Α Love Story…

by ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ
  • Γράφει η ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Καλημέρα ορέ. Αμαλιάς! Προβάρετε κάλαντα, μπορεί να βγει και χαρτζηλικάκι… Κι άμα αντέχετε διαβάστε την παρακάτω ιστοριούλα. Παλιά είναι, τίποτε καινούργιο δεν προκύπτει πια…

Α Love Story…

Δεν ξέρω τι ακριβώς γίνεται με τον καπιταλισμό, δεν μπορώ να υποθέσω που θα μας φτάσει η κατρακύλα… Είδα πάλι την ταινία Capitalism: a Love Story του Μάικλ Μουρ, «μία ρομαντική ταινία με ζήτημα τις σχέσεις», μια ταινία που έχει “τα πάντα: πόθο, πάθος, ρομάντζο και 14.000 θέσεις εργασίας να εξαλείφονται καθημερινά” και εμπέδωσα τα ευνόητα και βιωμένα!!!

Το ιδεολόγημα κατανόησα στα μικράτα μου, όταν στο σπίτι έφταναν δέματα από την Αμέρικα, δώρο συγγενών πρώτου βαθμού, που πήραν των ομματιών τους στις αρχές του 20ου αιώνα και μπαρκάρισαν για την ΕΔΕΜ από την Ικαριά, για να εγκατασταθούν Σικάγο και Ντιτρόιτ, να δουλέψουν λαντζέρηδες στα «ρέστοραν» ή στις «μπογιές», στα συνεργεία που έβαφαν ουρανοξύστες, κρεμασμένοι στις σκαλωσιές, για καλό μεροκάματο. Μαζί με τα δέματα από ρούχα και παπούτσια, έφταναν κάθε χρόνο στο σπίτι και ημερολόγια τοίχου, με λεζάντες στα αγγλικά. «MANTAS Corporation»- η διαφημιζόμενη εταιρεία με ιδιοκτήτες πρώτα εξαδέλφια της μαμάς- μέρος του ισχυρού ελληνοαμερικανικού lobby της πρώτης μεταπολεμικής εποχής.

Το ημερολόγιο είχε φωτογραφίες από μια λάμπουσα Αμερική! Ξανθογάλανα παιδάκια με φόντο λιβάδια, γάργαρα νερά και λίμνες. Φορούσαν φουστάνια από ταφτά και μετάξι, δαντέλες στο λαιμό και στα μανίκια, τα αγόρια «βερχόλια» (μπλουτζίν), δερμάτινα γιλέκα και καουμπόικα καπέλα. Στα περιοδικά που έστελναν με τα τα δέματα έβλεπα τον «δημοκρατικό καπιταλισμό», «θεϊκό» σχεδόν, σταλμένο από τον ουρανό, που διαφημίζονταν με …ψυγεία της General Electric, πλυντήρια και τις ηλεκτρικές σκούπες…

Γοβάτες νοικοκυρές με μιζαμπλί χάκλινου χρώματος, πιατέλες με αχνιστό βοδινό, αρρενωποί αγάδες στο κεφαλοτράπεζο που περιμένουν να συντρίψουν τα κουταλοπίρουνα!!! Εμείς εκείνο τον καιρό, είχαμε τεντζερέδες μαυρισμένους από γκαζιέρες και τσίγκινα πιάτα, τρώγαμε όσπρια κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κοτόπουλο σούπα την Κυριακή, με διαλείμματα από κεφτέδες και κατεψυγμένο κιμά. Η μπουζιέρα δεν είχε ακόμα εφευρεθεί, αντ’ αυτής υπήρχε το «φανάρι» κρεμασμένο στο ταβάνι του κατωγιού, για τα 150 γρ. φέτα που ποίκιλλε τη γεύση της εξαμελούς φαμίλιας.

Ο καπιταλισμός ήρθε στη ζωή μου από το Σικάγο, μέσα σε ένα δέμα που μύριζε κολόνια, και είχε ένα γράμμα του θείου Κωνσταντή με δυο τάλιρα συνοδεία. Φουστανάκια σαν εκείνα της Λώρας από «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι», αμπέχονα και μπλουζόν… Ήταν ωραία η μεταχειρισμένη εκείνη χλιδή, που μετακενώθηκε σαν «άλλος καταναλωτικός διαφωτισμός» στην κοινωνική μας τάξη, που ακόμα δεν είχε αποκτήσει ταυτότητα.

Βλέπεις στην Ελλάδα του 50 η μικρομεσαία τάξη απείχε πολύ από τον προορισμό της, το ΙΚΑ δεν είχε μπει στη ζωή , κι οι μισοί νέοι από τη γειτονιά ήταν στα ξερονήσια. Η μόνη πρόοδος στο βίο μας, ήταν το σχολείο, στο οποίο φοιτούσαμε εφοδιασμένοι με μαύρη πλάκα και κονδύλι! Το πώς …ανήλθαμε κοινωνικά είναι μια ιστορία σχεδόν αυτόματη! Το πρώτο σκαλοπάτι ανεβήκαμε με θρίαμβο, όταν το 58 βάλαμε ηλεκτρικό στο σπίτι, συνειδητοποιώντας ότι το «τσαφ-τσούφ» της Ηλεκτρικής, που στρίγκλιζε όλη νύχτα σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι, μας αφορούσε πια, επί της ουσίας.

Το δεύτερο όταν σφραγίσαμε το πηγάδι της αυλής, μαζεύοντας πετραδάκια από τους γύρω δρόμους, το τρίτο όταν η κουκέτα του Παντελή και της Καλλιώς έγινε κρεβάτι φορμάικα, το τέταρτο όταν η γκαζιέρα έγινε πετρογκάζ, το πέμπτο όταν η Σίσσυ πέρασε στην Οδοντιατρική , το πέμπτο όταν η μαμά αγόρασε τη χρωματιστή κλάρα της Πειραϊκής κι έραψε καλύμματα για το κρεβάτι του καλού δωματίου, το έκτο όταν ο «απόπατος», απέκτησε πόρτα αντί του κρεμασμένου τσουβαλιού, το έκτο όταν ο Παντελής έφερε σπίτι μια μπανιέρα από τα μπάζα ενός γκρεμισμένου σπιτιού, που την βάλαμε στην ταράτσα μέχρι να βρούμε σειρά για την οργάνωση της δικής μας τουαλέτας.

Έτσι αργά και σταθερά, αποκτήσαμε συνείδηση της ανόδου, που είχε αφορμή το ελληνοαμερικανικό μοντέλο, μέχρι που στο σπίτι μπήκε και το ηλεκτρικό σίδερο αντί της παπίτσας με τα κάρβουνα, ένα Εσκιμό, μια μπανιέρα και γαλάζια πλακάκια στο μπάνιο. Στο μεταξύ τα δέματα από το Αμέρικα σταμάτησαν να εισάγονται, τρεις πήχες ύφασμα αγοράζονταν εύκολα για τα πασχαλινά και τα καλοκαιρινά ενδύματα, κι άλλα τόσα μάλλινα για τα παλτά… Δεν ήταν ακόμα «απαγορευμένη αγάπη» ο καπιταλισμός, εμείς ανέμελα τα δώσαμε όλα για φροντιστήρια και Ακαδημαϊκές Σπουδές, οι γιατροί και οι δικηγόροι πλέον στην πόλη, προέρχονταν από τη δική μας γειτονιά, που ανέβηκε με τον ιδρώτα της και τη λεβεντιά της!!!

Λέω λοιπόν ότι αν ο Μουρ, έκανε ταινία και για το δικό μας, «θυγατρικό» καπιταλισμό, θα περιελάμβανε την πορεία που σας ιστορώ, και θα σχολίαζε τα «πολιτικά» της παρεπόμενα. Παρόλα αυτά, «συγγενής» η αφήγησή του με τα ημέτερα, ιδιαιτέρως όταν υποστηρίζει ότι «Είναι μία απαγορευμένη αγάπη, ο καπιταλισμός», με αφορμή βεβαίως τη συγκυρία της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης που ξεκίνησε από την πατρίδα του, με θύτες τους κολοσσούς του χρηματοοικονομικού συστήματος, που η απληστία τους να γίνουν ακόμη πιο πλούσιοι, οδήγησε στη σημερινή κατάσταση.

Παρενθετικά τολμώ να κάνω νύξεις και για την δική μας «εθνική απληστία» που ως εξάρτηση μας παρέδωσε στις τράπεζες και τα Χρηματιστήρια… Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τα παρόντα που τρώει η μύγα σίδερο… τώρα που ήρθε η εποχή «συγκομιδής» της ιστορίας, τώρα που είναι σχεδόν αδύνατον… να ταξινομήσουμε από την αρχή ιδέες και ιδεολογήματα…

Η μικρομεσαία των Ελλήνων τάξη, που σπάρθηκε σε χέρσα γη δεν είναι σε θέση «να καλλιεργήσει» ούτε τον εαυτό της για να τραφεί από το όραμα που θα την δικαίωνε και θα την επανέφερε στο ίσιο δρόμο… Έχασε και αυγά και καλάθια και …χωράφια της, ξέχασε ακόμα και τις παλιές δεξιότητες να αυτοτροφοδοτείται και να εγείρεται επί δικαίω… Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένη σε…εξαφάνιση!!! Το τι θα προκύψει από τον… όλεθρό της, είναι το αίνιγμα των καιρών. Το οποίο μοιάζει με παλιούς κινέζικους γρίφους, που για την αποκρυπτογράφηση τους απαιτείται μια νέα επιστήμη…των μαθηματικών!!!

Σχετική εικόνα

The following two tabs change content below.
ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Η Ελένη Σκάβδη είναι δημοσιογράφος και ζει στην Αμαλιάδα. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμμετείχε σε εκδοτικές προσπάθειες στη διάρκεια των δεκαετιών '70 και '90, διάστημα που έζησε στην Αθήνα. Υπήρξε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του "Θούριου", περιοδικό που εξέδιδε η Νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού, συνεργάστηκε με το περιοδικό Κάπα και στην εβδομαδιαία εφημερίδα Εποχή. Το 1996 κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά της, με τον τίτλο "Εκείνη η Πόλη". Συνεργάστηκε και με την εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.
ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Τελευταία άρθρα απόΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

* By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή