Αλεξάνδρα Δεληγιώργη: Η αυλή | Στα μέτρα ενός τέλειου οργανισμού | Οι φωνές

Η μάνα μας γινόταν ένα με την υφή του βελούδου καθώς κοιτούσε πίσω από μας, τη ράχη του καναπέ κι άκουγε το τραγούδι μας που δεν ξεστομίζαμε πως θα εξοντώναμε τις φωνές της, εμείς, δώδεκα μάτια κι είκοσι στόματα θα καταπίναμε τη σιωπή της.

by Times Newsroom

Η Αλ. Δεληγιώργη με τις “Φωνές” πραγματοποίησε αυτή τη μετάβαση από το περιρρέον στο σχηματισμένο. Τα σύμβολα που χρησιμοποιεί εδώ ξεκινούν μεν ως πυρήνες από την προσωπική της περιπέτεια, ανάγονται όμως στην συνέχεια σε ένα ευρύτερο φάσμα υπαρξιακών σχέσεων, αγκαλιάζουν δε την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα με τον τρόπο που την μεταλαμβάνει. Ο χρόνος της αφήγησης εξακολουθεί να είναι αντιστικτικός, αλλά περισσότερο ορθολογικά κατανεμημένος. Η μνήμη κάμνει και πάλι αναδρομές, τα βιώματα της παιδικής ηλικίας έρχονται να συμβληθούν με τον επώδυνο χαρακτήρα των παρόντων, δίδοντας, έτσι, μια ολοκληρωμένη παράσταση των καταβολών και των κρίσεων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Το σώμα της πεζογράφου γίνεται ο μοιραίος τόπος όπου συγκρούονται παρελθόν, παρόν και μέλλον. Οι χαίνουσες πληγές της οικογενειακής παράδοσης ταυτίζονται με τις πληγές μιας άγονης τελικά κύησης… (Αλέξης Ζήρας, Τραμ, τ. 8, 1;978)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

Η αυλή

ΕΧΕΙ στηθεί η αυλή τρία επί τρία. Πέντε ή δέκα χιλιόμετρα η ακτίνα για τη διανόηση και στο χρόνο λεπτό. Πληθαίνουν οι κατασκηνωτές. Ένα κοπάδι πλεγματικό με χαρούμενη διάθεση. Ανάμεσά τους οι γραφιάδες της γειτονιάς. Τους υποσχέθηκαν δόξες, τιμές και φαΐ. Περιορίστηκαν να ζητήσουν χαρτιά και μολύβια, να εξασφαλίσουν τον τίτλο τους. Λογοτέχνης ή ποιητής, κατασκηνωτής ή αυλίτης Ένα ακατάσχετο βουητό. Ψιθυρίζουν τις λέξεις, κάνουν σχέδια, συνωμοτούν σε βάρος μας γράφοντας απ’ τις έξι σχεδόν τα χαράματα. Στις εφτά το πρωί σταματούν να πάρουν ανάσα κι έπειτα το πρωινό και το γεύμα, το κολατσό και το δείπνο. Στις δέκα ένα μελάτο αυγό κι όλη τη μέρα κάτι καφέδες.

Εδώ στην αυλή λιβανίζονται ποιητές, ξεδοντιάζονται τραπεζίτες, τα αιχμηρά βλέμματα που πρέπει να στομωθούν, να γεννηθούν επιτέλους οι μικροαστικοί ήρωες που θα μας μάθουν με το στανιό ένα πρόσωπο. Θα χρειαστεί να κυλήσουμε στην πλοκή, να ξεκοκαλίσουμε το γρανάζι της. Κάπου μια άλλη αυλή, λόγου χάρη, μ’ ένα σκουριασμένο γκαράζ, μια σκουριασμένη μοτοσικλέτα με σκοτωμένο τον ιδιοκτήτη της, την Άννα εντελώς θηλυκιά, ζωντανή για το καθετί, λίγο αριστερή, περισσότερο με τις μνήμες, σ’ όλα μικροαστή, μια γυναίκα που πλαγιάζεις άνετα πάνω της και ξεχνιέσαι. Κι έπειτα ο ήρωας βήτα που θα πάρει τ’ όνομα Μπάμπης κι ο γάμα, ο δέλτα, δεκαπέντε στον αριθμό είναι αρκετοί να καταστήσουν το μυθιστόρημα ικανό να καλύψει περί τα δέκα και πάνω τυπογραφικά και τον αναγνώστη ν’ αναζητήσει το εύρος του στην παρόμοια ζωή του.

Στους τοίχους έχουν σκαρφαλώσει τα τσογλάνια της γειτονιάς. Έκθαμβα παρατηρούν τους γράφοντες και φτύνουν τον πασατέμπο. Τα κρεμασμένα κεφάλια διατρέχουν ακατάπαυστα το οικόπεδο της αυλής. Έχουν ξεχάσει πως γυρεύουνε το γιατί τόσης κίνησης και την αιτία της μπόχας. Μόνον ο ποιητής τραβάει με το ψαροντούφεκο στο βυθό και σημαδεύει ένα τενεκεδάκι μ’ εκρηκτικά. Πέντε έξι ποιήματα ικανά και πολύ δυναμίτη.

Στα μέτρα ενός τέλειου οργανισμού

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ διόλου κακό να θέλεις να ορίσεις τη μελαγχολία που δέρνει το σώμα σου. Πιο σωστά είναι ένα μάτσο τρέλα κι απελπισία που δέχτηκες να σε καταλάβει. Αλλά μ’ αυτά ν’ ασχολείσαι. Τυχαία γραψίματα ή ελεγχόμενα και πειραματισμοί και καινούργιοι τρόποι, ανοησίες, αφού έτσι κι αλλιώς δεν έχουν τίποτα από το θαύμα των ποιημάτων του Μαγιακόφσκι.

Ο μύθος, γιατί εξαφανίζεις το μύθο με ύποπτους ορισμούς καταστάσεων κι άλλο τόσο ύποπτες καταστρώσεις προσέγγισης. Το ’χουμε κι άλλοτε πει, δεν ενδιαφέρει η μέθοδος αλλά το τι και το γιατί, ηλίθιε τεχνοκράτη. Πρέπει κάποιος να σου τρίξει τα δόντια.

Νάτος. Καλημέρα φίλε, με το μαύρο πουκάμισο. Σου παραδίνουμε ένα ολοκάθαρο, συναφέστατο ζώο. Πάρτο να του θυμίσεις πώς λειτουργεί η συνείδηση των ανθρώπων. Ούτε γέλασε ούτε έβγαλε λέξη. Τα λόγια, οι περιττές κινήσεις, γκριμάτσες, ανάσες είναι γι’ αυτούς που ό,τι κι αν πουν, έχουν γνωρίσει τις πολυτέλειες της έκφρασης. Τον άρπαξε απ’ το σβέρκο, του ’δωσε μια σπρωξιά προς τα πλάγια, με χαμηλωμένο αναγκαστικά το κεφάλι ο άλλος περιμένει το αμέσως μετά.

Αμέσως μετά ένα τηλεφώνημα, ένα γρήγορο άσπρο αυτοκίνητο με σειρήνες και δυο με στολή γκρίζα και πράσινο μπλε της αεροπορίας ή του νοσοκομείου ή της αστυνομίας.

Τώρα δουλεύει εργάτης ο τεχνοκράτης σε κάποια βιομηχανία.

Σε δυο χρόνια θα επανέλθει στη θέση του στο γραφείο, να σχεδιάζει, του είπανε, την παραγωγή. Για την ώρα υπομονή και να σκέφτεται το τι και γιατί συνεχώς, αδιαλείπτως, απαρεγκλίτως.

Η κοινωνία τους έχει δομές, όχι σκατά. Είναι οργανωμένη στα μέτρα ενός τέλειου οργανισμού, φανταστικού για μας που δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απ’ τη σύλληψη του μελλοντικού. Όποιος δεν το πιστεύει, μπορεί ελεύθερα να πεθάνει.

Οι φωνές

ΜΙΑ ΖΩΗ τ’ ανάγεις όλα στο χαρακτήρα σου. Είναι πικρό να επισημαίνεις έτσι λανθασμένα μια κατάσταση που κατάντησε αθεράπευτη και σ’ απειλεί με απελπισμένα διαβήματα. Και να ήσουν μόνον εσύ. Χιλιάδες σαν κι εσένα περιμένουν τη σειρά τους κι όχι μόνο πρέπει να τους ανοίξεις το δρόμο, αλλά όσο μπορείς να τους αποτρέψεις εξαφανίζοντας και το δρόμο και τις απελπισμένες κινήσεις τους. Να τους κόψεις τα χέρια κι αν αυτό είναι δύσκολο, μπήξε τα δάχτυλα στο κρανίο τους και τράβηξε το μυαλό τους. Κάνε λεία την επιφάνειά του και ξαναβάλτο στη θέση του. Είναι ένας τρόπος, χωρίς απειλές, συμβουλές και τα ρέστα, να τους παραιτήσεις από κάθε παρόμοια με τις δικές σου απόπειρα.

Υπάρχει τώρα κι ο δρόμος της λογικής, αφιονισμένης κι ατομικής. Ορθά επιλέγοντας την αναδρομική σου πορεία κι απογυμνώνοντας τη διαδρομή προς τα πίσω απ΄ όλα τα περιττά. Θα χρειαστεί γι αυτό να φτιάξεις δικούς σου νόμους για το τυχαίο απομονώνοντας ορισμένα στοιχεία με κριτήρια συνεκτικά μεταξύ τους που θα σου επιτρέπουν να ξεχωρίζεις τις σταθερές μέσα στη σωρεία των γεγονότων. Κι αν δεν ακολουθήσεις κι αυτή τη διαδικασία, σου μένει η λύση να πιστεύεις πως έχεις τη στόφα του συγγραφέα.

Θα γράψεις τότε με τις κατάλληλες φράσεις το πρόβλημά τους. Πως είναι να εξοντώσουν τις φωνές που δέρνουν τ΄ αυτιά της παιδικής ηλικίας τους. Πως εκείνο το σπίτι δεν ήταν σπίτι αλλά θρήνος και οδυρμός από αλλεπάλληλες προστριβές, το κλίμα της τέλειας ασυνεννοησίας με συμπυκνωμένες ποσότητες αυταρχισμού και πιέσεων κι από πάνω η θλίψη της μάνας κάθε φορά για το αδιέξοδο της ζωής της. Και πως όταν άρχιζες κι εσύ να οδύρεσαι που σταματούσε το τραγούδι της, σκεφτόταν το τραγικό της ζωής της και τα μάτια της στυλωνόταν για ώρες στη ράχη του καναπέ. Πως δεν τολμούσαν να πιστέψουν πως ήταν πραγματική τόση ακινησία και τέτοια σιωπή.

Η μητέρα που λάτρευε τα ταξίδια στα όνειρά της, δεν είχε πού να πάει, η ακινησία της έσπαζε κάθε φορά μ΄ αυτή τη διαπίστωση που την ψιθύριζε σιγανά στην αρχή μέσα στο νυχτωμένο δωμάτιο κι ύστερα πιο δυνατά, δεν έχω πού να πάω, όπως κι εσύ τώρα δεν έχεις να πας πουθενά.

Ήταν αδιέξοδο που ήθελε να είναι ο άγγελος των έξι μικρών της παιδιών και που αγαπούσε με πάθος τη φύση της δεμένη με τα ταξίδια. Έτσι ήταν πάντα κοκαλωμένη στο κάθισμά της τραβηγμένο λοξά προς τον καναπέ, να κοιτάζει με συγκεντρωμένη προσοχή τη ράχη του. Κι ήταν τραγικό να μαντεύει τα έξι κεφάλια κάτω από την ξύλινη κορνίζα της ράχης του καναπέ να σκέφτονται όλες εκείνες τις ώρες την αμείλικτη απαντοχή της παίζοντας με την κουβέντα που φτιάξανε τριγμένη στ΄ ανάμεσο των δοντιών πως θα την εξολόθρευαν, θα την εξολόθρευαν.

Η μάνα μας γινόταν ένα με την υφή του βελούδου καθώς κοιτούσε πίσω από μας, τη ράχη του καναπέ κι άκουγε το τραγούδι μας που δεν ξεστομίζαμε πως θα εξοντώναμε τις φωνές της, εμείς, δώδεκα μάτια κι είκοσι στόματα θα καταπίναμε τη σιωπή της.

  • Από το βιβλίο “Οι φωνές”, 1975

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. και κοινωνιολογία-εθνολογία στο Πανεπιστήμιο Rene Descartes, Paris V της Σορβώνης (Maitrise, D.E.A.) και συμμετείχε στα διεπιστημονικά σεμινάρια ανθρωπολογίας της Ecole des Hautes Etudes στο Παρίσι. Διδάκτωρ φιλοσοφίας του Α.Π.Θ. Είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας (με ειδικό γνωστικό αντικείμενο την φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών) στο Τμήμα Φιλοσοφίας και παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες στο Παρίσι, στην Οξφόρδη, στο Παν. Κολούμπια, της Νέας Υόρκης και επισκέφθηκε τα Πανεπιστήμια La Trobe , στην Μελβούρνη της Αυστραλίας, το Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ του Καναδά, καθώς και την Ακαδημία των Κοινωνικών Επιστημών του Πεκίνου. Δημοσίευσε πολυάριθμα άρθρα σε περιοδικά φιλοσοφίας καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά και αρθρογράφησε στις εφημερίδες Το Βήμα, Τα Νέα, Η Καθημερινή. Είναι μέλος της Εταιρείας Ευρωπαίων Συγγραφέων, της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, της Εταιρείας Λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης.

Διακρίσεις:

  • Τιμηθηκε με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης για σπουδές στην Γαλλία, με υποτροφία του Ιδρύματος Fulbright για έρευνα στο Πανεπιστήμιο City University of New York, με υποτροφία του Πανεπιστημίου του Princeton των Η.Π.Α. για έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.
  • Το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το δοκίμιο της για τον Νικόλα Κάλας.

Εργογραφία:

Φιλοσοφικά

  • Ντετερμινισμοί και ελευθερία στην κοινωνιολογία του Gurvitch, Θεσσαλονίκη 1980.
  • Ο κριτικός Mαρξ: 1843-44, εκδ. Gutenberg, Αθηνα 1985.
  • Ο Διαμελισμός του λόγου και η νεωτερική σκέψη, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991.
  • Ανοστον ήμαρ, Α Κρατικό βραβείο δοκιμίου 1998, εκδ. Αγρα, Αθήνα 1997.
  • Ο μοντερνισμός στην σύγχρονη φιλοσοφία, νέα εμπλουτισμένη εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007 (σ. 524)
  • Σκέψη και προοπτική από το quattrocento στο ηλεκτρονικό novecento,εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2002 (σ. 415).
  • Καιρός, σύγχρονοι προβληματισμοί για έναν καλύτερο κόσμο, εκδ. Αλεξάνδρεια Αθήνα 2008.
  • Εισαγωγή στη φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών (υπό έκδοσιν).
  • Dystopian Homelands. Travelogue in Calas’s Art Criticism, υπό έκδοσιν

Λογοτεχνικά

  • Ανδρόγυς, ιδεολογικό ρομάντζο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980, 1984, 2008.
  • Οι Φωνές, διηγήματα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1982.
  • Το τέλος του χρυσού φεγγαριού, μυθιστόρημα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1987.
  • Ιστορίες μιας ελάχιστης εποχής, εκδ. Εστία Αθήνα 1991.
  • Γυναικες ή σκοτεινη ύλη, μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2004.
  • Μια δική σου ζωή, διηγήματα, εκδ. Μελάνι Αθήνα 2008.
  • Τρυφερός σύντροφος, μυθιστορία

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή