Site icon Times News

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος: «Τι νόημα έχει ν’ ασχολείσαι μ’ έναν ευαίσθητο υγροβιότοπο κι απ’ την άλλη ν’ αφήνεις τα σκουπίδια σου παντού…»!!!

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος μας είχε ξαφνιάσει κάποτε με τον “Σιμιγδαλένιο” του που έχει κάνει ένα σωρό εκδόσεις και έχει μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες κι έχει παρουσιαστεί στο θέατρο – το είχε σκηνοθετήσει η Λυδία Κονιόρδου στο Εθνικό Θέατρο και η Στέλλα Μιχαηλίδου στο ΚΘΒΕ. Μια βασιλοπούλα αποφασίζει να πλάσει μόνη της τον άνδρα που θα παντρευτεί για να μπορεί να τον κάνει ό,τι θέλει. Με αμύγδαλα, ζάχαρη και σιμιγδάλι φτιάχνει τον Σιμιγδαλένιο. Ο γάμος τους προκαλεί τη ζήλια μιας άλλης βασιλοπούλας που στέλνει στρατιώτες και απαγάγουν τον Σιμιγδαλένιο. Η πρώτη βασιλοπούλα τον αναζητά παντού με τη βοήθεια του ήλιου, του φεγγαριού και των αστεριών. Στην περιπλάνησή της θα συνειδητοποιήσει την αξία και τη δύναμη της αληθινής αγάπης. Αλλά φυσικά ο Αλέξανδρος δεν έμεινε στον ‘Σιμιγδαλένιο”. Προχώρησε, κάνοντας αισθητή την παρουσία του σε πολλές περιοχές της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Να τον γνωρίσουμε καλύτερα…

Συνήθως κάποιες παλιές αστοχίες, όπου θα μπορούσε να συμβεί κάτι άλλο· καλύτερο. Δε νοσταλγώ τον πόνο της αποτυχίας, μα την πολύ συγκεκριμένη εκείνη στιγμή που βλέπω ότι θα μπορούσα να μην κάνω ένα λάθος.

Παλιότερα ναι· τώρα όχι πια.

Μέσα μου· στον πάτο της ύπαρξης.

Το σπίτι μου· που το ’χω φτιάξει -κυριολεκτώ- με τα ίδια μου τα χέρια.

Την ταπεινοφροσύνη· γιατί σχεδόν πάντα, είναι μασκαρεμένη υποκρισία.

Το ότι δεν έχει καταλάβει -ακόμα- τι της συμβαίνει κι εξακολουθεί να βαυκαλίζεται μέσα στην παρακμή της.

Κατάγομαι από πολιτική οικογένεια. Από ένα σπάνιο είδος πολιτικών όμως, που δεν έλεγαν ψέματα, δεν έκλεψαν ούτε πλούτισαν, μα πέθαναν στην ψάθα προσφέροντας μόνο· κι είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό.

Τη χειρότερη, για τους περισσότερους. Αν και δε συμφωνώ καθόλου με την άποψη πως ‘όλοι ίδιοι είναι’, ούτε μ’ αρέσουν οι συμψηφισμοί.

Όταν γράφω θέατρο, σίγουρα! Όταν όμως βλέπω τα καμώματα ενός σκηνοθέτη που διαστρεβλώνει κάποιο έργο, μου ’ρχεται να σκούξω και προτιμώ να φύγω.

Ελάχιστη δυστυχώς, για ελάχιστους· πάντα. Αυτό το ελάχιστο όμως είναι που μετράει.

Ναι, η τέχνη κινδυνεύει να μην είναι τέχνη πια· όπως δίνουν και παίρνουν συνεχώς  διάφορα αφελή ‘δρώμενα’ με ολίγον ‘πολιτισμό’, με ‘πολιτιστικά’, ή ‘πολιτισμικά’ αν προτιμάτε, ίσως και μια δόση ‘πολυπολιτισμικά’ και στο φινάλε όλ’ αυτά δεν είναι τίποτ’ άλλο, πέρ’ από ένα κακόγουστο, χυδαίο πάρτι.

Για έναν πραγματικό βιβλιόφιλο, για κάποιον που διαβάζει συστηματικά· όχι δεν χάνει.

Όπως πάντα· να περιγράφει, να μιμείται, να φωνάζει, να προσπαθεί να δείξει και προ πάντων να μη συναινεί…

Είναι τόσο λογικός και τόσο παράλογος, όσο είναι και ο μέσος άνθρωπος· δηλαδή εντελώς παράλογος!

Συνήθως το εγώ του μονάχα κι ο προσωπικός του μικρόκοσμος. Δυστυχώς.

Τεράστια· μα δε βλέπετε τον Τραμπ και τη Χίλαρυ! Για να μην αρχίσω να λέω για τους δικούς μας τώρα εδώ· σκέτο περιβόλι, με τόσους πολλούς επαΐων μαζί…

Μα πού να τη βρει· μέσα σε τέτοιαν απόλυτη διάλυση; Βλέποντας και ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες πάντα ταινίες του 50-60; Νισάφι πια!

Κάτι που αν λείπει απ’ τον άλλον, δεν μπορώ να τον ανεχτώ με τίποτα· όποιος κι αν είναι.

Όλες! Δε θέλω, δε μπορώ να κάνω καμιά διάκριση.

Όλα αυτά μαζί· αλλ’ ακόμα -μην το ξεχνάμε-  και ο κάθε νεοέλληνας προσωπικά.

Έχει γίνει λιγάκι μόδα το ‘περιβάλλον’. Εγώ όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι νόημα έχει ν’ ασχολείσαι  μ’ έναν ευαίσθητο υγροβιότοπο και με τα ψυχολογικά προβλήματα μιας ορφανής monachus monachus κι απ’ την άλλη ν’ αφήνεις τα σκουπίδια σου παντού.

Μπορεί· δεν ξέρω. Αν όμως είν’ έτσι, γιατί κανείς δε λέει το πολύ απλό: Πως πρέπει όλοι να ζούμε λιγότερο σπάταλα· πιο λιτά, πιο φυσικά και πρέπει όλοι να καταναλώνουμε πολύ λιγότερο;

Η Αθήνα είναι εντελώς ανυπόφορη, αλλά είναι και πανέμορφη!

Φυσικά κινδυνεύουμε. Και βέβαια, να το ξεκαθαρίσω: Άλλο οι δυστυχείς αυτοί άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια κι άλλο τα διάφορα παιχνίδια που παίζονται μ’ αυτούς.

-Αν βάλεις στον καφέ σου μια κουταλιά ζάχαρη τον πίνεις μέτριο, αν βάλεις δυο τον πίνεις γλυκό, αν βάλεις τρεις· σερμπέτι. Αν όμως βάλεις δέκα· απλά δεν πίνεις καφέ…

Προφανώς! Και δε μ’ ενδιαφέρει το ποσοστό φυλετικής καθαρότητας· αλλά πρέπει να είναι πολύ κακοπροαίρετος κανείς ή εντελώς αγράμματος, ώστε να μην ξέρει και να μην αναγνωρίζει τη συνέχεια του ελληνικού έθνους μέσα στην ιστορία.

Και βέβαια έχουν· κάθε μέρα, κάθε βράδυ που έλεγαν οι Πυθαγόρειοι.

Γενικά πολλές. Κι όταν δεν εργάζομαι -όταν δεν γράφω- πάλι κάτι άλλο κάνω που έχει κάποια σχέση με τη δουλειά μου· διαβάζω, κλαδεύω, σκάβω, χτίζω. Γι’ αυτό σας είπα στην αρχή πως αγαπώ το σπίτι μου· το χώρο της δουλειάς μου.

Απ’ τη ζωή την ίδια.

Μια απολύτως φυσική κατάσταση, αν κι έχω ζήσει με πολλούς ανθρώπους. Μόνοι γεννιόμαστε άλλωστε, μόνοι πεθαίνουμε· παρέα με τον εαυτό μας θα ’πρεπε να ξέρουμε να ζούμε.

Όχι, καθόλου.

Κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις του. Κάποια φωτεινά, μοναχικά πνεύματα που μας έδειξαν πώς να ζούμε λίγο καλύτερα.

Το να έχεις χάσει τη χαρά της ζωής.

Όχι ιδιαίτερα· περνάει τόσο γρήγορα άλλωστε…

Φυσικά! Υπό την προϋπόθεση όμως πως υπάρχει κάποιας μορφής οργανωμένη κοινωνία, για να καλλιεργηθούν και να εφαρμοστούν αυτές οι αρετές.

Ένα υπέροχο γεύμα με λογής-λογής φαγητά, που έχει κάτσει στο στομάχι μας. Ένας έτοιμος εμετός δηλαδή.

Όσο Έλληνες είναι οι διάφοροι Ευρωπαίοι.

Όχι κατ’ ανάγκη. Και φυσικά, μην βγάζουμε συμπεράσματα μόνο απ’ την απέραντη αθλιότητα που ζούμε τώρα.

Η Γνώση, η παιδεία, το όραμα, η πολιτική ηγεσία.

Ε, κάτι θ’ απομείνει· όσο κι αν έχουν ήδη χαθεί πάρα πολλά…

Θαρρώ πως ναι. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως δεν πάει στρατό· ίσως και να ’ναι πιο ίση απ’ αυτόν.

Το στικάκι με τα αρχεία του υπολογιστή μου.

Θα το ’θελα πολύ. Κυρίως για να μιλήσουμ’ επιτέλους με απόλυτη ειλικρίνεια και να πούμε κάποια στιγμή τα πράματα με τ’ όνομά τους.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως -αν συνεχίσουμε έτσι- η χώρα μας θα εξακολουθεί να ζει για πολύ ακόμη.

Τα ‘Ψέματα πάλι’, εκδόσεις Άγρα, είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ που έχουν εκδοθεί κι αυτά στη Γερμανία και όχι μόνο. Δεν μπορώ να πω με δυο λόγια τι είναι τα σύντομα αυτά -φιλοσοφικά μάλλον- διηγήματα· ας τα διαβάσει μόνος του όποιος ενδιαφέρεται. Σίγουρα όμως δεν έχουν άμεση σχέση με την τωρινή, θλιβερή, κατάσταση της χώρας, γιατί γράφτηκαν πιο παλιά. Ένα μάλιστα, το ‘Week – end’, γράφτηκε πολύ πιο παλιά· τότε που ήμουν φοιτητής. Και με συγκινεί που, ειδικά αυτό, το παίρνουν τώρα και το αναδημοσιεύουν και το αναρτούν από ’δω κι από ’κει ως ‘ανατριχιαστικά επίκαιρο’ σαράντα χρόνια μετά…

Όχι…ναι…λέγοντας… Ένας δικός μου νεολογισμός που πολύ μ’ αρέσει. Είναι το τελευταίο μου θεατρικό έργο, που άρεσε και ως αυτοτελές λογοτεχνικό κείμενο και μεταφράστηκε αγγλικά. Φέτος μεταφράστηκε και κυκλοφορεί και στην Τουρκία. Αυτό που με απασχολεί όμως είναι πως, μετά το πετυχημένο ανέβασμα του ‘Σιμιγδαλένιου’ μου στο Κρατικό τους θέατρο (το μόνο ελληνικό έργο που ανέβηκε ποτέ εκεί· στο Şehir Tiyatro) μπορεί και το ‘οχιναιλέγοντας’ κάποια στιγμή, ν’ ανέβει κι αυτό στην Κρατική Σκηνή τους· χωρίς όμως να έχει παιχτεί ποτέ εδώ… Αυτό, ομολογώ, δεν θα μου άρεζε.

-Μια ολοκληρωμένη πράξη του Έρωτα.

«Τ’ είναι η ζωή;

Ένα φιλί, μια λύση·

μια ζωντανή ανατολή

μια μολυβένια δύση»…

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα όπου σπούδασε νομικά, σκηνοθεσία, κλασική κιθάρα. Συνέχισε με Sociologie Politique στο Παρίσι.

Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος (1984-1995) της ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’ (‘The Jani Christou Society’) με σκοπό τη διάσωση και διάδοση του έργου του συνθέτη. (Μέλη: Κ. Κούν, Μ. Χατζιδάκις, Γ. Τσαρούχης, Δ. Χόρν, K. Friar, Ι. Καμπανέλλης, Γ. Λεωτσάκος, Θ. Μικρούτσικος, Μ. Κακογιάννης, Γ. Μαυροΐδης, Α. Ξύδης, Π. Ζάννας, Μ. Κακριδή, Ντ. Τσάτσου, Δ. Πιερίδης, Τ. Παπαστράτος, Απ. Δοξιάδης, Θ. Αντωνίου,  Chloé Obolensky κ.α.).

Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων από το 1991 μέχρι το 2009, ως Γεν. Γραμματέας και ως Πρόεδρος του σωματείου των ‘Φίλων του Μουσείου’.

Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1992-’94)

Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, το Γ΄ πρόγραμμα του ραδιοφώνου, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου και Β. Αιγαίου, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Υπουργείο Πολιτισμού, το Μέγαρο Μουσικής, καθώς και Künstlerhaus Bethanien Berlin, Warsaw International Festival’91, Norddeutscher Rundfunk Hamburg ’93, National Academy of Letters N.Delhi, και το Boğaziçi University Istanbul, όπου  δίδαξε ως visiting Professor.

Έχει μεταφράσει: ‘Οι Δαιμονισμένοι’ του Αλμπέρ Καμύ (Κ.Θ.Β.Ε 1991), ‘Η πόλη που πρίγκιπάς της ήταν ένα παιδί’ του Ανρί ντε Μοντερλάν (Εθνικό Θέατρο 1993),‘Δεν παίζουνε με την αγάπη’ του Αλφρέ ντε Μυσσέ (εκδ. Εστίας 2003), ‘Η Δύναμις του σκότους’ του Λέβ Τολστόι (εκδ. Ροές 2007), ‘Μονομαχία γυναικών’ του Ευγένιου Σκρίμπ (Θέατρο ‘Διάχρονο’ 2011), ‘Ο θείος Όσβαλντ’ του Ρόαλντ Νταλ (εκδ. Άγρα 2004) και την ‘Πνευματική Διαθήκη’ του Αυγούστου Ροντέν (εκδ. Άγρα 2005).

Άλλα έργα:

The following two tabs change content below.
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
Exit mobile version