Τζον Στάινμπεκ: Αγώνας για ζωή και αξιοπρέπεια

Κείμενο του Τζον Στάινμπεκ | Στις 25 Οκτωβρίου 1962 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

by Times Newsroom 1

ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πριν από τη δημοσίευση του μυθιστορήματός του “Τα Σταφύλια της Οργής” ο Τζον Στάινμπεκ επισκέφθηκε τους καταυλισμούς των απόκληρων που υπήρχαν διάσπαρτοι στην Καλιφόρνια. Η μεγάλη οικονομική κρίση είχε σπρώξει εκεί χιλιάδες οικογένειες, που είχαν χάσει τα πάντα και πάλευαν να επιβιώσουν μετακινούμενες εδώ κι εκεί για να δουλέψουν στα χωράφια. Για να τιμήσει την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα, η εφημερίδα The Guardian είχε δημοσιεύσει ένα μέρος της μαρτυρίας του για τη ζωή των περιθωριοποιημένων εκείνων ανθρώπων. Είναι απόσπασμα από ένα βιβλίο που είχε εκδοθεί πρόσφατα και που περιέχει αδημοσίευτα ώς τότε κείμενα του συγγραφέα (Of Men and Their Making: The Non-Fiction of John Steinbeck”, επιμέλεια Susan Shillinglaw, εκδ. Penguin).

Χτίζουν με σκουπίδια

Καταυλισμοί τρωγλοδυτών υπάρχουν παντού στην Καλιφόρνια. Ας δούμε ποια είναι τα κλασικά χαρακτηριστικά τους. Συνήθως βρίσκονται κοντά σ’ ένα ποτάμι, σ’ ένα αρδευτικό κανάλι, ή έναν χωματόδρομο που έχει κοντά του μια πηγή. Από μακριά μοιάζουν με σκουπιδότοπους, πράγμα που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, αφού τα σκουπίδια τούς προσφέρουν τα υλικά για να χτίσουν τις καλύβες τους. Βλέπει κανείς σωρούς από κουρέλια και σιδερικά, παραπήγματα φτιαγμένα από πατικωμένες κονσέρβες και χαρτόνια. Μόνο όταν πλησιάσει κανείς αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για σπίτια μέσα στα οποία κατοικούν άνθρωποι.

Να ένα σπίτι φτιαγμένο από μια οικογένεια που προσπαθεί να κρατήσει μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Το σπίτι έχει έκταση περίπου 10 τ.μ. και είναι φτιαγμένο από χαρτόνια καρφωμένα σ’ έναν ξύλινο σκελετό. Η οροφή είναι επικλινής και το χωμάτινο πάτωμα είναι σκουπισμένο και καθαρό. Η μητέρα της οικογένειας πλένει τα ρούχα στο κοντινό κανάλι χωρίς σαπούνι και τα ξεβγάζει μέσα στα λασπόνερα. Το ηθικό της οικογένειας αυτής δεν έχει σπάσει ακόμη. Έχουν στην κατοχή τους τρία παλιά παπλώματα και ένα ξεχαρβαλωμένο στρώμα. Τα λιγοστά χρήματα που υπάρχουν δεν μπορούν να ξοδευτούν για σαπούνι ή για ρούχα.

Με την πρώτη βροχή το σπίτι θα μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα, τα ρούχα θα ’χουν γίνει κουρέλια και με το πρώτο κρύο η πνευμονία θα χτυπήσει όλη την οικογένεια. Πέντε χρόνια πριν η οικογένεια είχε πάνω από τέσσερα στρέμματα γης και χίλια δολάρια στην Τράπεζα. Η γυναίκα ανήκε σ’ έναν κύκλο μοδιστρικής και ο άντρας ήταν μέλος του τοπικού αγροτικού συνεταιρισμού. Είχαν κοτόπουλα, γουρούνια, περιστέρια, κι ακόμη λαχανικά και φρούτα. Η γη τους παρήγε καλαμπόκι καλής ποιότητας. Τώρα δεν έχουν τίποτα.

Αν ο άντρας δουλεύει στο θερισμό ασταμάτητα μπορεί να βγάλει 400 δολάρια φέτος. Αν όμως χαλάσει το σαραβαλιασμένο του αυτοκίνητο, αργήσει, ή δεν πάει σ’ ένα-δυο θέρους, η οικογένεια θα υποχρεωθεί να συντηρηθεί μ’ ένα πενιχρό ποσό 150 δολαρίων. Πάντως έχουν ακόμη κάποια υπερηφάνεια. Όπου κι αν βρίσκονται φροντίζουν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ας είναι και για ένα μήνα μόνο πριν αλλάξουν τόπο κατοικίας.

Ο τρόμος της πείνας

Εδώ είναι πιο βρόμικα. Υπάρχει μια τέντα και στη μέση ένα καφάσι που εκτελεί χρέη τραπεζιού. Σύννεφο μύγες βουίζουν γύρω απ’ τα λερωμένα ρύχα των παιδιών, του μωρού ειδικότερα, που δεν το ’χουν πλύνει εδώ και μέρες. Η οικογένεια αυτή είναι στο δρόμο πιο πολύ καιρό από την προηγούμενη. Δεν υπάρχει τουαλέτα εδώ. Χρησιμοποιούν ένα δασύλλιο με ιτιές για να αφοδεύουν, το οποίο είναι γεμάτο μύγες, τις ίδιες μύγες που βλέπει κανείς μέσα στην τέντα.

Δυο βδομάδες πριν υπήρχε κι ένα άλλο παιδάκι. Ένα αγοράκι τεσσάρων ετών. Είχαν παρατηρήσει ότι βρισκόταν σε μια κάπως ληθαργική κατάσταση για μερικές εβδομάδες και μ’ όλο που οι γονείς κάνανε ό,τι μπορούσαν γι’ αυτό, το παιδάκι ένα βράδυ έπαθε σπασμούς και πέθανε. Οι γονείς του ξέρουν ότι πέθανε γιατί το μόνο που έτρωγε ήταν φρούτα και φασόλια. Είχε μήνες να πιει γάλα. Τώρα οι γονείς νιώθουν εκείνο το μούδιασμα που προκαλεί ο υπερβολικός πόνος. Στα πρόσωπά τους διαβάζει κανείς τον τρόμο της πείνας. Προσπάθησαν να σκάψουν μια τρύπα στο χώμα κοντά στο σπίτι τους για τις ανάγκες τους, αλλά μέχρι του χρόνου κάθε ίχνος αξιοπρέπειας θα έχει εξαφανιστεί από πάνω τους. Ο πατέρας αυτής της οικογένειας δεν θα μπορέσει να βγάλει 400 δολάρια γιατί έχει χάσει το δυναμισμό του. Μια νωθρότητα τους έχει καταλάβει όλους. Έχουν προσπαθήσει να στείλουν τα παιδιά το σχολείο, αλλά τα κουρελιάρικα μικρά κρύβονται σε χαντάκια και δεν θέλουν να πάνε γιατί όλοι τα κοροϊδεύουν. Ο πατέρας είχε παλιά ένα μπακαλικάκι, αλλά όταν ήρθε η μεγάλη ξηρασία δεν είχε πια πελατεία. Για την ώρα η οικογένεια αυτή ανήκει στη μέση τάξη των κατοίκων του σκουπιδότοπου, σε ένα χρόνο όμως θα ανήκουν στην κατώτερη.

Αυτή είναι η ζωή στους καταυλισμούς των απόρων. Άλλοι ζουν λίγο καλύτερα, άλλοι χειρότερα. Σε μερικούς καταυλισμούς είναι στρατοπεδευμένες πάνω από 300 οικογένειες. Αν οι άνθρωποι αυτοί κλέψουν ή αν βλέπουν με καχυποψία και μίσος τους καλοντυμένους και τους χορτάτους, η αιτία ας μην αναζητηθεί στην προέλευσή τους ή σε κάποια αδυναμία του χαρακτήρα τους.

Ένας ρωμαλέος, βαθιά ανθρώπινος συγγραφέας

  • SUSAN SHILLNGLOW

Ο ΤΖΟΝ ΣΤΑΪΝΜΠΕΚ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1902, στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας. Τα πρώιμα έργα του είναι τοποθετημένα εκεί, στην Κοιλάδα του Σαλίνας, την εύφορη αγροτική περιοχή κοντά στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο μόνος νομπελίστας συγγραφέας της Καλιφόρνιας υπήρξε από τους κοινωνικά εναργέστερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Νοιαζόταν για τα βάσανα των ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο, των εργατών, των εσωτερικών μεταναστών που η ένδεια τους έκανε άστεγους, των απομονωμένων αγροτών και, σε μια κάπως ελαφρότερη φλέβα, των αλητών και των “paisanos” που κατόρθωναν να ζουν σε μικρούς θύλακες αρμονίας.

Στα 1938, ενώ ο Στάινμπεκ έγραφε το πιο γνωστό μυθιστόρημά του, “Τα Σταφύλια της Οργής”, σημείωνε το εξής: “Σε κάθε κείμενο που γράφεται, οσοδήποτε έντιμο, υπάρχει ένα στοιχείο χαμέρπειας. Προσπαθήστε να καταλάβετε τους ανθρώπους. Αν καταλαβαίνετε ο ένας τον άλλο θα υπάρχει καλοσύνη μεταξύ σας. Το να γνωρίζεις καλά έναν άνθρωπο ποτέ δεν θα σε οδηγήσει στο μίσος, ενώ πολύ συχνά θα σε οδηγήσει στην αγάπη”. Τα έργα του είναι προσιτά, ο λόγος του διαυγής, γιατί πάντα ήθελε να προσεγγίζει το ευρύ κοινό. Σημαδεύονται από το στέρεο ενδιαφέρον του για τα κοινά θέματα, την ευαισθησία του, την καθαρότηττα και την ποικιλία της γραφής του τόσο στο μυθοπλαστικό όσο και στο δημοσιογραφικό πεδίο.

Εγκατέλειψε την Καλιφόρνια αφού τελείωσε τη μεγάλη τριλογία του, “Αμφίβολη μάχη” (1936), “Άνθρωποι και ποντίκια” (1937) και “Τα Σταφύλια της Οργής” (1939), που από πολλούς θεωρείται το καλύτερο βιβλίο που έγραψε. Το 1940 δηλώνοντας ότι το μυθιστόρημα όπως το ξέρουμε έχει πεθάνει, στράφηκε στην υδροβιολογία και έγραψε το βιβλίο Sea of Cortez” (Θάλασσα του Κορτέζ, 1941). Την ίδια εποχή σκηνοθέτησε ταινίες στο Μεξικό και έγραψε μια συγκλονιστική μαρτυρία για την επιδημία χολέρας που ξέσπασε σε ένα χωριό του Μεξικού, με τίτλο The Forgotten Village” (Το ξεχασμένο χωριό, 1941).

Το 1943 έγινε πολεμικός ανταποκριτής της Herald Tribune. Τα κείμενα που έστελνε από το Λονδίνο, τη Βόρειο Αφρική και τις ακτές της Ιταλίας συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο με τίτλο Once there was a War” (“Ήταν, μια φορά κι έναν καιρό, ένας πόλεμος”, 1958). Επίσης κάλυψε τα συμβαίνοντα στην μεταπολεμική Ρωσία, μαζί με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα, στο βιβλίο “Ρωσικό ημερολόγιο” (1948). Κατά τη δεκαετία του ’50 έστελνε κείμενα με ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της Αμερικής, καθώς αυτός και η τρίτη του γυναίκα ταξίδευαν ανά τον κόσμο. “Η πατρίδα είναι οι άνθρωποι και ο τόπος όπου μπορείς να δουλεύεις καλά”, γράφει σε μια επιστολή του.

Η τελευταία του δημοσιογραφική δουλειά ήταν η κάλυψη του πολέμου του Βιετνάμ, του οποίου για ένα διάστημα υπήρξε υποστηρικτής. Η στάση του αυτη απομάκρυνε από κοντά του το φιλελεύθερο κοινό, αλλά ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ερευνητή της ζωής εκείνων που καταδυναστεύονται από πανίσχυρα συμφέροντα. Από τα τελευταία μυθιστορήματά του, το πιο γνωστό είναι το “Ανατολικά της Εδέμ” (1952), το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ηλία Καζάν με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Ντιν. Πήρε το βραβείο Νόμπελ το 1962 και πέθανε το 1968.

Πηγή: The Guardian

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή