Site icon Times News

8 Σεπτεμβρίου γιορτάζουν….

**********************************************************************************************************
  • Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου 
«Ἀποκάλυψαν πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει» (Ψαλμός λστ’ στ. 5). Φανέρωσε στον Κύριο με εμπιστοσύνη το δρόμο και τις επιδιώξεις και τις ανάγκες της ζωής σου και έλπισε σ’ Αυτόν και Αυτός θα κάνει εκείνα που ζητάς και χρειάζεσαι. Μ’ αυτή την εμπιστοσύνη και ελπίδα, ο Ιωακείμ και η Άννα ικέτευαν προσευχόμενοι το Θεό να της χαρίσει παιδί, να το έχουν γλυκεία παρηγοριά στα γεράματα της. Και την ελπίδα της ο Θεός έκανε πραγματικότητα. Της χάρισε την Παρθένο Μαριάμ, που ήταν ορισμένη να γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου και να λάμψει σαν η πιο ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Ήταν εκείνη, από την οποία έμελλε να προέλθει Αυτός που θα συνέτριβε την κεφαλή του νοητού όφεως. Στην Παλαιά Διαθήκη δόθηκαν της προτυπώσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μία είναι και η βάτος στο Σινά, την οποία ενώ είχαν περιζώσει φλόγες φωτιάς, αυτή δεν καιγόταν. Ήταν απεικόνιση της Παρθένου, που θα γεννούσε το Σωτήρα Χριστό και συγχρόνως θα διατηρούσε την παρθενία της. Έτσι, η Άννα και ο Ιωακείμ, που ήταν από το γένος του Δαβίδ, με την κραταιά ελπίδα που είχαν στο Θεό απέκτησαν απ’ Αυτόν το επιθυμητό δώρο, που θα συντροφεύει τον κόσμο μέχρι συντέλειας αιώνων. 
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οικουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα ὀνειδισμοῦ ἀτεκνίας, καὶ Ἀδὰμ καὶ Εὔα, ἐκ τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου, ἠλευθερώθησαν, Ἄχραντε, ἐν τῇ ἁγίᾳ γεννήσει σου, αὐτὴν ἑορτάζει καὶ ὁ λαός σου, ἐνοχῆς τῶν πταισμάτων, λυτρωθεὶς ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἡ Στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἀναβόησον Δαυΐδ, τὶ ὤμοσέ σοι ὁ Θεός; Ἅ μοι ὤμοσε φησί, καὶ ἐκπεπλήρωκεν ἰδού, ἐκ τοῦ καρποῦ τῆς κοιλίας μου δοὺς τὴν Παρθένον· ἐξ ἧς ὁ πλαστουργός, Χριστός ὁ νέος Ἀδάμ, ἐτέχθη βασιλεύς, ἐπὶ τοῦ θρόνου μου· καὶ βασιλεύει σήμερον, ὁ ἔχων τὴν βασιλείαν ἀσάλευτον. Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαυΐδ, ἡ θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡμῖν, καὶ νεουργεῖται, ἡ σύμπασα καὶ θεουργεῖται. Συγχάρητε ὁμοῦ, ὁ οὐρανός καὶ ἡ γῆ· αἰνέσατε αὐτήν, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.
Ἀγαλλιάσθω οὐρανός, γῆ εὐφραινέσθω· ὁ τοῦ Θεοῦ γὰρ οὐρανός, ἐν γῇ ἐτέχθη, ἡ Θεόνυμφος αὕτη ἐξ ἐπαγγελίας. Ἡ στεῖρα βρέφος θηλάζει τὴν Μαριὰμ· καὶ χαίρει ἐπὶ τῷ τόκῳ Ἰωακείμ. Ῥάβδος λέγων ἐτέχθη μοι, ἐξ ἧς τὸ ἄνθος Χριστός, ἐβλάστησεν ἐκ ῥίζης Δαυΐδ. Ὄντως θαῦμα παράδοξον!
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Ἡ Παρθένος Μαριάμ, καὶ Θεοτόκος ἀληθῶς, ὡς νεφέλη τοῦ φωτός, σήμερον ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ἐκ Δικαίων προέρχεται εἰς δόξαν ἡμῶν. Οὐκ ἔτι ὁ Ἀδὰμ κατακρίνεται· ἡ Εὔα τῷν δεσμῶν ἠλευθέρωται· καὶ διὰ τοῦτο κράζομεν βοῶντες, ἐν παρρησίᾳ τῇ μόνῃ Ἁγνῇ· Χαρὰν μηνύει, ἡ γέννησίς σου, πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ.Ὁ Οἶκος
Ἡ προσευχὴ ὁμοῦ καὶ στεναγμός, τῆς στειρώσεως καὶ ἀτεκνώσεως Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννης, εὐπρόσδεκτος, καὶ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου ἐλήλυθε, καὶ ἐβλάστησαν καρπὸν ζωηφόρον τῷ κόσμῳ· ὁ μὲν γὰρ προσευχὴν ἐν τῷ ὄρει ἐτέλει, ἡ δὲ ἐν παραδείσῳ ὄνειδος φέρει· ἀλλὰ μετὰ χαράς, ἡ στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Διήγηση περί Αγάπης πολύ ωφέλιμη 

Στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου διαβάζουμε: Ένας Iερεύς και ένας ευλαβής Διάκονος έχοντες αναμεταξύ των αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσον εις μίσος και έχθραν, και έμειναν εις πολύν καιρόν αφιλίωτοι. Eπειδή δε ηκολούθησε να αποθάνη ο Iερεύς εις το μίσος αυτό, διά τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, πως δεν επρόφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Iερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις μερικούς Πατέρας διακριτικούς, επαρακινήθη παρ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Mοναχόν, και να φανερώση την υπόθεσιν. O δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν επεριπάτει εις τους ερημικωτέρους τόπους, ζητώντας τον ιατρόν της πληγής του.

Kαι λοιπόν ευρίσκει ένα Γέροντα, και φανερόνοι εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος, και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας. O δε Γέρωντας είπε προς αυτόν. Aδελφέ, όποιος με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει. Kαι όποιος κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Kυρίου απόφασιν. Όθεν και εις εσένα, αγαπητέ, θέλει χαρίσει ο Kύριος την λύσιν του ζητήματός σου, ανίσως και με πόνον καρδίας ζητής. Πλην κατά το παρόν, πήγαινε εκείθεν, όπου ήλθες. Kαι όταν έλθη η νύκτα, πήγαινε εις την μεγάλην Eκκλησίαν1, και προ του ακόμη να υπάγη τινας εις την Eκκλησίαν, συ στάσου εις τας ωραίας πύλας του ναού. Kαι όποιος έλθη πρώτος να έμβη εις αυτάς, εκείνον πίασαι, και χαιρέτισον από μέρους μου, δους εις αυτόν και το βουλλωμένον τούτο γράμμα. Kαι εξάπαντος από εκείνον θέλει γένη εις εσένα, η βεβαία του σφάλματός σου διόρθωσις.

Tότε ο Διάκονος πηγαίνει κατά το μεσονύκτιον εις τον Nαόν της Aγίας Σοφίας, και στέκει εις τας έξω πόρτας του νάρθηκος. Kαι παρευθύς εφάνη ο δηλωθείς υπό του Γέροντος θείος εκείνος άνθρωπος. Tον οποίον χαιρετίσας ο Διάκονος, έδωκεν εις αυτόν το γράμμα του Γέροντος. Eξομολογείται δε και την περί του μίσους υπόθεσιν. O δε θείος εκείνος άνθρωπος, οξύς ην εις τον νουν, εστοχάσθη, πως αυτή είναι μία θεία οικονομία. Διά τούτο άρχισε να δακρύη και να ταπεινόνεται λέγων. Ποίος είμαι εγώ ο ελάχιστος διά να τολμήσω το τοιούτον μέγα επιχείρημα; Όμως θαρρώντας εις τας ευχάς του αγίου Γέροντος, οπού σέ απέστειλε, θέλω τολμήσω εις τα υπέρ δύναμιν. Kαι λοιπόν, καθώς εστέκετο έμπροσθεν εις τας κλεισμένας πόρτας του Nαού, εσήκωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν, και γονατίσας, και την κεφαλήν του εις το έδαφος του Nαού ακουμβίσας, κρυφομιλώντας επροσηύχετο εις τον Θεόν. Kαι μετά ολίγον εσηκώθη επάνω και είπεν. Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου Kύριε. Kαι ω του θαύματος! παρευθύς αι έξω πόρται του νάρθηκος άνοιξαν από λόγου των. Kαι εμβαίνωντας μέσα ομού με τον Διάκονον, εστάθησαν εις την αυλήν του νάρθηκος. Aπό εκεί δε πάλιν, επήγαν έως εις τας αργυράς πόρτας του Nαού. Tότε ο ιερός εκείνος άνθρωπος λέγει προς τον Διάκονον. Eδώ στάσου και παρεμπρός μην υπάγης.

Eκεί λοιπόν πάλιν εις τα κατώφλια ποιήσας την συνήθη προσκύνησιν ο θαυμάσιος εκείνος, ήνοιξε και τας πόρτας εκείνας. Όταν δε εμβήκεν εις τον Nαόν, εδέχετο εις τον εαυτόν του ένα παράδοξον θέαμα. Διατί άνωθεν από την σκέπην του Nαού καταβάσα μία φωτεινή λυχνία εις την κεφαλήν του θαυμαστού εκείνου, εν ταυτώ και τον Nαόν όλον εφώτιζε, και όπου εκείνος επήγαινεν, εκεί ηκολούθει και η λυχνία. Όταν δε έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, έκλινε και εκεί την κεφαλήν του και επροσευχήθη. Έπειτα ήσυχα ευγήκεν έξω εις τον Διάκονον, και ευθύς πάλιν όλαι αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των.

Tότε ο Διάκονος έγινεν όλος έμφοβος και αγωνιών. Kατεπλάγη γαρ και δεν ετόλμα να πλησίαση τελείως εις τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, επειδή και είχε το πρόσωπον δεδοξασμένον και λαμπρόν, ως πρόσωπον Aγγέλου. Όθεν και με τους λογισμούς παλαίωντας έλεγε. Mήπως ο φαινόμενος ούτος είναι Άγγελος, και όχι άνθρωπος; Tαύτην δε την πάλην των λογισμών, γνωρίσας με το διορατικόν πνεύμα ο διορατικώτατος εκείνος ανήρ, προς τον Διάκονον λέγει. Tι πολεμείσαι δι’ εμένα, και ταράττεσαι από τους λογισμούς σου ω άνθρωπε; Πίστευσον, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι χοϊκός, σύνθετος από ψυχήν και σώμα, ως και οι λοιποί άνθρωποι. Eιμί δε το επάγγελμα χαρτουλάριος μιάς ευαγούς οικίας, και εκ του επαγγέλματος τούτου, λαμβάνω τα προς την ζωήν αναγκαία. Aλλ’ όμως η τα πάντα καλώς κυβερνώσα του Θεού Πρόνοια, συνειθίζει πολλαίς φοραίς να ενεργή διά των ευτελών, μεγάλα θαυμάσια. Πλην αδελφέ, ας υπάγωμεν διά την προκειμένην υπόθεσίν σου.

Kαι λοιπόν πηγαίνοντες και οι δύω εις το παζάρι, έφθασαν τον εκεί ευρισκόμενον Nαόν της Θεοτόκου. Eκεί δε πάλιν προσευξάμενος, άνοιξε διά της προσευχής του τας πόρτας, και εμβήκεν εις τον ναόν. Kαι αφ’ ου έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, την συνήθη ευχήν ποιήσας, ευγήκε πάλιν εις τον Διάκονον, φωνάζοντα με θαυμασμόν το, Kύριε ελέησον. Kαι πάλιν αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των.

Έπειτα πηγαίνουν εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν. Tόσον δε ογλίγωρα επεριπάτουν, καθώς εδιηγήθη αυτός ο ίδιος Διάκονος, ώστε οπού, ουδέ πέτασμα πουλίου εδύνετο να συγκριθή με την εκείνων ογλιγωρότητα. Φθάσας λοιπόν εις τας πόρτας, ευθύς ήνοιξε και εκείνας διά της προσευχής του. Όταν δε έφθασεν εις τας πόρτας του Nαού, μέσα εις τον οποίον ήτον η κιβωτός η έχουσα την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, τότε ο ιερός χαρτουλάριος βρέχωντας το πρόσωπόν του από δάκρυα, έστησε τον Διάκονον εις τας ρηθείσας πόρτας, και επαρήγγειλεν εις αυτόν να βλέπη προσεκτικά εκείνους, οπού εμβαίνουν εις τον Nαόν. Προσευχηθείς δε κατά το σύνηθες εις το κατώφλιον, παρευθύς ανοίχθησαν και εκείναι. Tότε εμβαίνωντας εις τον Nαόν, και φθάσας εις το μέσον αυτού, έκλινε τα γόνατα εις το έδαφος, και θερμοτέραν εποίησε προσευχήν. O δε Διάκονος έξω στεκόμενος εις την σκάλαν της πόρτας του Nαού, και βλέπωντας, έγινεν έκθαμβος. Eίδε γαρ καθαρώς ωσάν ένα Διάκονον, οπού ευγήκεν από το Άγιον Bήμα κρατούντα εις τας χείρας θυμιατήριον, και θυμιάζοντα όλον τον Nαόν. Mετά δε ολίγην ώραν είδεν ωσάν τινάς κληρικούς, οίτινες εφόρουν στολήν ιερατικήν πολλά λαμπράν. Ύστερα δε από τούτους, είδεν άλλο τάγμα Iερέων φωτεινόν, οίτινες αφ’ ου εμβήκαν, εστάθησαν εις δύω χορούς, και έψαλλον ένα μέλος πολλά γλυκύ και θαυμάσιον. Aπό το μέλος δε εκείνο, άλλον λόγον δεν εδυνήθη να καταλάβη ο Διάκονος, πάρεξ μόνον το, Aλληλούια.

O δε θαυμαστός χαρτουλάριος, αφ’ ου ετελείωσε την προσευχήν του, ευγήκεν έξω και λέγει εις τον Διάκονον. Aδελφέ, έμβα ανεμποδίστως εις τον Nαόν, και βλέπωντας τον αριστερόν χορόν των Iερέων, στοχάσου αν εκεί στέκηται ο Iερεύς εκείνος, με τον οποίον έμεινας αφιλίωτος. Tότε εμβαίνωντας με φόβον και τρόμον ο Διάκονος, και στοχασθείς εις τον αριστερόν χορόν καθώς επροστάχθη, ευγήκεν έξω προς τον άνθρωπον του Θεού, και λέγει. Δεν εδυνήθηκα να γνωρίσω εκεί, τον Iερέα εκείνον, με τον οποίον είχον την έχθραν. Tότε λέγει τω Διακόνω ο επίγειος εκείνος άγγελος. Έμβα πάλιν εις τον Nαόν, και βλέπε εις τον δεξιόν χορόν. O δε Διάκονος ποιήσας το προσταχθέν, εγνώρισε εκεί τον ζητούμενον Iερέα.

Όθεν ευγήκεν έξω και ανήγγειλε τούτο προς τον θείον άνδρα, όστις είπε προς τον Διάκονον. Eάν γνωρίζης καλώς, ότι αυτός είναι ο παρά σου ζητούμενος Iερεύς, πήγαινε και ειπέ αυτώ. Nικήτας ο Xαρτουλάριος στέκει έξω και σε προσκαλεί. Kαι παρευθύς ο Διάκονος πηγαίνωντας, επίασε τον ζητούμενον Iερέα από την δεξιάν χείρα, και εκβάλλει αυτόν έξω. Tούτον δε ιδών ο θαυμάσιος εκείνος, λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν. Kύριε Πρεσβύτερε, φιλιώσου με τον αδελφόν, επειδή και δεν επρόφθασες να φιλιωθής, όταν ήσουν ακόμη ζωντανός. Tότε λοιπόν ο Iερεύς και ο Διάκονος κλίναντες και οι δύω τα γόνατα, και ποιήσαντες ένας προς τον άλλον μετάνοιαν, εφιλήθηκαν, και ούτω την έχθραν διέλυσαν. Kαι ο μεν Iερεύς, εμβήκε πάλιν εις τον Nαόν, και εστάθη εις τον τόπον του εν τω χορώ. O δε του Θεού άνθρωπος, πέρνωντας τον Διάκονον, ευγήκεν έξω. Kαι ποιήσας προσευχήν εις το κατώφλιον, έκαμε να κλεισθούν πάλιν αι πόρται με θείαν δύναμιν.

Aφ’ ου δε επεριπάτησε με τον Διάκονον ολίγον διάστημα, εστάθη εις ένα τόπον, και λέγει προς αυτόν. Aδελφέ, σώζων σώσον την σεαυτού ψυχήν. Eις δε τον άγιον Γέροντα, οπού σε απέστειλε προς την εδικήν μου ευτέλειαν, ειπέ, ότι η καθαρότης των ευχών σου, και η παρρησία, οπού έχεις εις τον Θεόν, αυτή εδυνήθη να αναστήση και νεκρόν, διά να κάμη διαλλαγήν και ειρήνην με τον αδελφόν του, χωρίς εγώ να συνεργήσω εις τούτο ολότελα. Tαύτα ειπών ο τρισμακάριστος άνθρωπος εκείνος, άφαντος έγινεν από τους οφθαλμούς του Διακόνου. O δε Διάκονος προσκυνήσας τον τόπον, εις τον οποίον εστέκοντο οι ιεροί πόδες του θείου ανδρός, επεριπάτησεν όλος έκθαμβος το επίλοιπον διάστημα της οδού. Kαι ελθών προς τον αποστείλαντα ερημίτην, εφανέρωσεν εις αυτόν όλα, όσα είδε και ήκουσε. Tαύτα δε εδιηγήθη και εις εμένα2 ο ίδιος αυτός Διάκονος, πληροφορών με όρκους τα λεγόμενα, ότι έχουσιν ούτω, καθώς και εδώ εγράφησαν, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Aμήν.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Eκ τούτου συμπεραίνεται, ότι ο Iερεύς και ο Διάκονος ούτοι, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκοντο, ή και Kωνσταντινουπολίται ήτον. Kαθότι η Mεγάλη Eκκλησία, ήτις ήτον ο Nαός της Aγίας Σοφίας, της μεγαλιτέρας απασών των εν Kωνσταντινουπόλει εκκλησιών, αφ’ ης μέχρι σήμερον έλαβε την επωνυμίαν το της Kωνσταντινουπόλεως Πατριαρχείον, να λέγεται Mεγάλη Eκκλησία: αυτή, λέγω, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκετο. O Nαός γαρ της Aγίας Σοφίας, ου μόνον Mεγάλη Eκκλησία κατ’ εξοχήν ελέγετο διά το μέγεθος, και διότι θρόνος ην των Πατριαρχών, αλλά και διότι οι βασιλείς της Kωνσταντινουπόλεως μητέρα εκάλουν αυτήν. Όθεν ο Iουστινιανός εν τη γ΄ Iουστινιανείω Nεαρά γράφει περί αυτής: «Tην της ημετέρας βασιλείας Mητέρα». (Όρα σελ. 426 της Γεωγραφίας του Mελετίου.)
2. Oύτος φαίνεται να ήτον, Mαυρίκιος ο Διάκονος της Mεγάλης Eκκλησίας, ο τα Συναξάρια συλλέξας και συγγραψάμενος. Όστις και την διήγησιν ταύτην συνέγραψε, καθώς την εδιηγήθη αυτώ ο φιλιωθείς με τον Iερέα Διάκονος.

  • Άγιος Αθανάσιος Κουλακιώτης ο Νεομάρτυρας που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη 

Ο Άγιος Αθανάσιος καταγόταν από μια κωμόπολη της Θεσσαλονίκης την Κουλιακιά (σημερινή Χαλάστρα), άλλοτε έδρα της επισκοπής Καμπανίας, η οποία υπήχθει το 1930 μ.Χ. στη Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης. Ο πατέρας του ήταν προεστός της χώρας εκείνης και ονομαζόταν Πολύχρους, η δε μητέρα του Λούλουδα. Ήταν δε και οι δύο ευσεβείς χριστιανοί.

Στην αρχή ο Αθανάσιος παρακολούθησε μαθήματα στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης και αργότερα μαθήτευσε κοντά στον Αθανάσιο τον Πάριο (βλέπε 24 Ιουνίου). Αργότερα φοίτησε στη Σχολή του Βατοπεδίου στον Άθω, κοντά στον Παναγιώτη Παλαμά. Ύστερα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για να επιστρέψει και πάλι στο Άγιο Όρος και μετά επανήλθε στην πατρίδα του, Κουλιακιά.

Εκεί κατηγορήθηκε ψευδώς, ότι ομολόγησε τη μουσουλμανική θρησκεία και έτσι τον πίεζαν καθημερινά ν’ αρνηθεί το Χριστιανισμό. Ο Αθανάσιος όμως, έμεινε ακλόνητος στη Χριστιανική πίστη και φυλακίστηκε. Μετά από διάφορες προσπάθειες των Τούρκων, κατά την πολυήμερη φυλάκιση του, να εξισλαμιστεί, ο μάρτυρας ομολόγησε τον Χριστό σαν αληθινό Θεό. Έτσι τον απαγχόνισαν έξω από τη Θεσσαλονίκη στις 8 Σεπτεμβρίου 1774 μ.Χ.

  • Άγιος Σωφρόνιος επίσκοπος Αχταλείας της Ιβηρίας 
Ο Άγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, το έτος 1738 μ.Χ., στο χωριό Λοτσίων περιφέρειας Δεραίνης της επαρχίας Χαλδείας του Πόντου. Ο πατέρας του ήταν Ιερέας και ονομαζόταν Γεώργιος Σερταρίδης, η δε μητέρα του Βαρβάρα. Είχε τέσσερις αδελφές και έναν αδελφό, τον Δημήτριο, που ήταν και αυτός Ιερέας. Το πρώτο όνομα του Σωφρονίου ήταν Συμεών. Από νεαρή ηλικία, έτρεφε μεγάλη αγάπη στα θεία και ιδιαίτερα στη μοναχική ζωή. Νέος ακόμα, πήγε στη Μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά σαν δόκιμος. Μετά τρεις μήνες πήγε στη Μονή Σουμελά και μετά τρία χρόνια στη Μονή Βαζελώνος. Και στις τρεις Μονές, διδάχτηκε τα Ιερά γράμματα και σε μεγάλο βαθμό τη μοναχική ζωή. Τότε έκάρη μοναχός με το όνομα Σωφρόνιος και κατόπιν χειροτονήθηκε Ιερέας. Μετά επτά χρόνια, ο ηγούμενος της Μονής Ιγνάτιος, το έτος 1776 μ.Χ., τον έστειλε στο μεταλλείο της Αχταλείας στην Ιβηρία, όπου 500 περίπου μεταλλουργοί είχαν εγκατασταθεί εκεί και αποτέλεσαν ένα χωριό με την ονομασία Δάλ-βέρ, που σημαίνει πολύτιμοι λίθοι. Εκεί με την αγία του ζωή ο Σωφρόνιος, προσείλκυσε τον σεβασμό των κατοίκων, οι όποιοι με πρωτοβουλία δική τους, τον έκαναν επίσκοπο στις 29 Οκτωβρίου 1777, έχοντας έδρα της επισκοπής του την εκεί Ιερά Μονή της Παναγίας. Την επισκοπή του κυβέρνησε μέχρι το 1794 μ.Χ., όταν βαρβαρική φυλή επιτέθηκε στο μεταλλείο και το λεηλάτησε, αφού πρώτα κατέστρεψε τα πάντα. Ο Σωφρόνιος πιάστηκε αιχμάλωτος και πουλήθηκε σε μια γυναίκα λατινικού δόγματος, που τον ελευθέρωσε και τον έστειλε με ιστιοφόρο στην Τραπεζούντα. Από εκεί ο Σωφρόνιος επέστρεψε στη Μονή Βαζελώνος, όπου έζησε σαν ένσαρκος άγγελος. Αλλά λόγω του φθόνου του ηγουμένου Ιερεμία, αναχώρησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του όπου και άφησε την τελευταία του πνοή. Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του, γεμάτα ευωδιά, έγινε το 1824 ,.Χ. στην Ιερά Μονή Βαζελώνος.
  • Σύναξη Παναγίας Πλατανιώτισσας 

Στη Δυτική όχθη του ποταμού Κερυνίτη 1 χλμ. βορειοδυτικά των Καλαβρύτων και στο άκρο του χωριού Πλατανιώτισσα, βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο τρία τεράστια πλατάνια. Ανάμεσά τους φαίνεται ένα ακόμη πλατάνι, που πιεζόμενο από τα άλλα τρία δεν έχει αναπτυχθεί.

Ο πρώτος μεγάλος πλάτανος κλείνει προ τα νοτιοανατολικά, πάνω από τον παλιό αλευρόμυλο της εκκλησίας και το επίσης παλιό υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του χωριού. Στη βάση του πρώτου πλατάνου ενώνονται οι ρίζες ενός άλλου πελώριου πλατανιού που κυριαρχεί με το μέγεθος του πάνω από όλα τα άλλα και βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος το συμπλέγματος των τεσσάρων. Είναι ίσως, το μοναδικό στον κόσμο γιατί υπολογίζεται ότι φύεται εδώ και περισσότερο από χίλια έτη. Στην κουφάλα της βάσης του σχηματίζετε ο Ιερός Ναός της Θεοτόκου που γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.

Στη βάση του πρώτου πλατάνου υπάρχει επίσης κουφάλα, η οποία αποτελεί συνέχεια τη κουφάλας του Ιερού Πλατάνου, ο οποίος υψώνεται κατακόρυφα. Αντιθέτως, ο κορμός του πρώτου πλατάνου κλείνει προς τα νοτιοδυτικά. Η περίμετρος και των δυο πλατανιών είναι περίπου 23 μέτρα, ενώ η περίμετρος του κορμού του Ιερού Πλατάνου είναι στη βάση 17 μέτρα και το ύψος φτάνει τα 25 μ. περίπου.

Ο Ιερός Ναός που σχηματίζεται μέσα στην κουφάλα φωτίζεται από ένα μικρό παράθυρο στα νοτιοανατολικά του δένδρου και από τη μικρή πόρτα που βρίσκεται βορειοδυτικά. Ο εσωτερικός χώρος του πλατάνου δεν είναι ομαλός και σε μερικά μέρη σχηματίζει ημικυκλικά κοιλώματα.

Το εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου διαιρείται σε δυο άνισα μέρη: Το Άγιο Βήμα, όπου ο Ιερέας μαζί με το βοηθό του τελεί τη Θεία Λειτουργία και τον Κυρίως Ναό, όπου χωρούν άνετα 15 προσκυνητές. Το μήκος της κοιλότητας του Ιερού Πλατάνου και συνεχόμενης κουφάλας του πρώτου πλατανιού είναι 8 μ. Το πλάτος φτάνει και τα 3 μέτρα. Έτσι αν χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο χώρος, 20 περίπου προσκυνητές χωρούν στον Ιερό Ναό.

Όπως μπορεί κανείς να δει απ’ έξω, το Μεγάλο Ιερό Πλατάνι αποτελείται από τρία δένδρα. Το πρώτο βρίσκεται δεξιά από την είσοδο, το δεύτερο κοντά σ’ αυτή και το τρίτο αριστερά της (το τελευταίο έχει ξεραθεί στον κορμό του). Τα τρία αυτά πλατάνια ενώνονται πάνω από το Ναό και υψώνονται σε ένα στέλεχος στο ίδιο πλατάνι.

Από την οροφή, όπου έχουν τοποθετηθεί ξύλινες σανίδες, κρέμεται ένα άσβεστο καντήλι. Ολόκληρο το Ιερό Πλατάνι καλύπτει έκταση μισού περίπου στρέμματος, ενώ μαζί με τα άλλα τέσσερα η έκταση τους φθάνει περίπου στα τέσσερα στρέμματα. Έτσι τα πανύψηλα κλωνάρια και των 5 τεράστιων δένδρων δημιουργούν ένα πανύψηλο φυσικό τρούλο που σχεδόν δεν επιτρέπει να περάσουν οι ακτίνες του ήλιου.

Καθώς ο προσκυνητής μπαίνει στον Ιερό Ναό, δεξιά και τρία μέτρα πάνω από το έδαφος παρατηρεί μια ιδιαίτερη κοιλότητα βάθους 30 εκ. και ύψους 70 εκ.

Στην κοίλη και λεία επιφάνεια της, είναι τυπωμένη ανάγλυφη, αμετάβλητη στους αιώνες και αχειροποίητη η Εικόνα της Θεοτόκου, που κρατά στα χέρια της το Θείο Βρέφος. Το κεφάλι της Παναγίας βλέπει προς τα δεξιά, όπου και το χέρι της που βαστάζει το βρέφος. Η Εικόνα είναι πανομοιότυπη με την ονομαστή ανάγλυφη Εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου (βλέπε περισσόετρα στον βίο του Αγίου Λουκά του Ευαγγελιστού στις 18 Οκτωβρίου). Οι διαστάσεις της είναι ακριβώς ίδιες και οι εξοχές είναι αντιστοίχως εσοχές στην Εικόνα του Ιερού Πλατάνου.

Η Αγία Εικόνα του Σπηλαίου είναι έτσι αποτυπωμένη στην εσοχή του Πλατανιού, όπως αποτυπώνεται σε κερί, δακτυλίδι που φέρει εξοχές. Στο σημείο του Ιερού Αποτυπώματος της Θεοτόκου, ο φλοιός του Πλατάνου είναι νεκρός και αμετάβλητος αρκετούς αιώνες, με πάχος πάρα πολύ μικρό. Γύρω όμως από αυτό το σημείο το πλατάνι βλασταίνει και αναπτύσσεται κανονικά και μέσα ακόμα στην κουφάλα του δέντρου.

Αν όπως μερικοί εσφαλμένα υπέθεσαν, το αποτύπωμα ήταν άτεχνα φτιαγμένο από την εποχή των πρώτων χριστιανών, θα ήταν αδύνατο η Εικόνα και το τοπικό νέκρωμα του ξύλου να διατηρούνται αμετάβλητα χωρίς την βοήθεια της Θείας Δύναμης, εφ’ όσον το ίδιο το δέντρο αναπτύσσεται και βλασταίνει αδιάκοπα.

Σύμφωνα με τις θρησκευτικές παραδόσεις η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος έχει ως εξής:

Στις αρχές τον 4ου μ.Χ. αιώνα γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τα αδέλφια Συμεών και Θεόδωρος (βλέπε 18 Οκτωβρίου), παιδιά ευσεβούς και αγίας οικογενείας. Σπούδασαν ρητορική, φιλοσοφία και ποίηση. Κατόρθωσαν κυρίως, όμως να ενσαρκώσουν στον εαυτό τους, τον τύπο του ιδεώδους χριστιανού.

Άφησαν λοιπόν τον κόσμο και τα όνειρα της ματαιότητας, ντύθηκαν το σχήμα της μοναχικής πολιτείας και αναχώρησαν για την έρημο. Ζούσαν ζωή θρησκευτική. Ανέβηκαν στον Όλυμπο και σ’ άλλα βουνά και τέλος πήγαν στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους. Εκεί ο Επίσκοπος Μάξιμος τους χειροτόνησε Ιερείς γύρω στο 340 μ.Χ.

Ενώ διέμεναν στα Ιεροσόλυμα αξιώθηκαν να δουν στο όνειρο τους την Θεοτόκο μαζί με τους Αποστόλους Παύλο, Ανδρέα και Λουκά. Τους παραγγέλνει να μεταβούν στη χώρα της Αχαΐας, όπου η Χάρη του Θεού με το Θέλημα της Παρθένου θα τους οδηγήσει να βρουν την ανάγλυφη Εικόνα που εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς και είναι φτιαγμένη από κερί, μαστίχα και άλλες ύλες (Μεγαλοσπηλιώτισσα Θεοτόκος) και σ’ αυτό το σημείο να κτίσουν Μονή.

Τα δύο αδέλφια ακολούθησαν τη Θεία εντολή και αναχώρησαν από τα Ιεροσόλυμα για την Αχαϊκή γη. Μετά από κουραστική πορεία και αφού πέρασαν την κοίτη του Κερυνίτη και έφτασαν στην Πλατανιώτισσα, κοιμήθηκαν ανάμεσα στα 3 πλατάνια.

Εκεί προσεύχονταν για την εύρεση της Εικόνας, όταν εμφανίστηκαν και πάλι στο όνειρο τους ο Πρωτόκλητος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που τους είπαν να περπατήσουν ανατολικά στις όχθες του Βουραϊκού ποταμού, που απείχε δύο ώρες από εκεί.

Σύμφωνα με τις αποστολικές οδηγίες εκεί θα συναντούσαν μία αγνή και άγια Βοσκοπούλα η οποία θα τους οδηγήσει να βρουν την Θεομητορική Εικόνα.

Για τη συνέχεια υπάρχουν δύο εκδοχές: Κατά την πρώτη που φαίνεται να είναι και η πιθανότερη, οι Άγιοι Πατέρες κατευθύνθηκαν προς την Ζαχλωρού και με την υπόδειξη της βοσκοπούλας βρήκαν στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ. μέσα σε σπήλαιο την Εικόνα της Κεχαριτωμένης. Κρατά στη δεξιά της μεριά το Νήπιο, τον Μέγα Ελευθερωτή των Πνευμάτων, το νικητή του θανάτου και της φθοράς, το Σωτήρα Χριστό.

Το 840 μ.Χ. όταν μαινόταν η αίρεση των Εικονομάχων, η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου πυρπολήθηκε. Ευτυχώς όμως η Θαυματουργή Εικόνα διασώθηκε και οι πιστοί την περιέφεραν σε όλες τις πόλεις και τα χωριά για να στερεωθεί η πίστη των χριστιανών.

Σε μια τέτοια περιφορά της Εικόνας της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας, οι Ιερομόναχοι της Μονής διανυκτέρευσαν στον ίδιο τόπο που είχαν διανυκτερεύσει στο παρελθόν οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος.

Στην κουφάλα της ρίζας των τριών Πλατανιών, όπου κρέμασαν και την Εικόνα, στο κοίλο εσωτερικό του Ιερού Πλατάνου, με θαυμαστό τρόπο και πραγματικά χωρίς να το χωράει ανθρώπινος νους, απέναντι ακριβώς από τη θέση που ήταν κρεμασμένη η Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου, χαράκτηκε πανομοιότυπο ομοίωμα Αυτής.

Κατά μία δεύτερη εκδοχή, την ώρα που οι Άγιοι Πατέρες Συμεών και Θεόδωρος έβλεπαν στο όνειρό τους τον Πρωτόκλητο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστή Λουκά να τους παρακινούν να πάνε στις όχθες του Βουραϊκού για να βρουν την Εικόνα, είδαν τον Ευαγγελιστή Λουκά να δείχνει με τα δάκτυλα του προς τα Δυτικά. Να δείχνει δηλαδή ένα από τα τρία πλατάνια, όπου κοιμήθηκαν οι Άγιοι Πατέρες. Συγχρόνως τους παρακινούσε να δουν την στιγμή εκείνη που η εικόνα της Θεοτόκου με τη Βοήθεια της Θείας Δύναμης αποτυπωνόταν στην κουφάλα του δέντρου. Τους παρακινούσε μάλιστα να εξετάσουν τη μορφή, το είδος, το σχήμα και τις διαστάσεις οι οποίες είναι ακριβώς ίδιες με την πρωτότυπη εικόνα του Μεγάλου Σπηλαίου.

Οι Άγιοι Πατέρες ξύπνησαν τρομαγμένοι και κοιτώντας ανατολικά είδαν ένα αστραποπυροειδές, αστραπόμορφο μεγάλο φως, που βγαίνοντας από την Ανατολή, κινήθηκε σε ευθεία γραμμή και χτύπησε στον κορμό του Πλατάνου. Μετά από λίγο οι άγιοι Πατέρες κοίταξαν εκεί όπου είχε χτυπήσει το Θείο Φως, και είδαν μπροστά τους το Ιερό αντίτυπο της Αγίας και Πάνσεπτου Εικόνας. Κατόπιν κατευθύνθηκαν προς τη Ζαχλωρού, όπου και βρήκαν την εικόνα στις 23 Αυγούστου του 362 μ.Χ.

Κατ’ αυτή την εκδοχή λοιπόν, το θαύμα της αποτύπωσης έγινε το 362 μ.Χ. Δεν ήταν όμως το μοναδικό που συνέβη. Ένα άλλο θαύμα, παράδοξο και εξαίσιο έλαβε χώρα την ίδια στιγμή. Τα τρία εκείνα πλατάνια, συνενώθηκαν παραδόξως σε ένα Πλάτανο με τρεις κορμούς, διατηρώντας όμως το καθένα την υπόσταση του και συμβολίζοντας έτσι το τρισυπόστατο της μιας Θεότητας. Τα τέσσερα πλατάνια γύρω από τον Ιερό Πλάτανο συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Σε όλες τις παραδόσεις, η ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος της Πλατανιώτισσας, σχετίζεται αναπόσπαστα με την ιστορία της Μεγαλοσπηλαιώτισσας Θεοτόκου.
Θαύματα έγιναν σε διάφορες περιοχές και γίνονται μέχρι και σήμερα με τη Χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου εις δόξα του Παντοδύναμου Θεού εις τον Αιώνα.
Η Παναγία η Πλατανιώτισσα πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή της γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Πολλοί προσκυνητές απ’ όλη την Ελλάδα συρρέουν στο Ιερό Προσκύνημα για να προσευχηθούν και να τιμήσουν την Παναγία μας με κατάνυξη και σεβασμό και να πάρουν τη Χάρη της Θεοτόκου, δύναμη, ελπίδα κι χαρά μεγάλη. 

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἡ τῶν Πλατάνων ἀπειρόκαλη μονάζουσα, ὡς τῶν θηρίων ὠμοιώθη ἡ Βασίλισσα, ἐν κρύπτῃ δένδρων διεβίωσεν ὡς τοῦ τέλους. Ἀπηρνήθη τὰ τοῦ θρόνου δικαιώματα καὶ ἐνεδύθη τοῦ χειμῶνος τὴν λευκότητα. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς κραυγάζομεν· χαῖρε Παναγία Πλατανιώτισσα.
Μεγαλυνάριον
Χαῖρε Ἀειπάρθενε Μαριάμ, Ἄνασσα Ἀγγέλων, σωτηρία δέ τῶν βροτῶν. Χαῖρε ἡ τήν ὄψιν τήν Σήν ἐν τῶ πλατάνῳ μορφόσασα, Παρθένε, καί χαριτώσασα.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πάλαι παραδόξως ἡ Σή Εἰκών, ἐν κοίλῳ τοῦ δένδρου, ἐμορφώθη ὑπερφυῶς, ἥν καί προσκυνοῦντες, πολλῆ τῆ εὐλαβείᾳ, προσφόρως Πλατανιώτισσαν ὀνομάζομεν.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Θεῖον ἐν τῶ κοίλωμᾳ εὐλαβῶς, τῶ ναῶ Σου, Κόρη, καθιέρωσαν οἱ πιστοί, ναόν Σοι Παρθένε, ἐν ὧ καί προσιόντες, ὑμνοῦμεν Σου τήν δόξαν, Πλατανιώτισσα.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Φῶς θεῖον ὠρᾶτο τῆ Σῆ μορφῆ, τῆ ἐν τῶ πλατάνῳ, κατερχόμενον θαυμαστῶς, βεβαιοῦν τήν χάριν τῆς θείας Σου Εἰκόνος, Παρθένε Θεοτόκε, Πλατανιώτισσα.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πάντας τούς προστρέχοντας εὐλαβῶς τῶ Ναῶ Σου, Κόρη, ἐν πλατάνῳ τῶ ἱερῶ, ῥύου πάσης βλάβης καί πάσης δυσχερείας, τῆ Σῆ ἐπιστασίᾳ Πλατανιώτισσα.Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Δίδου κἀμοί, Δέσποινα, τῶ οἰκτρῶ, ἱκέτῃ Σου λύσιν τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν καί τόν ὕμνον τοῦτον, ὡς εὐτελές Σοι δῶρον, προσδέχου δυσωπῶ Σε, Πλατανιώτισσα.
  • Σύναξη της Παναγίας της Τσαμπίκας στην Ρόδο 

Η εικόνα της Παναγίας της Τσαμπίκας βρισκόταν αρχικά στο Μοναστήρι της Παναγίας του Κύκκου (Κύπρος). Από την Κύπρο, με θαυματουργικό τρόπο, η εικόνα έφευγε και πήγαινε στο βουνό Ζαμβύκη του Αρχάγγελου της Ρόδου. Η απώλεια της εικόνας προκάλεσε αναστάτωση στους μοναχούς του Κύκκου που κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να την εντοπίσουν.

Στο βουνό Ζαμβύκη η Παναγία κρύβεται από τα βλέμματα των Χριστιανών σε ένα κυπαρίσσι. Όμως πολύ ταπεινά και απλά φανερώνεται σε βοσκό που μένει στην απέναντι περιοχή της βρύσης του Αιμαχού (Γιεμαχιού). Ο βοσκός είδε το φως της Παναγίας αλλά αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία. Το είδε και την επόμενη βραδιά. Όταν όμως το είδε και για τρίτη φορά αποφάσισε να ανεβεί στο απέναντι βουνό, για να δει από κοντά με τα μάτια του, τι ήταν αυτό το φως.

Όταν έφθασε στο ύψωμα ο βοσκός μαρμάρωσε στο θέαμα που είδε να προβάλλεται μπροστά του. Είδε την εικόνα της Παναγίας να φωτίζεται από ακοίμητο κανδήλι στο «κυπαρίσσι το αεράτο» (έτσι λέγεται το δέντρο που είχε σταθμεύσει η Μεσίτρια των ανθρώπων). Από το γεγονός αυτό πήρε η εικόνα και το όνομα της, αφού η λέξη «τσάμπα», στην τοπική διάλεκτο της ρόδου σημαίνει σπίθα, φωτιά.

Αυτό το κυπαρίσσι σώζεται μέχρι σήμερα και στη ρίζα του υπάρχει μια τρύπα που σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα βγάζει ζεστό και κρύο αέρα.

Τελικά οι Κυκκώτες εντόπισαν την εικόνα στο νησί της Ρόδου και την μετέφεραν πίσω στην Κύπρο. Η εικόνα όμως και πάλι γύρισε πίσω στο βουνό της. Οι Κύπριοι όταν την ξαναέφεραν πίσω για να είναι σίγουροι ότι είναι η εικόνα τους, την έκαψαν λίγο από πίσω για να έχουν κάποιο σημάδι που θα την αναγνώριζαν πιο εύκολα. Η εικόνα όμως και για τρίτη φορά έρχεται στη νέα της κατοικία (το σημάδι σώζεται πολύ καθαρά μέχρι σήμερα).

Η εικόνα από τότε δεν έφυγε ποτέ από τη Ρόδο. Όταν ζητήθηκε να μεταφερθεί για προσκύνημα σε άλλα μέρη της Ελλάδος αυτή επέστρεψε και πάλι πίσω. Όταν το 2002 μ.Χ. κτίστηκε παρεκκλήσι προς τιμή της Παναγίας της Τσαμπίκας στο Πέρα Χωριό στην Κύπρο και οι κάτοικοι ζήτησαν να γίνει το εγκαίνιο του την 24η Ιουλίου, ο Μητροπολίτης Ρόδου, κ.κ. Κύριλλος, συνοδευόμενος από τρείς κληρικούς, έφερε την εικόνα στην Κύπρο, τέλεσε το εγκαίνιο του ναού και η εικόνα για πρώτη φορά έφυγε από τη θέση της για τρεις μέρες.

Το Μοναστήρι της Παναγίας της Τσαμπίκας, γιορτάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου την 8η Σεπτεμβρίου και την Γ΄ Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκύνησης).

Ένα από τα παλιότερα θαύματα της Παναγίας Τσαμπίκας είναι και αυτό που συνδέεται με τα μεγάλα κτήματα γύρω από το Μοναστήρι. Αυτά τα κτήματα ανήκαν σ έναν Τούρκο Πασά, του οποίου η γυναίκα δεν τεκνοποιούσε. Εκείνη μαθαίνοντας για την Παναγία, προσευχήθηκε κι έφαγε το φυτιλάκι που έκαιγε στο καντήλι της εικόνας της. Έγινε το θαύμα κι έμεινε έγκυος. Ο Τούρκος δεν μπορούσε να πιστέψει πως το παιδί ήταν δικό του. Ούτε πίστευε πως επρόκειτο για θαύμα. Όταν όμως γεννήθηκε το μωρό, κρατούσε στη μικρή χούφτα του το φυτιλάκι του καντηλιού. Έτσι, ο Τούρκος Πασάς δώρισε στην εκκλησία όλα αυτά τα κτήματα που βρίσκονται γύρω απ το ναό. 

Ἀπολυτίκιον
Κρήνην έχουσα των δωρεών σου την εικόνα σου, η νήσος Ρόδος, Θεοτόκε Τσαμπίκα, γεραίρει σε και καυχωμένη ενθέως σοις θαύμασι τον ασπασμόν του Αγγέλου προσάδοι σοι Χαίρε κράζουσα, Παρθένε θεοχαρίτωτε, λαού του χριστωνύμου το διάσωσμα.
(Απολυτίκιον Παναγίας Τσαμπίκας. Σύνθεση του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Κυρίλλου).
  • Σύναξη της Κυρά-Παναγίας 

Σε απόσταση 3,5 ναυτικών μιλίων από τις βόρειες ακτές της Αλοννήσου και προς τα βορειοανατολικά βρίσκεται το νησί της Κυρα-Παναγιάς (Πέλαγος ή Πελαγονήσι) έκτασης 25 τ. χλμ. Το νησί ονομάζουν έτσι κυρίως οι κάτοικοι των Βορείων Σποράδων και οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Το όνομα περιήλθε από το μεταβυζαντινό μοναστήρι που βρίσκεται χτισμένο στην ανατολική ακτή του νησιού και είναι αφιερωμένο στην Γέννηση της Παναγίας.

Η ιστορία της Κυρά-Παναγιάς ξεκίνησε το 963 μ.Χ., όταν ο Άγιος Αθανάσιος αγόρασε το νησί από τους Βυζαντινούς άρχοντες στην Κωνσταντινούπολη ως μετόχι του Αγίου Όρους, για να προμηθεύει τα εκεί μοναστήρια με τρόφιμα όπως κρέας, μέλι, λάδι και στάρι. Έτσι ξεκίνησε τότε η εκτροφή κατσικιών στην Κυρα Παναγιά και δεν σταμάτησε μέχρι σήμερα, που το νησί εκμισθώνεται από τη Μονή Αγίας Λαύρας σε ντόπιους κτηνοτρόφους για να βόσκουν τα κοπάδια τους.

Στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού βρίσκεται το μοναστήρι, χτισμένο το 1100 μ.Χ. Το μοναστήρι βλέπει στη θάλασσα από ψηλά και μοιάζει περισσότερο με μικρό φρούριο, θυμίζοντας τις εποχές που οι πειρατές λυμαίνονταν την περιοχή. Το φυσικό λιμανάκι του είναι εκτεθειμένο στον καιρό και τα καϊκια μπορούν να το πλησιάσουν μόνο με καλές καιρικές συνθήκες.

Τα κτίρια του μοναστηριού, λιτά αλλά εντυπωσιακά, ανακαινίστηκαν το 1992 μ.Χ. με δωρεά της οικογένειας Ποταμιάνου, έτοιμα να φιλοξενήσουν και πάλι μοναχούς που θα θελήσουν να έρθουν εδώ. Στο μοναστήρι υπάρχουν ακόμη το παλιό λιοτρίβι, ο παλιός αλευρόμυλος καθώς και παλαιοχριστιανικά λείψανα του 6ου – 7ου αι. μ.Χ.

Exit mobile version