Αλέξανδρος Αδαμόπουλος | Δέκα: 9/9/09-9/9/19

by ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Δέκα: 9/9/09-9/9/19

ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ που έφυγε η Kim για την Πράγα, κι άλλες τόσες να γυρίσει· αν γυρίσει, πίσω. Το γνωστό πηγαινέλα· για να μη γίνει ποτέ το θα δούμε, ένα σκέτο ναι. Δέκα μέρες τώρα -σε καλό μου- ποιος με κολάζει; Ποιος θέλει σώνει και καλά να μού φυτέψει φτερά στην πλάτη; Τι κερατιάτικα, τι διάολο αμαρτίες πληρώνω;

Από τότε που για ν’ αντιδράσω θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομ’ επιτέλους με τη βιβλιοθήκη στο γραφείο μου· όλα τ’ άστρα λες και μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια, να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με φιλά, με ρωτά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνουν το ψάρι στα χείλη, γιατί δε μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει εκείνη· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.

Απ’ την άλλη, ένα μήνυμα τής Χρύσας στο τηλέφωνο· πως γύρισε λέει απ’ τις διακοπές με τον Αντρέα της! Θού Κύριε… Δεν το απαντώ· μη ρίχνω λάδι στη φωτιά, δεν είν’ ανάγκη. Έχω άλλη δουλειά τώρα, πιο σοβαρή: Άλλη τέχνη, μ’ άλλη στάση, άλλες ανάσες: Είπαμε· ετοιμάζομαι να λουστράρω τη βιβλιοθήκη, τα ντουλάπια και το κάλυμμα τού καλοριφέρ που έχω φτιάξει. Αυτό κι αν θέλει χάρη, χέρι, υπομονή και συγκέντρωση! Κι όλο ο Ντίνος, να με χασομεράει τριγυρνώντας μες στα πόδια μου σαν καυλωμένος κεραμιδόγατος, για να γεμίσει το κενό που τού άφησε η Ντίνα φεύγοντας. «Τι ακριβώς έγινε;» τον ρωτώ· «Ατύχησα.» λέει. «Μα δε σε ρωτώ τη γνώμη σου· τα γεγονότα θέλω.» «Α, εσύ το πας πολύ μακριά…» Οπότε, με ένα ‘ατύχησα’ ξεμπερδεύει· κι άντε πάλι απ’ την αρχή. Γιατί να μην μπορώ να το εφαρμόσω κι εγώ έτσι εύκολα στον εαυτό μου αυτό;

*

Βλέπεις όμως· δεν κάθομαι στ’ αυγά μου: Πάλι καλά που η Λουκία ήταν πνιγμένη συνεχώς, όσες φορές τής τηλεφώνησα. Έχω χάσει το λογαριασμό πια, και δεν θυμάμαι διόλου πού ακριβώς μού είπε πως την πέτυχα την τελευταία φορά, μέσα στα τόσα Φεστιβάλ που την καλούν για καλλιτεχνική επιτροπή: Με τη σέσουλα, με το τσουβάλι. (Ο πιο μπατίρης κι ανιστόρητος λαός, που δεν ξέρει τι τού γίνεται, δέκα χρόνια τώρα· με τις περισσότερες φιέστες τής πλάκας -δουλειές τού ποδαριού από ’δω κι από ’κει- που όμως, όλες τους, αυτάρεσκα τις ονομάζει σοβαρές, διαδραστικές εκδηλώσεις: Πολιτιστικές, Πολιτισμικές, Πολιτιπολύ…! Τι φρίκη…)

Η Χριστίνα από την Κέρκυρα· «Σε πεθύμησα! Πότε θα έρθεις;» Δεν ξέρω.

Η Βίκη θα χαρεί πολύ να τα πούμε. Ναι· αλλά εγώ θα ’θελα να ’ναι εδώ η Kim.

Η Ιωάννα βγήκε κι αυτή απ’ τη ναφθαλίνη και με θυμήθηκε.

Κι ο Ντίνος μ’ έν’ ακουστικό συνέχεια κολλημένο στ’ αυτί· ζητά σα ζητιάνος.

*

Προχωράει το βάψιμο· ζήτω η χειρωναξία! Σειρά έχουν τώρα οι υπόλοιπες ντουλάπες στο δωμάτιο. Θέλει κι αυτό πολύ μαστοριά. Η ριπολίνη είναι τέχνη· δεν είναι πλαστικό τοίχου να παίρνεις σβάρνα και να το περνάς άτσαλα μ’ ένα ρόλερ, σαν αρκούδος που ξύνεται σ’ ένα γέρικο πεύκο.

*

Τηλεφωνά η Λουκία· ευτυχώς όχι μόνη: Να έρθει με μια φίλη της, να δουν τον ξυλουργό; «Ελάτε· να σας δείξω και τον λουστραδόρο!» (Εγώ έτσι κι αλλιώς δέκα μέρες τώρα, την Kim που ψάχνω δεν τη βρίσκω: Με βλέπει στην οθόνη της και δεν μού απαντά· τ’ άστρα μας λέει δεν ταιριάζουν.) Κι όταν μπήκανε σπίτι, κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί η φίλη τής Λουκίας ήταν η βιαστική εκείνη ύπαρξη που είχα δει τις προάλλες· σε κάποιαν αποθήκη, στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς. Μού είχε αρέσει· κι ας φιλήθηκε στα πεταχτά κάποια στιγμή με τον Μαρωνίτη: Η Εύα. «Χάρηκα πολύ» «Ομοίως». Μετά -τι μ’ έπιασε· μόλις έφυγαν- τής έστειλα ένα ηλμην, στήνοντας εγώ πρώτος μια γέφυρα. Γράφοντας, το μετάνιωσα, μα το send το πάτησα. Εντάξει· μια γέφυρα ήταν μόνο. Ευτυχώς, αύριο φεύγουν και οι δύο· η μια για εν’ ακόμη φεστιβάλ, κι η άλλη για δέκα μέρες στο Παρίσι.

*

Άντε πάλι: Μήνυμα της Χρύσας, να βρεθούμε λέει να συγκρίνουμε τα μαυρίσματά μας… Σαν τ’ αγοράκια που συγκρίνουν τα τσουτσούνια τους. Δεν το βάζει κάτω· τα θέλει ο κώλος της και δε χάνει ευκαιρία να το δείξει. Τής απάντησα πως μόνο στο δώμα μπορεί να γίνει αυτό, γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι με τα ξυλουργικά και τα βαψίματα που κάνω, δέκα μέρες τώρα, είναι σκέτο αχούρι. Μ’ άλλα λόγια· έλα, μα να ξέρεις πως θα σε γαμήσω, αφού με τσιγκλάς. Και το βράδυ, γύρω στις δέκα, ύστερ’ από κάνα μήνα, η Χρύσα πάλευε μαζί μου στο δώμα πάλι, ντυμένη το φεγγαρόφωτο μόνο, Πολεμούσε με παγωμένο πανικό τον εαυτό της και καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε γιατί άραγε ξανάρθε· αφού το ’χε φωνάξει, και με το πάρα πάνω, πως θέλει τον Αντρέα της μόνο.

*

Το ανατριχιαστικό όμως είναι πως το άλλο πρωί, ξαναβλέποντας μέσα μου όλο το φιλμ, βαθαίνοντας σ’ όλες τις σκηνές και μαδώντας τρίχα-τρίχα κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα όλης αυτής της ιστορίας τρεις μήνες τώρα, διαβάζοντας νηφάλια ξανά κάθε γραφτό μου μήνυμα και κάθε απάντησή της, δεν αναρωτιέμαι πια και πολύ, πόσο μπορεί να τα προκάλεσα εγώ μόνο όλ’ αυτά. Ακόμα και το χθεσινό φέρσιμό της… Λες;

Αλήθεια· τι μού συμβαίνει αυτές τις δέκα μέρες; Μήπως να πάω κάπου να κρυφτώ; Να σωπάσω εντελώς; Κι όμως, λίγο μετά, έστειλα στην Kim στην Πράγα, ένα sms: «Πώς να ’ταν η Πανσέληνος εκεί, άραγε;» Περίμενα δέκα λεπτά, κοιτώντας σα βλάκας το κινητό στην παλάμη μου. Δεν μού απάντησε. Λυπήθηκα· μ’ ένοιαξε. Όλα με νοιάζουν τελικά το ίδιο· γι’ αυτό έχω χαθεί εντελώς.

Δε με κρατάει ο τόπος· κανένας τόπος. Ξοδεμένη ενέργεια μόνο, που δεν βρίσκω να τη σπείρω κάπου σωστά. Ευτυχώς συνεχίζω, με την ίδια προσήλωση· δεύτερο και τρίτο χέρι στο λουστράρισμα, που θέλω πολύ να μού πετύχει. Σχεδόν με συνθήκες χειρουργείου τώρα· καμιά σχέση με το αχούρι, γεμάτο ροκανίδια, σκόνες, πριονίδια, που ήταν δέκα μέρες πριν.

Ηλμην της Χρύσας να τα πούμε πάλι σήμερα το βράδυ κατά τις δέκα. Δεν το απαντώ.

Ηλμην τής Λένας να πάω σπίτι της. Δεν το απαντώ.

Ηλμην τής Λουκίας, να με καλέσει ξανά σε κάποιο φεστιβάλ. Σιγά μην πάω.

Ηλμην τής Εύας απ’ το Παρίσι. Ενδιαφέρον. Δεν το απαντώ.

*

«Πανσέληνος άτονη, ανύπαρκτη σχεδόν, εδώ. Εκεί;» μού ήρθε μια μπαγιάτικη απάντηση τής Kim το πρωί όταν έβαφα. Τρελάθηκα: Τής απάντησα αμέσως: «Εδώ; Σαγηνευτικά επικίνδυνη…». Και ήρθε καπάκι καινούργιο της μήνυμα: «Με τόση περιρρέουσα σαγήνη, ελπίζω να μη βρεις τη γυναίκα της ζωής σου, μέχρι να γυρίσω.» Ήταν το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή. «Χτες το βράδυ πάντως, ήμουν μόνος!» τής έγραψα· ψευδόμενος ασύστολα, συνειδητά κι εντελώς ξεδιάντροπα. Έβαλα με το ζόρι φρένο στη γλύκα του στομαχιού μου και δεν την πήρα τηλέφωνο να μιλήσουμε ζωντανά. Καλύτερα έτσι: Όσο λιγότερα ψέματα, τόσο το καλύτερο.

*

Το μεσημέρι έσκαγε ο τζίτζικας. Γύρω στις δύο· την ώρα που πέρναγα τις τελευταίες πινελιές στα ράφια τής βιβλιοθήκη, πήρε η Χρύσα στο τηλέφωνο. «Είμαι κοντά στο σπίτι σου· να έρθω;» Ανούσιες φλυαρίες την ώρα τής δουλειάς, είν’ ό,τι χειρότερο. «Το αφεντικό μ’ αφήνει να κάνω μισή ώρα μόνο διάλειμμα· όχι πάρα πάνω. Έλα!» Την υποδέχτηκα λερός, ξυπόλητος, γυμνός, μ’ ένα χαχόλικο σορτσάκι μόνο κάτω απ’ τον αφαλό· μάστορας κανονικός και τής έδωσα μισό φιλάκι, σεμνά στο μάγουλο. «Τι τζούφιο φιλί είν’ αυτό;» ψιθύρισε καυλόσυρτα με μισόκλειστα μάτια, κολλώντας τα ρουθούνια της πάνω στο στέρνο μου, γυρεύοντάς με. (Βρε μανία: Κατά τον Fourier, τι είδους κερατάς να είναι άραγε ο Αντρέας;) «Σσσς! Ο αφεντικός κοιμάται πάνω!» τής κάνω. Και πήγαμε νυχοπατώντας στο κρεβάτι μου· παρέα με τα βερνίκια, τις βούρτσες και τα πινέλα· μέσα στο φώς της μέρας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ ανάμεσα σε τόσες ηλιαχτίδες. Και δεν κρυβόταν διόλου· μ’ έβλεπε και λαχάνιαζε, δινόταν και φώναζε, και σηκωνόταν οι τρίχες της κεφαλής των πινέλων. «Τζούφιο φιλί, χοντρό γαμήσι· δεν το ξέρεις;» τής ψιθύρισα μες στ’ αυτί και κόντεψε να πνιγεί· γελώντας και ξεχειλίζοντας σα φουσκωμένος χείμαρρος. Τεράστιο μισάωρο.

*

Κι εκεί που ψώνιζα καφέ, αργά το απόγεμα, λίγο πριν κλείσουν, κι είχα πληρώσει στο ταμείο· ξάφνου, έξω απ’ τη βιτρίνα, στο πεζοδρόμιο, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι ένα πλάσμα απίστευτο, νεραϊδοπαρμένο, που κάπου το ’χα ξαναδεί· όχι στον ύπνο μου πάντως. Απλά ντυμένη, κι ας μην ήταν απλή, μ’ ένα φαρδύ αραχνοΰφαντο τίποτα, κι ελάχιστα σανδάλια, που έδειχναν πιο γυμνά τα γυμνά της πόδια με τους οξείς, πανέμορφους αστραγάλους. Λιγνή, νωχελικά θυμωμένη, μ’ έναν μαύρο σκύλο, γέρο, συφοριασμένο κι ένα βλέμμα· κάτι μάτια Θε μου, ένα βλέμμα… Έκανε να μπει μέσα, μα δεν το αποφάσιζε. Ρώτησε μόνο· μπορώ να μπω; Μην ενοχλήσει εμάς που ήμασταν μέσα, επειδή είχε μαζί της τον σκύλο. «Μα βέβαια· περάστε» είπαν μαζί ο κύριος στο ταμείο και μια γηραιά κυρία με μωβ μαλλί. «Βέβαια» είπα κι εγώ για να ’χουμε ομοφωνία, μιας και δεν ήταν άλλος μέσα, και πήρα βιαστικά το σακούλι με τον καφέ μου, κρύφτηκα πίσω απ’ τα μπισκότα και τις φρυγανιές, κρύφτηκα πίσω απ’ τα τσάγια, πίσω απ’ τους ξηρούς καρπούς και τα λουκούμια κι έφυγα τρέχοντας, νυχοπατώντας σαν κλέφτης· μην τύχει και συναντηθούν οι ματιές μας και γίνει πάλι κάνα κακό, στα καλά καθούμενα, χωρίς να φταίει κανένας.

*

Ήταν ήσυχα πάνω στο δώμα,· μόνος· παρέα μ’ όποιο φάντασμα φώναζα δίπλα μου. Δεν είχε πια καθόλου φως όταν σωριάστηκα στις πλάκες τής ταράτσας, φάτσα στον Υμηττό, στο πουθενά, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κι έμεινα εκεί ώρα πολλή, απόλυτα ήρεμος, σβήνοντας σιγά-σιγά, φεύγοντας, με αραιή ανάσα, που σχεδόν δεν την ένιωθα πια ούτ’ εγώ. Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σα να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε· ούτε ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν.

*

Κι ύστερα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνος πάντα μαζί με τα γυμνά φαντάσματα, αντί ν’ αρχίσω να τρίβομαι μαζί τους, τραβήχτηκα μέσα μου· κι εντελώς απρόσμενα ένοιωσα σαν κάτι να έκανε ένα πολύ δυνατό ‘κρακ’ μέσα στη σκέψη μου. Σα να έσπασε ένα μικρό, τοσοδούλι αβγουλάκι κι από μέσα να βγήκε ένα απειροελάχιστο σάρκινο αδύναμο κάτι. Ένα τίποτα. Σαν κομμένο ακροδάχτυλο. Σαν μια σάρκινη μικρή δακτυλήθρα, που μόλις κατάφερε να σταθεί όρθια, έγειρε πάλι εκεί, δίπλα στα τσόφλια και πέθανε. Κοιτούσα μες στο σκοτάδι το τίποτα και πονούσε η ψυχή μου. Η σκέψη μου σταμάτησε κι ένοιωθα πως κάτι είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, τώρα, εκεί γύρω. Κι ύστερα, όταν πήρα πάλι μπρος, μ’ ένοιωσα να γυρεύω, μπουσουλώντας σα μωρό, προς την Kim. Κι έκλαιγα κι εγώ, μαζί με τη σκέψη μου. Πενθούσα ολόσωμα, πονώντας φριχτά όπου κι αν μ’ έπιανες. Και τα γυμνά φαντάσματα δίπλα μου έκαναν ακόμα πιο έντονη την αίσθηση τού χαμού και τού θανάτου, καθώς τριγυρνούσα συνειδητός κι ολοζώντανος στην άχαρη χώρα τού Χάρου κι έψαχνα μια στάλα ζωή -ζεστός νεκρός ακόμα- μέσα στην άψυχη αγκαλιά τους. Κι ύστερα -βντάνν!- ένα καινούργιο κάτι· σα χορδή κόντρα μπάσου που έσπασε. Και μια κοροϊδευτική φωνή· δική μου φωνή, που μού σφύριζε αδίσταχτα κατά πρόσωπο: ‘Ποια αγάπη ανόητε· τι βλάκας που είσαι! Μα τόσο βλάκας…’

*

Ναι· τόσο βλάκας! Μού πήρε δέκα χρόνια να το παραδεχτώ, και δέκα μέρες να το γράψω.

Αθήνα 9 Σεπτεμβρίου 2019
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam18@hotmail.com

The following two tabs change content below.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953). Έκανε Νομική στο ΕΚΠ και μεταπτυχιακά στο Paris II. Υπήρξε Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου. ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (‘Yeni Azizler’) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (‘The Spiceman’). Τουρκική: (‘Irmikoğlan’). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. ‘The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: ‘Noyessaying’ ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek’ (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (2013 εκδ. Ίκαρος και ΤΑ ΝΕΑ 20/7/2019) ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014) ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) ‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, Fractalart,ΤaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again’ 2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) ‘Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019) ‘Το ρουσφέτι’ διήγημα (Eltopia, 24/7 Κύπρος) κ. ά ‘Η κούκλα’ διήγημα (Times News 8/8) κ.ά ‘Η Monique’ διήγημα (Times News 21/8,κ.α.) ‘Τα όχι του ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) Εκδόσεις Οδός Πανός 2019.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Τελευταία άρθρα απόΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή