Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός αστείου ανθρώπου | Φανταστικό διήγημα

“Το συναίσθημα της ζωής στέκεται πιο ψηλά από την ίδια τη ζωή, η γνώση των νόμων όμως είναι η ευτυχία – αυτή είναι ανώτερη από την ευτυχία”

by Times Newsroom 1

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Το όνειρο ενός αστείου ανθρώπου

ΕΙΜΑΙ ένας άνθρωπος αστείος. Με λένε τρελό. Αυτό θα ήταν μια προαγωγή για μένα, αν δεν εξακολουθούσα να είμαι γι’ αυτούς το ίδιο αστείος όπως και πριν. Τώρα όμως δε θυμώνω πια, τώρα μου φαίνονται όλοι συμπαθητικοί, ακόμη και τότε όταν γελούν μαζί μου – και τότε μου φαίνονται μάλιστα ιδιαίτερα συμπαθητικοί για κάποιο λόγο. Κι εγώ θα γελούσα μαζί τους – όχι δηλαδή με τον εαυτό μου, αλλά γιατί τους αγαπώ, αν δεν ένιωθα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Νιώθω θλίψη γιατί αυτοί δε γνωρίζουν την αλήθεια, ενώ εγώ ξέρω την αλήθεια. Τι βαρύ πράγμα που είναι να είσαι ο μόνος που ξέρει την αλήθεια! Εκείνοι δε θα το καταλάβουν. Όχι, δε θα το καταλάβουν.

Παλιότερα, όμως, στενοχωριόμουνα πολύ γιατί φαινόμουνα αστείος. Δεν έμοιαζα δηλαδή, αλλά ήμουνα. Πάντα ήμουν αστείος και το ξέρω αυτό ίσως από τότε που γεννήθηκα. Μπορεί να ήξερα πως είμαι αστείος και από τότε που ήμουνα εφτά ετών. Ύστερα πήγα σχολείο, έπειτα στο πανεπιστήμιο και τι λέτε – όσο περισσότερα γράμματα μάθαινα, τόσο καλύτερα διαπίστωνα ότι είμαι αστείος. Έτσι όλες μου οι σπουδές στο πανεπιστήμιο να γίνονται τελικά μόνο και μόνο για να μου αποδεικνύουν και να μου εξηγούν, όσο περισσότερο προχωρούσα στη μελέτη, πόσο αστείος ήμουν! Ό,τι γινόταν στη μελέτη γινόταν και στη ζωή. Κάθε χρόνο μεγάλωνε και ρίζωνε μέσα μου η ίδια εκείνη η πεποίθηση για την αστεία μου απ’ όλες τις απόψεις εμφάνιση. Μαζί μου γελούσαν παντού και πάντοτε. Μα κανένας τους δεν ήξερε ούτε και μάντευε πως αν στη γη υπήρχε άνθρωπος, που το ήξερε καλύτερα απ’ όλους πως είμαι αστείος, εκείνος ο άνθρωπος ήμουνα εγώ ο ίδιος και αυτό που με έθιγε περισσότερο απ’ όλα ήταν πως δεν το ξέρανε, αλλά γι’ αυτό έφταιγα εγώ ο ίδιος: Ήμουνα πάντα τόσο υπερήφανος που δε θέλησα ποτέ και για τίποτα να το ομολογήσω σε κανέναν. Η περηφάνια αυτή μεγάλωνε με τα χρόνια μέσα μου και αν έρχονταν έτσι τα πράγματα που θα επέτρεπα στον εαυτό μου να ομολογήσει έστω και σ’ έναν άνθρωπο πως είμαι αστείος, μου φαίνεται πως τότε αμέσως, εκείνο το βράδυ, θα τίναζα τα μυαλά μου στον αέρα.

Πόσο υπέφερα στην εφηβική μου ηλικία από το φόβο μην τύχει και δεν μπορέσω να κρατηθώ και τ’ ομολογήσω ξαφνικά στους φίλους μου. Μα από τότε που έγινα άντρας μ’ όλο που με τα χρόναι μάθαινα όλο και περισσότερα για τη φοβερή αυτή ιδιότητά μου λες κι έγινα πιο ήρεμος. Το γιατί δεν μπόρεσα να το καταλάβω μέχρι τώρα. Αυτό μπορεί και να έγινε, γιατί την ψυχή μου άρχισε να την πλημμυρίζει μια μελαγχολία τρομερή, κάτι που στεκόταν για μένα πιο ψηλά απ’ όλα, κι αυτό ήταν η πεποίθηση πως μου ήταν αδιάφορο το τι γινόταν στον κόσμο. Το προαισθανόμουνα αυτό από πολύ καιρό, μα πείστηκα ολότελα μόνο το χρόνο που πέρασε έτσι ξαφνικά. Κατάλαβα απότομα πως το ίδιο θα μου έκανε αν υπήρχε ο κόσμος ή αν δεν υπήρχε πουθενά τίποτα. Άρχισα να νιώθω και να καταλαβαίνω μ’ όλο μου το είναι πως δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου. Στην αρχή μου φαινόταν πως, αντίθετα, πολλά υπήρξαν στο παρελθόν, μα αργότερα κατάλαβα πως ούτε και πριν υπήρχε τίποτα, μόνο που εγώ το νόμιζα έτσι για κάποιο λόγο. Σιγά-σιγά πείστηκα πως ούτε και στο μέλλον θα υπάρχει τίποτα.

Τότε, ξαφνικά, έπαψα να θυμώνω με τους ανθρώπους και έπαψα σχεδόν να τους δίνω σημασία. Η αλήθεια είναι πως αυτό αποδεικνυόταν ακόμη και στα ψιλοπράγματα. Περπατούσα λ.χ. στο δρόμο και έπεφτα πάνω στους ανθρώπους κι αυτό δε γινόταν επειδή ήμουνα συλλογισμένος. Ούτε και είχα τίποτα να σκεφτώ, είχα πάψει να σκέφτομαι τελείως τότε, αδιαφορούσα εντελώς. Και πάλι καλά θα ήταν αν είχα κάποιο πρόβλημα να λύσω, μα δεν έλυσα κανένα και ήταν χιλιάδες! Μα άρχισα ν’ αδιαφορώ και τα προβλήματα αποσύρθηκαν!

Και μετά απ’ αυτό πια έμαθα την αλήθεια. Την αλήθεια την έμαθα τον πρασμένο Νοέμβρη και μάλιστα στις τρεις Νοεμβρίου, και από τότε θυμάμαι την κάθε μου στιγμή. Αυτό έγινε μια βραδιά, την πιο κατσούφικη βραδιά που γίνεται. Γύριζα τότε σπίτι στις έντεκα και θυμάμαι πολύ καλά, πως σκέφτηκα ότι δε γινόταν βραδιά πιο κατσούφικη. Ακόμη και από την άποψη της φύσης. Έβρεχε δυνατά όλη τη μέρα και ήταν η πιο κρύα και πιο βλοσυρή βροχή, ήταν μάλιστα κατά κάποιο τρόπο μια βροχή που είχε κάποια φοβέρα μέσα της, το θυμάμαι κι αυτό, με μια ολοφάνερη εχθρότητα απέναντι στους ανθρώπους, και τότε, στις έντεκα, σταμάτησε απότομα κι έπεσε μια φοβερή υγρασία. Ο καιρός έγινε ακόμη πιο υγρός και ψυχρός απ’ όσο ήταν όταν έβρεχε και από παντού έβγαινε ένας αχνός, από κάθε πέτρα στο δρόμο και από κάθε στενοσόκακο, αν κοίταζες, βαθιά μέσα, όσο πιο πέρα γινόταν. Και φαντάστηκα ξαφνικά πως αν έσβηνε παντού το γκάζι η ατμόσφαιρα θα γινόταν πιο χαρούμενη, ενώ με το γκάζι η καρδιά γίνεται πιο βαριά, γιατί το γκάζι τα φωτίζει όλα.

Εκείνη τη μέρα δεν είχα φάει το μεσημέρι σχεδόν τίποτα και από νωρίς το βράδυ πήγα σ’ ένα φίλο μου μηχανικό, όπου ήταν και άλλοι δυο φίλοι του. Εγώ δε μιλούσα καθόλου κι όπως φαίνεται με βαρεθήκανε για καλά. Συζητούσαν πάνω σε κάποιο ενδιαφέρον θέμα και ξαφνικά ανάψανε κιόλας. Μα κατά βάθος αδιαφορούσαν, το έβλεπα αυτό και αρπαχτήκανε έτσι, μόνο για να περάσει η ώρα. Τους το είπα μάλιστα ξαφνικά: “Κύριοι”, τους είπα, “αφού αδιαφορείτε κατά βάθος”. Εκείνοι δε θύμωσαν, μόνο που γέλασαν όλοι μαζί μου. Αυτό έγινε επειδή το είπα χωρίς να θέλω να τους κάνω παρατήρηση, αλλά μόνο και μόνο γιατί μου ήταν αδιάφορο. Και αυτοί το είδαν πως αδιαφορούσα και το διασκεδάσανε.

Όταν, στο δρόμο πια, σκέφτηκα το γκάζι, έριξα μια ματιά στον ουρανό. Ο ουρανός ήταν φοβερά σκοτεινός, μα μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς καθαρά τα κομματιασμένα σύννεφα κι ανάμεσά τους απύθμενους μαύρους λεκέδες. Έξαφνα πρόσεξα σ’ έναν απ’ αυτούς τους λεκέδες ένα αστράκι και άρχισα να το κοιτάζω επίμονα. Το έκανα γιατί αυτό το αστράκι μού έδωσε μια σκέψη: αποφάσισα να σκοτωθώ κείνη τη νύχτα! Αυτή την απόφαση την είχα παρμένη ακόμη πριν δυο μήνες και μ’ όλο που ήμουν πολύ φτωχός, αγόρασα ένα σπουδαίο περίστροφο και το γέμισα την ίδια μέρα κιόλας. Είχαν περάσει όμως δυο μήνες και το περίστροφο συνέχιζε να βρίσκεται στο συρτάρι. Όμως αδιαφορούσα σε τέτοιο σημείο που θέλησα να πετύχω επιτέλους την κατάλληλη στιγμή, οπότε δε θα αδιαφορούσα, μα για ποιο πράγμα δε θ’ αδιαφορούσα ούτε που το ήξερα.

Κι έτσι, όλους εκείνους τους δυο μήνες γύριζα κάθε νύχτα σπίτι με τη σκέψη πως θ’ αυτοκτονούσα. Όλο και την περίμενα αυτή τη στιγμή. Και το αστράκι μού υπενθύμισε τώρα αυτή τη σκέψη κι αποφάσισα πως έπρεπε να το κάνω οπωσδήποτε εκείνη τη νύχτα. Μα γιατί τ’ αστράκι μου έδωσε τη σκέψη δεν το ξέρω.

Και λοιπόν τότε όταν κοίταζα τον ουρανό, εκείνο το κοριτσάκι μ’ έπιασε ξαφνικά από τον αγκώνα. Ο δρόμος ήταν άδειος πια και δε φαινόταν σχεδόν κανείς. Πιο πέρα οι αμαξάδες κοιμόντουσαν στα αμαξάκια τους. Το κοριτσάκι θα ήταν κάπου οχτώ χρόνων. Φορούσε ένα μαντιλάκι στο κεφάλι κι ένα παλτουδάκι. Ήταν μούσκεμα· μού μείνανε όμως στη θύμηση τα βρεμένα, σχισμένα παπούτσια του και τα θυμάμαι ακόμη. Μου χτύπησαν κάπως ξεχωριστά στο μάτι. Άρχισε ξαφνικά να με τραβάει από τον αγκώνα και να με καλεί. Δεν έκλαιγε, μα ξεφώνιζε κοφτά λέξεις, που δεν μπορούσε να τις προφέρει καθαρά, γιατί έτρεμε ολόκληρη από τον πυρετό. Κάτι την είχε τρομοκρατήσει και φώναζε απεγνωσμένα:

– Μαμακούλα! Μαμακούλα!

Γύρισα για μια στιγμή προς το μέρος της, μα δεν είπα λέξη και συνέχισα να περπατάω, εκείνη όμως έτρεχε από κοντά και με τραβολογούσε, και στη φωνή της ακούστηκε εκείνος ο τόνος που στα πολύ τρομαγμένα παιδιά σημαίνει απελπισία. Τον γνωρίζω αυτόν τον τόνο. Και μ’ όλο που το κοριτσάκι δεν αποτέλειωνε τις λέξεις, κατάλαβα πως η μητέρα του πέθανε κάπου ή πως έγινε κάτι άλλο και πως βγήκε στους δρόμους να βρει κάποιον για να βοηθήσει τη μαμά του. Εγώ όμως δεν την ακολούθησα, απεναντίας μού κατέβηκε ξαφνικά η σκέψη να το διώξω. Του είπα στην αρχή να ψάξει για αστυφύλακα. Μα εκείνο δίπλωσε ξαφνικά τα χεράκια του και λαχανιασμένο, κλαίγοντας με λυγμούς, έτρεχε δίπλα από μένα και δε μ’ άφηνε. Τότε λοιπόν χτύπησα τα πόδια μου κάτω για να το φοβερίσω και του έβαλα τις φωνές. Το κοριτσάκι κατόρθωσε να φωνάξει μόνο: “Κύριε, κύριε!” και παρατώντας με ξαφνικά πέρασε από την άλλη μεριά του δρόμου. Εκεί είχε φανεί κάποιος άλλος διαβάτης και φαίνεται πως αφήνοντάς με έτρεξε σ’ αυτόν.

Ανέβηκα στο πέμπτο πάτωμα, όπου καθόμουνα. Ζω μακριά από τους νοικοκυραίους μου και έχουμε όλοι δωμάτια σαν σε ξενοδοχείο. Η καμαρούλα μου είναι μικρή και φτωχική, και το παράθυρό μου είναι ένα ημικυκλικό παράθυρο σοφίτας. Έχω ένα σιδερένιο ντιβάνι, ένα τραπέζι με βιβλία επάνω, δυο καρέκλες και μια βολική πολυθρόνα, μια πολυθρόνα πανάρχαια όμως. Κάθισα, άναψα ένα κερί και βάλθηκα να σκέφτομαι. Στο διπλανό δωμάτιο, πίσω από το χώρισμα, η φασαρία συνεχιζόταν, συνεχιζόταν για τρίτη μέρα. Εκεί έμενε ένας απόστρατος λοχαγός και είχε καλεσμένους – κάπου έξι γλεντζέδες που πίναν βότκα και παίζανε ξερή με μια παλιά τράπουλα. Την περασμένη νύχτα είχαν πιαστεί σε καβγά και το ξέρω πως δυο απ’ αυτούς μαλλιοτραβιόντουσαν για αρκετή ώρα. Η σπιτονοικοκυρά παραπονέθηκε, φοβάται όμως το λοχαγό φοβερά.

Από άλλους νοικιαστές στα δωμάτιά μας έχουμε μονάχα μια κοντούλα και αδυνατούλα κυρία, ταξιδιώτισσα, γυναίκα κάποιου στρατιωτικού, με τρία μικρά παιδάκια που αρρώστησαν εδώ στο σπίτι. Αυτή και τα παιδιά φοβούνται τόσο το λοχαγό, που τους έρχεται λιγοθυμία, και τρέμουν και σταυροκοπιούνται όλη τη νύχτα και το μικρότερο παιδί έπαθε μάλιστα κάποια κρίση από το φόβο του. Το ξέρω για σίγουρο πως αυτός ο λοχαγός σταματάει καμιά φορά τους διαβάτες στη λωφόρο Νέβσκι και ζητιανεύει. Δεν τον δέχονται σε καμιά δουλειά, μα το παράξενο είναι πως όλο αυτόν το μήνα, από τότε που κάθεται εδώ, δεν έχει νευριάσει καθόλου. Προσπάθησα ν’ αποφύγω από την αρχή τις φιλίες μαζί του, μα κι αυτός βαρέθηκε την παρέα μου από την πρώτη φορά, όσο όμως και να φωνάζουν πίσω από το χώρισμά τους, κι όσοι να μαζεύονται εκεί, δε σκοτίζομαι καθόλου.

Κάθομαι ξύπνιος όλη τη νύχτα και πραγματικά δεν τους ακούω – τόσο πολύ τους ξεχνάω. Έχει πια ένα χρόνο που κάθομαι όλη τη νύχτα και δεν κοιμάμαι ώσπου να ξημερώσει. Κάθομαι όλη τη νύχτα στην πολυθρόνα κοντά στο τραπέζι και δεν κάνω τίποτα. Βιβλία διαβάζω μόνο την ημέρα. Κάθομαι και ούτε που σκέφτομαι. Κάποιες σκέψεις περιπλανώνται στο κεφάλι μου και τις αφήνω να γυρίζουν ελεύθερες! Το κερί τελειώνει μέσα στη νύχτα. Κάθισα στο τραπέζι, έβγαλα το περίστροφο και αθόρυβα το ακούμπησα μπροστά μου. Όταν το έβαλα εκεί θυμάμαι πως αναρωτήθηκα: “Έτσι λοιπόν;”. Και απάντησα πολύ θετικά στον εαυτό μου: “Έτσι”. Δηλαδή ότι θ’ αυτοκτονούσα. Το ήξερα στα σίγουρα ότι εκείνη τη νύχτα θ’ αυτοκτονούσα μα πόση ώρα ακόμη θα έμενα έτσι καθισμένος στο τραπέζι, αυτό δεν το ήξερα. Και φυσικά θα αυτοκτονούσα, αν δεν ήταν εκείνο το κοριτσάκι.

2.

ΠΡΕΠΕΙ να σας πω πως μ’ όλο που αδιαφορούσα για τα πάντα, τον πόνο λ.χ. τον ένιωθα. Αν με χτυπούσε κανείς θα καταλάβαινα τον πόνο. Το ίδιο γινόταν και από την πλευρά της ηθικής: αν συνέβαινε κάτι το πολύ θλιβερό, θα λυπόμουν όπως και τότε, όταν δεν αδιαφορούσα ακόμη για τα πάντα στη ζωή. Και πριν λυπήθηκα: ένα παιδάκι θα το βοηθούσα οπωσδήποτε! Γιατί λοιπόν δε βοήθησα το κοριτσάκι; Δεν το έκανα, γιατί μου κατέβηκε μια ιδέα εκείνη τη στιγμή: όταν με τραβολογούσε και μου φώναζε, μέσα μου εμφανίστηκε ένα πρόβλημα και δεν μπόρεσα να του δώσω μια λύση. Το πρόβλημα ήταν ανόητο, μα μ’ έκανε να θυμώσω. Θύμωσα γιατί έβγαλα το συμπέρασμα πως μια και το είχα πάρει απόφαση πως θ’ αυτοκτονούσα την ίδια εκείνη νύχτα, έπρεπε τώρα ν’ αδιαφορήσω για τα πάντα στον κόσμο, ακόμη περισσότερο από πριν. Γιατί ένιωσα λοιπόν να μη μου είναι αδιάφορο και λυπήθηκα το κοριτσάκι;

Θυμάμαι πως το λυπήθηκα πολύ. Ένιωσα μάλιστα έναν πόνο, που ήταν εντελώς απίθανος στην κατάσταση που βρισκόμουνα. Μου είναι πραγματικά αδύνατο να μεταδώσω καλύτερα αυτό το στιγμιαίο συναίσθημα που ένιωσα εκείνη τη στιγμή, μα το συναίσθημα αυτό συνεχίστηκε κι όταν γύρισα σπίτι και όταν πια κάθισα στο τραπέζι εκνευρίστηκα όσο είχα πολύ καιρό να εκνευριστώ. Ο ένας συλλογισμός ακολουθούσε τον άλλο. Έβλεπα καθαρά πως είμαι ακόμη άνθρωπος κι ότι δεν έγινα μηδενικό και προτού μεταβληθώ σε μηδενικό, ζω, και επομένως μορώ να υποφέρω, να θυμώνω και να ντρέπομαι για τις πράξεις μου. Πολύ καλά. Μα αν σκοτωθώ, ας πούμε, σε δυο ώρες, τι με νοιάζει τότε το κοριτσάκι και η ντροπή, και τα πάντα στον κόσμο; Θα μεταβληθώ σ’ ένα μηδενικό, σ’ ένα απόλυτο μηδενικό!

Και είναι δυνατό να μη μ’ επηρέασε διόλου αυτό το συναίσθημα, πως δηλαδή τώρα αμέσως δε θα υπάρχω καθόλου και επομένως δε θα υπάρχει τίποτα, ούτε η συμπόνια μου για το κοριτσάκι ούτε και το συναίσθημα της ντροπής, που ένιωσα μετά την προστυχιά που έκανα; Μήπως δεν ήταν αυτός λόγος που χτύπησα κάτω τα πόδια μου και έβαλα άγρια τις φωνές στο άμοιρο παιδάκι, γιατί ήθελα ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως όχι μόνο δεν το λυπάμαι, αλλά πως μπορώ να κάνω ακόμη και μια απάνθρωπη προστυχιά τώρα, γιατί μετά από δυο ώρες όλα θα έχουν σβήσει; Με πιστεύετε πως αυτός ήταν ο λόγος που φώναξα; Εγώ είμαι τώρα σχεδόν σίγουρος γι’ αυτό!

Μου φαινόταν ολοκάθαρα πως η ζωή και ο κόσμος σάμπως να εξαρτιόνταν από μένα. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς πως μου φαινόταν τότε σάμπως ο κόσμος να είχε δημιουργηθεί μόνο για μένα. Αν αυτοκτονήσω, ο κόσμος θα πάψει να υπάρχει, τουλάχιστο για μένα. Και ούτε πια κουβέντα για την πιθανότητα πως ίσως και στ’ αλήθεια δε θα υπάρχει τίποτα μετά από μένα και πως μόλις σβήσει η λογική μου, θα σβήσει και ο κόσμος ολόκληρος, σαν μια οπτασία, σαν ν’ αποτελεί μόνο μέρος της λογικής μου και θα χαθεί, γιατί μπορεί ολόκληρος αυτός ο κόσμος και όλοι αυτοί οι άνθρωποι να μην είναι παρά εγώ ο ίδιος.

Το θυμάμαι πως όπως καθόμουνα και σκεφτόμουνα, στριφογύριζα αυτές τις νέες ερωτήσεις που πλήθαιναν στο μυαλό μου, από μια εντελώς καινούργια πλευρά και έβγαζα από το νου μου κάτι το τελείως καινούργιο, π.χ. μου κατέβηκε μια ολότελα καινούργια σκέψη. Αν, είπα, ζούσα πριν στο φεγγάρι ή στον Άρη και έκανα εκεί την πιο αισχρή και πιο άτιμη πράξη που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, και θα με βρίζανε και θα με ατίμαζαν γι’ αυτό έτσι όπως μπορεί να το φανταστεί και να το νιώσει κανείς, όπως το βλέπει μόνο καμιά φορά στο όνειρό του, σε εφιάλτη και, αν βρισκόμενος μετά στη γη, θα συνέχιζα να διατηρώ τη γνώση γι’ αυτό που είχα διαπράξει στον άλλο πλανήτη και εκτός απ’ αυτό θα ήξερα πως ποτέ μου δε θα γύριζα εκεί, θα αδιαφορούσα τότε, βλέποντας τη σελήνη από τη γη, ή όχι; Θα ντρεπόμουνα άραγε για την πράξη μου ή όχι; Τα ερωτήματα αυτά ήταν ανόητα και περιττά γιατί το περίστροφο βρισκόταν κιόλας μπροστά μου και ήξερα πια με όλο το είναι μου πως αυτό θα γινόταν οπωσδήποτε, με εκνεύριζαν όμως και λυσσούσα από το κακό μου. Σαν να μην μπορούσα να πεθάνω τώρα πια, αν δεν έλυνα προηγουμένως κάποιο πρόβλημα. Με άλλα λόγια, αυτό το κοριτσάκι με έσωσε γιατί αναρωτώμενος απομάκρυνα το θάνατο.

Στου λοχαγού, στο μεταξύ, άρχισε επίσης να γίνεται ησυχία. Τέλειωσαν το χαρτοπαίγνιο και ετοιμάζονταν να πέσουν να κοιμηθούν. Στο μεταξύ γκρίνιαζαν και αποτέλειωναν τεμπέλικα τους καβγάδες τους. Και τότε αποκοιμήθηκα ξαφνικά, πράγμα που δε μου συνέβηκε ποτέ πριν, έτσι καθισμένος στην πολυθρόνα μπροστά στο τραπέζι. Κοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Όπως είναι γνωστό, τα όνειρα είναι μια υπόθεση πολύ περίεργη: Άλλα πράγματα τα βλέπεις ολοκάθαρα, με μια επεξεργασία λεπτομερειών λεπτή σαν χρυσοχόου, ενώ άλλα πράγματα είναι σαν να μην τα καταλαβαίνεις καθόλου, όπως π.χ. ο χρόνος και οι αποστάσεις.

Όπως φαίνεται, τα όνειρα δεν καθοηγούνται από τη λογική, αλλά από την επιθυμία, όχι από το μυαλό, μα από την καρδιά, και όμως τι εξυπνάδες δεν κάνει καμιά φορά η λογική μου στα όνειρα. Της συμβαίνουν όμως στον ύπνο και πράγματα εντελώς απίθανα. Ο αδελφός μου π.χ. έχει πεθάνει πριν από πέντε χρόνια. Τον βλέπω καμιά φορά στον ύπνο μου: Παίρνει μέρος στις υποθέσεις μου, ενδιαφερόμαστε πολύ και οι δυο, και στο μεταξύ ξέρω και θυμάμαι πολύ καλά, σ’ όλη τη διάρκεια του ονείρου μου πως ο αδελφός μου έχει πεθάνει και βρίσκεται στον τάφο του. Πώς δε μου φαίνεται παράξενο, λοιπόν, πως εκείνος, μ’ όλο που είναι νεκρός, βρίσκεται κοντά μου και ασχολείται μαζί μου; Πώς το επιτρέπει αυτό η λογική μου;

Αρκετά, όμως. Θα σας πω το όνειρό μου. Ναι, το ονειρεύτηκα τότε αυτό το όνειρο, αυτό το όνειρό μου που είδα στις τρεις του Νοέμβρη! Με πειράζουν τώρα πως όλ’ αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο, μα μήπως μ’ ενδιαφέρει αν ήταν όνειρο ή όχι, αφού αυτό το όνειρο μου ανάγγειλε την Αλήθεια; Αν αναγνωρίσεις την Αλήθεια και την αντικρίσεις και ξέρεις πως αυτή είναι η Αλήθεια και πως άλλη δεν υπάρχει, ούτε και θα μπορέσει να υπάρχει, είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνιο μου; Ας είναι όνειρο, ας είναι, μα αυτή τη ζωή, που μου την παινεύουν τόσο, θέλησα να την κόψω με αυτοκτονία, ενώ το όνειρό μου αυτό μου ανάγγελνε μια νέα, μια μεγάλη, μια ανανεωμένη, μια ρωμαλέα ζωή!

Ακούστε με.

3.

ΟΠΩΣ σας είπα, με πήρε ο ύπνος χωρίς καν να το καταλάβω και μάλιστα καθώς συνέχιζα να συζητάω τα ίδια θέματα. Ονειρεύτηκα ξαφνικά πως παίρνω το περίστροφο και σημαδεύω, καθιστός, ακριβώς πάνω στην καρδιά μου – στην καρδιά και όχι στο κεφάλι. Ενώ είχα πάρει από πριν την απόφασή μου να χτυπηθώ οπωσδήποτε στο κεφάλι και μάλιστα στο δεξί μελίγγι. Συνέχισα να σημαδεύω το στήθος μου κάνα δυο δευτερόλεπτα και το κερί μου, το τραπέζι και ο τοίχος μπροστά μου άρχισαν να κουνιούνται και να σαλεύουν. Έριξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Στον ύπνο σας πέφτετε καμιά φορά από μεγάλο ύψος, ή σας μαχαιρώνουν ή και σας ξυλοφορτώνουν, μα δε νιώθετε ποτέ πόνο, εκτός αν χτυπήσετε κάπως μόνος σας στο κρεβάτι. Τότε θα νιώσετε πόνο και σχεδόν πάντοτε θα ξυπνήσετε από τον πόνο σας. Έτσι έγινε και στ’ όνειρό μου. Δεν κατάλαβα πόνο, μα μου φάνηκε πως από τον πυροβολισμό όλα αναταράχτηκαν μέσα μου και όλα σβήσανε ξαφνικά και ένα φοβερό σκοτάδι έπεσε ολόγυρά μου. Σάμπως να τυφλώθηκα και να βουβάθηκα και μου φάνηκε πως βρέθηκα ξαφνικά ξαπλωμένος σε κάτι το πολύ σκληρό, ανάσκελα, πως δε βλέπω τίποτα και δεν μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση. Άνθρωποι πηγαινοέρχονται και φωνάζουν στο γύρο μου, ο λοχαγός μιλάει με μπάσο, η σπιτονοικοκυρά στριγγλίζει – και πάλι μια διακοπή και με κουβαλούν πια μέσα σ’ ένα κλειστό φέρετρο. Νιώθω το φέρετρο να κουνιέται, το σκέφτομαι και ξαφνικά μου κατεβαίνει για πρώτη φορά η ιδέα πως έχω πεθάνει, πως έχω πεθάνει στην κυριολεξία, πως το ξέρω και δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό, πως δεν μπορώ ούτε να δω ούτε και να κινηθώ και όμως νιώθω και σκέφτομαι. Σε λίγο όμως το παίρνω απόφαση και όπως γίνεται συνήθως στα όνειρα, δέχομαι την πραγματικότητα χωρίς πολλές συζητήσεις.

Και με θάβουν στο χώμα. Όλοι φεύγουν και μένω μόνος, ολομόναχος. Δεν κινούμαι. Πάντοτε, όποτε φανταζόμουνα στο ξύπνιο μου πως με κηδεύουν, με την έννοια του τάφου συνδεόταν μονάχα το συναίσθημα της υγρασίας και του κρύου. Έτσι και τώρα ένιωσα πως κρύωνα πολύ, ιδιαίτερα οι άκρες των δαχτύλων στα πόδια μου, μα δεν ένιωθα τίποτ’ άλλο.

Ήμουνα ξαπλωμένος και το παράξενο ήταν πως δεν περίμενα τίποτα, γιατί το παραδεχόμουνα χωρίς συζητήσεις πως ο πεθαμένος δεν έχει πια τίποτα να περιμένει! Έκανε όμως υγρασία! Δεν ξέρω πόσος καιρός πέρασε – αν ήταν μια ώρα, ή μια μέρα ή πολλές μέρες, μα ξαφνικά στο κλειστό αριστερό μάτι μου έπεσε μια σταγόνα νερό, που είχε περάσει μέσα από το καπάκι του φέρετρου, μερικά λεπτά ύστερα απ’ αυτή μια άλλη, ύστερα από ένα λεπτό μια τρίτη, και άλλες και άλλες, όλες σε απόσταση ενός λεπτού. Στην καρδιά μου άναψε μια βαθιά αγανάκτηση και έξαφνα ένιωσα σ’ αυτήν έναν πόνο φυσικό: “Αυτή είναι η πληγή μου”, σκέφτηκα, “είναι εκεί που έριξα, εκεί που είναι η σφαίρα”… Και η σταγόνα όλο έπεφτε κάθε λεπτό και ακριβώς πάνω στο κλειστό μου μάτι. Και ξαφνικά κάλεσα, όχι με τη φωνή μου, γιατί δεν μπορούσα να σαλέψω, αλλά με όλο μου το είναι τον Παντοκράτορα, που εξουσίαζε όλα αυτά που συνέβαιναν.

– Όποιος κι αν είσαι, μα αν υπάρχεις και αν υπάρχει κάτι πιο έξυπνο απ’ αυτό που συμβαίνει τώρα, κάνε μου τότε τη χάρη να βρεθεί και εδώ. Αν μ’ εκδικείσαι για την ανόητη αυτοκτονία μου με χάος και παραλογισμό της μελλοντικής μου ύπαρξης, μάθε τότε πως κανένα βασανιστήριο δε θα μπορέσει ποτέ να συγκριθεί με κείνη την περιφρόνηση, που θα νιώθω για σένα σιωπηλά, έστω κι αν το μαρτύριό μου διαρκέσει εκατομμύρια χρόνια!…

Φώναξα και σώπασα. Η βαθιά σιωπή κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό και μάλιστα έπεσε ακόμη μια σταγόνα, μα ήξερα, το ήξερα ατράνταχτα και σίγουρα και το πίστευα πως όλα θα άλλαζαν οπωσδήποτε τώρα! Και ο τάφος μου άνοιξε ξαφνικά. Δεν ξέρω δηλαδή αν τον άνοιξαν ή τον σκάψανε, μα κάποιο άγνωστο σε μένα σκοτεινό ον με πήρε από μέσα και βρεθήκαμε ξαφνικά στο διάστημα. Μπόρεσα και είδα ξαφνικά: Ήταν μια νύχτα σκοτεινή, και ποτέ, ποτέ πριν δεν υπήρξε τέτοιο σκοτάδι! Τρέχαμε στο διάστημα, μακριά πια από τη γη! Δε ρώτησα τίποτα εκείνον που με πήγαινε, περίμενα και κράτησα μια στάση περήφανη. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως δε φοβόμουνα και η καρδιά μου σταματούσε από την έκσταση, επειδή δε φοβόμουνα! Δε θυμάμαι πόσον καιρό πετούσαμε, ούτε και μπορώ να το φανταστώ! Όλα γίνονταν όπως γίνονται πάντα στα όνειρα, όταν πηδάς πάνω από τις αποστάσεις και το χρόνο και πάνω από τους νόμους της ύπαρξης και της λογικής και σταματάς μόνο πάνω στα σημεία που τα ονειρεύεται η καρδιά σου. Θυμάμαι πως ξαφνικά είδα στα σκοτάδια ένα αστράκι.

– Είναι ο Σείριος; ρώτησα χωρίς να μπορέσω να κρατηθώ, γιατί δεν ήθελα να ρωτήσω τίποτα.

– Όχι, είναι το ίδιο άστρο που είδες μέσα από τα σύννεφα την ώρα που γύριζες σπίτι σου, μου είπε το ον που με πήγαινε.

Ήξερα πως είχε μια μορφή, που έμοιαζε σαν ανθρώπινη! Περίεργο πράγμα, δε θ’ αγαπούσα αυτό το ον, ένιωθα μάλιστα μια βαθιά αηδία γι’ αυτό! Περίμενα πως πέρα απ’ το θάνατο δεν υπήρχε τίποτα, γι’ αυτό και πυροβολήθηκα στην καρδιά. Και να που βρέθηκα σε χέρια ενός όντος, που δεν ήταν φυσικά ανθρώπινο, μα που είναι, που υπάρχει: “Ώστε υπάρχει μια μεταθανάτια ζωή!”, σκέφτηκα με κείνη την παράξενη ανεμελιά του ονείρου, μα κατά βάθος η καρδιά μου δεν άλλαξε. “Αν όμως πρέπει να υπάρξω ξανά”, σκέφτηκα, “και να ζήσω, γιατί το θέλει κάποια ακαθόριστη θέληση, δε θέλω να με καταβάλλουν και να με ταπεινώνουν!”.

– Το ξέρεις πως σε φοβάμαι και με περιφρονείς γι’ αυτό, είπα ξαφνικά στο σύντροφό μου, μην μπορώντας να κρατηθώ χωρίς να του κάνω αυτή την ταπεινωτική ερώτηση, που περιείχε και ομολογία και ένιωσα την ταπείνωσή μου να μου τσιμπά την καρδιά σαν καρφίτσα.

Εκείνος δε μου απάντησε, μα κατάλαβα ξαφνικά πως δε με περιφρονεί αλλά πως γελάει μαζί μου και πως δε με λυπάται καν, και πως ο δρόμος έχει κάποιο σκοπό, ένα σκοπό άγνωστο και μυστηριώδη, που αφορά μόνο εμένα! Ο φόβος άρχισε να πλημμυρίζει την καρδιά μου! Κάτι το βουβό, μα βασανιστικό μού ερχόταν από το σιωπηλό μου σύντροφο και λες και με διαπερνούσε ολόκληρο. Τρέχαμε σε περιοχές σκοτεινές και άγνωστες. Από καιρό είχα πάψει να βλέπω αστερισμούς, που είναι γνώριμοι στο μάτι. Το ήξερα ότι υπήρχαν τέτοια άστρα στους ουράνιους χώρους, που οι ακτίνες τους φτάνουν στη γη, μετά από χιλιάδες και εκατομμύρια χρόνια. Μπορεί και να είχαμε περάσει απ’ αυτούς τους χώρους. Περίμενα κάτι και η στενοχώρια βασάνιζε την καρδιά μου. Και ξαφνικά κάποιο γνωστό συναίσθημα, που με καλούσε έντονα, αναστάτωσε το είναι μου: είδα ξαφνικά τον ήλιο μας! Το ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι ο δικός μας ήλιος, ο ήλιος που γέννησε τη γη μας και πως βρισκόμαστε αφάνταστα μακριά από τον ήλιο μας, μα κατάλαβα για κάποιο λόγο με όλο μου το είναι, πως αυτός ο ήλιος είναι ίδιος ακριβώς με το δικό μας, και πως ο ήλιος μας είναι η απομίμηση και ο δίδυμός του! Ένα γλυκό, ένα νοσταλγικό συναίσθημα αντήχησε μ’ ενθουσιασμό μες στην ψυχή μου. Η παλιά, η γνωστή δύναμη του φωτός, του ίδιου φωτός που με είχε γεννήσει αντιλαλούσε μέσα στην καρδιά μου και την ανάστησε και ένιωσα ζωή, την τότε ζωή μου για πρώτη φορά, από τότε που μπήκα στον τάφο.

– Μα αν αυτός είναι ο ήλιος, αν είναι ακριβώς ο ιδιος ήλιος όπως ο δικός μας, ανέκραξα, πού είναι τότε η γη;

Και ο σύντροφός μου μού έδειξε ένα αστράκι που άστραφτε στο σκοτάδι, με σμαραγδένιο φως. Τρέχαμε κατευθείαν επάνω του.

– Είναι δυνατό να υπάρχουν τέτοιες επαναλήψεις στην υφήλιο, είναι δυνατό να είναι αυτός ο νόμος της φύσεως; Και αν αυτή είναι η γη είναι δυνατό να είναι γη ίδια με τη δική μας, η ίδια ακριβώς, η κακομοιριασμένη και φτωχή, μα πολύτιμη και αγαπημένη για πάντα και που γεννάει μια τέτοια βασανιστική αγάπη για τον εαυτό της, ακόμη και στα πιο αχάριστα παιδιά της, όπως η δικιά μας… ξεφώνιζα και ανατρίχιαζα από μιαν αφάνταστη γεμάτη ενθουσιασμό αγάπη για κείνη την αγαπημένη παλιά γη, που είχα εγκαταλείψει.

Μπροστά στα μάτια μου πέρασε φευγαλέα η μορφή εκείνου του φτωχού κοριτσιού, που του είχα φερθεί τόσο άσχημα.

– Θα τα δεις όλα, μου απάντησε ο σύντροφός μου και κάποια θλίψη ακούστηκε στη φωνή του.

Πλησιάζαμε όμως τον πλανήτη γρήγορα. Μεγάλωνε μπροστά στα μάτια μου, ξεχώριζα κιόλας τους ωκεανούς, το σχήμα της Ευρώπης και ξαφνικά ένα παράξενο συναίσθημα μεγάλου αγιασμένου φθόνου φλόγισε την καρδιά μου: “Πώς είναι δυνατό να υπάρχει μια τέτοια επανάληψη, και για ποιο λόγο; Αγαπώ, μπορώ ν’ αγαπώ μόνο εκείνη τη γη που εγκατέλειψα, εκείνη όπου παραμείνανε οι σταλαματιές του αίματός μου, όταν εγώ ο αζόριστος έσβησα τη ζωή μου μ’ έναν πυροβολισμό στην καρδιά! Ποτέ όμως, ποτέ δεν είχα πάψει ν’ αγαπώ μόνο εκείνη τη γη και ίσως αυτή τη νύχτα που την εγκατέλειψα, να την αγαπούσα πιο βασανιστικά παρά ποτέ. Υπάρχουν άραγε βάσανα σ’ αυτή την καινούργια γη; Στη δική μας γη μπορούμε ν’ αγαπάμε πραγματικά μόνο με βάσανα και μόνο μέσα από τα βάσανα! Δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε διαφορετικά και δεν ξέρουμε άλλου είδους αγάπη! Θέλω να υποφέρω για ν’ αγαπήσω! Θέλω, λαχταρώ να φιλώ, χύνοντας μαύρα δάκρυα, μόνο εκείνη τη γη που έχω εγκαταλείψει, και δε θέλω, δε δέχομαι τη ζωή από κάποιαν άλλη!…

Ο σύντροφός μου με είχε κιόλας αφήσει. Στάθηκα ξαφνικά χωρίς να το έχω καθόλου καταλάβει πάνω στην άλλη αυτή γη, σε μια ηλιόλουστη μέρα, όμορφη σαν τον παράδεισο! Στεκόμουνα, όπως μου φαίνεται, σ’ ένα από κείνα τα νησιά, που αποτελούν στη γη μας το ελληνικό Αρχιπέλαγος ή κάπου στις ακτές της ηπείρου που εφάπτεται αυτού του Αρχιπέλαγου. Τα πάντα ήταν ακριβώς όπως σε μας, μα φαινόταν σαν να φωτίζονταν από κάποια γιορτή, από κάποιο άγιο θρίαμβο που τον πέτυχαν τελικά! Γλυκιά, σμαραγδένια θάλασσα έλουζε ήρεμα τις ακτές και τις ασπαζόταν με αγάπη, που ήταν ολοφάνερη, ολοκάθαρη, συνειδητή σχεδόν… Ψηλά, ωραιότατα δέντρα στέκονταν βουτηγμένα σ’ όλη την πολυτέλεια της ανθοφορίας τους, ενώ τα αμέτρητα φυλλαράκια τους με χαιρετούσαν, είμαι σίγουρος γι’ αυτό με τον ήρεμο τρυφερό τους θόρυβο σαν να πρόφεραν λόγια αγάπης! Το γρασίδι άστραφτε από φωτεινά, αρωματικά λουλούδια! Τα πουλάκια πετούσαν κοπαδιαστά στον αέρα και χωρίς να με φοβούνται κάθονταν στους ώμους και στα χέρια μου χτυπώντας με χαρούμενα με τις γλυκές, τρεμουλιαστές φτερούγες τους.

Και τελικά είδα και γνώρισα τους ανθρώπους αυτής της ευτυχισμένης γης. Ήρθαν και με βρήκαν μόνοι τους, με περιτριγύρισαν, με φιλούσανε! Τα παιδιά του ήλιου, τα παιδιά του δικού τους ήλιου – τι όμορφα που ήταν! Ποτέ δεν είχα δει στη γη μου τέτοια ομορφιά σε άνθρωπο! Ίσως μόνο στα παιδιά μας, στα πρώτα μόλις χρόνια της ζωής τους, μπορεί κανείς να βρει μια μακρινή, μα αδύνατη, ανταύγεια αυτής της ομορφιάς! Τα μάτια αυτών των ευτυχισμένων ανθρώπων αστράφτανε φωτεινά! Τα πρόσωπά τους λάμπανε από εξυπνάδα και από κάποια συνείδηση που είχε πια φτάσει στο σημείο της ηρεμίας, μα τα πρόσωπά τους ήταν χαρούμενα. Στα λόγια και τις φωνές αυτών των ανθρώπων ακουγόταν παιδιάστικη χαρά! Αμέσως με την πρώτη ματιά που τους έριξα, τα κατάλαβα όλα, μα όλα! Αυτή ήταν η γη που δεν είχε μολυνθεί από το προπατορικό αμάρτημα! Σ’ αυτή ζούσαν άνθρωποι που δεν είχαν αμαρτήσει, ζούσαν στον ίδιο παράδεισο, όπου, σύμφωνα με τις παραδόσεις, ζούσε όλη η ανθρωπότητα και οι προπάτορές μας που είχαν αμαρτήσει, με μόνη διαφορά, πως όλη αυτή η γη ήταν παντού ο ίδιος παράδεισος! Οι άνθρωποι αυτοί, γελώντας χαρούμενα με περιστοίχιζαν και με χάιδευαν. Με πήραν μαζί τους κι ο καθένας τους ήθελε να με παρηγορήσει. Δε με ρωτούσαν για τίποτα και μου φαινόταν πως τα ήξεραν όλα και ήθελαν να διώξουν το γρηγορότερο τον πόνο από το πρόσωπό μου.

4.

Βλέπετε επαναλαμβάνω και πάλι: Ας υποθέσουμε πως αυτό ήταν όνειρο! Μα το συναίσθημα της αγάπης αυτών των αθώων και όμορφων ανθρώπων παρέμεινε μέσα μου για πάντα και νιώθω πως η αγάπη τους με περιλούζει από κει ακόμη και τώρα! Τους έχω δει ο ίδιος, τους έχω γνωρίσει και βεβαιώθηκα για την ύπαρξή τους, τους αγάπησα, και υπόφερα γι’ αυτούς αργότερα. Το κατάλαβα αμέσως από τότε, πως σε πολλά πράγματα δε θα μπορέσω να τους νιώσω. Σ’ εμένα, το Ρώσο προοδευτικό και το βρομιάρικο κάτοικο της Πετρούπολης, ήταν αδύνατο να καταλάβω, πως αυτοί, ενώ ξέρανε τόσα πολλά, δεν είχαν τις επιστήμες μας. Κατάλαβα όμως γρήγορα πως οι γνώσεις τους συμπληρώνονταν και τρέφονταν από εντελώς διαφορετικές πηγές από εκείνες που έχουμε στη γη, πως ακόμη και οι φιλοδοξίες τους ήταν εντελώς διαφορετικές. Δεν επιθυμούσαν τίποτα και ήταν ήσυχοι, δε λαχταρούσαν να γνωρίσουν τη ζωή, όπως λαχταρούμε να τη γνωρίσουμε εμείς, γιατί η ζωή τους ήταν γεμάτη! Οι γνώσεις τους όμως ήταν πιο βαθιές και πιο υψηλές από τη δική μας επιστήμη, γιατί η επιστήμη μας γυρεύει να εξηγήσει τι είναι η ζωή, πασχίζει να τη γνωρίσει η ίδια για να τη διδάξει στους άλλους πώς να τη ζήσουν, ενώ αυτοί, οι κάτοικοι της άλλης γης, ξέρανε και χωρίς την επιστήμη πώς να ζήσουν.

Αυτό το κατάλαβα, δεν μπόρεσα όμως να καταλάβω τις γνώσεις τους. Μου δείχνανε τα δέντρα τους και δεν μπορούσα να καταλάβω με τι αγάπη τα κοίταζαν: σαν να μιλούσαν με πλάσματα όμοια μ’ αυτούς τους ίδιους. Και ξέρετε, μπορεί και να μην κάνω λάθος, αν πω πως μιλούσαν μαζί τους! Μάλιστα, είχαν ανακαλύψει τη γλώσσα τους, και είμαι σίγουρος πως μιλούσαν μαζί τους. Με το ίδιο μάτι βλέπανε και όλη τη φύση – τα ζώα, που ζούσαν ειρηνικά μαζί τους, χωρίς να τους επιτίθενται και αγαπώντας τους, γιατί ήταν νικημένα από την αγάπη τους. Μου δείχνανε τα άστρα και μου μιλούσαν για κάτι, που δεν μπορούσα να το καταλάβω, μα είμαι σίγουρος πως έρχονταν σε κάποια επαφή με τα ουράνια αστέρια, όχι μόνο με τη σκέψη, αλλά και με κάποιον ζωντανό τρόπο.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν προσπαθούσαν να με κάνουν να καταλάβω, μ’ αγαπούσαν και χωρίς αυτό, μα ήξερα πως εκείνοι δε θα με καταλάβαιναν ποτέ και γι’ αυτό δεν τους μιλούσα σχεδόν ποτέ για τη γη μας. Φιλούσα μόνο μπροστά τους αυτή τη γη, όπου ζούσαν εκείνοι και τους λάτρευα χωρίς περιττά λόγια. Εκείνοι το βλέπανε και μου επέτρεπαν να τους προσκυνώ χωρίς να ντρέπονται που τους προσκυνώ, γιατί και οι ίδιοι μ’ αγαπούσαν πολύ. Εκείνοι δεν υποφέρανε για λογαριασμό μου, όταν εγώ καμιά φορά φιλούσα με δάκρυα στα μάτια τα πόδια τους, ξέροντας με χαρά στο βάθος της καρδιάς τους με ποια δύναμη αγάπης θα μου απαντούσαν. Αναρωτιόμουνα πότε-πότε απορημένος πώς ήταν δυνατό να μην προσβάλουν ποτέ έναν άνθρωπο σαν κι εμένα και να μην προκαλέσουν μέσα μου ούτε μια φορά το συναίσθημα του φθόνου και της ζήλειας;

Αναρωτήθηκα πολλές φορές πώς μπόρεσα, εγώ, ένας ψεύτης και καυχησιάρης, να μην τους μιλήσω για τις γνώσεις μου που, φυσικά, τους ήταν εντελώς άγνωστες, θέλοντας να τους καταπλήξω ή τουλάχιστον να τους τα έλεγα από την αγάπη μου γι’ αυτούς; Εκείνοι ήταν ζωηροί και χαρούμενοι σαν παιδιά! Περιπλανιόντουσαν στα ωραιότατα άλση και δάση τους, τραγουδούσαν τα ωραιότατα τραγούδια τους, τρέφονταν με τροφή ελαφριά, δηλαδή με τους καρπούς των δέντρων τους, το μέλι των δασών τους και το γάλα των αγαπημένων τους ζώων. Για την τροφή και το ρουχισμό τους δεν κοπιάζανε πολύ. Είχαν έρωτες και γεννιόντουσαν παιδιά, μα δεν παρατήρησα σ’ αυτούς ποτέ εκείνες τις παρορμήσεις της σκληρής ηδονής, που πιάνει σχεδόν όλους τους κατοίκους της γης μας, όλους και τον καθένα και που σ’ αυτήν οφείλονται σχεδόν όλες οι αμαρτίες της ανθρωπότητάς μας. Χαίρονταν όταν γεννιόντουσαν καινούργια παιδιά, γιατί θα συμμετείχαν κι αυτά στη μεγάλη τους ευτυχία. Δεν υπήρχαν καβγάδες και ζήλειες μεταξύ τους και ούτε καταλάβαιναν τι σήμαινε αυτό.Τα παιδιά τους ήταν παιδιά όλων, γιατί όλοι τους αποτελούσαν μια οικογένεια. Δεν είχαν σχεδόν καθόλου ασθένειες, αν και είχαν θανάτους. Οι γέροι όμως πέθαιναν ήρεμα, σαν ν’ αποκοιμόντουσαν, περιστοιχισμένοι από ανθρώπους που τους αποχαιρετούσαν, ευλογώντας τους και χαμογελώντας, και κείνοι τους ξεπροβόδιζαν με χαμόγελα.

Δεν είδα σε τέτοιες στιγμές ούτε θλίψη, ούτε δάκρυα, υπήρχε μόνο μια αγάπη που έφτανε σε σημίο εκστάσεως, μα μιας εκστάσεως ήρεμης, γεμάτης, και κατανυκτικής. Μπορούσε να υποθέσει ακόμη κανείς πως έρχονταν σ’ επαφή με τους πεθαμένους τους ακόμη και μετά το θάνατό τους και πως η γήινη ενότητα μαζί τους δεν κοβόταν από το θάνατο. Δε με καταλαβαίνανε σχεδόν όταν τους ρωτούσα για την αιώνια ζωή, μα φαίνονταν να είναι τόσο σίγουροι γι’ αυτή, που αυτό δεν αποτελούσε γι’ αυτούς κανένα πρόβλημα. Δεν είχαν ναούς μα είχαν κάποια επιούσια, ζωντανή και αδιάκοπη ενότητα με ολόκληρη την υφήλιο. Δεν είχαν θρησκεία, μα πίστευαν όμως ατράνταχτα πως όταν η γήινη χαρά τους γεμίσει μέχρι τα όρια της γήινης φύσης, τότε όλοις τους, ζωντανοι και νεκροί, θα έρθουν ακόμη σε μεγαλύτερη επαφή με ολόκληρη την υφήλιο. Περίμεναν αυτή τη στιγμή με χαρά, χωρίς όμως να βιάζονται, χωρίς να υποφέρουν εξαιτίας της. Την είχαν όμως σαν μια προαίσθηση στην καρδιά τους, και το γνώριζαν ο ένας στον άλλο. Τα βράδια, πριν πάνε για ύπνο, τους άρεσε να κάνουν μελωδικές και ευχάριστες χορωδίες. Σ’ αυτά τα τραγούδια μεταδίδανε όλα τους τα συναισθήματα, που τους είχε χαρίσει η μέρα που έφευγε, τη δόξαζαν και την αποχαιρετούσαν. Δόξαζαν τη φύση, τη γη, τη θάλασσα, τα δάση. Τους άρεσε να κάνουν τραγούδια ο ένας για τον άλλο και επαινούσαν ο ένας τον άλλο σαν παιδιά. Τα τραγούδια αυτά ήταν πολύ απλοϊκά, μα βγαίνανε από την καρδιά τους.

Μα φαίνεται, πως όχι μόνο στα τραγούδια, αλλά και γενικότερα, περνούσαν όλη τους τη ζωή αλληλοθαυμαζόμενοι. Ήταν σα να ήταν ερωτευμένοι όλοι μεταξύ τους, ολοκληρωτικά. Άλλα τραγούδια πάλι, μεγαλοπρεπή και ενθουσιώδη δεν τα καταλάβαινα σχεδόν καθόλου. Καταλάβαινα τα λόγια, μα δεν μπορούσα να εισχωρήσω σ’ όλη τη σημασία τους. Σαν να μένανε απρόσιτα στο νου μου, μα η καρδιά μου απεναντίας λες και γέμιζε όλο και περισσότερο απ’ αυτά. Τους έλεγα συχνά πως όλ’ αυτά τα προαισθανόμουνα από καιρό, πως όλη αυτή η χαρά και η δόξα δημιουργούσαν μέσα μου, ακόμη από τότε, όταν ήμουνα στη γη μας, μια μελαγχολική νοσταλγία, που έφτανε καμια φορά στο σημείο να γίνεται μια αφόρητη θλίψη, πως τους διαισθανόμουνα όλους τους και τη δδόξα τους στους ρεμβασμούς της καρδιάς μου και στα ονειροπολήματα του μυαλού μου, και πως πολλές φορές, όταν ήμουνα ακόμη στη γη μας, δεν μπορούσα να βλέπω τον ήλιο που βασίλευε, χωρίς να δακρύζω… Πως το μίσος που ένιωθα πάντοτε για τους ανθρώπους της γης μας περιείχε πάντα μελαγχολία μέσα του: Γιατί να μην μπορώ να τους μισώ χωρίς να τους αγαπώ, γιατί να μην μπορώ να τους συγχωρέσω και η αγάπη μου γι’ αυτούς να περιέχει πάντα μελαγχολία μέσα της; Γιατί να μην μπορώ να τους αγαπώ μισώντας τους;

Άκουγαν τα λόγια μου κι έβλεπα πως δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτό που τους έλεγα, μα εγώ δεν μετάνιωνα που τους τα έλεγα. Ήξερα πως καταλάβαιναν όλη τη θλίψη που ένιωθα γι’ αυτούς που είχα εγκαταλείψει. Ναι, όταν με κοίταζαν με κείνο το τρυφερό, το πλημμυρισμένο από αγάπη βλέμμα, όταν ένιωθα πως κοντά τους η καρδιά μου γινόταν το ίδιο αθώα και καθαρή όπως και οι δικές τους, τότε ούτε και που λυπόμουνα που δεν τους καταλάβαινα. Η αναπνοή μου πιανόταν από το συναίσθημα της πληρότητας της ζωής και τους προσκυνούσα σιωπηλός.

Τώρα όλοι με κοροϊδεύουν κατάμουτρα και μου λένε πως είναι αδύνατο να δει κανείς τόσες λεπτομέρειες στο όνειρό του σαν κι αυτές που λέω τώρα, μου λένε ότι στο όνειρό μου είδα μόνο ή ένιωσα μόνο κάποιο συναίσθημα, που το γέννησε η καρδιά μου στο παραλήρημά μου και τις λεπτομέρειες τις έβγαλα από το νου μου όταν ξύπνησα! Και όταν τους αποκάλυψα πως μπορεί να ήταν κι έτσι πραγματικά, Θεέ μου, πόσο πολύ γέλασαν μαζί μου και πόσο διασκέδασαν! Ναι, φυσικά στάθηκα νικημένος μόνο από ττο συναίσθημα εκείνου του ονείρου και αυτό ήταν το μόνο που περισώθηκε μέσα στο αίμα της πληγωμένης μου καρδιάς. Οι πραγματικές όμως μορφές και τα σχήματα του ονείρου μου, εκείνα δηλαδή που είδα πραγματικά την ώρα που κοιμόμουνα, ήταν γεμάτα από τέτοια αρμονία, ήταν σε τέτοιο σημείο σαγηνευτικά και όμορφα, ήταν τόσο αληθινά, που όταν ξύπνησα, δεν μπόρεσα φυσικά να τα ενσαρκώσω μεε τα αδύναμα λόγια μου, έτσι που θα έπρεπε να σβήσουν στο μυαλό μου. Και έτσι, είναι πολύ πιθανό να αναγκάστηκα ασυναίσθητα εγώ ο ίδιος, να βγάλω από το νου μου τις λεπτομέρειες και φυσικά τις διαστρέβλωσα γιατί μ’ έκαιγε η επιθυμία να τις διηγηθώ το ταχύτερο, έστω κι όπως-όπως.

Γιατί όμως να μην πιστεύω πως όλα αυτά ήταν έτσι; Μπορεί να ήταν και χιλιάδες φορές καλύτερα, φωτεινότερα και πιο εύθυμα απ’ ό,τι μπόρεσα να τα δω εγώ: Ας είναι όνειρο, μα είναι αδύνατο να μην υπήρξαν όλα αυτά. Ξέρετε κάτι; Θα σας πω ένα μυστικό: όλα αυτά μπορεί και να μην ήταν καθόλου όνειρο! Γιατί εδώ συνέβηκε κάτι, κάτι το τόσο φριχτά αληθινό, που δε θα μπορούσα να το δω στον ύπνο μου. Ας είναι, τ’ όνειρό μου το γέννησε η καρδιά μου, μα είναι δυνατό η καρδιά μου και μόνη να μπόρεσε να γεννήσει εκείνη τη φριχτή αλήθεια, που μου συνέβηκε αργότερα; Πώς θα μπορούσα να τη βγάλω μόνος μου από το νου μου ή να την ονειρευτώ; Είναι δυνατό η ρηχή μου καρδιά και το όλο παραξενιές τιποτένιο μυαλό μου να είχαν ανυψωθεί σε τέτοια αποκάλυψη της αλήθειας; Κρίνετε μόνοι σας: μέχρι τώρα το είχα κρυφό, τώρα όμως θα πω ολόκληρη την αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως… τους διέφθειρα όλους!

5.

ΝΑΙ, ναι, η υπόθεση τέλειωσε με το να τους διαφθείρω όλους! Πώς μπορούσα να καταφέρω τέτοιο πράγμα; Δεν ξέρω, το θυμάμαι όμως πολύ καλά! Το όνειρό μου κάλυψε χιλιάδες χρόνια αφήνοντάς μου μόνο το συναίσθημα του ολόκληρου. Ξέρω μόνο πως εγώ ήμουνα η αιτία της αμαρτωλής πτώσεως! Σαν την κακιά τριχίνιi, σαν το μικρόβιο της πανούκλας που κολλάει ένα ολόκληρο κράτος, έτσι μόλυνα κι εγώ αυτή την ευτυχισμένη, την αναμάρτητη πριν τον ερχομό μου γη! Μάθανε να λένε ψέματα και αγάπησαν το ψέμα και γνώρισαν την ομορφιά του ψέματος. Ίσως αυτό να άρχισε πολύ αθώα, ίσως ν’ άρχισε μ’ ένα αστείο, από μια φιλαρέσκεια από ένα ερωτικό παιχνίδι ή και μπορεί πραγματικά να άρχισε από ένα μικρόβιο, μα αυτό το μικρόβιο του ψεύδους, πέρασε ώς μέσα στις καρδιές τους και τους άρεσε! Ύστερα άρχισε να μεγαλώνει γρήγορα η ηδονή, η ηδονή γέννησε τη ζήλεια, η ζήλεια τη σκληρότητα…

Δεν ξέρω, δε θυμάμαι, μα γρήγορα, πολύ γρήγορα, χύθηκε το πρώτο αίμα. Εκείνοι παραξενεύτηκαν και φρίκιασαν και άρχισαν να τραβούν δρόμους διαφορετικούς, άρχισαν να χωρίζουν. Άρχισαν οι συμφωνίες μα ενάντια στον έναν και στον άλλο. Άρχισαν παράπονα και αλληλοκατηγορίες. Γνώρισαν την ντροπή, και ανεβάσανε την ντροπή σε αρετή. Γεννήθηκε η έννοια της τιμής και κάθε ένωση σήκωσε τη σημαία της. Άρχισαν να βασανίζουν τα ζώα και τα ζώα φύγανε από κοντά τους στα δάση και γίνανε εχθροί τους. Άρχισε η πάλη για τη μοιρασιά, για την απομόνωση, για το άτομο, για το δικό και το δικό σου! Άρχισαν να μιλούν σε γλώσσες διαφορετικές. Γνώρισαν τη θλίψη και αγάπησαν τη θλίψη, λαχταρούσαν να υποφέρουν και λέγανε πως μπορεί να φτάσει κανείς στην αλήθεια, μόνο μέσα από τον πόνο. Τότε εμφανίστηκε σ’ αυτούς η επιστήμη. Όταν γίνανε κακοί, άρχισαν να μιλούν για την αδελφοσύνη και τον ουμανισμό, και τις κατάλαβαν αυτές τις ιδέες. Όταν άρχισαν να κάνουν εγκλήματα, τότε εφεύραν τη δικαιοσύνη και γράψανε ολόκληρους κώδικες για να τη διαφυλάξουν και για να διατηρήσουν τους κώδικες στήσανε τη λαιμητόμο.

Μόλις που θυμόντουσαν εκείνα που είχαν απολέσει, και δε θέλανε καν να πιστέψουν πως κάποτε υπήρξαν αγνοί και ευτυχισμένοι. Γελούσαν μάλιστα με την πιθανότητα αυτής της προηγούμενης ευτυχίας τους και την αποκαλούσαν ονειροπόλημα. Δεν μπορούσαν καν να την φανταστούν σε μορφές και σχήματα, όμως έγινε κάτι το παράξενο και το θαυμαστό: όταν έχασαν κάθε πίστη γι’ αυτή την περασμένη ευτυχία τους και την είπαν παραμύθι, τόσο πολύ λαχτάρησαν να ξαναγίνουν αθώοι και πάλι, που πέσανε χάμω μπροστά σ’ αυτή την επιθυμία της καρδιάς τους σαν τα παιδιά, τη θεοποιήσανε, χτίσανε και άρχισαν να προσεύχονται στην ιδέα αυτή που ήταν δική τους, στην “επιθυμία” τους, πιστεύοντας ταυτόχρονα πως είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί και να υλοποιηθεί, τη θεοποίησαν όμως με δάκρυα και την προσκύνησαν.

Και όμως, αν ήταν δυνατό να γυρίσουν πίσω στην αγνή και ευτυχισμένη πρωταρχική τους κατάσταση, αυτή που είχαν χάσει και αν κάποιος τους την έδειχνε και τους ρωτούσε: “Θα θέλανε να επιστρέψουν πάλι σ’ αυτήν;” είναι σίγουρο πως θα λέγανε οπωσδήποτε όχι. Μου απαντούσαν: “ας είμαστε ψεύτες, ας είμαστε κακοί και άδικοι, το ξέρουμε αυτό και κλαίμε γι’ αυτό και βασανιζόμαστε οι ίδιοι γι’ αυτό, και επιβάλλουμε περισσότερα μαρτύρια και τιμωρίες στον εαυτό μας, απ’ ό,τι ίσως μας επιβάλλει εκείνος ο σπλαχνικός Κριτής, που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του. Έχουμε όμως την επιστήμη και χάρη σ’ αυτή θα βρούμε ξανά την αλήθεια, μα θα τη δεχτούμε πια με πλήρη συνείδηση. Οι γνώσεις είναι ανώτερες από το αίσθημα, το συναίσθημα της ζωής στέκεται πιο ψηλά από τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους, και η γνώση των νόμων θα μας δώσει την ευτυχία – κάτι ανώτερο από την ευτυχία”. Αυτά λέγανε και ύστερα από τέτοια λόγια, ο καθένας τους αγάπησε τον εαυτό του πιο πολύ από τους άλλους, μα όμως ούτε και μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Ο καθένας πρόσεχε τόσο ζηλόφθονα την προσωπικότητά του, και μ’ όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να ταπεινώσει και να σμικρύνει την προσωπικότητα των άλλων, που αυτό το έβλεπε σαν σκοπό της ζωής του. Εμφανίστηκε η δουλεία, εμφανίστηκε ακόμη και η εθελοντική δουλεία. Οι αδύνατοι υποτάχτηκαν ευχαρίστως στους πιο δυνατούς, αρκεί να τους βοηθούσαν εκείνοι να συντρίψουν τους ακόμα πιο αδύνατους απ’ αυτούς! Οι άγιοι κάνανε την εμφάνισή τους, ήρθαν δακρυσμένοι να βρουν τους ανθρώπους και τους μίλησαν για την αλαζονεία τους, για την απώλεια του μέτρου και της αρμονίας, για το ότι οι άνθρωποι χάσανε την ντροπή. Εκείνοι τους κοροϊδεύανε ή τους πετροβολούσαν. Το άγιο αίμα έρρεε στα κατώφλια των ναών.

Άρχισαν όμως να παρουσιάζονται άνθρωποι που προσπαθούσαν ν’ αποκαλύψουν πώς να τους ενώσουν όλους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, ο καθένας, χωρίς να πάψει ν’ αγαπάει τον εαυτό του περισσότερο απ’ όλους, να μην εμποδίζει κανέναν άλλο και να ζουν έτσι όλοι μαζί σε μια μονοιασμένη κοινωνία. Αρχίσανε ολόκληροι πόλεμοι εξαιτίας αυτής της ιδέας. Όλοι αυτοί που πολεμούσαν, πίστευαν ακράδαντα την ίδια ώρα πως η επιστήμη, η σοφία και το αίσθημα της αυτοσυντήρησης θ’ αναγκάσουν τελικά τους ανθρώπους να ενωθούν σε μια μονοιασμένη και λογική κοινωνία, και στο μεταξύ, για να τελειώσουν πιο γρήγορα μ’ αυτή την υπόθεση οι “σοφοί” προσπαθούσαν να εξοντώσουν το ταχύτερο όλους τους “όχι σοφούς” και εκείνους που δεν καταλάβαιναν τις ιδέες τους για να μην εμποδίζουν τον τελικό τους θρίαμβο. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης όμως άρχισε να εξασθενίζει γρήγορα και παρουσιάστηκαν οι υπερήφανοι και οι φιλήδονοι που ζήτησαν κατευθείαν ή τα πάντα ή τίποτα. Για να τ’ αποκτήσουν όλα καταφεύγανε στο έγκλημα, κι αν δεν πετύχαιναν καταφεύγανε στην αυτοκτονία. Εμφανίστηκε μια θρησκεία που λάτρευε την ανυπαρξία και την αυτοκαταστροφή για χάρη της αιώνιας γαλήνης του μηδενισμού.

Αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν τελικά από τον άσκοπο μόχθο και στα πρόσωπά τους εμφανίστηκε η σφραγίδα του πόνου και καταλήξανε να δηλώσουν πως ο πόνος είναι ομορφιά, γιατί ο πόνος δεν είναι τίποτ’ άλλο από σκέψη. Εξύμνησαν τον πόνο στα τραγούδια τους. Περιφερόμουνα ανάμεσά τους χειρονομώντας με απόγνωση και έκλαιγα γι’ αυτούς, τους αγαπούσα όμως, και ίσως να τους αγαπούσα περισσότερο από πριν, τότε όταν τα πρόσωπά τους δεν είχαν ακόμη σημαδευτεί από τον πόνο και ήταν ακόμη τόσο αγνοί και τόσο ωραίοι. Αγάπησα τη γη τους, που τη λέρωναν από μέρα σε μέρα περισσότερο, παρά από τότε όταν ήταν παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί επάνω της παρουσιάστηκε η συμφορά!

Αλίμονο, πάντοτε αγαπούσα τον πόνο και τη θλίψη, μα μόνο για τον εαυτό μου, γι’ αυτούς όμως έκλαιγα, γιατί τους λυπόμουνα. Άπλωνα τα χέρια μου προς το μέρος τους και κατηγορούσα, καταριόμουνα και περιφρονούσα με απόγνωση τον εαυτό μου. Τους έλεγα πως όλα αυτά τα έκανα εγώ, μόνο εγώ. Πως εγώ μόνο τους έφερα τη διαφθορά, τη μόλυνση και το ψέμα! Τους ικέτευα να με σταυρώσουν σ’ ένα σταυρό, τους δίδασκα πώς να κάνουν το σταυρό. Δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη να σκοτώσω τον εαυτό μου, μα ήθελα να δεχτώ μαρτύρια από τα χέρια τους, λαχταρούσα τα μαρτύρια, λαχταρούσα να χυθεί σ’ αυτό το μαρτύριο το αίμα μου μέχρι και την τελευταία σταγόνα! Μα αυτοί γελούσαν μόνο μαζί μου και άρχισαν τελικά να με θεωρούν σαν ένα θρησκόληπτο μισοηλίθιο. Με δικαιολογούσαν, μου λέγανε πως πέτυχαν αυτό που το ήθελαν οι ίδιοι και πως δεν μπορούσε να μη γίνει αυτό, που έγινε τώρα. Στο τέλος μου δήλωσαν πως αρχίζω να γίνομαι επικίνδυνος γι’ αυτούς και πως θα με χώσουν στο τρελοκομείο αν δε σωπάσω. Η θλίψη μπήκε τότε με τέτοια δύναμη στην ψυχή μου που η καρδιά μου πλακώθηκε και κατάλαβα πως θα πέθαινα και τότε… και τότε ξύπνησα!

Ήταν πρωί δεν είχε ξημερώσει, μα η ώρα ήταν κάπου έξι. Ξύπνησα στην ίδια την πολυθρόνα, το κερί μου είχε καεί ολόκληρο, στου λοχαγού κοιμόντουσαν ακόμη και ολόγυρά μου βασίλευε μια σιωπή σπάνια για το διαμέρισμά μας. Αμέσως πετάχτηκα πολύ ξαφνιασμένος: δε μου είχε συμβεί ποτέ τίποτα παρόμοιο ούτε στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, π.χ., ποτέ δεν είχα ξανακοιμηθεί στην πολυθρόνα μου. Ξαφνικά τότε, καθώς στεκόμουνα και πάσχιζα να συνέλθω, γυάλισε μπροστά μου το περίστροφό μου, έτοιμο, γεμάτο, μα την ίδια στιγμή το έσπρωξα μακριά μου! Τώρα ήθελα ζωή και μόνο ζωή! Σήκωσα τα χέρια και επικαλέστηκα την αιώνια αλήθεια. Δεν την κάλεσα, αλλά άρχισα να κλαίω. Ένας ενθουσιασμός, ένας αφάνταστος ενθουσιασμός εξύψωσε ολόκληρο το είναι μου. Μάλιστα ζωή – και κήρυγμα! Εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση να ζήσω και να κηρύξω. Ξεκινώ να κηρύξω, θέλω να κηρύξω – τι; Την αλήθεια, γιατί την είδα, την είδα με τα μάτια μου!

Και από τότε κάνω κηρύγματα! Χώρια απ’ αυτό – αγαπώ όλους εκείνους που γελούν σε βάρος μου περισσότερο από τους άλλους. Γιατί γίνεται αυτό, δεν ξέρω, ούτε και μπορώ να το εξηγήσω, μα άσ’ το να είναι έτσι. Εκείνοι λένε πως από τώρα πια χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, κι αν δηλαδή μπερδεύομαι έτσι από τώρα κιόλας τι θα γίνει παρακάτω; Αυτή είναι πραγματικά η αλήθεια: Χάνω τον ειρμό των σκέψεων και μπορεί παρακάτω να χειροτερέψει η κατάσταση. Και φυσικά, μπερδεύομαι μερικές φορές προτού βρω τι να κηρύξω, δηλαδή με ποια λόγια και με ποιες πράξεις, γιατί είναι πολύ δύσκολο να το κάνω. Αφού και τώρα το βλέπω ολοκάθαρα, ακούστε με όμως: ποιος είναι εκείνος που δεν μπερδεύεται;

Στο μεταξύ, όμως, όλοι έχουν μπροστά τους τον ίδιο σκοπό, από τον πιο σοφό ώς και τον τελευταίο ληστή, μόνο που ακολουθούν δρόμους διαφορετικούς. Η αλήθεια αυτή είναι παλιά, μα ορίστε κάτι που είναι καινούργιο: δε γίνεται να μπερδευτώ και πολύ. Γιατί την είδα την αλήθεια, την είδα και ξέρω πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι ωραιότατοι και ευτυχισμένοι, χωρίς να χάσουν την ικανότητα να ζουν στη γη. Δεν μπορώ, μα ούτε και θέλω να πιστέψω πως το κακό μπορεί να είναι μια συνηθισμένη κατάσταση των ανθρώπων. Εκείνοι όμως γελούν μόνο μ’ αυτή την πίστη μου. Μα πώς να μην το πιστεύω: είδα την αλήθεια – δεν την έχω βγάλει δηλαδή από το νου μου, αλλά την είδα, την είδα και η ζωντανή μορφή της έχει γεμίσει την ψυχή μου για πάντα. Την έχω δει με μια τέτοια ολοκληρωμένη πληρότητα, που δεν μπορώ να το πιστέψω πως μπορεί να μην υπάρχει στους ανθρώπους. Τότε, λοιπόν, πώς θα μπερδευτώ;

Θα ξεφύγω φυσικά από το θέμα μου, και ίσως μάλιστα και μερικές φορές θα μιλήσω με ξένα λόγια, μα όχι για πολλή ώρα: η ζωντανή μορφή αυτών που είδα, θα είναι πάντοτε μαζί μου, και θα με διορθώνει πάντοτε και θα με οδηγεί στο σωστό δρόμο. Είμαι σε καλή φόρμα, είμαι φρέσκος, βαδίζω και θα βαδίζω για χιλιάδες χρόνια. Ξέρετε, θέλησα μάλιστα να κρύψω στις αρχές πως τους διέφθειρα όλους, αλλά αυτό ήταν σφάλμα – το πρώτο κιόλας σφάλμα! Η αλήθεια όμως μου ψιθύρισε πως λέω ψέματα και με προστάτεψε και με οδήγησε στο σωστό δρόμο. Πώς όμως είναι οργανωμένος ο παράδεισος, δεν το ξέρω, γιατί δεν μπορώ να το διατυπώσω με λόγια.

Μετά το όνειρο έχασα τα λόγια μου. Τουλάχιστον τις κυριότερες λέξεις, τις πιο απαραίτητες. Δεν πειράζει: θα ξεκινήσω και θα τα λέω όλα αδιάκοπα, γιατί τα είδα όλα με τα μάτια μου, μ’ όλο που δεν μπορώ να διηγηθώ αυτά που είδα. Είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνουν εκείνοι που με κοροϊδεύουν: “Είδε, λέει, ένα όνειρο, ένα παραλήρημα, μια ψευδαίσθηση”. Τι λέει! Είναι εξυπνάδα αυτή; Και πώς το παίρνουν επάνω τους! Όνειρο; Τι θα πει όνειρο; Μήπως η ζωή μας δεν είναι ένα όνειρο; Και θα πω και κάτι ακόμη: Και αν είναι έτσι τίποτε απ’ αυτά δε θα πραγματοποιηθούν και δε θα υπάρξει παράδεισος (αυτό πια το καταλαβαίνω) – κι εγώ όμως θα συνεχίσω να κάνω κήρυγμα! Και να ’ναι όμως τόσο απλό! Μέσα σε μια μέρα, μέσα σε μια ώρα, όλα θα μπορούσαν να κανονιστούν μεμιάς! Το κυριότερο είναι – αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου, αυτό είναι το κυριότερο και αυτό είναι όλο, χρειάζεται απολύτως τίποτα παραπάνω: Θα βρεις αμέσως πώς να τακτοποιηθείς με τον εαυτό σου!

Και στο μεταξύ, αυτή είναι μόνο η παλιά αλήθεια, που την έχουν επαναλάβει και την έχουν διαβάσει για δισεκατομμυριοστή φορά, δε ρίζωσε όμως μέσα τους: “Το συναίσθημα της ζωής στέκεται πιο ψηλά από την ίδια τη ζωή, η γνώση των νόμων όμως είναι η ευτυχία – αυτή είναι ανώτερη από την ευτυχία” – αυτό είναι εκείνο που πρέπει να το πολεμήσουμε! Και θα το πολεμήσω. Όλα μπορούν να κανονιστούν αμέσως, αρκεί να το θελήσουν όλοι.

Και εκείνο το κοριτσάκι μπόρεσα και το βρήκα… Και θα πάω! Και θα πάω!

__________________________________________

  • Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, Λευκές νύχτες και άλλς νουβέλες. Μετάφραση: Κίρα Σίνου. Σειρά: Κλασική λογοτεχνία 1533. Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος. Αθήνα 1991.

iΓένος σκουληκιών που ζουν παρασιτικά στο λεπτό έντερο του ανθρώπου και άλλων θηκαστικών ζώων. (Σ.τ.Μ)

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή