Αλέξανδρος Αδαμόπουλος: Οι καινούργιοι άγιοι

by Times Newsroom 1

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Οι καινούργιοι άγιοι

(Από τη συλλογή ‘Ψέματα πάλι’  εκδόσεις ΑΓΡΑ,  ISBN 960-325-307-3)

ΟΤΑΝ ξεχάστηκαν πια οι παλιοί σκυθρωποί άγιοι που γιορταζόταν άλλοτε καθένας κάθε μέρα και οι άνθρωποι δεν είχανε πια γιορτές και δεν υπήρχαν άγιοι μα χρειαζόντανε γιορτές· σκέφτηκαν, οι σοφοί τού ‘Οργανισμού για τα δικαιώματα της ζωής’, να βρούνε καινούργιους άγιους για να υπάρχουνε γιορτές.

Και κάποιος έριξε την ιδέα να γιορτάζουνε τους εαυτούς τους. «Ωραία ιδέα· μα δεν θα μας πιάνει όλους.» είπε ένας. «Καλύτερα γενικά.» είπε ένας άλλος. «Ναι, γενικά.» συμπλήρωσαν άλλοι δυο. «Ναι, ναι γενικά κι αφηρημένα.» είπαν και συμφώνησαν όλοι.

Άρχισαν λοιπόν να φτιάνουν καινούργιους άγιους για τις καινούργιες τους γιορτές: Τη μία μέρα ήταν η γιορτή των μαμάδων, την άλλη η γιορτή των πατεράδων, την τρίτη των παιδιών. Ύστερα των ερωτευμένων, των πεινασμένων, των χορτασμένων, των διψασμένων, των τυφλών, των μονόφθαλμων, των κουτσών, των παραπονεμένων, των ζαβών, των κουτών. Σαν καινούργιοι θεοί -οι σοφοί- έριχναν στη γη αγίους και σαν πρωτόπλαστοι μετά ονοματίζαν τις γιορτές τού παραδείσου τους, που θα τις γιορτάζαμε όλοι μαζί· γιατί στο μεταξύ η γη είχε πολύ μικρύνει.

Έφτιαξαν γιορτή για τα ζώα τού σπιτιού, που τ’ αγαπούσανε πολύ και για τα ζώα τ’ άγρια· όσα είχαν απομείνει. Και για τις θάλασσες. Για τις μοναχικές χελώνες, για τις φάλαινες και για τις ευαίσθητες φώκιες. Και για τα ποτάμια έβαλαν γιορτές, για τις λίμνες. Και για τα δάση· όσα είχαν απομείνει.

Κάθε μέρα, από τότε που πέθαναν οι παλιοί σκυθρωποί άγιοι και βρήκαν καινούργιες γιορτές οι σοφοί του ‘Οργανισμού’, κάθε μέρα είχαν γιορτή σ’ όλη τη γη· στη γη που είχε πολύ μικρύνει. Και πριν καλά καλά νυχτώσει και τελειώσει η σημερινή γιορτή, καινούργια μέρα ερχότανε φέρνοντας τη δική της γιορτή. Κάθε μέρα γιορτή.

Και φτιάξανε τη γιορτή τής μέρας τού ψωμιού και τής μέρας τού ρυζιού και τής μέρας τού λαδιού. Τού αγέρα, τού βουνού και τού τσαγιού. Και τού καφέ και τού καπνού. Τού σίδερου και τής φωτιάς και τού χρυσού. Τής νιότης και τών γηρατειών· και γιόρταζαν κι οι γέροι, κλεισμένοι μέσα στα ιδρύματα, μακριά. Όλοι γιόρταζαν. Εβάλανε γιορτές για όλα τα επαγγέλματα. Για τους στρατιώτες, για τους εμπόρους, για τους αθλητές, τους ποιητές, για τους κλέφτες και για τους αστυνόμους. Για όλους.

Είχαν σχεδόν τελειώσει με τις γιορτές όταν κάποιος πολύ σοφός του ‘Οργανισμού’, εθαύμασε πολύ -δεν ξέρουμε γιατί- κι ονόμασε άγιο κάποιο φονιά· αληθινό φονιά, τής φυλακής φονιά. Ένας άλλος σοφός είπε τότε πως πρέπει να τού δώσουνε κι αυτουνού τη γιορτή του. «Μα δεν δίνουμε προσωπικές γιορτές…» «Τότε να γιορτάσουμε τον Φόνο!» «Αν μένει μέρα…» Μα και βέβαια έμενε μέρα: Ήταν η τελευταία μέρα τής χρονιάς· η πιο λαμπρή μέρα. Την έκαναν τότε· ‘Ημέρα τού Φόνου’ και τού ‘Οργανισμού’· που έπρεπε να έχει κι αυτός τη γιορτή του. Μεγάλη γιορτή· η πιο μεγάλη.

Γιορτή που μάλιστα την πρώτη χρονιά που τη γιορτάσαμε, ήτανε πολύ όμορφα: Γιατί την ώρα που έβγαζε τον πανηγυρικό της ημέρας εκείνος ο πολύ σοφός, που είχε θαυμάσει τον φονιά ονομάζοντάς τον άγιο, κι όλο μιλούσε και μιλούσε κι έλεγε πλέκοντας το εγκώμιο τού Φόνου, ο φονιάς αυτός τού όρμησε και τον σκότωσε. Μπροστά μας· γιατί η γη είχε πολύ μικρύνει. Κι όλοι μας γιορτάσαμε ακόμη πιο σωστά.

Κι έτσι ο ‘Οργανισμός’ ελάτρεψε τον θάνατο, στην πιο μεγάλη του γιορτή. Και όλες οι γιορτές των αγίων συμπληρώθηκαν. Και γιορτάζουμε όλοι μαζί έτσι· ώσπου να γεννηθούν ίσως, κάποτε, καινούργιοι άγιοι.

Αθήνα 29 Απριλίου 2019

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

alexadam48@hotmail.com

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή