν από τον ουρανό στο σημείο που βρισκόταν το τίμιο λείψανό του». Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός η βασίλισσα της Άρτας, Αγία Θεοδώρα (βλέπε 11 Μαρτίου), συγκέντρωσε την σύγκλητο και μετέβησαν στο μέρος που βρισκόταν το ιερό λείψανο και το ενταφίασαν έξω από το σπήλαιο με τιμές και ευλάβεια. Έδωσε δε εντολή να κτίσουν ναό προς τιμήν του Οσίου.
    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
    Τῆς Καλάνης οἰκήτωρ καὶ ἐν σώματι Ἄγγελος, καὶ Χαλκιοπούλου τὸ κλέος, δόξα Βάλτου καὶ καύχημα, ὑπάρχεις ὡς Ἀνδρέα ἀληθῶς, διὸ καὶ εὐφημοῦμεν σὲ πιστῶς· θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ πειρασμῶν λυτρούσαι τοὺς βοῶντας σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σε θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σου πᾶσιν ἰάματα.
    Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ’. Ο ἔνσαρκος ἄγγελος 
    Ἀνδρείῳ φρονήματι ὑπεραθλήσας, λαμπρῶς ἀνδρείως ἐμόχθησας ὑπὲρ Χριστοῦ ἀληθῶς, ᾿Ανδρέα μακάριε· σὺ γὰρ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ καὶ ἐρήμῳ παλαίσας, ἤθλησας ἐν Καλάνᾳ, τῷ θεῷ εὐαρέστως· δι’ ὃ ἐν παῤῥησίᾳ, σεπτέ, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
    Κοντάκιον
    Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
    ᾿Εν τῷ κόσμῳ σωφρόνως θητεύσας καὶ τοῦ κόσμου ἀποταγείς, τὰ ἄνω προελόμενος καὶ ὑπὲρ τούτων θεοφιλῶς ἀσκησάμενος, ἐν Καλάνᾳ τέλος καταλεχθείς, πρέσβευε, πάτερ, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀνυμνούντων σε.
    Ἕτερον Κοντάκιον
    Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
    Ὡς ἀστὴρ πολύφωτος, τοῖς Χριστοφόροις σου τέκνοις, ἡ σεπτὴ ἀνέτειλε, τοῦ σοῦ θανάτου ἡμέρα, ἅπασαν διασκεδάζουσα ἀθυμίαν, ἀπαντᾷς ἡμᾶς καλοῦσα τοῦ ἐκβοᾶν σοι. Χαίροις πάνσοφε Ἀνδρέα, πατέρων δόξα καὶ κλέος καὶ καύχημα.
    Κάθισμα
    Ἦχος ἅ΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
    Σκιρτὰ νῦν σὺν ἡμῖν, Χαλκιόπουλος πᾶσα καὶ ᾄδει ἐκτενῶς, τοὺς καλοὺς σοῦ ἀγῶνας Ἀνδρέα τρισόλβιε, οὓς ἀνδρείως ὑπήνεγκας. Ὅθεν αἴτησαι, τοὺς ἐτησίως τελοῦντος, τὰ μνημόσυνα, τῆς ἐκδημίας σου, πάντων, κακῶν ἁπαλλάτεσθαι.Ὁ Οἶκος
    Τὴν φωνὴν τὴν τοῦ εὐαγγελίου πάτερ ἀκούσας, σοὺς οἰκείους καὶ τὰ πάντα καὶ τοῦ Μονοδένδρου τόπον ἐγκαταλείψας, καὶ τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὠμῶν ἀράμενος, τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου ἀνεπιστρόφως διήνυσας. Καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Καλάνης Ὅρος, ταῖς μὲν προσευχαῖς καὶ νηστείαις καὶ χαυμευνείαις τὸν Θεὸν εὐαρεστήσας, τοῖς δὲ σοῖς δάκρυσι τὴν ἔρημον πᾶσαν κατήρδευσας. Ὅθεν καὶ παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πηγὴν χαρισμάτων εἴληφας, τοῦ ποιεῖν τὰ θαύματα, καὶ πηγάζειν ἰάματα, τοῖς ἐν πίστει προσιοῦσι σοι. Ἐν , δὲ τῇ τελευτῇ σοῦ, ὑπὸ τοῦ Κυρίου δοξαζόμενος, ὡς ἥλιος ἐν τῷ σπηλαίῳ ἐλαμψας, καὶ πυρσοὺς εἰς οὐρανὸν ἀναβαίνοντας, ἄνωθεν τοῦ σπηλαίου ἔδειξας. Καὶ ἰδοῦσα τὸ σημεῖον ἡ τῆς Ἄρτης ἁγία βασίλισσα, μετ’ εὐλαβείας σπεύσασα, τὴν ταφήν σου ἐποιήσατο, καὶ οἶκον ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου μέγαν ἀνήγειρεν. Σὺν αὕτη σὺν καὶ ἡμεῖς πάτερ ἀοίδιμε, ἐν κατανύξει βοῶμεν σοι. Χαίροις πάνσοφε Ἀνδρέα πατέρων δόξα καὶ κλέος καὶ καύχημα.

    Μεγαλυνάριον
    Τοῖς Ἀνδρέα μάκαρ τῷ σῷ ναῷ, τῷ ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἐρχομένοις καὶ τὴν σεπτήν, μνήμην σου τελοῦσι, πιστοῖς εἰρήνην δίδου, ὑγείαν καὶ τοῖς πᾶσι, πάτερ τὴν ἄφεσιν.

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον
    Σωφρόνως ἐν κόσμῳ διαβιῶν, ἀγγελικὸν βίον ἐπεπόθησας ἀγαθέ. ῞Οθεν Χριστὸς ἠξίωσέν σε σύσκηνον τῶν ὁσίων καί τῶν ἁγίων πάντων, Ἀνδρέα ὅσιε.

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον
    ᾿Εν Καλάνᾳ, πάτερ, δοκιμασθείς, εὐχῇ καὶ ἀσκήσει καὶ ἀγῶσι πνευματικοῖς, χάριτι ἠξιώθης στεφάνων θείας δόξης καὶ βασιλέων δάφνας, Ἀνδρέα ὅσιε.

    Ἕτερον Μεγαλυνάριον
    Δῆμοι τῶν Ἀγράφων εὐλαβεῖς καί τῆς Αἰτωλίας οἱ φιλόθεοι εὐσεβεῖς ἀθρόως προσκυνοῦσιν Ἀνδρέου τὴν παλαίστραν, τὸ σκάμμα τῆς Καλάνας τὸ θεοτίμητον

    • Άγιος Ησαΐας ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ροστώβ.

    Ο Άγιος Ησαΐας γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόθεους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή. Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε τον Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήλθε στη μονή των Σπηλαίων, για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο Όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με την χαρισματική του διάνοια την μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον ένδυσε με το μοναχικό ένδυμα. Από τότε ο Ησαΐας αφιερώθηκε «ψυχὴ τε καὶ σώματι» στον Νυμφίο Χριστό και άρχισε μια αυστηρή ασκητική ζωή.

    Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, φιλάνθρωπος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Και επειδή «οὐ δύναται πόλις κρυβήναι ἐπάνω ὄρους κειμένη», η φήμη της αρετής και της αγιότητός του διαδόθηκε σε όλη τη χώρα και έφθασε μέχρι τα αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.

    Τότε εκείνος άρχισε να παρακαλεί επίμονα τον Όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του, για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.

    Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού να αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε την συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Και εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο και έγινε ο ποιμένας ο καλός των μοναχών της νέας μονής του.

    Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.

    Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν και ευγνωμονούσε τον Θεό και τον Όσιο Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του Αγίου Δημητρίου αυτόν τον έμψυχο αδάμαντα. Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο ου, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά την μακαρία κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώβ, ο Άγιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε Επίσκοπος σε εκείνη την επαρχία.

    Όταν ήλθε στη θεόσωστη γη του Ροστώβ, ο Άγιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς Χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλαιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν, από άγνοια, σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο Άγιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και την στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και την διδασκαλία του Χριστού. Περιόδευε ακατάπαυστα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής του Ροστώβ και της Σουζδαλίας. Κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού. Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφισθούν ή να παραδοθούν στη φωτιά και έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την Ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωαρχική Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον Όσιο Ιεράρχη στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο Άγιος με την δύναμη του Θεού. Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του Αγίου. Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χειρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικουμένων. Ο Άγιος Ησαΐας κοιμήθηκε με ειρήνη το 1090 μ.Χ.

    • Άγιος Δημήτριος ο Μοσχοβίτης, ο Θαυματουργός.
    Ο Άγιος Δημήτριος (Ιβάνοβιτς) γεννήθηκε στη Μόσχα το 1581 μ.Χ. Ήταν υιός του τσάρου Ιβάν Δ’ του Τρομερού από τον έβδομο γάμο του, και αποδόθηκε σε αυτόν ο τίτλος του «τσάρεβιτς», δηλαδή του διαδόχου του θρόνου, καθ’ όσον υπήρχε φόβος μην πεθάνει άτεκνος ο πρεσβύτερος αδελφός αυτού, Θεόδωρος. Αυτός, αφού ανήλθε στον θρόνο, άφησε όλη την εξουσία στο γυναικαδελφό του Βορίς Γκουτουνώφ, ο οποίος, φιλοδοξώντας την κατάληψη του θρόνου, αποφάσισε να απαλλαγεί από τον Δημήτριο. Περιόρισε, λοιπόν, το νεαρό τσάρο στο Ούγκλιχ μαζί με την μητέρα του Μαρία Θεοδώροβνα. Ο νεαρός Δημήτριος είχε εμπνεύσει στους Ρώσους μεγάλες ελπίδες, οι οποίες χάθηκαν από τον αιφνίδιο θάνατό του. Ο θάνατός του, το 1591 μ.Χ., παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξύ δε των ιστορικών υπάρχουν διαφωνίες, εάν επήλθε τυχαία ή κατόπιν εγκλήματος. Η ιστορία όμως στιγμάτισε ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του, τον Γκουτουνώφ. Στις 3 Ιουνίου 1606 μ.Χ., τα λείψανά του, που είχαν μεταφερθεί στην Μόσχα για να αποκαλύψουν την άπατη του ψευδο-Δημητρίου, βρέθηκαν άφθορα και επιτέλεσαν πολλά θαύματα, ιδιαίτερα στην ίαση παιδιών. Η Εκκλησία εορτάζει την μετακομιδή των ιερών λειψάνων αυτού στις 3 Ιουνίου.
    • Όσιος Ησαΐας ο Θαυματουργός.
    Ο Όσιος Ησαΐας έζησε κατά τον 10ο και 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη το 1115 μ.Χ.
    • Μνήμη εν τω περιτειχίσματι και η ανάδειξις της αχειροποιήτου εικόνος εν Καμουλιανοίς.
    Η μνήμη της εορτής αυτής αναγράφεται στο Λαυριωτικό Κώδικα. Η διήγηση περί της ευρέσεως της αχειροποιήτου εικόνος του Κυρίου από την ειδωλολάτρισσα και μετέπειτα Χριστιανή Ακυλίνα , μέσα σε ένα κιβώτιο αποδόθηκε στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αλλά είναι ψευδεπίγραφη.
    • Ανακομιδή της τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου.
    Φεύγοντας οι Ενετοί από την Κρήτη μετά την άλωση της νήσου από τους Τούρκους το 1669 μ.Χ., μετέφεραν μαζί τους και τη σωζόμενη τιμία κάρα του Αποστόλου Τίτου, η οποία κατατέθηκε στην λειψανοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, αποδόθηκε δε στην Εκκλησία της Κρήτης το 1966 μ.Χ., αρχιερατεύοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Ευγενίου (Ψαλλιδάκη) και κατατέθηκε στο σεβάσμιο φερώνυμο ναό του Αποστόλου, στο Ηράκλειο Κρήτης.
    • Όσιος Πανηγύριος ο θαυματουργός.

    Ο βίος του Οσίου Πανηγύριου δεν διασώζεται και ούτε έχει συναξάρι. Τα όσα θ’ αναφερθούν παρακάτω είναι κάποια στοιχεία από την Ακολουθία του και από την περιγραφή της εικόνας του. Καταγόταν κατά πάσα πιθανότητα από το χωριό Μαλούντα της Λευκωσίας και ασκήτευσε σε ασκητήριο δίπλα από το χωριό αυτό. Ο Όσιος Πανηγύριος φαίνεται να ακολούθησε τον ασκητικό βίο από νεαρή ηλικία. Φαίνεται να ήταν ιερομόναχος ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα, να έγινε μοναχός και μετά ιερέας σε κάποιο κοντινό μοναστήρι. Στην εικόνα του παρουσιάζεται ενδεδυμένος με φελόνιον ως ιερέας και με το δεξί του χέρι ευλογεί και με το αριστερό του κρατεί Σταυρό. Η εικόνα του Αγίου ζωγραφίστηκε το έτος 1708 μ.Χ. και επισκευάσθηκε ξανά το έτος 1841 μ.Χ. Στα δεξιά της εικόνας αναγράφεται: «1708. Έγινεν η παρούσα εικών, Μνήσθητι Άγιε του δούλου σου Χριστοδούλου Ιερέως μετά πάντος του οίκου». Και στα αριστερά αναγράφεται: «Ανεκαινίσθη η παρούσα απί της Επιτροπής Χαραλάμπους προσκυνητού 1841 από Χριστού». Η εικόνα του που είναι μεγάλη, σε μέγεθος θέσεως τέμπλου, βρισκόταν στη παλαιά εκκλησία της Χρυσοπαντάνασας Μαλούντας, μεταφέρθηκε όμως μαζί με άλλες εικόνες, στη νέα εκκλησία του χωριού που επίσης είναι αφιερωμένη στην Παναγία Χρυσοπαντάνασσα.

    Ο χρόνος που έζησε ο Όσιος είναι άγνωστος, αλλά από την Ακολουθία του φαίνεται ότι έζησε κατά τη περίοδο των αραβικών επιδρομών όπου διάφορα μέρη της Κύπρου είχαν έρθει κατά διαστήματα στην εξουσία των Αράβων. Γι’ αυτό δίδασκε τους χριστιανούς το χριστιανικό δρόμο και τους απότρεπε από τον εξισλαμισμό λέγοντας τους ότι αυτή η θρησκεία ήταν μια πλάνη «την μυθουργίαν των Αγαρηνών». Ζώντας με άσκηση και έχοντας πάντοτε κατά νου την δόξα της επόμενης ζωής, ο Όσιος Πανηγύριος απέκτησε θεία κατάνυξη και έζησε βίο ακηλίδωτο. Και αφού απέκτησε αυτές τις αρετές, αξιώθηκε από τον Θεό να γίνει θαυματουργός. Έδιωξε τις καταστροφικές ακρίδες και θεράπευσε ασθενείς που έπασχαν από διάφορες ασθένειες. Ο Όσιος Πανηγύριος κοιμήθηκε με ειρήνη. Σύμφωνα με τοπική παράδοση του χωριού Μαλούντας, πριν μερικά χρόνια, σωζόντουσαν ίχνη και ερείπια νοτιοανατολικά της κοινότητας, κάποιου ασκητηρίου που πίστευαν οι κάτοικοι του χωριού τότε, ότι ήταν το ασκητήριο του Οσίου Πανηγυρίου.

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος α’. Θείας πίστεως.
    Τῶν Κυπρίων τὸ κλέος, Μαλουντίων τὸ καύχημα καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἠμῶν Πανηγύριε, ἱερωσύνης ἐνεδύσω τὴν στολὴν καὶ θαυμάτων τὲ πηγὴ ἀνεδείχθης, τοὶς προστρέχουσιν ἐν πίστει ἐν τῷ πανσέπτῳ καὶ θείω τεμένει σου. Δόξα τῷ οὕτως εὐδοκήσαντι Θεῶ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἠμὶν πρέσβυν ἀκοίμητον.
    • Οσία Καλή.

    Η Οσία Καλή έζησε πριν το 15ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ανατολή, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Η ακροστιχίδα του Κανόνος της Αγίας μάς πληροφορεί ότι αυτός αποτελεί ποιήμα «τού Κρήτης», δηλαδή κάποιου Αρχιεπισκόπου της Κρήτης. και στα δύο χειρόγραφα που διασώζουν την Ακολουθία της Οσίας δεν αναγράφεται το ορθόν «Τού», αλλά η ερμηνεία του, δηλαδή το όνομα του συγκεκριμένου υμνογράφου «Ανδρέου Κρήτης». Άρα, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, ποιητής είναι ο διάσημος για τον Μέγα Κανόνα του, Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Αν ο υμνογράφος της Ακολουθίας είναι όντως ο Ανδρέας Κρήτης, τότε και η Οσία πρέπει να έζησε τουλάχιστον πριν την κοίμηση του Αγίου, δηλαδή πριν το 740 μ.Χ. Βέβαια, πίσω από την φράση «Τού Κρήτης» μπορεί να κρύβεται κάποιος άλλος Αρχιερεύς της Κρήτης. Γι’ αυτό έχει προταθεί ως υμνογράφος της Ακολουθίας της Οσίας ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος, Μητροπολίτης Κρήτης και «κατ’ επίδοσιν» Μηθύμνης και Πρόεδρος Λακεδαιμονίας. Αυτός έζησε πλησιέστερα στο χρόνο συντάξεως των χειρογράφων (15ος – 16ος αιώνας), δηλαδή το 13ο αιώνα μ.Χ. και στις αρχές του 14ου αιώνος μ.Χ. (Το 1285 μ.Χ. είναι ήδη Μητροπολίτης Κρήτης, ενώ τα τελευταία ίχνη του αναφαίνονται κατά τον Οκτώβριο του 1322 μ.Χ.) και είχε σχέσεις τόσο με τη Λέσβο όσο και με το Σινά. Σ’ αυτή την περίπτωση η Οσία θα πρέπει να έζησε το αργότερο μέχρι το πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνος μ.Χ.

    Η οικογένεια της Οσίας ήταν πλούσια και η περιουσία της διατέθηκε από την Αγία σε έργα φιλανθρωπίας και ευποιίας. Δεν πρέπει να ήταν μοναχή, διότι αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στην Ακολουθία και φιλοξενούσε τους άστεγους και ενδεείς στον οίκο της, αφού ήταν αφιερωμένη στη διακονία των ελαχίστων και πασχόντων αδελφών της.

    Η Καλή έζησε με σωφροσύνη, παρθενία, άσκηση, νηστείες και αδιάλειπτη προσευχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του βίου της είναι η φιλανθρωπία. Κίνητρό της ήταν ο πόθος της να τηρεί τις εντολές του Χριστού, να μιμείται τη θεϊκή ευσπλαχνία και φιλανθρωπία και να εκφράζει με κάθε τρόπο την αγάπη της προς τους συνανθρώπους της.

    Στην Ακολουθία της αναφέρονται και θαύματα της Αγίας. Κάποια φορά που ζύμωσε ψωμί, για να το μοιράσει στους φτωχούς, ο Θεός έκανε ώστε να μην λιγοστεύει το ψωμί που της απόμενε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη δεν ελαττωνόταν το αλεύρι της χήρα στο Σαρεπτά, παρ’ όλο που τρεφόταν με αυτό ο Προφήτης Ηλίας, η χήρα και τα παιδιά της. Αλλά και μετά την κοίμησή της η Αγία συνέχισε αδιάκοπα να ευεργετεί τους ανθρώπους, χαρίζοντας την θεραπεία πιο ασθενείς με τις ικεσίες της προς τον Κύριο. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα των ιάσεων, ώστε ο υμνογράφος κάνει λόγο για «πέλαγος θαυμάτων» και την αποκαλεί «θαυματόβρυτον». Θεραπεύει ποικίλα νοσήματα ψυχών και σωμάτων, αλλά κυρίως ασθένειες επώδυνες, χρόνιες και δυσίατες, ρευματισμούς και αρθρίτιδες, παραλύσεις των αρθρώσεων και παραμορφώσεις των μελών του σώματος.

    Ἀπολυτίκιον
    Ἦχος δ´. Ὡς τῶν αἰχμαλώτων.
    Ὡς τῆς παρθενίας κάλλος θαυμαστὸν καὶ τῶν πεινώντων διατροφή, θεραπεία ἀσθενῶν, τῶν Ὁσίων ἀγλάϊσμα, τῆς εὐποιΐας κανὼν, Καλὴ θαυματόβρυτε, πρέσβευε Χριστῷ τὰ καλὰ δοθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
    Κοντάκιον
    Ἦχος γ´. Ἡ Παρθένος σήμερον.
    Ἐπὶ γῆς ἐβίωσας, νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις, προσευχαῖς σχολάζουσα, μελέταις θείων λογίων, πράξεσι καὶ εὐποιΐαις ἀκοπιάστως· νυν δὲ ζῇς ἐν οὐρανίοις, ἔνθα σχολάζεις θεωρίαις καὶ πρεσβείαις πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.
    Κάθισμα
    Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου, Σωτήρ.
    Ὡς ἥλιος ἡμῖν, ἡ ἁγία σου μνήμη, ἀνέτειλε σαφῶς, τὰς ἡμῶν διανοίας φωτίζουσα, πανεύφημε, τῶν θαυμάτων ταῖς λάμψεσι, τῶν τιμώντων σοῦ ἀξιόχρεῳς, παρθένε, τὸ μνημόσυνον τὸ ἱερὸν θείοις ὕμνοις, Καλὴ παμμακάριστε.
    Ὁ Οἶκος
    Θυγάτηρ μὲν ὤφθης τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Τῷ Δευτέρῳ δὲ συνήφθης ἐκ πράξεως, τὰς ἀρετάς, ὥσπερ προῖκα, τούτῳ φέρουσα δαψιλῶς, ἀξιέραστε. Σὺ γὰρ πέφυκας τρανῶς τῶν Παρθένων καύχημα, τῶν ἐλεημόνων τε ἡ ἀρχέτυπος στήλη, ἐν ἐλέει τὸν ἐλεήμονα Νυμφίον σου θεραπεύσασα. Διὰ τοῦτο μεγάλως σὲ ἐδόξασε, διαυγεστάτην πηγὴν ἀναδείξας σε, κρουνοὺς θαυμάτων βρύουσαν καὶ χειμάῤῥους ἰαμάτων ἀενάως ἐκβλύζουσαν. Ἀλλὰ πρέσβευε νῦν πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.
    Μεγαλυνάριον
    Χαίροις, τῶν Παρθένων ἡ καλλονή, ἐνδεῶν, ἀπόρων ὁ ἀκένωτος θησαυρός, τῶν δεινῶς πασχόντων ἰάτραινα ἀρίστη, Καλὴ Ὁσιωτάτη, λάμπουσα θαύμασι.
    • Όσιος Σιλβανός ο Ταβεννησιώτης.
    Ο Όσιος Σιλβανός έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στην Ταβέννη της Άνω Θηβαΐδος, κοντά στον Όσιο Παχώμιο τον Μέγα. Ο Όσιος διακρίθηκε για το χάρισμα των δακρύων, το προφητικό δώρο και την αδιάλειπτη προσευχή. Κοιμήθηκε με ειρήνη.
    • Όσιος Ευφρόσυνος ο Θαυματουργός.

    Ο Όσιος Ευφρόσυνος, κατά κόσμον Ελεάζαρ, γεννήθηκε περί το 1386 μ.Χ. στο χωριό Βιντελεμπιέ, κοντά στο Πσκωφ. Από το ίδιο χωριό καταγόταν ο Όσιος Νίκανδρος του Πσκωφ (τιμάται 24 Σεπτεμβρίου). Οι γονείς του Ελεάζαρ ήθελαν να νυμφεύσουν τον υιό τους, αλλά αυτός εγκατέλειψε την πατρική οικία και κατέφυγε στη μονή του Σνετνογκόρσκιυ, όπου έγινε μοναχός. Περί το 1425 μ.Χ., επιθυμώντας ο Όσιος να ζήσει σε απομόνωση, για να αφοσιωθεί στην αδιάλειπτη προσευχή, με την ευλογία του ηγουμένου της μονής εγκαθίσταται σε ένα απομονωμένο κελλί στον ποταμό Τόλβα, όχι μακριά από το Πσκωφ. Εδώ είδε σε όραμα τους τρεις Οικουμενικούς Διδασκάλους της Εκκλησίας, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον ιερό Χρυσόστομο, οι οποίοι του υπέδειξαν τον τόπο όπου θα οικοδομούσε μία εκκλησία αφιερωμένη σε αυτούς. Αμέσως μετά, τον πλησίασε ένας ευσεβής μοναχός με το όνομα Σεραφείμ και γύρω από τον Όσιο Ευφρόσυνο άρχισαν να συναθροίζονται και άλλοι ασκητές που επιθυμούσαν να ζήσουν μαζί του τον αναχωρητικό βίο.

    Το 1477 μ.Χ. ο Όσιος Ευφρόσυνος κατασκεύασε στην τοποθεσία που του είχε υποδειχθεί, μια εκκλησία αφιερωμένη στους τρεις Ιεράρχες και τον Όσιο Ονούφριο και κελλιά για την αδελφότητα και άρχισε να δέχεται όσους είχαν ανάγκη πνευματική καθοδήγηση. Σε όσους μοναχούς τον επισκέπτονταν ο Όσιος έλεγε να ζήσουν σύμφωνα με τον μοναχικό κανόνα που ο ίδιος είχε φτιάξει. Αυτός ο κανόνας στην πραγματικότητα ήταν μια διδασκαλία για την αληθινή ευαγγελική ζωή που πρέπει να ζει ένας μοναχός.

    Από ταπείνωση και διάθεση να αφιερωθεί στην προσευχή, ο Όσιος δεν ανέλαβε ποτέ τα καθήκοντα του ηγουμένου, αλλά συνέχισε να ζει ως ερημίτης λίγο μακριά, στις όχθες της λίμνης του Πσκωφ. Ο Όσιος Ευφρόσυνος κοιμήθηκε σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών, το 1481 μ.Χ. Στον τάφο του τοποθετήθηκε η εικόνα του, εικονογραφημένη από τον μαθητή του Ιγνάτιο, όταν ακόμα ο Όσιος Ευφρόσυνος ήταν στη ζωή και η διαθήκη που ο ίδιος άφησε στην αδελφότητα και έγραψε με τα ίδια του τα χέρια σε περγαμηνή και επικύρωσε με μολυβένια σφραγίδα ο Επίσκοπος του Νόβγκοροντ, Θεόφιλος.

    • Όσιος Παχώμιος ο Αναχωρητής.
    Ο Όσιος Παχώμιος, της Νερέκτα, κατά κόσμον Ιάκωβος, γεννήθηκε από μια ιερατική οικογένεια στο Βλαντιμίρ του Κλιάζμα. Ο πατέρας του ήταν ο ιερεύς Ιγνάτιος, ο οποίος διακονούσε στο ναό του Αγίου Νικολάου. Η οικογένειά του τον έστειλε στο σχολείο και σε ηλικία επτά ετών ο Όσιος είχε μάθει πολύ καλά την Αγία Γραφή. Ποθώντας τον μοναχικό βίο κατέφυγε στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαντιμίρ και έγινε μοναχός. Για μεγαλύτερη άσκηση ο Όσιος έφυγε από τη μονή και πήγε στα περίχωρα της Νερέκτα. Εδώ, στον ποταμό Γκριντένκα, βρήκε ένα κατάλληλο μέρος για μοναστήρι, ένα υπερυψωμένο τοπίο, σα νησί, μέσα στο πυκνό δάσος. Ο Όσιος ζήτησε από τους ανθρώπους να κτίσουν ένα μοναστήρι στην περιοχή του Σιπάνοβο, στα σύνορα με την πόλη Κοστρόμα. Οι κάτοικοι της Νερέκτα με χαρά συναίνεσαν και βοήθησαν στην ανέγερση της μονής. Ο Όσιος Παχώμιος αγιογράφησε μια εικόνα της Αγίας Τριάδος και αφού έψαλλε τον Παρακλητικό Κανόνα, την μετέφερε στο μέρος όπου θα έκτιζε το ναό, αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Όταν η κατασκευή ολοκληρώθηκε, ο Όσιος Παχώμιος οργάνωσε το νέο μοναστήρι, το οποίο σύντομα άρχισε να προσελκύει μοναχούς. Στο νέο μοναστήρι οι μοναχοί έπρεπε από μόνοι τους να καλλιεργούν τη γη και να τρέφουν τους εαυτούς τους με τον μόχθο των χεριών τους. Ο Όσιος έδιδε πρώτος το παράδειγμα για τους αδελφούς με την εργασία του. Ο Όσιος Παχώμιος κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας το 1384 μ.Χ., και ενταφιάσθηκε στο ναό της Αγίας Τριάδος, τον οποίο και έκτισε.
    • Όσιος Παχώμιος του Κένο.
    Ο Όσιος Παχώμιος του Κένο έζησε τον 15ο και 16ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία και ασκήτεψε στη μονή της Μεταμορφώσεως κοντά στην περιοχή της λίμνης Κένο, στην επαρχία της Καργκοπόλ. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.
    • Ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος Επισκόπου Ζαντόνσκ.
    Η Εκκλησία τιμάει την μνήμη του Αγίου Τύχωνος, Επισκόπου του Ζαντόνσκ στις 13 Αυγούστου. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος έγινε το 1846 μ.Χ. κατά την διάρκεια της ανεγέρσεως του νέου καθεδρικού ναού του Ζαντόνσκ.
    • Άγιος Νικόλαος ο Ιερομάρτυρας.
    Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος (Κεδρώφ) ήταν πρεσβύτερος στην πόλη Γιαράνσκ, κοντά στην επαρχία Βυάτκα της Ρωσίας. Από τον γάμο του με την πρεσβυτέρα Ελισάβετ απέκτησε τρεις υιούς, τους Ιερομάρτυρες Παχώμιο και Αβέρκιο, τον Μιχαήλ Επίσκοπο της πόλεως Βρασλάβα της Πολωνίας και μία θυγατέρα, την Βέρα. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε το 1936 μ.Χ.
    • Άγιος Αβέρκιος ο Ιερομάρτυρας.
    Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αβέρκιος, κατά κόσμον Πολύκαρπος Κεδρώφ, γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1879 μ.Χ. στην πόλη Γιαράνσκ της επαρχίας Βυάτκα από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Ιερομάρτυρα Νικόλαο και την Ελισάβετ. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Βυάτκα και στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στις 2 Ιουλίου 1910 μ.Χ. έγινε μοναχός από τον Αρχιεπίσκοπο της Φιλανδίας Σέργιο Στραγκορόντσκυ, ονομάσθηκε Αβέρκιος και στις 5 του ιδίου έτους εισήλθε στην ιερωσύνη. Ανέλαβε καθήκοντα διευθυντού της Εκκλησιαστικής Σχολής του Ζχιτομίρ και στις 27 Ιουνίου 1915 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος της περιοχής. Ο Άγιος Αβέρκιος συνελήφθη για πρώτη φορά από το σοβιετικό καθεστώς το 1922 μ.Χ. και εξορίσθηκε στο Ουζμπεκιστάν. Κατά την περίοδο εκείνη αγωνίσθηκε κατά της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Το 1925 μ.Χ. ζούσε στη Μόσχα και παρευρέθηκε στην κηδεία του Πατριάρχου Τύχωνος. Συνελήφθη εκ νέου το 1926 μ.Χ. και φυλακίσθηκε στο Ζχιτομίρ. Κατόπιν μεταφέρθηκε στη φυλακή Μπουτύρκι στη Μόσχα. Ο σθεναρός Αβέρκιος, μαζί με τον αδελφό του Αρχιεπίσκοπο Παχώμιο, υπέγραψε μια επιστολή κατά της «κρατικής θρησκείας», την οποία το άθεο καθεστώς προσπαθούσε να επιβάλει. Το 1929 μ.Χ. φυλακίσθηκε στο Μπουτύρκι και τον Φεβρουάριο του 1930 μ.Χ. εξορίσθηκε στην πόλη του Αρχαγγέλσκ. Από το 1933 μ.Χ. μέχρι το 1934 μ.Χ. ήταν εξόριστος στην πόλη Βιρσκ στην Μπασκιρία, όπου συνελήφθη και καταδικάσθηκε, το 1937 μ.Χ., στον διά τυφεκισμού θάνατο.
    • Άγιος Παχώμιος ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ.

    Ο Άγιος Ιερομάρτυς Παχώμιος, κατά κόσμον Πέτρος Κεδρώφ, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1876 μ.Χ. στην πόλη Γιαράνσκ της επαρχίας Βυάτκα και ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Ιερομάρτυρος Αβερκίου. Από την φύση του ο Πέτρος ήταν ταπεινός και πράος και αγαπούσε πολύ την Εκκλησία. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στην θεολογική ακαδημία του Καζάν, όταν διευθυντής εκεί ήταν ο Επίσκοπος Αντώνιος (Χαροποβίτσκιυ).

    Ο Πέτρος είχε τόση απλότητα, που αποφάσισε να εκπληρώσει κυριολεκτικά την εντολή του Κυρίου, που λέγει: «Και αν κάτι τόσο σπουδαίο σαν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, βγάλε το και πέταξέ το. Γιατί σε συμφέρει να χάσεις ένα μέλος σου, παρά να ριφθεί όλο το σώμα σου στην κόλαση». Γι’ αυτό μια νύχτα αποπειράθηκε να κάψει το ένα του μάτι με ένα κερί. Το έγκαυμα ήταν τόσο σοβαρό που απαίτησε χειρουργική επέμβαση. Το 1899 μ.Χ. εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου και το 1916 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Σταροντούμπ της επαρχίας Τσέρνιγκωφ, για να αναδειχθεί Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ το επόμενο έτος. Κατά την διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος οι αρχές προσπάθησαν να τον συλλάβουν μία ημέρα κατά την οποία θα τελούσε την Θεία Λειτουργία, αλλά το πλήθος των Χριστιανών τους εμπόδισε. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος είχε την συνήθεια να παραμένει επί πολύ ώρα στο ιερό βήμα, όταν τελείωνε τις Ακολουθίες. Εκεί τον συνέλαβαν για πρώτη φορά. Η ιστορία επανελήφθη πολλές φορές. Αυτός ήταν ο συνεχής εφιάλτης που άρχισε να υπονομεύει την ειρήνη της ψυχής του Αρχιεπισκόπου.

    Αθεϊστική επιτροπή επιστημόνων έπρεπε να αποφανθεί για την αγιότητα των ιερών λειψάνων, τα οποία πολλές φορές πετούσαν. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος έζησε την σκηνή της έρευνας για τα ιερά λείψανα του Αγίου Θεοδοσίου του Τσέρνιγκωφ. Μόνο που όταν τα άνοιξαν, δεν επέτρεψε σε κανέναν να πλησιάσει. Οι αρχές πήραν τα ιερά λείψανα και τα τοποθέτησαν στο μουσείο. Από εκεί οι Χριστιανοί τα μετέφεραν κρυφά. Για τον λόγο αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος συνελήφθη. Μετά την απελευθέρωσή του το 1923 μ.Χ., βρήκε καταφύγιο στην μονή του Αγίου Δανιήλ, στη Μόσχα. Εδώ συνελήφθη και μετά τον εγκλεισμό του στην φυλακή Μπουτύρκι της Μόσχας καταδικάσθηκε σε τριετή εξορία σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως των αντιφρονούντων. Το 1927 μ.Χ., ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος, μαζί με τον αδελφό του Επίσκοπο Αβέρκιο Παχώμιο, υπέγραψε μια επιστολή κατά της «κρατικής θρησκείας» και της προσπάθειας των κρατούντων να αποϊεροποιήσουν την Εκκλησία. Ο Άγιος και πάλι συνελήφθη και εξορίσθηκε στην Κουζέμα. Αφέθηκε ελεύθερος, για να συλληφθεί εκ νέου το 1930 μ.Χ., με τις κατηγορίες της επαναστατικής δραστηριότητας, της υποκινήσεως των ιερών σε αντίσταση, της εκκλησιαστικής δραστηριότητας. Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Ιερομάρτυρα Παχωμίου συνέβη το 1937 μ.Χ.

    • Άγιοι Dymphna και Gerebernus.

    Η Αγία Ντύμφα (Dymphna ή Dympna ή Dimpna) ήταν κόρη του τοπικού βασιλιά κάποιας περιοχής της Ιρλανδίας τον 7ο αι. μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα της χριστιανή κι έτσι η κοπέλα αγάπησε το χριστιανισμό και βαφτίστηκε κρυφά απ’ τον πατέρα της. Η ζωή της ήταν πολύ πνευματική και αφοσιωμένη στο Χριστό, έδωσε μάλιστα υπόσχεση αγνότητας.

    Μετά το θάνατο της μητέρας της, ο βασιλιάς πένθησε τρομερά, όμως με τον καιρό θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Ανάθεσε λοιπόν στους ανθρώπους του να του βρουν μια όμορφη και καλή σύζυγο. Εκείνοι όμως, αφού ερεύνησαν, του είπαν πως δεν υπάρχει πιο όμορφη και συνετή γυναίκα στο βασίλειό του από την κόρη του! Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του!

    Η Ντύμφα, μπροστά σ’ αυτό τον τρομαχτικό πειρασμό, το ‘σκασε με τη βοήθεια του πνευματικού της, του Αγίου Gerebernus (ή Gerebran). Ο βασιλιάς όμως τους καταδίωξε, τους ανακάλυψε σ’ ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Cheel (ή Geel), κοντά στη σημερινή Αμβέρσα, και τους σκότωσε και τους δυο. Ήταν 15 Μαΐου, κάπου μεταξύ 620 & 640 μ.Χ., και η αγία ήταν 15 χρονών.

    Σύντομα άρχισαν να σημειώνονται θαύματα στον τάφο της Αγίας, που σχετίζονταν κυρίως με θεραπείες ψυχοπαθών. Έτσι πολλοί άρχισαν να επισκέπτονται το Geel και να προσκυνούν στον τάφο της αγίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην κοινότητα μια παράδοση φιλανθρωπίας, φιλοξενίας και φροντίδας ανθρώπων με ψυχικό νόσημα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

    Η βιογραφία της συντάχθηκε το 13ο μ.Χ. αιώνα, αλλά υπάρχουν και πολλά καταγεγραμμένα θαύματά της. Η αγία Ντύμφα είναι μια αγία του ορθόδοξου παρελθόντος της Δύσης και, παρόλο που τιμάται ιδιαίτερα από τη Δυτική Εκκλησία, είναι μια ορθόδοξη αγία. Ας έχουμε την ευχή της, ιδιαίτερα οι αδελφοί μας που χρειάζονται τη βοήθειά της.

    ΠΗΓΗ : http://www.saint.gr

     

    Όσιος Παχώμιος ο Μέγας

  • Όσιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσης
  • Όσιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης
  • Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός
  • Άγιος Ησαΐας ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ροστώβ
  • Άγιος Δημήτριος ο Μοσχοβίτης, ο Θαυματουργός
  • Όσιος Ησαΐας ο Θαυματουργός
  • Μνήμη εν τω περιτειχίσματι και η ανάδειξις της αχειροποιήτου εικόνος εν Καμουλιανοίς
  • Ανακομιδή της τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου
  • Όσιος Πανηγύριος ο θαυματουργός
  • Οσία Καλή
  • Όσιος Σιλβανός ο Ταβεννησιώτης
  • Όσιος Ευφρόσυνος ο Θαυματουργός
  • Όσιος Παχώμιος ο Αναχωρητής
  • Όσιος Παχώμιος του Κένο
  • Ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος Επισκόπου Ζαντόνσκ
  • Άγιος Νικόλαος ο Ιερομάρτυρας
  • Άγιος Αβέρκιος ο Ιερομάρτυρας
  • Άγιος Παχώμιος ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ
  • Άγιος Αρέθας των Αλταΐων
  • Άγιοι Dymphna και Gerebernus
********************************************************************************************************
  • Όσιος Παχώμιος ο Μέγας.

Ο Όσιος Παχώμιος γεννήθηκε το 292 μ.Χ στην Κάτω Θηβαΐδα της Αίγυπτου από γονείς ειδωλολάτρες και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στο στρατό, στον οποίο κατετάγη σε ηλικία 20 ετών, γνωρίσθηκε με Χριστιανούς στρατιώτες και διδάχθηκε από αυτούς τα της Χριστιανικής πίστεως. Όταν δεν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, εγκατέλειψε τον κόσμο και αφού μετέβη στην Ανω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε και εκάρη μοναχός. Επιθυμώντας μεγαλύτερη ησυχία, για να αφοσιωθεί στην ερημική ζωή και την άσκηση, κατέφυγε στην έρημο και ετέθη υπό την πνευματική καθοδήγηση του περίφημου ησυχαστού Παλάμονος (τιμάται 12 Αυγούστου), του οποίου έγινε τέλειος μιμητής.

Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατέρα, περί το 320 μ.Χ., κατέφυγε σε έρημο νησίδα του Νείλου, τη νήσο Ταβέννη της Ανω Θηβαΐδας, όπου βοηθούμενος και από τον ασπασθέντα το μοναχικό σχήμα αδελφό του Ιωάννη, ίδρυσε μικρή μονή. Η φήμη της αγιότητας και της συνέσεώς του είλκυσε πολλούς μοναχούς, εξ αιτίας δε τούτου ολοένα και μεγάλωνε τη μονή του, ώστε σε διάστημα λίγων ετών αυτή να αριθμεί περισσότερους από 14.000 μοναχούς. Έτσι ο Όσιος Παχώμιος έγινε ένας από τους μεγάλους οικιστές και ασκητές της ερήμου.

Ο Όσιος Παχώμιος θεωρείται θεμελιωτής της κοινοβιακής οργανώσεως των ασκητών. Όπως φαίνεται από την Λαυσαϊκή Ιστορία, βιβλίο που έγραψε ο Παλλάδιος περί το 420 μ.Χ., οι μοναχοί του Παχωμίου, που ονομάζονταν Ταβεννησιώτες, ζούσαν ανά τρεις σε μικρά οικήματα. Ο Όσιος Παχώμιος επέβαλε στους μοναχούς κοινή προσευχή κάθε πρωί και βράδυ (συνολικά βέβαια οι μοναχοί προσεύχονταν, σύμφωνα με τον Κανόνα, δώδεκα φορές την ημέρα και δώδεκα τη νύχτα), κοινή εργασία, κοινά έσοδα, κοινές δαπάνες, κοινά γεύματα και ομοιόμορφη ενδυμασία. Τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές και τυρί. Κατ’ αυτά οι μοναχοί δεν μιλούσαν μεταξύ τους, και γι αυτό συνεννοούνταν με νεύματα. Κάλυπταν δε τα πρόσωπά τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να βλέπουν μόνο την τράπεζα. Η ομοιόμορφη στολή τους αποτελείτο από τα εξής ενδύματα: λινό χιτώνα (« λεβιτωνάριο »), που έφθανε λίγο κάτω από τα γόνατα και ζωνόταν με ζώνη, λευκό μάλλινο ένδυμα αιγός ή προβάτου («μηλωτή»), επίσης ζωσμένο, που έφθανε έως τα γόνατα και είχε την μαλλοφόρο όψη προς τα έξω, κωνοειδές κουκούλιο, που στο πίσω μέρος έφθανε μέχρι τους ώμους και μικρό λινό ωμοφόριο (« μαφόριον » ή « μαφόριτιον ») που κάλυπτε συνήθως τον αυχένα και τους ώμους. Υποδήματα σπανίως χρησιμοποιούσαν.

Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί εκοιμούντο καθήμενοι και κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο και Κυριακή. Διαιρούνταν σε είκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα από τα οποία χαρακτηριζόταν με ένα γράμμα της αλφαβήτου, ανάλογα με την κατάσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς εκείνων που το αποτελούσαν.

Πνεύμα οργανωτικό και απαράμιλλος στην καθοδήγηση και την διακυβέρνηση προσώπων και πραγμάτων, κατόρθωσε να διατηρήσει μεταξύ του πλήθους της περί αυτόν αδελφότητας πειθαρχία και αγάπη, φροντίζοντας ως φιλόστοργος πατέρας για τις πνευματικές και υλικές τους ανάγκες, δια δε των σοφών συμβουλών του και του παραδείγματός του να τους ενθαρρύνει στον αγώνα προς την αγιότητα. Λόγω της θεοσέβειας και της θεοφιλούς του δράσεως ο Όσιος Παχώμιος επροικίσθηκε από τον Θεό δια της χάριτος της θαυματουργίας και επιτέλεσε πλείστα όσα θαύματα. Το 348 μ.Χ. περιποιούμενος ο ίδιος τους μοναχούς που ασθένησαν από πανώλη, αρρώστησε και ο ίδιος και μετά από λίγο απέθανε. Τον Όσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος (τιμάται 16 Μαΐου).

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Παχώμιε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.
Ἕτερον ΚοντάκιονἮχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις 
Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν στόματι πολιτείαν, ἐπιδεξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.Μεγαλυνάριον
Χαίροις εὐσεβείας ὑπογραμμός, καὶ τῶν μοναζόντων, Ἀγελάρχης θεοειδής. Χαίροις τῆς Αἰγύπτου, κανὼν καὶ τύπος μέγας, Παχώμιε θεόφρον, Πατέρων καύχημα.

  • Όσιος Αχίλλιος Επίσκοπος Λαρίσης.
Ο Όσιος Αχίλλιος καταγόταν από την Καππαδοκία και έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306 – 337 μ.Χ.). Ο νεανικός του πόθος, τον έφερε στους άγιους Τόπους και κατόπιν στη Ρώμη. Εκεί επιδόθηκε στο Ιερό έργο του Ιεροκήρυκα, διδάσκοντας ακατάπαυστα το θείο λόγο σε πόλεις και χωριά, αψηφώντας ανάγκες, βρισιές, διωγμούς και ταλαιπωρίες. Οι μεγάλες και σπουδαίες υπηρεσίες του, τον ανέδειξαν επίσκοπο Λαρίσης. Από τη νέα του θέση ο Αχίλλιος, υπήρξε ο πνευματικός αρχηγός και διδάσκαλος, αυτός που έλεγε και έπραττε. Κήρυττε κάθε μέρα, βοηθούσε τις χήρες, προστάτευε τα ορφανά, ανακούφιζε τους φτωχούς, υπεράσπιζε τους αδικημένους, ήταν ο άγρυπνος φύλακας και φρουρός της παρακαταθήκης της πίστεως και του ποιμνίου πού του εμπιστεύτηκαν. Ο Αχίλλιος διακρίθηκε και στην Α’ Οικουμενική σύνοδο που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια, εναντίον του Αρείου. Και τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τις αρετές του, του έδωσε μεγάλη χρηματική δωρεά την οποία, όταν ο Αχίλλιος επέστρεψε στη Λάρισα, διέθεσε για να κτίσει ναούς και για τη μέριμνα των ασθενών και των φτωχών. Όταν προαισθάνθηκε το θάνατο του, κάλεσε κοντά του όλους τους Ιερείς της επισκοπής του και τους έδωσε πατρικές συμβουλές για τα καθήκοντα τους.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαρίσης σὲ πρόεδρον, καὶ πολιοῦχον λαμπρόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν ὡς Ἱεράρχην σοφόν, παμμάκαρ Ἀχίλλιε, σὺ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος, ὁμοούσιον κράτος, θαύμασι τε καὶ λόγοις, κατετράνωσας κόσμω. Ἣν πάτερ ἐξευμενίζου, τοὶς σὲ γεραίρουσι.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον(Κατέβασμα)
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Χαίρει ἔχουσα, ἡ Θεσσαλία, σὲ ἀκοίμητον, φρουρῶν προστάτην, καὶ τῆς Λαρίσης ἡ πόλις ἀδάμαντα, ἡ Ἐκκλησία τὴν εὔηχον σάλπιγγα, τὸ τοῦ Υἱοῦ ὁμοούσιον κηρύξασαν, Πάτερ Ἅγιε Ἱεράρχα Ἀχίλλιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς Θεσσαλίας τὸν ἀστέρα τὸν ὑπέρλαμπρον, τῶν Λαρισαίων τὸν Ποιμένα τὸν ἀνύστακτον, κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐκβοῶντες· Παῤῥησίαν κεκτημένος πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντὸς ἡμᾶς κινδύνου ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζωμεν Χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς οἰκουμένης τὸν ἀστέρα τὸν ἀνέσπερον Καὶ Λαρισαίων τὸν ποιμένα τὸν ἀκοίμητον Τὸν ἀχίλλιον ὑμνήσωμεν ἐκβοῶντες· Παρρησίαν κεκτημένος πρὸς τὸν Κύριον Ἐκ παντοίας τρικυμίας ἡμᾶς λύτρωσαι Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἡ Λάρισα τὰ σά, μεγαλεῖα κηρύττει, θαυμάζει δὲ τὴν σήν, διδαχὴν Θεσσαλία, σεμνύνεται χαίρουσα, τῶν Πατέρων ἡ Σύνοδος, κόσμον ἔχει δέ, ἢ Ἐκκλησία σὲ Πάτερ, ἡμεῖς δ’ ἅπαντες, θερμὸν προστάτην καὶ ῥύστην, οἱ πόθῳ τιμῶντες σέ.Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἡ θεία σου σορός, , ὧ Ἀχίλλιε Πάτερ, ὡς ἄλλη Σιλωὰμ κολυμβήθρα ἐδείχθη, πηγὴν ἁγιάσματος παραδόξως ἐκβλύζουσα· οὗ μετέχοντες οἱ προσιόντες ἐν πίατει χάριν ἄφθονον, καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ἐκ τῶν τρόπων Ἱεράρχα ἐφάνης, καὶ τάγμασι τοῖς τούτων ἐγνώσθης, καὶ σὺν τοῖς Ἀσωμάτων χοροῖς λειτουργῶν τῷ θρόνῳ τοῦ Χριστοῦ Ἅγιε, ἀκούεις παρ’ ἡμῶν τῶν σῶν δούλων ταύτα: Χαῖρε τῆς Τριάδος ἡ σάλπιγξ ἡ εὔηχος· Χαῖρε τῆς Μονάδος ἡδύφωνον ὄργανον· Χαῖρε ὕψος δυσκατάληκτον τῶν δογμάτων τῶν σεπτῶν· χαῖρε βάθος δυσερμήνευοτν νοερῶν ἐργασιῶν· Χαῖρε ὅτι Ἀρείου τᾶς ἐπάρσεις καθεῖλες· Χαῖρε ὅτι τᾶς τούτου μυθουργίας παρεῖδες· Χαῖρε ἀστὴρ Ἑλλάδος ὑπέρλαμπρος· Χαῖρε Ποιμὴν Λαρίσης ὁ ἄκακος· Χαῖρ επροστάτης ὁ ἀκοίμητος ταύτης· Χαῖρε δι’ οὗ τῷ Θεῷ οἰκειοῦται·

Χαίροις Πάτερ Ἀχίλλιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Ἑῴας ἀστὴρ λαμπρός, καὶ τῶν Λαρισαίων, λαμπαδοῦχος καὶ ὁδηγός, χαίροις εὐσεβείας, λειμὼν ὁ ἀνθηφόρος, Ἀχίλλιε παμμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Λαρίσης ὁ θησαυρός, καύχημα Πατέρων, τῆς Νικαίας ὁ τηλαυγής, φάρος ἑξαστράπτων, τρανώσας θείαν φύσιν, Χριστοῦ ἐν τῇ Συνόδῳ, σοφὲ Ἀχίλλιε.

  • Όσιος Βάρβαρος ο Μυροβλύτης.

Ο Όσιος Βάρβαρος ανήκε, σύμφωνα με τον εγκωμιαστή του Κωνσταντίνο Ακροπολίτη και το Συναξάρι, σε ληστρική ομάδα Αράβων, η οποία επέδραμε στη νότια Ήπειρο και την Αιτωλία επί των ημερών του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Τραυλού (820 – 829 μ.Χ.). Σε κάποια σύγκρουση οι σύντροφοί του φονεύθηκαν και από τότε ο Βάρβαρος περιφερόταν μόνος «λῄσταρχος γενόμενος, καὶ ποιῶν ἀβάτους τᾶς ὁδούς, οἰκῶν ἐν ὄρεσι καὶ ἀλυσώδεσι τόποις». Κατ’ οικονομία Θεού κάποια ημέρα εισήλθε σε ναό που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, σε τόπο που ονομαζόταν Νήσα, όπου λειτουργούσε ο ιερεύς Ιωάννης. Κατά την ώρα της υψώσεως των Τιμίων Δώρων ο ιερεύς τον είδε και προσευχήθηκε μετά φόβου στον Θεό. Τη στιγμή εκείνη, ο Κύριος άνοιξε τους οφθαλμούς του ληστού, που είδε τους Αγγέλους να συλλειτουργούν με τον ιερέα. Όταν ο ιερεύς τελείωσε την Θεία Λειτουργία, ο Βάρβαρος τον ρώτησε: «Που είναι αυτοί που ήταν μαζί σου;». Ο δε ιερεύς του εξήγησε ότι η Οικονομία του Θεού τον αξίωσε να δει αυτά που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια, για να οδηγηθεί σε μετάνοια. Ο Βάρβαρος αμέσως απέβαλε τα λησταρχικά όπλα, μετανόησε, άρχισε την άσκηση και βαπτίσθηκε. Ο ασκητικός αγώνας στην περιοχή Τρύφου του Ξηρομέρου (ή Ξηρομένων) Αιτωλοακαρνανίας έγινε μεγαλύτερος. Επί τρία έτη αγωνίσθηκε πνευματικά και «πεποίηκε χρόνους τρεῖς κυλιόμενος ὡς τετράπους καὶ ἐσθίων χοῦν καὶ βοτάνας τᾶς φυομένας, κλαίων καὶ ὀδυρόμενος, κατακοπτομένων αὐτοῦ τῶν σαρκῶν». Μια νύχτα, ένας γεωργός που έτρωγε σε εκείνον τον τόπο που ασκήτευε ο Όσιος, τον φόνευσε κατά λάθος, νομίζοντας ότι είναι θηρίο.

Ο τάφος του ανέδιδε μύρο και ο Όσιος επιτελούσε θαύματα πολλά.

Ο Όσιος αναφέρεται στην τοπική αγιολογία της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας κα Ακαρνανίας και Κέρκυρας ως Όσιος Βάρβαρος ο Πενταπολίτης, η οποία τιμά την μνήμη του στις 23 Ιουνίου.

Μέχρι σήμερα στην Αιτωλοακαρνανία μιλούν για το σπήλαιο, όπου ο Άγιος Βάρβαρος πέρασε τα δεκαοκτώ χρόνια της ασκήσεώς του και το αγίασμά του. Σύμφωνα με αυτήν την αναφορά το 1571 μ.Χ. ένας Βενετός στρατιωτικός, ονόματι Σκλαβούνος, που έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ασθένησε ξαφνικά από θανατηφόρα ασθένεια. Ο ασθενής βλέπει τον Όσιο σε όραμα, ο οποίος τον καλεί να προσκυνήσει τον τάφο του, για να θεραπευθεί. Πράγματι, όταν έφθασε στον τάφο του Οσίου, προσκύνησε με ευλάβεια και έγινε καλά. Θέλοντας να τιμήσει τον Όσιο Βάρβαρο έκανε ανακομιδή των λειψάνων του με σκοπό να τα μεταφέρει στη Βενετία. Περνώντας από την Κέρκυρα για ανεφοδιασμό, σταμάτησε στο χωριό Ποταμός, όπου θεραπεύθηκε ένας παράλυτος νέος. Γι’ αυτό και σήμερα υπάρχει εκεί ναός αφιερωμένος στον Όσιο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´.
Μαρτυρικὸν ἀγῶνα γενναίως ἠγώνισαι, ἀσκητικῷ δὲ πόνῳ τὸν βίον διήνυσας ὅσιε Βάρβαρε· διὸ τὴν χάριν ἐδέξω διπλῆν, διὰ μὲν τοῦ λειψάνου ἀσθενείας διώκων, τῇ ψυχῇ δὲ συγχαίρων τῷ Χριστῷ, ὃν δυσώπει, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν αἰσίως τιμώντων σε.
ΚοντάκιονἮχος β´. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸ σῶμα τὸ σὸν τῇ γῇ ὑποτίθεται, τὴν σὴν δὲ ψυχὴν ὁ κτίστης κομίζεται, καὶ τὸ μὲν ἀσθενέσιν ὑγείαν πᾶσι χαρίζεται, ἡ δὲ Χριστὸν ἱκετεύει λυτρώσασθαι, πυρὸς αἰωνίου τοὺς τιμῶντάς σε.
ΚάθισμαἮχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς ἀγάπης καὶ πόθου ὃν εἰς Χριστόν, κατὰ Παῦλον τρισμάκαρ ἔσχες στεῤῥῶς, οὐδέν σε ἀπεχώρισεν, οὐ τυράννων τὰ φόβητρα, οὐ τῶν βασάνων ὄχλος, ἐρήμου τὸ ἄγριον, κλυδωνισμὸς χειμώνων, καὶ θέρους τὸ κάταυχμον, ἀλλὰ τῆς ἀγάπης, τοῦ Χριστοῦ τίς ἰσχύσει, χωρίσαι με ἔλεγες· ὅθεν ταύτης ἀχώριστος, οὐρανῷ τ᾿ ἀνιπτάμενος, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.Ὁ Οἶκος

Τῶν οὐρανίων, καὶ ἀϊδίων ἐφιέμενος Βάρβαρε, κατεφρόνησας τὰ ῥέοντα· καὶ σῶμα θνητόν, ψυχὴν δ᾿ ἀθάνατον γιγνώσκων, οὐκ ἐφείσω τοῦ πηλοῦ πάσχοντος ὅλως· τὴν ψυχὴν δὲ ἐκήδου τηρῆσαι ἀλώβητον· ὅθεν καὶ τῆς μακαρίας καὶ ἀϊδίου ἠξίωσαι ζωῆς· ἧς καὶ ἡμεῖς ταῖς πρεσβείαις σου παμμακάριστε ἀξιωθείημεν οἱ τιμῶντές σε.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις αἰχμαλώτων ὁ λυτρωτής· χαίροις ἀσθενούντων, ὁ ταχύδρομος ἰατρός· χαίροις ὁ στεφάνοις ἀθλητικοῖς, παμμάκαρ, στεφθεὶς παρὰ Κυρίου, Ὅσιε Βάρβαρε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Τίς ἰσχύει χάριν σου ἐξειπεῖν; μύρων μυροῤῥόα, καὶ θαυμάτων τὴν πληθύν; ποίαν γὰρ τῶν νόσων, οὐ λύει τὸ σὸν μύρον;τί δὲ τῶν λυπηρῶν τε σὴ χάρις Βάρβαρε;

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις ἡ ὁμὰς τῶν Μυροβλυτῶν, Βάρβαρε καὶ Σίμων, τῆς Σερβίας ὁ Συμεών· Νεῖλε, Θεοδώρα, Φιλίππου Ἑρμιόνη, Δημήτριε, Λεόντιε καὶ Θεόφιλε.

  • Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός.
Ο Όσιος Ανδρέας ο Ερημίτης και Θαυματουργός είναι άγνωστος στους Συναξαριστές. Στοιχεία για τη ζωή του καθώς και την Ακολουθία του, έγραψε ο Ανδρέας ο Ιδρωμένος ο Υπάργιος (+ 1847). Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία αυτά, ο Όσιος αυτός καταγόταν από το χωριό Μονοδένδρι της Ηπείρου και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Μιχαήλ Β’ του Κομνηνού δεσπότη της Ηπείρου (1234 – 1271 μ.Χ.). Κατά άλλους όμως, γεννήθηκε στο χωριό Σιβίστα της Ευρυτανίας, που βρισκόταν στο βουνό Καλάνα και που τώρα είναι βυθισμένο στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών και αφού ενηλικιώθηκε πήγε στο Μονοδένδρι της Ηπείρου. Ο Όσιος Ανδρέας, αφού εγκατέλειψε ηδονές χρημάτων, περιουσίας και συζύγου, κατοίκησε στην έρημο. Ως ησυχαστήριο του επέλεξε μάλλον τον τόπο γύρω από τα μοναστήρια της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτη Ηλία στο Μονοδένδρι, ενώ αργότερα κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο στην Καλάνα. Εκεί, με άσκηση και προσευχή αγίασε τη ζωή του και απεβίωσε ειρηνικά. Ο Κύριος, κατά τον βιογράφο του, έδωσε θαυμαστό σημείο, κατά την κοίμηση του Οσίου, για να τον δοξάσει: «Ουράνιο φως και αναμμένες λαμπάδες κατέβαιναν από τον ουρανό στο σημείο που βρισκόταν το τίμιο λείψανό του». Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός η βασίλισσα της Άρτας, Αγία Θεοδώρα (βλέπε 11 Μαρτίου), συγκέντρωσε την σύγκλητο και μετέβησαν στο μέρος που βρισκόταν το ιερό λείψανο και το ενταφίασαν έξω από το σπήλαιο με τιμές και ευλάβεια. Έδωσε δε εντολή να κτίσουν ναό προς τιμήν του Οσίου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Καλάνης οἰκήτωρ καὶ ἐν σώματι Ἄγγελος, καὶ Χαλκιοπούλου τὸ κλέος, δόξα Βάλτου καὶ καύχημα, ὑπάρχεις ὡς Ἀνδρέα ἀληθῶς, διὸ καὶ εὐφημοῦμεν σὲ πιστῶς· θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ πειρασμῶν λυτρούσαι τοὺς βοῶντας σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σε θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σου πᾶσιν ἰάματα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ο ἔνσαρκος ἄγγελος 
Ἀνδρείῳ φρονήματι ὑπεραθλήσας, λαμπρῶς ἀνδρείως ἐμόχθησας ὑπὲρ Χριστοῦ ἀληθῶς, ᾿Ανδρέα μακάριε· σὺ γὰρ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ καὶ ἐρήμῳ παλαίσας, ἤθλησας ἐν Καλάνᾳ, τῷ θεῷ εὐαρέστως· δι’ ὃ ἐν παῤῥησίᾳ, σεπτέ, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
᾿Εν τῷ κόσμῳ σωφρόνως θητεύσας καὶ τοῦ κόσμου ἀποταγείς, τὰ ἄνω προελόμενος καὶ ὑπὲρ τούτων θεοφιλῶς ἀσκησάμενος, ἐν Καλάνᾳ τέλος καταλεχθείς, πρέσβευε, πάτερ, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀνυμνούντων σε.
Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ πολύφωτος, τοῖς Χριστοφόροις σου τέκνοις, ἡ σεπτὴ ἀνέτειλε, τοῦ σοῦ θανάτου ἡμέρα, ἅπασαν διασκεδάζουσα ἀθυμίαν, ἀπαντᾷς ἡμᾶς καλοῦσα τοῦ ἐκβοᾶν σοι. Χαίροις πάνσοφε Ἀνδρέα, πατέρων δόξα καὶ κλέος καὶ καύχημα.
Κάθισμα
Ἦχος ἅ΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Σκιρτὰ νῦν σὺν ἡμῖν, Χαλκιόπουλος πᾶσα καὶ ᾄδει ἐκτενῶς, τοὺς καλοὺς σοῦ ἀγῶνας Ἀνδρέα τρισόλβιε, οὓς ἀνδρείως ὑπήνεγκας. Ὅθεν αἴτησαι, τοὺς ἐτησίως τελοῦντος, τὰ μνημόσυνα, τῆς ἐκδημίας σου, πάντων, κακῶν ἁπαλλάτεσθαι.Ὁ Οἶκος
Τὴν φωνὴν τὴν τοῦ εὐαγγελίου πάτερ ἀκούσας, σοὺς οἰκείους καὶ τὰ πάντα καὶ τοῦ Μονοδένδρου τόπον ἐγκαταλείψας, καὶ τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὠμῶν ἀράμενος, τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου ἀνεπιστρόφως διήνυσας. Καὶ ἐλθὼν εἰς τὸ Καλάνης Ὅρος, ταῖς μὲν προσευχαῖς καὶ νηστείαις καὶ χαυμευνείαις τὸν Θεὸν εὐαρεστήσας, τοῖς δὲ σοῖς δάκρυσι τὴν ἔρημον πᾶσαν κατήρδευσας. Ὅθεν καὶ παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πηγὴν χαρισμάτων εἴληφας, τοῦ ποιεῖν τὰ θαύματα, καὶ πηγάζειν ἰάματα, τοῖς ἐν πίστει προσιοῦσι σοι. Ἐν , δὲ τῇ τελευτῇ σοῦ, ὑπὸ τοῦ Κυρίου δοξαζόμενος, ὡς ἥλιος ἐν τῷ σπηλαίῳ ἐλαμψας, καὶ πυρσοὺς εἰς οὐρανὸν ἀναβαίνοντας, ἄνωθεν τοῦ σπηλαίου ἔδειξας. Καὶ ἰδοῦσα τὸ σημεῖον ἡ τῆς Ἄρτης ἁγία βασίλισσα, μετ’ εὐλαβείας σπεύσασα, τὴν ταφήν σου ἐποιήσατο, καὶ οἶκον ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου μέγαν ἀνήγειρεν. Σὺν αὕτη σὺν καὶ ἡμεῖς πάτερ ἀοίδιμε, ἐν κατανύξει βοῶμεν σοι. Χαίροις πάνσοφε Ἀνδρέα πατέρων δόξα καὶ κλέος καὶ καύχημα.

Μεγαλυνάριον
Τοῖς Ἀνδρέα μάκαρ τῷ σῷ ναῷ, τῷ ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἐρχομένοις καὶ τὴν σεπτήν, μνήμην σου τελοῦσι, πιστοῖς εἰρήνην δίδου, ὑγείαν καὶ τοῖς πᾶσι, πάτερ τὴν ἄφεσιν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Σωφρόνως ἐν κόσμῳ διαβιῶν, ἀγγελικὸν βίον ἐπεπόθησας ἀγαθέ. ῞Οθεν Χριστὸς ἠξίωσέν σε σύσκηνον τῶν ὁσίων καί τῶν ἁγίων πάντων, Ἀνδρέα ὅσιε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
᾿Εν Καλάνᾳ, πάτερ, δοκιμασθείς, εὐχῇ καὶ ἀσκήσει καὶ ἀγῶσι πνευματικοῖς, χάριτι ἠξιώθης στεφάνων θείας δόξης καὶ βασιλέων δάφνας, Ἀνδρέα ὅσιε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Δῆμοι τῶν Ἀγράφων εὐλαβεῖς καί τῆς Αἰτωλίας οἱ φιλόθεοι εὐσεβεῖς ἀθρόως προσκυνοῦσιν Ἀνδρέου τὴν παλαίστραν, τὸ σκάμμα τῆς Καλάνας τὸ θεοτίμητον

  • Άγιος Ησαΐας ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ροστώβ.

Ο Άγιος Ησαΐας γεννήθηκε στη γη του Κιέβου από ευγενείς και φιλόθεους γονείς, που του έδωσαν χριστιανική αγωγή. Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε τον Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές απολαύσεις και ήλθε στη μονή των Σπηλαίων, για να γίνει μοναχός. Ηγούμενος ήταν τότε ο Όσιος Θεοδόσιος, που διείδε με την χαρισματική του διάνοια την μελλοντική εξέλιξη του νέου και τον ένδυσε με το μοναχικό ένδυμα. Από τότε ο Ησαΐας αφιερώθηκε «ψυχὴ τε καὶ σώματι» στον Νυμφίο Χριστό και άρχισε μια αυστηρή ασκητική ζωή.

Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος, αφιλάργυρος, φιλάνθρωπος, γνήσιος ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Και επειδή «οὐ δύναται πόλις κρυβήναι ἐπάνω ὄρους κειμένη», η φήμη της αρετής και της αγιότητός του διαδόθηκε σε όλη τη χώρα και έφθασε μέχρι τα αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.

Τότε εκείνος άρχισε να παρακαλεί επίμονα τον Όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του, για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, μια και ο μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.

Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν θέλημα Θεού να αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε την συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Και εκείνος, μη θέλοντας να παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο και έγινε ο ποιμένας ο καλός των μοναχών της νέας μονής του.

Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού και του θανάτου, της κρίσεως και της Βασιλείας των Ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.

Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν και ευγνωμονούσε τον Θεό και τον Όσιο Θεοδόσιο, που έστειλαν στη μονή του Αγίου Δημητρίου αυτόν τον έμψυχο αδάμαντα. Αλλά περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο ου, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο αρχιερατικό αξίωμα. Μετά την μακαρία κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του Ροστώβ, ο Άγιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε Επίσκοπος σε εκείνη την επαρχία.

Όταν ήλθε στη θεόσωστη γη του Ροστώβ, ο Άγιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς Χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει πολλές παλαιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν, από άγνοια, σοβαρά αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο Άγιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη διαφώτιση και την στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και την διδασκαλία του Χριστού. Περιόδευε ακατάπαυστα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής του Ροστώβ και της Σουζδαλίας. Κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα προπύργια του νοητού εχθρού. Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να κατεδαφισθούν ή να παραδοθούν στη φωτιά και έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την Ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο και Ζωαρχική Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους πίστευαν, βαπτίζονταν από τον Όσιο Ιεράρχη στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο Άγιος με την δύναμη του Θεού. Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η μακροθυμία του Αγίου. Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χειρών και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικουμένων. Ο Άγιος Ησαΐας κοιμήθηκε με ειρήνη το 1090 μ.Χ.

  • Άγιος Δημήτριος ο Μοσχοβίτης, ο Θαυματουργός.
Ο Άγιος Δημήτριος (Ιβάνοβιτς) γεννήθηκε στη Μόσχα το 1581 μ.Χ. Ήταν υιός του τσάρου Ιβάν Δ’ του Τρομερού από τον έβδομο γάμο του, και αποδόθηκε σε αυτόν ο τίτλος του «τσάρεβιτς», δηλαδή του διαδόχου του θρόνου, καθ’ όσον υπήρχε φόβος μην πεθάνει άτεκνος ο πρεσβύτερος αδελφός αυτού, Θεόδωρος. Αυτός, αφού ανήλθε στον θρόνο, άφησε όλη την εξουσία στο γυναικαδελφό του Βορίς Γκουτουνώφ, ο οποίος, φιλοδοξώντας την κατάληψη του θρόνου, αποφάσισε να απαλλαγεί από τον Δημήτριο. Περιόρισε, λοιπόν, το νεαρό τσάρο στο Ούγκλιχ μαζί με την μητέρα του Μαρία Θεοδώροβνα. Ο νεαρός Δημήτριος είχε εμπνεύσει στους Ρώσους μεγάλες ελπίδες, οι οποίες χάθηκαν από τον αιφνίδιο θάνατό του. Ο θάνατός του, το 1591 μ.Χ., παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξύ δε των ιστορικών υπάρχουν διαφωνίες, εάν επήλθε τυχαία ή κατόπιν εγκλήματος. Η ιστορία όμως στιγμάτισε ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του, τον Γκουτουνώφ. Στις 3 Ιουνίου 1606 μ.Χ., τα λείψανά του, που είχαν μεταφερθεί στην Μόσχα για να αποκαλύψουν την άπατη του ψευδο-Δημητρίου, βρέθηκαν άφθορα και επιτέλεσαν πολλά θαύματα, ιδιαίτερα στην ίαση παιδιών. Η Εκκλησία εορτάζει την μετακομιδή των ιερών λειψάνων αυτού στις 3 Ιουνίου.
  • Όσιος Ησαΐας ο Θαυματουργός.
Ο Όσιος Ησαΐας έζησε κατά τον 10ο και 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη το 1115 μ.Χ.
  • Μνήμη εν τω περιτειχίσματι και η ανάδειξις της αχειροποιήτου εικόνος εν Καμουλιανοίς.
Η μνήμη της εορτής αυτής αναγράφεται στο Λαυριωτικό Κώδικα. Η διήγηση περί της ευρέσεως της αχειροποιήτου εικόνος του Κυρίου από την ειδωλολάτρισσα και μετέπειτα Χριστιανή Ακυλίνα , μέσα σε ένα κιβώτιο αποδόθηκε στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αλλά είναι ψευδεπίγραφη.
  • Ανακομιδή της τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου.
Φεύγοντας οι Ενετοί από την Κρήτη μετά την άλωση της νήσου από τους Τούρκους το 1669 μ.Χ., μετέφεραν μαζί τους και τη σωζόμενη τιμία κάρα του Αποστόλου Τίτου, η οποία κατατέθηκε στην λειψανοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, αποδόθηκε δε στην Εκκλησία της Κρήτης το 1966 μ.Χ., αρχιερατεύοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Ευγενίου (Ψαλλιδάκη) και κατατέθηκε στο σεβάσμιο φερώνυμο ναό του Αποστόλου, στο Ηράκλειο Κρήτης.
  • Όσιος Πανηγύριος ο θαυματουργός.

Ο βίος του Οσίου Πανηγύριου δεν διασώζεται και ούτε έχει συναξάρι. Τα όσα θ’ αναφερθούν παρακάτω είναι κάποια στοιχεία από την Ακολουθία του και από την περιγραφή της εικόνας του. Καταγόταν κατά πάσα πιθανότητα από το χωριό Μαλούντα της Λευκωσίας και ασκήτευσε σε ασκητήριο δίπλα από το χωριό αυτό. Ο Όσιος Πανηγύριος φαίνεται να ακολούθησε τον ασκητικό βίο από νεαρή ηλικία. Φαίνεται να ήταν ιερομόναχος ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα, να έγινε μοναχός και μετά ιερέας σε κάποιο κοντινό μοναστήρι. Στην εικόνα του παρουσιάζεται ενδεδυμένος με φελόνιον ως ιερέας και με το δεξί του χέρι ευλογεί και με το αριστερό του κρατεί Σταυρό. Η εικόνα του Αγίου ζωγραφίστηκε το έτος 1708 μ.Χ. και επισκευάσθηκε ξανά το έτος 1841 μ.Χ. Στα δεξιά της εικόνας αναγράφεται: «1708. Έγινεν η παρούσα εικών, Μνήσθητι Άγιε του δούλου σου Χριστοδούλου Ιερέως μετά πάντος του οίκου». Και στα αριστερά αναγράφεται: «Ανεκαινίσθη η παρούσα απί της Επιτροπής Χαραλάμπους προσκυνητού 1841 από Χριστού». Η εικόνα του που είναι μεγάλη, σε μέγεθος θέσεως τέμπλου, βρισκόταν στη παλαιά εκκλησία της Χρυσοπαντάνασας Μαλούντας, μεταφέρθηκε όμως μαζί με άλλες εικόνες, στη νέα εκκλησία του χωριού που επίσης είναι αφιερωμένη στην Παναγία Χρυσοπαντάνασσα.

Ο χρόνος που έζησε ο Όσιος είναι άγνωστος, αλλά από την Ακολουθία του φαίνεται ότι έζησε κατά τη περίοδο των αραβικών επιδρομών όπου διάφορα μέρη της Κύπρου είχαν έρθει κατά διαστήματα στην εξουσία των Αράβων. Γι’ αυτό δίδασκε τους χριστιανούς το χριστιανικό δρόμο και τους απότρεπε από τον εξισλαμισμό λέγοντας τους ότι αυτή η θρησκεία ήταν μια πλάνη «την μυθουργίαν των Αγαρηνών». Ζώντας με άσκηση και έχοντας πάντοτε κατά νου την δόξα της επόμενης ζωής, ο Όσιος Πανηγύριος απέκτησε θεία κατάνυξη και έζησε βίο ακηλίδωτο. Και αφού απέκτησε αυτές τις αρετές, αξιώθηκε από τον Θεό να γίνει θαυματουργός. Έδιωξε τις καταστροφικές ακρίδες και θεράπευσε ασθενείς που έπασχαν από διάφορες ασθένειες. Ο Όσιος Πανηγύριος κοιμήθηκε με ειρήνη. Σύμφωνα με τοπική παράδοση του χωριού Μαλούντας, πριν μερικά χρόνια, σωζόντουσαν ίχνη και ερείπια νοτιοανατολικά της κοινότητας, κάποιου ασκητηρίου που πίστευαν οι κάτοικοι του χωριού τότε, ότι ήταν το ασκητήριο του Οσίου Πανηγυρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Θείας πίστεως.
Τῶν Κυπρίων τὸ κλέος, Μαλουντίων τὸ καύχημα καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἠμῶν Πανηγύριε, ἱερωσύνης ἐνεδύσω τὴν στολὴν καὶ θαυμάτων τὲ πηγὴ ἀνεδείχθης, τοὶς προστρέχουσιν ἐν πίστει ἐν τῷ πανσέπτῳ καὶ θείω τεμένει σου. Δόξα τῷ οὕτως εὐδοκήσαντι Θεῶ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἠμὶν πρέσβυν ἀκοίμητον.
  • Οσία Καλή.

Η Οσία Καλή έζησε πριν το 15ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ανατολή, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Η ακροστιχίδα του Κανόνος της Αγίας μάς πληροφορεί ότι αυτός αποτελεί ποιήμα «τού Κρήτης», δηλαδή κάποιου Αρχιεπισκόπου της Κρήτης. και στα δύο χειρόγραφα που διασώζουν την Ακολουθία της Οσίας δεν αναγράφεται το ορθόν «Τού», αλλά η ερμηνεία του, δηλαδή το όνομα του συγκεκριμένου υμνογράφου «Ανδρέου Κρήτης». Άρα, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, ποιητής είναι ο διάσημος για τον Μέγα Κανόνα του, Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Αν ο υμνογράφος της Ακολουθίας είναι όντως ο Ανδρέας Κρήτης, τότε και η Οσία πρέπει να έζησε τουλάχιστον πριν την κοίμηση του Αγίου, δηλαδή πριν το 740 μ.Χ. Βέβαια, πίσω από την φράση «Τού Κρήτης» μπορεί να κρύβεται κάποιος άλλος Αρχιερεύς της Κρήτης. Γι’ αυτό έχει προταθεί ως υμνογράφος της Ακολουθίας της Οσίας ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος, Μητροπολίτης Κρήτης και «κατ’ επίδοσιν» Μηθύμνης και Πρόεδρος Λακεδαιμονίας. Αυτός έζησε πλησιέστερα στο χρόνο συντάξεως των χειρογράφων (15ος – 16ος αιώνας), δηλαδή το 13ο αιώνα μ.Χ. και στις αρχές του 14ου αιώνος μ.Χ. (Το 1285 μ.Χ. είναι ήδη Μητροπολίτης Κρήτης, ενώ τα τελευταία ίχνη του αναφαίνονται κατά τον Οκτώβριο του 1322 μ.Χ.) και είχε σχέσεις τόσο με τη Λέσβο όσο και με το Σινά. Σ’ αυτή την περίπτωση η Οσία θα πρέπει να έζησε το αργότερο μέχρι το πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνος μ.Χ.

Η οικογένεια της Οσίας ήταν πλούσια και η περιουσία της διατέθηκε από την Αγία σε έργα φιλανθρωπίας και ευποιίας. Δεν πρέπει να ήταν μοναχή, διότι αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στην Ακολουθία και φιλοξενούσε τους άστεγους και ενδεείς στον οίκο της, αφού ήταν αφιερωμένη στη διακονία των ελαχίστων και πασχόντων αδελφών της.

Η Καλή έζησε με σωφροσύνη, παρθενία, άσκηση, νηστείες και αδιάλειπτη προσευχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του βίου της είναι η φιλανθρωπία. Κίνητρό της ήταν ο πόθος της να τηρεί τις εντολές του Χριστού, να μιμείται τη θεϊκή ευσπλαχνία και φιλανθρωπία και να εκφράζει με κάθε τρόπο την αγάπη της προς τους συνανθρώπους της.

Στην Ακολουθία της αναφέρονται και θαύματα της Αγίας. Κάποια φορά που ζύμωσε ψωμί, για να το μοιράσει στους φτωχούς, ο Θεός έκανε ώστε να μην λιγοστεύει το ψωμί που της απόμενε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη δεν ελαττωνόταν το αλεύρι της χήρα στο Σαρεπτά, παρ’ όλο που τρεφόταν με αυτό ο Προφήτης Ηλίας, η χήρα και τα παιδιά της. Αλλά και μετά την κοίμησή της η Αγία συνέχισε αδιάκοπα να ευεργετεί τους ανθρώπους, χαρίζοντας την θεραπεία πιο ασθενείς με τις ικεσίες της προς τον Κύριο. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα των ιάσεων, ώστε ο υμνογράφος κάνει λόγο για «πέλαγος θαυμάτων» και την αποκαλεί «θαυματόβρυτον». Θεραπεύει ποικίλα νοσήματα ψυχών και σωμάτων, αλλά κυρίως ασθένειες επώδυνες, χρόνιες και δυσίατες, ρευματισμούς και αρθρίτιδες, παραλύσεις των αρθρώσεων και παραμορφώσεις των μελών του σώματος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ὡς τῶν αἰχμαλώτων.
Ὡς τῆς παρθενίας κάλλος θαυμαστὸν καὶ τῶν πεινώντων διατροφή, θεραπεία ἀσθενῶν, τῶν Ὁσίων ἀγλάϊσμα, τῆς εὐποιΐας κανὼν, Καλὴ θαυματόβρυτε, πρέσβευε Χριστῷ τὰ καλὰ δοθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ´. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐπὶ γῆς ἐβίωσας, νηστείαις καὶ ἀγρυπνίαις, προσευχαῖς σχολάζουσα, μελέταις θείων λογίων, πράξεσι καὶ εὐποιΐαις ἀκοπιάστως· νυν δὲ ζῇς ἐν οὐρανίοις, ἔνθα σχολάζεις θεωρίαις καὶ πρεσβείαις πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.
Κάθισμα
Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου, Σωτήρ.
Ὡς ἥλιος ἡμῖν, ἡ ἁγία σου μνήμη, ἀνέτειλε σαφῶς, τὰς ἡμῶν διανοίας φωτίζουσα, πανεύφημε, τῶν θαυμάτων ταῖς λάμψεσι, τῶν τιμώντων σοῦ ἀξιόχρεῳς, παρθένε, τὸ μνημόσυνον τὸ ἱερὸν θείοις ὕμνοις, Καλὴ παμμακάριστε.
Ὁ Οἶκος
Θυγάτηρ μὲν ὤφθης τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Τῷ Δευτέρῳ δὲ συνήφθης ἐκ πράξεως, τὰς ἀρετάς, ὥσπερ προῖκα, τούτῳ φέρουσα δαψιλῶς, ἀξιέραστε. Σὺ γὰρ πέφυκας τρανῶς τῶν Παρθένων καύχημα, τῶν ἐλεημόνων τε ἡ ἀρχέτυπος στήλη, ἐν ἐλέει τὸν ἐλεήμονα Νυμφίον σου θεραπεύσασα. Διὰ τοῦτο μεγάλως σὲ ἐδόξασε, διαυγεστάτην πηγὴν ἀναδείξας σε, κρουνοὺς θαυμάτων βρύουσαν καὶ χειμάῤῥους ἰαμάτων ἀενάως ἐκβλύζουσαν. Ἀλλὰ πρέσβευε νῦν πρὸς τὸν Σωτῆρα ὑπὲρ ἡμῶν, ὦ Καλή.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις, τῶν Παρθένων ἡ καλλονή, ἐνδεῶν, ἀπόρων ὁ ἀκένωτος θησαυρός, τῶν δεινῶς πασχόντων ἰάτραινα ἀρίστη, Καλὴ Ὁσιωτάτη, λάμπουσα θαύμασι.
  • Όσιος Σιλβανός ο Ταβεννησιώτης.
Ο Όσιος Σιλβανός έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στην Ταβέννη της Άνω Θηβαΐδος, κοντά στον Όσιο Παχώμιο τον Μέγα. Ο Όσιος διακρίθηκε για το χάρισμα των δακρύων, το προφητικό δώρο και την αδιάλειπτη προσευχή. Κοιμήθηκε με ειρήνη.
  • Όσιος Ευφρόσυνος ο Θαυματουργός.

Ο Όσιος Ευφρόσυνος, κατά κόσμον Ελεάζαρ, γεννήθηκε περί το 1386 μ.Χ. στο χωριό Βιντελεμπιέ, κοντά στο Πσκωφ. Από το ίδιο χωριό καταγόταν ο Όσιος Νίκανδρος του Πσκωφ (τιμάται 24 Σεπτεμβρίου). Οι γονείς του Ελεάζαρ ήθελαν να νυμφεύσουν τον υιό τους, αλλά αυτός εγκατέλειψε την πατρική οικία και κατέφυγε στη μονή του Σνετνογκόρσκιυ, όπου έγινε μοναχός. Περί το 1425 μ.Χ., επιθυμώντας ο Όσιος να ζήσει σε απομόνωση, για να αφοσιωθεί στην αδιάλειπτη προσευχή, με την ευλογία του ηγουμένου της μονής εγκαθίσταται σε ένα απομονωμένο κελλί στον ποταμό Τόλβα, όχι μακριά από το Πσκωφ. Εδώ είδε σε όραμα τους τρεις Οικουμενικούς Διδασκάλους της Εκκλησίας, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον ιερό Χρυσόστομο, οι οποίοι του υπέδειξαν τον τόπο όπου θα οικοδομούσε μία εκκλησία αφιερωμένη σε αυτούς. Αμέσως μετά, τον πλησίασε ένας ευσεβής μοναχός με το όνομα Σεραφείμ και γύρω από τον Όσιο Ευφρόσυνο άρχισαν να συναθροίζονται και άλλοι ασκητές που επιθυμούσαν να ζήσουν μαζί του τον αναχωρητικό βίο.

Το 1477 μ.Χ. ο Όσιος Ευφρόσυνος κατασκεύασε στην τοποθεσία που του είχε υποδειχθεί, μια εκκλησία αφιερωμένη στους τρεις Ιεράρχες και τον Όσιο Ονούφριο και κελλιά για την αδελφότητα και άρχισε να δέχεται όσους είχαν ανάγκη πνευματική καθοδήγηση. Σε όσους μοναχούς τον επισκέπτονταν ο Όσιος έλεγε να ζήσουν σύμφωνα με τον μοναχικό κανόνα που ο ίδιος είχε φτιάξει. Αυτός ο κανόνας στην πραγματικότητα ήταν μια διδασκαλία για την αληθινή ευαγγελική ζωή που πρέπει να ζει ένας μοναχός.

Από ταπείνωση και διάθεση να αφιερωθεί στην προσευχή, ο Όσιος δεν ανέλαβε ποτέ τα καθήκοντα του ηγουμένου, αλλά συνέχισε να ζει ως ερημίτης λίγο μακριά, στις όχθες της λίμνης του Πσκωφ. Ο Όσιος Ευφρόσυνος κοιμήθηκε σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών, το 1481 μ.Χ. Στον τάφο του τοποθετήθηκε η εικόνα του, εικονογραφημένη από τον μαθητή του Ιγνάτιο, όταν ακόμα ο Όσιος Ευφρόσυνος ήταν στη ζωή και η διαθήκη που ο ίδιος άφησε στην αδελφότητα και έγραψε με τα ίδια του τα χέρια σε περγαμηνή και επικύρωσε με μολυβένια σφραγίδα ο Επίσκοπος του Νόβγκοροντ, Θεόφιλος.

  • Όσιος Παχώμιος ο Αναχωρητής.
Ο Όσιος Παχώμιος, της Νερέκτα, κατά κόσμον Ιάκωβος, γεννήθηκε από μια ιερατική οικογένεια στο Βλαντιμίρ του Κλιάζμα. Ο πατέρας του ήταν ο ιερεύς Ιγνάτιος, ο οποίος διακονούσε στο ναό του Αγίου Νικολάου. Η οικογένειά του τον έστειλε στο σχολείο και σε ηλικία επτά ετών ο Όσιος είχε μάθει πολύ καλά την Αγία Γραφή. Ποθώντας τον μοναχικό βίο κατέφυγε στη μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαντιμίρ και έγινε μοναχός. Για μεγαλύτερη άσκηση ο Όσιος έφυγε από τη μονή και πήγε στα περίχωρα της Νερέκτα. Εδώ, στον ποταμό Γκριντένκα, βρήκε ένα κατάλληλο μέρος για μοναστήρι, ένα υπερυψωμένο τοπίο, σα νησί, μέσα στο πυκνό δάσος. Ο Όσιος ζήτησε από τους ανθρώπους να κτίσουν ένα μοναστήρι στην περιοχή του Σιπάνοβο, στα σύνορα με την πόλη Κοστρόμα. Οι κάτοικοι της Νερέκτα με χαρά συναίνεσαν και βοήθησαν στην ανέγερση της μονής. Ο Όσιος Παχώμιος αγιογράφησε μια εικόνα της Αγίας Τριάδος και αφού έψαλλε τον Παρακλητικό Κανόνα, την μετέφερε στο μέρος όπου θα έκτιζε το ναό, αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Όταν η κατασκευή ολοκληρώθηκε, ο Όσιος Παχώμιος οργάνωσε το νέο μοναστήρι, το οποίο σύντομα άρχισε να προσελκύει μοναχούς. Στο νέο μοναστήρι οι μοναχοί έπρεπε από μόνοι τους να καλλιεργούν τη γη και να τρέφουν τους εαυτούς τους με τον μόχθο των χεριών τους. Ο Όσιος έδιδε πρώτος το παράδειγμα για τους αδελφούς με την εργασία του. Ο Όσιος Παχώμιος κοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας το 1384 μ.Χ., και ενταφιάσθηκε στο ναό της Αγίας Τριάδος, τον οποίο και έκτισε.
  • Όσιος Παχώμιος του Κένο.
Ο Όσιος Παχώμιος του Κένο έζησε τον 15ο και 16ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία και ασκήτεψε στη μονή της Μεταμορφώσεως κοντά στην περιοχή της λίμνης Κένο, στην επαρχία της Καργκοπόλ. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη.
  • Ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος Επισκόπου Ζαντόνσκ.
Η Εκκλησία τιμάει την μνήμη του Αγίου Τύχωνος, Επισκόπου του Ζαντόνσκ στις 13 Αυγούστου. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Τύχωνος έγινε το 1846 μ.Χ. κατά την διάρκεια της ανεγέρσεως του νέου καθεδρικού ναού του Ζαντόνσκ.
  • Άγιος Νικόλαος ο Ιερομάρτυρας.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος (Κεδρώφ) ήταν πρεσβύτερος στην πόλη Γιαράνσκ, κοντά στην επαρχία Βυάτκα της Ρωσίας. Από τον γάμο του με την πρεσβυτέρα Ελισάβετ απέκτησε τρεις υιούς, τους Ιερομάρτυρες Παχώμιο και Αβέρκιο, τον Μιχαήλ Επίσκοπο της πόλεως Βρασλάβα της Πολωνίας και μία θυγατέρα, την Βέρα. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε το 1936 μ.Χ.
  • Άγιος Αβέρκιος ο Ιερομάρτυρας.
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αβέρκιος, κατά κόσμον Πολύκαρπος Κεδρώφ, γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1879 μ.Χ. στην πόλη Γιαράνσκ της επαρχίας Βυάτκα από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Ιερομάρτυρα Νικόλαο και την Ελισάβετ. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Βυάτκα και στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στις 2 Ιουλίου 1910 μ.Χ. έγινε μοναχός από τον Αρχιεπίσκοπο της Φιλανδίας Σέργιο Στραγκορόντσκυ, ονομάσθηκε Αβέρκιος και στις 5 του ιδίου έτους εισήλθε στην ιερωσύνη. Ανέλαβε καθήκοντα διευθυντού της Εκκλησιαστικής Σχολής του Ζχιτομίρ και στις 27 Ιουνίου 1915 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος της περιοχής. Ο Άγιος Αβέρκιος συνελήφθη για πρώτη φορά από το σοβιετικό καθεστώς το 1922 μ.Χ. και εξορίσθηκε στο Ουζμπεκιστάν. Κατά την περίοδο εκείνη αγωνίσθηκε κατά της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Το 1925 μ.Χ. ζούσε στη Μόσχα και παρευρέθηκε στην κηδεία του Πατριάρχου Τύχωνος. Συνελήφθη εκ νέου το 1926 μ.Χ. και φυλακίσθηκε στο Ζχιτομίρ. Κατόπιν μεταφέρθηκε στη φυλακή Μπουτύρκι στη Μόσχα. Ο σθεναρός Αβέρκιος, μαζί με τον αδελφό του Αρχιεπίσκοπο Παχώμιο, υπέγραψε μια επιστολή κατά της «κρατικής θρησκείας», την οποία το άθεο καθεστώς προσπαθούσε να επιβάλει. Το 1929 μ.Χ. φυλακίσθηκε στο Μπουτύρκι και τον Φεβρουάριο του 1930 μ.Χ. εξορίσθηκε στην πόλη του Αρχαγγέλσκ. Από το 1933 μ.Χ. μέχρι το 1934 μ.Χ. ήταν εξόριστος στην πόλη Βιρσκ στην Μπασκιρία, όπου συνελήφθη και καταδικάσθηκε, το 1937 μ.Χ., στον διά τυφεκισμού θάνατο.
  • Άγιος Παχώμιος ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ.

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Παχώμιος, κατά κόσμον Πέτρος Κεδρώφ, γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1876 μ.Χ. στην πόλη Γιαράνσκ της επαρχίας Βυάτκα και ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Ιερομάρτυρος Αβερκίου. Από την φύση του ο Πέτρος ήταν ταπεινός και πράος και αγαπούσε πολύ την Εκκλησία. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στην θεολογική ακαδημία του Καζάν, όταν διευθυντής εκεί ήταν ο Επίσκοπος Αντώνιος (Χαροποβίτσκιυ).

Ο Πέτρος είχε τόση απλότητα, που αποφάσισε να εκπληρώσει κυριολεκτικά την εντολή του Κυρίου, που λέγει: «Και αν κάτι τόσο σπουδαίο σαν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, βγάλε το και πέταξέ το. Γιατί σε συμφέρει να χάσεις ένα μέλος σου, παρά να ριφθεί όλο το σώμα σου στην κόλαση». Γι’ αυτό μια νύχτα αποπειράθηκε να κάψει το ένα του μάτι με ένα κερί. Το έγκαυμα ήταν τόσο σοβαρό που απαίτησε χειρουργική επέμβαση. Το 1899 μ.Χ. εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου και το 1916 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Σταροντούμπ της επαρχίας Τσέρνιγκωφ, για να αναδειχθεί Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ το επόμενο έτος. Κατά την διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος οι αρχές προσπάθησαν να τον συλλάβουν μία ημέρα κατά την οποία θα τελούσε την Θεία Λειτουργία, αλλά το πλήθος των Χριστιανών τους εμπόδισε. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος είχε την συνήθεια να παραμένει επί πολύ ώρα στο ιερό βήμα, όταν τελείωνε τις Ακολουθίες. Εκεί τον συνέλαβαν για πρώτη φορά. Η ιστορία επανελήφθη πολλές φορές. Αυτός ήταν ο συνεχής εφιάλτης που άρχισε να υπονομεύει την ειρήνη της ψυχής του Αρχιεπισκόπου.

Αθεϊστική επιτροπή επιστημόνων έπρεπε να αποφανθεί για την αγιότητα των ιερών λειψάνων, τα οποία πολλές φορές πετούσαν. Ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος έζησε την σκηνή της έρευνας για τα ιερά λείψανα του Αγίου Θεοδοσίου του Τσέρνιγκωφ. Μόνο που όταν τα άνοιξαν, δεν επέτρεψε σε κανέναν να πλησιάσει. Οι αρχές πήραν τα ιερά λείψανα και τα τοποθέτησαν στο μουσείο. Από εκεί οι Χριστιανοί τα μετέφεραν κρυφά. Για τον λόγο αυτό ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος συνελήφθη. Μετά την απελευθέρωσή του το 1923 μ.Χ., βρήκε καταφύγιο στην μονή του Αγίου Δανιήλ, στη Μόσχα. Εδώ συνελήφθη και μετά τον εγκλεισμό του στην φυλακή Μπουτύρκι της Μόσχας καταδικάσθηκε σε τριετή εξορία σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως των αντιφρονούντων. Το 1927 μ.Χ., ο Αρχιεπίσκοπος Παχώμιος, μαζί με τον αδελφό του Επίσκοπο Αβέρκιο Παχώμιο, υπέγραψε μια επιστολή κατά της «κρατικής θρησκείας» και της προσπάθειας των κρατούντων να αποϊεροποιήσουν την Εκκλησία. Ο Άγιος και πάλι συνελήφθη και εξορίσθηκε στην Κουζέμα. Αφέθηκε ελεύθερος, για να συλληφθεί εκ νέου το 1930 μ.Χ., με τις κατηγορίες της επαναστατικής δραστηριότητας, της υποκινήσεως των ιερών σε αντίσταση, της εκκλησιαστικής δραστηριότητας. Το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Ιερομάρτυρα Παχωμίου συνέβη το 1937 μ.Χ.

  • Άγιοι Dymphna και Gerebernus.

Η Αγία Ντύμφα (Dymphna ή Dympna ή Dimpna) ήταν κόρη του τοπικού βασιλιά κάποιας περιοχής της Ιρλανδίας τον 7ο αι. μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν ειδωλολάτρης, αλλά η μητέρα της χριστιανή κι έτσι η κοπέλα αγάπησε το χριστιανισμό και βαφτίστηκε κρυφά απ’ τον πατέρα της. Η ζωή της ήταν πολύ πνευματική και αφοσιωμένη στο Χριστό, έδωσε μάλιστα υπόσχεση αγνότητας.

Μετά το θάνατο της μητέρας της, ο βασιλιάς πένθησε τρομερά, όμως με τον καιρό θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Ανάθεσε λοιπόν στους ανθρώπους του να του βρουν μια όμορφη και καλή σύζυγο. Εκείνοι όμως, αφού ερεύνησαν, του είπαν πως δεν υπάρχει πιο όμορφη και συνετή γυναίκα στο βασίλειό του από την κόρη του! Τότε ο βασιλιάς αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του!

Η Ντύμφα, μπροστά σ’ αυτό τον τρομαχτικό πειρασμό, το ‘σκασε με τη βοήθεια του πνευματικού της, του Αγίου Gerebernus (ή Gerebran). Ο βασιλιάς όμως τους καταδίωξε, τους ανακάλυψε σ’ ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Cheel (ή Geel), κοντά στη σημερινή Αμβέρσα, και τους σκότωσε και τους δυο. Ήταν 15 Μαΐου, κάπου μεταξύ 620 & 640 μ.Χ., και η αγία ήταν 15 χρονών.

Σύντομα άρχισαν να σημειώνονται θαύματα στον τάφο της Αγίας, που σχετίζονταν κυρίως με θεραπείες ψυχοπαθών. Έτσι πολλοί άρχισαν να επισκέπτονται το Geel και να προσκυνούν στον τάφο της αγίας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην κοινότητα μια παράδοση φιλανθρωπίας, φιλοξενίας και φροντίδας ανθρώπων με ψυχικό νόσημα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η βιογραφία της συντάχθηκε το 13ο μ.Χ. αιώνα, αλλά υπάρχουν και πολλά καταγεγραμμένα θαύματά της. Η αγία Ντύμφα είναι μια αγία του ορθόδοξου παρελθόντος της Δύσης και, παρόλο που τιμάται ιδιαίτερα από τη Δυτική Εκκλησία, είναι μια ορθόδοξη αγία. Ας έχουμε την ευχή της, ιδιαίτερα οι αδελφοί μας που χρειάζονται τη βοήθειά της.

  • Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου

Το 1832 μ.Χ. μάστιζε φοβερή θανατηφόρος αρρώστια, η πανώλης, τον πληθυσμό της Μυτιλήνης. Οι θάνατοι κάθε μέρα γινότανε και περισσότεροι. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να σκορπιστούν στους γύρω λόφους ελπίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. Και οι αρχές της πόλεως αφήκαν τα γραφεία τους στην πόλη και κατέφυγαν και αυτές στα βουνά. Όλα τα μέτρα όμως που έπαιρναν, ήταν ανίσχυρα να σταματήσουν την αρρώστια και το θάνατο. Η κυβέρνηση έστειλε συνεργεία γιατρών από την Κωνσταντινούπολη και φάρμακα, που πάλι δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Αλλά ό,τι δεν κατόρθωσαν οι ανθρώπινες προσπάθειες, το έκαμε η χάρη του Θεού με τις προσευχές του Αγίου Θεοδώρου.

Σ’ αυτές τις κρίσιμες μέρες και μάλιστα τη νύχτα της Παρασκευής της α΄ εβδομάδας των Νηστειών, φανερώθηκε ο Άγιος στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και αργότερα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και του παρήγγελε να ειπεί στο Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς από τις εξοχές, όπου είχαν καταφύγει, να κάνουν αγρυπνία στο Μητροπολιτικό ναό και να βγάλουν και το λείψανο του από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά μετά από μια εβδομάδα, και πάλι νύκτα της Παρασκευής, βλέπει το ίδιο όνειρο ζωηρότερα, και αυστηρότερον τον Άγιο. Αμέσως αυτή τη φορά έτρεξε και ανακοίνωσε στο Μητροπολίτη την εντολή του αγίου. Ο Μητροπολίτης αμέσως συνάντησε τον Τούρκο Διοικητή και του ζήτησε την αδεία να επιτρέψει να ειδοποιήσει με κάθε μέσο τους χριστιανούς, να έλθουν στο ναό και να παρακαλέσουν όλοι τον Θεό να σωθούν απ’ την αρρώστια. Οι Τούρκοι γιατροί, που ήρθαν απ’ την Κωνσταντινούπολη, αντέδρασαν. Δεν ήθελαν να γίνει συγκέντρωση από φόβο να μη μεταδοθεί η αρρώστια περισσότερο. Όμως ο Διοικητής βλέποντας ότι ο κόσμος πέθαινε, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει οι γιατροί, έστω και αν είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους οι κάτοικοι, έδωκε την άδεια για συγκέντρωση και αγρυπνία.

Όλοι οι χριστιανοί με πίστη και ελπίδα έτρεξαν στο ναό, που γέμισε μέσα, έξω και τους γύρω δρόμους. Έκλαψαν, παρακάλεσαν το Θεό, και ζήτησαν και τη βοήθεια του Αγίου, που έμαθαν ότι φανερώθηκε με όνειρο στον Πρωτοσύγκελλο. Ξημέρωσε και προσευχότανε. Τις πρωινές ώρες ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στην κρύπτη του ναού, έβγαλαν με ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Θεοδώρου και έκαμαν μια σύντομη λιτανεία γύρω στο ναό.

Από εκείνη την ώρα δεν πέθανε κανείς Χριστιανός ή Τούρκος από την πανώλη. Η πόλη ονόμασε τον Άγιο Θεόδωρο «Πολιούχο», δηλαδή προστάτη της πόλεως και του νησιού της Λέσβου. Τούρκοι και Έλληνες με κάθε τρόπο ομολογούσαν το θαύμα και φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και τον προστάτη Άγιο.

Από τότε το σεπτό λείψανο του αγίου δεν το ξανάβαλαν στην κρύπτη του ναού, αλλά το τοποθέτησαν φανερά και για τους Τούρκους στη θέση του Μητροπολιτικού ναού, που βρίσκεται σήμερα και αποτελεί, όπως λέγει και το απολυτίκιο του αγίου, «θησαυρόν τιμαλφή» για την Λέσβο.

Σαν πολιούχος ο Άγιος Θεόδωρος προστάτεψε την Λέσβο και κατά τον τελευταίο πόλεμο του 1940 μ.Χ., που ενώ οι Ιταλοί βομβάρδιζαν διαφόρους στόχους, όπως τον ασύρματο της πόλεως, που ήταν στη Νεάπολη, τα εργοστάσια Σουρλάγκα στον κόλπο της Γέρας, στο λιμάνι το πλοίο «Αρντένα», καμιά βόμβα δεν πέτυχε το στόχο της και πολλές απ’ αυτές βυθίστηκαν στο έδαφος χωρίς να εκραγούν.

Σε ανάμνηση του θαύματος της διασώσεως του πληθυσμού της πόλεως από την πανώλη, από το έτος 1936 μ.Χ., με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου, καθιερώθηκε νέα γιορτή στη Μυτιλήνη την Δ’ Κυριακή από το Πάσχα, κατά την οποία γίνεται με μεγάλη λαμπρότητα και με συμμετοχή χιλιάδων λαού η λιτάνευση του σεπτού λειψάνου του Αγίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ πάντιμον Λείψανον τοῦ Θεοδώρου πιστοί, ἐνδόξως τιμήσωμεν ὡς θησαυρὸν τιμαλφῆ, καὶ πάντες βοήσωμεν· Σῶσον ἐκ τῶν κινδύνων τοὺς πιστῶς σε ὑμνοῦντας, ὡς πότε σὺ ἐῤῥύσω ἐκ πανώλους τὴν πόλιν, καὶ πάντας περιφρούρησον ταῖς ἱκεσίαις σου.

  • Ανακομιδή Ιερών λειψάνων του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη και Ομολογητή

Ο αρχαιότερος γνωστός Ερημίτης Άγιος της Κρήτης είναι ο Άγιος Κοσμάς ο Ομολογητής (βλέπε 2 Σεπτεμβρίου), ο οποίος κοιμήθηκε το έτος 658 μ.Χ. Η βιογραφία του μας είναι γνωστή από την παλαίτυπη σειρά «Acta Sanctorum», καθώς και από άλλες πηγές.

Όπως αναφέρει η παραπάνω πηγή, ο Κρητικός Νότος δεν ήταν τόσο φημισμένος τα χρόνια εκείνα για τον πλούτο, όσο για το πλήθος των ανδρών που ασκούνταν στην πίστη του Χριστού.

Ο Άγιος Κοσμάς ανήκει στην κατηγορία των ασκητών που αφιερώθηκαν στον Θεό με βαθιά άσκηση και τέλεια αποταγή εκ του κόσμου, μέσα σε σπήλαιο που βρισκόταν στα νότια παράλια της Κρήτης. Οι πνευματικοί του αγώνες έγιναν πολύ γνωστοί. Όπως συνάγεται από τον βίο του έζησε με θεϊκή φλόγα και ασκήθηκε με μεγάλο πόθο ψυχής, αντιμαχόμενος το κοσμικό φρόνημα.

Ο εν λόγω Άγιος στο σπήλαιο όπου αθλήθηκε πνευματικά αποκτώντας μεγάλες αρετές, στο ίδιο σπήλαιο ενταφιάσθηκε με αφάνεια. Οι γειτονικοί κάτοικοι της ερημιάς μέσα στην οποία έζησε δημιούργησαν λατρεία για αυτόν και επειδή ήταν δύσκολη η πρόσβαση στον Τόπο του σπηλαίου του, μετέφεραν το σκήνωμά του σε πόλη, στολίζοντάς το με ιδιαίτερο τρόπο.

Παρατήρησαν όμως ότι όσο χρονικό διάστημα, περίπου για τρία χρόνια και έξι μήνες, το σώμα του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη, βρισκόταν στην πόλη αυτή, μακριά από τον τόπο της άσκησής του, επικράτησαν ξηρασίες, χάθηκαν τεράστιες σοδειές σιτηρών και σταμάτησε ο ουρανός να δίδει βροχή. Την κατάσταση αυτή οι άνθρωποι την αιτιολόγησαν εξ αιτίας της μεταφοράς του λειψάνου του ερημίτη στον κόσμο, γι’ αυτό και αποφάσισαν να επιστρέψουν το λείψανό του στο σπήλαιο της άσκησής του. Τότε σταμάτησε η ξηρασία, έπεσε άφθονη βροχή και η γη χόρτασε από νερό. Στο σπήλαιο αυτό το σώμα του Αγίου έμεινε μέσα σε ταφικό μνημείο, τιμώμενο από όλους με περισσή ευλάβεια.

Το έτος 1058 μ.Χ., Βενετσιάνοι έμποροι ήλθαν με πλοίο στα νότια παράλια της Κρήτης, πέρασαν τα δύσβατα μέρη που οδηγούσαν στον τόπο της σπηλιάς που ήταν θαμμένος ο Άγιος το 658 μ.Χ., έκλεψαν το σώμα του και το μετέφεραν στη Βενετία, στο γνωστό Νησί του Αγίου Γεωργίου του Μείζονος. Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν στο βιβλίο «DELLE INSCRIZIONI VENEZIANE». Το άφθαρτο σκήνωμα του Αγίου παρέμενε στη Βενετία, στον παραπάνω αναφερόμενο Ναό, μέσα σε μια λάρνακα.

Περί το 2000 μ.Χ., το Μοναστήρι της Παναγίας του Κουδουμά, της Ιεράς Μητρόπολεως Γορτύνης και Αρκαδίας, άρχισε να μελετά και να ασχολείται με τον Άγιο Κοσμά τον Ερημίτη. Το Μοναστήρι αυτό σε ένδειξη σεβασμού προς τον Άγιο Κοσμά, ανακαίνισε ένα από τα σπήλαια της Ιεράς Μονής, αφιέρωσε Ιερό Ναό στο όνομά του, και κάθε χρόνο γιορτάζει τη μνήμη του, που είναι στις 2 Σεπτεμβρίου, στο συγκεκριμένο σπήλαιο.

Στο διάβα του χρόνου, η Ιερά Μονή Κουδουμά ήρθε, κατά την εκκλησιαστική τάξη, σε επαφή με το παραπάνω Μοναστήρι στη Βενετία, παρακαλώντας να δοθεί τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου.

Μετά από επισκέψεις των πατέρων της Ιεράς Μονής Κουδουμά μαζί με ειδικούς ερευνητές και μετά από μια μακρά ιστορία συνεννοήσεων, στην τελευταία επίσκεψη της Αντιπροσωπίας της Ιεράς Μονής του Κουδουμά στη Βενετία, αφού προηγήθηκαν μελέτες, εγκρίσεις των Ιταλικών αρχαιολογικών υπηρεσιών, με άδεια του Ρωμαιοκαθολικού Πατριαρχείου Βενετίας, στις 16 Οκτωβρίου 2018 μ.Χ., έγινε η τελευταία φάση της αποσφράγισης του ιερού λειψάνου του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη.

Τελικά, δόθηκε στη Ιερά Μονή Κουδουμά από τους Ρωμαιοκαθολικούς μοναχούς της Μονής Αγίου Γεωργίου του Μείζονος της Βενετίας και το Ρωμαιοκαθολικό Πατριαρχείο Βενετίας, ικανό μέρος από τα ιερά λείψανα του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη, μέρος από το ύφασμα που κάλυπτε τον Άγιο, τέσσερα μεγάλα τμήματα από τη ζωγραφική επιφάνεια της εικονομαχικής λάρνακας του 8ου αιώνα μ.Χ. που κάλυπτε τον Άγιο καθώς και οι αρχαίες κλειδαριές της, για να φιλοξενηθούν για πάντα στο Μοναστήρι του Κουδουμά. Η λάρνακα ξανακλείσθηκε και σφραγίσθηκε με βουλοκέρι.

Στις 17 Οκτωβρίου 2018 μ.Χ. η αποστολή της Ιεράς Μονής Κουδουμά αναχώρησε με πλοίο από τη Βενετία, τα εν λόγω ιερά λείψανα έφθασαν στην Ιερά Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας, στις 20 Οκτωβρίου 2018 μ.Χ. και από εκεί κατέφθασαν στο Μοναστήρι του Κουδουμά όπου έγινε η υποδοχή τους και ακολούθησε ιερά αγρυπνία.

Η Εκκλησία Κρήτης χαιρετίζει με βαθιά πνευματική αγαλλίαση, την έλευση του Αγίου Κοσμά του Ερημίτη στον τόπο της άσκησής του, τη Μεγαλόνησο Κρήτη. Η επανακομιδή τμήματος του ιερού λειψάνου Του στην Κρήτη αποτελεί, από πλευράς αρχαιότητας, το δεύτερο σπουδαιότερο γεγονός επιστροφής τιμίου λειψάνου, στη Μεγαλόνησο Κρήτη, μετά την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου, Πρώτου Επισκόπου της Αποστολικής Εκκλησίας Κρήτης.

  • Ανάμνηση Θαύματος Αγίας Βαρβάρας στην Λευκάδα

Στην Λευκάδα, εκτός από την 4η Δεκεμβρίου (οπότε τιμάται η μνήμη της Αγίας Βαρβάρας), μεγάλη πανήγυρη γίνεται και την Γ’ Κυριακή του Μαΐου. Τότε, οι Λευκαδίτες ευχαριστούν την Αγία Βαρβάρα για τη διάσωση του νησιού από την φοβερή μάστιγα της ευλογιάς στα 1922 μ.Χ. Τελείται μάλιστα και λιτανεία, που ξεκινάει από τον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής και περιέρχεται τους δρόμους της πόλης.

  • Σύναξη πάντων των Ευβοέων Αγίων

Η Εορτή των Ευβοέων Αγίων καθιερώθηκε το 1971 μ.Χ. από τον μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο (Σελέντη) να εορτάζεται την Κυριακή του Παραλύτου. Οι Άγιοι που συνδέθηκαν με την Εύβοια, αλλά και τα Νησιά των Βορείων Σποράδων και συγκαταλέγονται στους Ευβοείς Αγίους είναι:
1) Απόστολος Παύλος, ο οποίος κατά την 2η Αποστολική Περιοδεία διήλθε από τον Πορθμό του Ευρίπου (βλέπε 29 Ιουνίου).
2) Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, ο οποίος μαρτύρησε το έτος 311 μ.Χ. στη Χαλκίδα (βλέπε 20 Ιουνίου).
3) Άγιος Ρηγίνος, Επίσκοπος Σκοπέλου, ο οποίος μαρτύρησε κατά τον 4ον αι. μ.Χ (βλέπε 25 Φεβρουαρίου).
4) Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» (βλέπε 26 Νοεμβρίου).
5) Όσιος Χριστόδουλος της Πάτμου, ο οποίος έζησε κατά τον 11ο αι. μ.Χ. (βλέπε 16 Μαρτίου).
6) Όσιος Νικόλαος ο Σικελιώτης (βλέπε 23 Αυγούστου).
7) Όσιος Γρηγόριος ο εν Στρογγύλη των Λιχάδων, ο οποίος έζησε κατά τον 11ο αι. μ.Χ.
8) Όσιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ο Χαλκιδεύς, ο οποίος έζησε κατά τον 11ο αι. μ.Χ. (βλέπε 31 Δεκεμβρίου).
9) Όσιος Ευθύμιος ο ασκητής, ο οποίος έζησε κατά τον 12ο αι. μ.Χ.
10) Όσιος Δανιήλ ο «Στυλίτης», ο οποίος έζησε κατά τον 12ο αι. μ.Χ.
11) Άγιος Άνθιμος Αθηνών και Ευρίπου και Πρόεδρος Κρήτης ο Ομολογητής, ο οποίος κοιμήθηκε κατά το έτος 1371 μ.Χ.
12) Όσιος Γεράσιμος Σιναΐτης ο Ευβοεύς, ο οποίος έζησε κατά τον 14ο αι. μ.Χ. (βλέπε 7 Δεκεμβρίου).
13) Όσιος Ιωσήφ ο Ευβοεύς, ο οποίος έζησε κατά τον 14ο αι. μ.Χ.
14) Όσιος Σάββας ο νέος ο εν τω Άθω, του οποίου η μνήμη τελείται στο Άγιο Όρος, την Β΄ Κυριακή του Ματθαίου.
15) Τιμόθεος Μητροπολίτης Ευρίπου, ο ιδρυτής της Μονής Πεντέλης, ο οποίος έζησε κατά τον 16ο αι. μ.Χ. (βλέπε 16 Αυγούστου).
16) Οσιομάρτυς Θεοφάνης, ο οποίος μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη το 1588 μ.Χ. (βλέπε 8 Ιουνίου).
17) Όσιος Συμεών ο ανυπόδητος και μονοχίτων, ο οποίος κοιμήθηκε κατά το έτος 1594 μ.Χ. (βλέπε 19 Απριλίου).
18) Όσιος Δαβίδ ο εν Ευβοία, ο οποίος έζησε κατά τον 16ο αι. μ.Χ. (βλέπε 1 Νοεμβρίου).
19) Οσιομάρτυς Γεράσιμος ο Μεγαλοχωρίτης, ο οποίος έζησε κατά τον 18ο αι. μ.Χ. (βλέπε 3 Ιουλίου).
20) Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος, ο οποίος κοιμήθηκε κατά το 1730 μ.Χ. (βλέπε 27 Μαΐου).
21) Όσιος Ιερόθεος ο εκ Καλαμών, ο οποίος κοιμήθηκε κατά το έτος 1745 μ.Χ. (βλέπε 13 Σεπτεμβρίου).
22) Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος κοιμήθηκε κατά το έτος 1809 μ.Χ. (βλέπε 14 Ιουλίου).
23) Όσιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Διδάσκαλος του Γένους και Εθνοϊερομάρτυς, ο οποίος κήρυξε το θείο λόγο και στη νήσο Σκόπελο (βλέπε 24 Αυγούστου).
24) Όσιος Νήφων, ο νέος Κοινοβιάρχης, ιδρυτής της Ι.Μ. Ευαγγελιστρίας Σκιάθου, ο οποίος εκοιμήθη το 1809 μ.Χ. (βλέπε 28 Δεκεμβρίου).
25) Άγιος Νεκτάριος ο Πενταπόλεως, ο οποίος υπηρέτησε σαν Ιεροκήρυκας στην Εύβοια (1891 – 1893 μ.Χ.) (βλέπε 9 Νοεμβρίου).
26) Όσιος Νεόφυτος ο Προσμονάριος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ο οποίος ασκήθηκε στη Λίμνη (βλέπε 21 Ιανουαρίου).

ΠΗΓΗ : http://www.saint.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή