Αλεξάντερ Τσεμλίνσκι (1871 – 1942) Αυστριακός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας και δάσκαλος

Η φήμη του ως συνθέτη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο Γκούσταβ Μάλερ διηύθυνε την όπερά του «Μια φορά κι έναν καιρό...» (Es war einmal...) κατά την πρεμιέρα της στην Χόφοπερ το 1900

by Times Newsroom

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκι ή Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι (Alexander von Zemlinsky, 14 Οκτωβρίου 1871 – 15 Μαρτίου 1942) ήταν Αυστριακός συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας και δάσκαλος.

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκι γεννήθηκε στη Βιέννη και ανατράφηκε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Ο παππούς του, Άντον Σεμλίνσκι, είχε μεταναστεύσει από την Ουγγαρία στην Αυστρία, όπου παντρεύτηκε μία Αυστριακή. Κι οι δυο τους προέρχονταν από οικογένειες ένθερμων καθολικών, με αποτέλεσμα να αναθρέψουν τον πατέρα του Αλεξάντερ, Αδόλφο σύμφωνα με τις αρχές του Ρωμαιοκαθολικισμού. Η μητέρα του Αλεξάντερ, γεννήθηκε στο Σεράγεβο, από έναν Σεφαρδίτη Εβραίο πατέρα και μία Βόσνια Μουσουλμάνα μητέρα. Ολόκληρη η οικογένεια του Αλεξάντερ ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό, ακολουθώντας την θρησκεία του παππού του από την πλευρά της μητέρας του. Ο πατέρας του μάλιστα, πρόσθεσε τον αριστοκρατικό τίτλο «φον» στο επίθετό του, παρ’ όλο που κανένας από την οικογένεια δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή, ενώ επίσης άλλαξε την τρόπο προφοράς του επωνύμου του από Σεμλίνσκυ σε Τσεμλίνσκυ.

Ο Αλεξάντερ σπούδασε πιάνο από νεαρή ηλικία. Σε περιστάσεις θρησκευτικών εορτών, έπαιζε όργανο στην Εβραϊκή Συναγωγή, ενώ έγινε δεκτός στο Ωδείο της Βιέννης το 1884. Σπούδασε πιάνο με τον Άντον Ντορ, κερδίζοντας το πρώτο σχολικό βραβείο το 1890. Συνέχισε τις σπουδές του μέχρι το 1892, μελετώντας Θεωρία με τον Ρόμπερτ Φουκς και Σύνθεση με τον Γιόχαν Νέπομουκ Φουκς και τον Άντον Μπρούκνερ. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να συνθέτει.

Ο Τσεμλίνσκι είχε ως πολύτιμο συμπαραστάτη του τον Γιοχάνες Μπραμς. Στα 1893, ύστερα από πρόσκληση του δασκάλου του Αλεξάντερ, Γιόχαν Νέπομουκ Φουκς, ο Μπραμς παρακολούθησε μία εκτέλεση των έργων του Τσεμλίνσκι, Συμφωνία σε Ρε ελάσσονα κι ενός Κουαρτέτου. Ο Μπραμς, εντυπωσιασμένος από την μουσική του νεαρού συνθέτη, πρότεινε στον Εκδοτικό Οίκο Σίμροκ να εκδώσει το Τρίο για Κλαρινέτο (1896) του Τσεμλίνσκι.

Ο Αλεξάντερ Τσεμλίνσκι γνωρίστηκε επίσης με τον Άρνολντ Σένμπεργκ, όταν ο δεύτερος συμμετείχε στην ίδρυση της ορχήστρας Πολύμνια, στην οποία επίσης πήρε μέρος ως τσελίστας. Οι δυο τους έγιναν στενοί φίλοι, κι αργότερα συγγενείς εξ αγχιστείας, όταν ο Σένμπεργκ παντρεύτηκε την αδελφή του Αλεξάντερ, Ματθίλδη. Ο Τσεμλίνσκι παρέδωσε στον Σένμπεργκ έναν κύκλο μαθημάτων Αντίστιξης, κι έγινε έτσι ο μοναδικός επίσημος δάσκαλος που είχε ποτέ ο Σένμπεργκ.

Στα 1897, η Συμφωνία Νο. 2 του Τσεμλίνσκι (η οποία ήταν η τρίτη χρονολογικά, γι’ αυτό και κάποιες φορές αριθμείται ως τέτοια) έγινε επιτυχία κατά την παρουσίασή της στη Βιέννη. Η φήμη του ως συνθέτη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο Γκούσταβ Μάλερ διηύθυνε την όπερά του «Μια φορά κι έναν καιρό…» (Es war einmal…) κατά την πρεμιέρα της στην Χόφοπερ το 1900. Το 1899, ο Τσεμλίνσκι εξασφάλισε τη θέση του αρχιμουσικού στο Θέατρο Καρλ της Βιέννης.

Τα ώριμα χρόνια του

Στα 1900, ο Τσεμλίνσκι γνώρισε κι ερωτεύτηκε την Άλμα Σίντλερ, μία από τις μαθήτριές του στην τάξη της Σύνθεσης. Εκείνη ανταποκρίθηκε αρχικά στα συναισθήματά του, ωστόσο δέχθηκε μεγάλη πίεση από το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον να βάλει τέλος σε αυτήν τη σχέση. Η οικογένεια της Άλμα αρχικά ανησυχούσε λόγω του γεγονότος ότι ο Τσεμλίνσκι ήταν άσημος καθώς και όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμος. Έτσι η Άλμα διέκοψε την σχέση της με τον Τσεμλίνσκυ και παντρεύτηκε τον Γκούσταβ Μάλερ στα 1902, ενώ ο Τσεμλίνσκυ παντρεύτηκε την Άιντα Γκούτμαν στα 1907, χωρίς όμως να ευτυχήσει μαζί της. Ύστερα από τον θάνατο της Άιντα το 1929, ο Τσεμλίνσκι παντρεύτηκε το 1930 την κατά 29 χρόνια νεότερή του Λουίζε Σάχσελ, στην οποία παρέδιδε μαθήματα τραγουδιού από το 1914. Ο γάμος αυτός υπήρξε πολύ πιο ευτυχισμένος και διήρκεσε έως τον θάνατο του Τσεμλίνσκι.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής τουι

Το 1906 ανατέθηκε στον Τσεμλίνσκι το αξίωμα του αρχιμουσικού στη Λαϊκή Όπερα της Βιέννης (Wiener Volksoper). Από το 1911 έως το 1927, εργάστηκε ως διευθυντής ορχήστρας στο Γερμανικό Κρατικό Θέατρο της Πράγας (Deutsches Landestheater im Prague) παρουσιάζοντας το έργο Προσδοκία (Erwartung) του Άρνολντ Σένμπεργκ. Ο Τσεμλίνσκι εκείνη την εποχή μετακόμισε στο Βερολίνο όπου δίδαξε και εργάστηκε υπό τις οδηγίες του Όττο Κλέμπερερ, ως διευθυντής ορχήστρας στην Όπερα Κρολ. Με την άνοδο του Ναζιστικού Κόμματος όμως, διέφυγε στην Βιέννη το 1933, όπου δεν έλαβε κάποια επίσημη θέση, αλλά επικεντρώθηκε στην σύνθεση, κάνοντας περιστασιακές εμφανίσεις ως διευθυντής ορχήστρας. Το 1938, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Ενώ ο συμπατριώτης του, επίσης μετανάστης Άρνολντ Σένμπεργκ έγινε διάσημος στο Λος Άντζελες κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940, διδάσκοντας στο UCLA και στο USC και κερδίζοντας έτσι μια νέα γενιά συνεχιστών, ο Τσεμλίνσκι αγνοήθηκε κι έπεσε στην αφάνεια στην νέα του πατρίδα. Άρχισε να γίνεται φιλάσθενος και εγκατέλειψε την σύνθεση. Πέθανε στο Λάρτσμοντ της Νέας Υόρκης από πνευμονία.

Η μουσική του Τσεμλίνσκι

Το πιο γνωστό έργο του Τσεμλίνσκι είναι η Λυρική Συμφωνία (1923), ένα έργο σε επτά μέρη για σοπράνο, βαρύτονο και ορχήστρα, βασισμένο σε ποιήματα του Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ, Ινδού ποιητή από τη Βεγγάλη. Το έργο αυτό ο Άρνολντ Σένμπεργκ το παρομοίασε αργότερα σε μία επιστολή προς τον εκδότη του με το έργο του Γκούσταβ Μάλερ Το Τραγούδι της Γης (Das Lied von der Erde), αν και το έργο του Σένμπεργκ, Γκουρελίντερ (Gurrelieder), έχει επίσης επιδράσει στον Τσεμλίνσκι. Το έργο Λυρική Συμφωνία, επηρέασε με την σειρά του τον Άλμπαν Μπεργκ, ως προς την σύνθεση του δικού του έργου, “Λυρική Σουίτα”, το οποίο εκτός του ότι περιέχει μουσικές αναφορές σε έργα του Τσεμλίνσκι, είναι αφιερωμένο σε αυτόν.

Άλλα ορχηστρικά έργα περιλαμβάνουν το μεγάλης κλίμακας συμφωνικό ποίημα Η Γοργόνα (Die Seejungfrau). Το έργο αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στην ίδια συναυλία με το έργο του Άρνολντ Σένμπεργκ Πελλέας και Μελισσάνθη, και θεωρείτο «χαμένο» έως το 1984, οπότε κι επανήλθε στο φως. Έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εκτελούμενα έργα του Τσεμλίνσκι. Μια Συμφωνιέτα η οποία συντέθηκε το 1934 και είχε κερδίσει τον θαυμασμό του Άρνολντ Σένμπεργκ και του Άλμπαν Μπεργκ, είναι γραμμένη σε στυλ παρόμοιο με σύγχρονα έργα του Πάουλ Χίντεμιτ και του Κουρτ Βάιλ.

Άλλα έργα του Τσεμλίνσκι περιλαμβάνουν οκτώ όπερες, μεταξύ των οποίων η Φλωρεντινή Τραγωδία (Eine Frorentinische Tragödie 1915 – 1916) και το αυτοβιογραφικό έργο Ο νάνος (Die Zwerg 1919 – 1921), βασισμένα και τα δυο σε κείμενα του Όσκαρ Ουάιλντ. Έχει γράψει επίσης έργα μουσικής δωματίου (μεταξύ των οποίων τέσσερα κουαρτέτα για έγχορδα) και το Μπαλέτο Ο Θρίαμβος του Χρόνου (Der Triumph der Zeit – 1901). Μεταξύ των έργων του επίσης συγκαταλέγονται τρεις Ψαλμοί για χορωδία και ορχήστρα και αναρίθμητοι κύκλοι τραγουδιών, με την συνοδεία πιάνου ή ορχήστρας, απ’ τους οποίους ο πιο γνωστός είναι αυτός που βασίζεται σε κείμενα του Μωρίς Μέετερλινκ.

Η επίδραση του Γιοχάνες Μπραμς είναι έντονη στα πρώιμα έργα του Τσεμλίνσκι, ενώ τα όψιμα έργα του υιοθετούν το ύφος των αρμονιών της διευρυμένης τονικότητας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος είχε ασκήσει επίδραση και στον Γκούσταβ Μάλερ. Σε αντίθεση με τον φίλο του τον Άρνολντ Σένμπεργκ, ποτέ δεν έγραψε ατονική μουσική, και ποτέ δεν χρησιμοποίησε την τεχνική του δωδεκαφθογγισμού. Παρ’ όλα αυτά, κάποια όψιμα έργα του όπως η Symphonische Gesange κινούνται στα πλαίσια του υστερο-ρομαντισμού, ενσωματώνοντας στοιχεία του νεοκλασικισμού, κι ακόμη και της τζαζ.

Ως διευθυντής ορχήστρας, ο Τσεμλίνσκι κέρδισε τον θαυμασμό πολλών σύγχρονων μουσικών, όπως του Κουρτ Βάιλ, του Ιγκόρ Στραβίνσκι κα. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονται ο Έριχ Βολφγκαγκ Κόρνγκολντ, ο Χανς Κράσα και ο Καρλ Βάιγκλ.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή