Αλέξης Σεβαστάκης: “Μέσα στη νύχτα” | Διήγημα

Άναψε το καντήλι για λίγο ιλαρό φως. Ο Δημήτρης κρέμασε το ντουφέκι στο καρφί της κούνιας, λασκάρισε τα λουριά του, κι αν σκίαζε η συλλογή το πρόσωπο, γίνουνταν βαθύς χαλασμός εντός του, χαλασμός απ’ το βουερό κατακλυσμό της τρυφερής ώρας. Χαλασμός χωρίς λάβα, χωρίς δάκρυ, χωρίς σπασμό.

by Times Newsroom

ΑΛΕΞΗΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ

Μέσα στη νύχτα

Κάθε βράδυ γινόταν έτσι: Πίνανε τα κυπαρίσσια στα μελανά τους πλεμόνια ηλιοφώς, το κλησιδάκι του Φτεριά λαμπάδιαζε μια μενεξελιά πυρκαγιά. Κι ο Άη-Λιας, τρομαγμένος, ξεχνούσε τα βουνίσια χούγια, ξύπναε μέσα του ο σκυλοπνίχτης καπετάνιος, βλαστήμαε ο χοντράνθρωπος, α πάει, πάει, το πλεούμενο θα βουλιάξει αποκαΐδι, χειρονομούσαν απελπισμένα τα όρντινα, λάσκα φλόκο, μάινα, κατέβαινε σβουριχτά απ’ την κόντρα γέφυρα, –το καμπαναριό, – έστεκε πίσω απ’ το τζάμι κι άναβε τον οπτικό του χολιασμένος. Έπαιξε με το παράθυρο ώρες ο ήλιος, έστελνε πράσινο, μαβί, γαρούφαλλο φως και παιχνίδιζεν ο αλάνης. Ύστερα βούλιαζε στη θάλασσα, οκνά, επίσημα, κι έμενε στο κύμα να πλέει ο βυσσινής του μαντύας.

Απόψε θα κατέβαινε στο χωριό. Αυτό το κίνημα το λογάριαζεν ο Δημήτρης απ’ την πρώτη μέρα, που πήρε το παλιοντούφεκο. Γέμισε πια η καρδιά του νοσταλγία, όπως νοτισμένο φως χινοπώρου. Και τον έβοσκεν η συλλογή όλες τις νύχτες βαθιά, βουβά, τις νύχτες που τ’ ασημένιο σκοτάδι πασπάλιζε το γιατάκι του. Η ζεστή οδύνη της προσμονής σάλευε στα μάτια του ίδιο πληγωμένο φίδι. Το πευκόδασος μπλάβιζε τυλιγμένο στο μούχρωμα. Ένα κοπάδι πέρδικες σαΐτευε προς το φαράγγι. Κάτου ο κάμπος, τα λουτσοχώρια, ο σταχτής αμαξόδρομος, βούλιαζαν στο θάμπος του πρώτου λαχανιασμένου σκοταδιού. Το καψαλιασμένο βουνό, κοντανάσαινε βαριά να κοιμηθεί. Ο Δημήτρης έδεσε τις αρβύλες, ετοίμασε το σακίδιο, σταύρωσε το μαντίλι στο λαιμό, ξεκρέμασε το γκραδάκι κι είπε να ξαμολήσει πιλάλα στον κατήφορο. Πρόγκισαν τα νυχτοπούλια λαφιασμένα. Στο κεφαλόβρυσο τ’ αγριοκάλαμα κρύωναν και τρέμιζαν λαφριά καθώς πασπάτευε τις γκρίζες φο΄’υντες ο καλμαρισμένος καιρός. Το φεγγαροφώς χωράτευε με τα πεύκα, τα ξόμπλιαζεν ασημιά κι η άχνη του η λευκή κυματόδερνε σα χριστουγεννιάτικο χιόνι…

Θυμάται το βράδυ που έφυγε. Η μάνα είπε να φυλάξουν το θερισμένο στάρι. Άμα ζύγωσεν η νύχτα, ήτανε γύρω στο χωράφι η σιγαλιά ασάλευτη. Η θημωνιά έμοιαζε να ’ναι κρεατομένη γυναίκα, έκανε να βαστάξει το μπούστο της, να βαθυπροσκυνήσει και να συχάσει στον μεγάλον ύπνο. Ο αδερφός θα ’βλεπεν όνειρο μαλακούτσικο κι είχε τυλίξει το μπράτσο του τ’ αναιμικό στο λαιμό του Δημήτρη. Μόνο που στιγμές-στιγμές αναστέναζε σαν από γλυκιά θέρμη.

– Κοιμάσαι, Χρίστο; Έϊ, κοιμάσαι; μουρμούρισεν ο Δημήτρης. Α, κοιμάται πάλι το ζο, ξανάπε και παραμέρισε το μπρατσάκι απ’ τον ιδροκοπημένο του λαιμό. Ύστερα πάλι ήρθε η σιγαλιά και λάγασε.

Σηκώθηκε κλέφτικα, κούμπωσε την πουκαμίσα, νυχοπάτησεν ώς τη θημωνιά, ζώστηκε τα κρυμμένα φυσεκλίκια, κρέμασε στον ώμο το ντουφέκι, αχ και πάσκιζε να ξεκολλήσει απ’ το στέρνο του τ’ αμάλλιαγο ένας κόμπος χοντρός. Κι έφυγε στο βουνό ο Δημήτρης, κι είχεν αποβραδύς αφήσει ανοιχτά στο σπίτι τα βιβλία, κι είχε για σημάδι στο μάθημα το γαρουφαλλάκι της Γιάσμης. Λεπτό, βυσσινί, κατσαρόφυλλο, με μια κίτρινη ψιλή γραμμούλα γύρα-γύρα.

– Πάρε το, λέει η Γιάσμη γελάμενη. Και τσίτωνε το βυζί της μυρισμένο, σπαρταριστό, γεμάτο απ’ όνειρον αλλόκοτο.

– Πάρε το, Δημήτρη.

Εκείνος λιανότρεμε κι έκανε να χωνεύουν τα δάχτυλα στα μαλλιά του.

Ο Χρίστος βόγγηξε. Γύρισε πλευρό, κι ως είχεν απλωμένο το χέρι στη ζεστή καλαμιά, μπορεί και να το οσμίζουνταν ο κιτρινιασμένος σκορπιός.

– Καληνύχτα. Γεια σου. Γεια σας, έγνεφεν η ψυχή του όπως δρασκέλαε το φράχτη, κι αν έστρεφε θα ’βλεπε τη θημωνιά να του κουνάει τον ασημένιο της μπούστο δακρυσμένα.

– Γεια σου, άμε στην ευκή… Άμε.

***

Ζύγωνε. Στο μεγάλο βράχο στάθηκε μια στάλα,, πιο πολύ για να χωνέψει το φεγγάρι στη θάλασσα. Μπήκε στον κατσικόδρομο με προφύλαξη. Κι αν του ’χανε οι Ιταλοί στημένο καρτέρι! Άμα σύρθηκε ώς το γήλοφο, πετάχτηκεν η γκαστρωμένη τσακαλομάνα από τα σκινόκλαρα, έστρεψε και τον κοίταξε η λύσσα, μισούρλιαξε νυσταγμένα κι έκαμε να περπατάει αργά, με τέμπο προς τ’ αμπέλια κάτου. Απ’ αλάργα ήτανε ώρα γαληνεμένη, κι η νύχτα κατακάθιζε στη γης, υγρή, πηχτή, λαστιχάτη. Στο χωριό αλύχτηκαν τα κοπρόσκυλα στην οσμή του. Εκείνος τα ’κραζε με τ’ όνομά τους. Τζένη, Χέρμαν, Χέρμαν, έτσι πρόσχαρα και καλόβολα, ώσπου να χυμήξουν να του γλύφουν τα χέρια, να βουρλίζουνται γύρω του, σαν σε καλωσόρισμα ζεστό.

– Καλέ ο Δημήτρης, ο Δημήτρης! Μπρε, μπρε!

Κι η καρδιά του πώς πονούσε σύρριζα! Νυχοπερπάταε στα δρομάκια, και το καρδιοχτύπι του φτερούγαε στους ασβεστωμένους τοίχους και τον ακλούθαε σαν ποδοβολητό κλέφτικο και λαφρύ.

– Η θεια-Μοσχού, συλλογίστηκε, θα κοιμάται. Ήτανε σφαλιχτό το παράθυρο, μόνο που σάλευεν η ποδιά της στην απλώστρα του κήπου. Κι ο νουνός ακούστηκε που ’βηχε, γκούχου, γκουχ, συνέχεια, νευρικά με κρεμασμένη τη γλώσσα, και θα βλαστήμαε το μπαρουτιασμένο παλιόκαπνο.

Είπε η ψυχή του μια γλυκιά – μέλι – καλησπέρα, χάζεψε στο περιβόλι του τρελόγερου, είδε που ’παιζαν τα βλέφαρα βαρυεστημένα τ’αγιοκάντηλα τα εκκλησιάς, να και στο λιγνό κυπαρίσσι του καμπαναριού φύλαγε τη νύχτα ο γκιώνης, μελανός μες στο πένθος του. Θυμάται σαν ήτανε πιο παιδί τη ήμερα βραδυνά του Απριλομάη, όταν άναβεν η αγριοχαρά του παιχνιδιού που πετροβόλαγαν το νυχτοπούλι με λύσσα, κι αυτό, τίναζε τις φτερούγες σκιαγμένο κι έπεφτε στο πηχτό έρεβος της ρεματιάς να κραυγάζει τη λύπη του.

Η ακακία του σπιτιού έκλαιγε τρέμουλα πώφυγε το φεγγαροφώς, στάλαξε και πότισε το χώμα κι ήταν η αγκαλιά της ακόμα χλιά που το κράταγε. Στην αυλή, τα βασιλικά, φρσκοποτισμένα αποβραδύς ρούφαγαν ράθυμα τη γλύκα της κοπριάς. Ο Δημήτρης στάθηκε να μαζέψει τη σκέψη του και το λιανοτράγουδο της καρδιάς του. Στην άκρια ξεχασμένη η αρβύλα του αδερφού, πλάι το καπίστρι της φοράδας κι οι χαντρίτσες θαμπογυάλιζαν σα μάτια λαφιάτη. Η πέρδικα στο κλουβί ασάλευτη, θα ’χε να παίζει με τ’ όνειρο το δικό της, ας ήταν να κουρνιάζει στ’ αγριοπρίναρα και την αυγούλα να τροχίζει τα ρουμπίνια του ράμφους της στο σκληρό βράχο κατακέφαλα! Κάλπαζεν η συλλογή φλογισμένη, όραμα και προσμονή και λαχταρισμένη συγκίνηση.

***

– Μάνα, μάνα, μπήγει κραυγή ο αδερφός, ήρθε, ξύπνα, μάνα, να ο Δημήτρης. Κι έρχεται να τον πιάσει ένα κλάμα πιο πολύ δάκρυ δαρτό, να τον αγκαλιάζει, αδερφέ, λέει, αδερφέ μου!

Η μάνα ύστερα είχε βαθιά λύπηση κρεμάσει στ’ ακρόχειλό της. Σκούπιζε τα δάκρυα, έλεγε να χτυπάει τα χοντρομέρια της απελπισμένα.

– Α, παιδί μου, α, Δημήτρη, πώς και το’ κανες; Πώς έφυγες; Ε, δε μιλάς;

Άναψε το καντήλι για λίγο ιλαρό φως. Ο Δημήτρης κρέμασε το ντουφέκι στο καρφί της κούνιας, λασκάρισε τα λουριά του, κι αν σκίαζε η συλλογή το πρόσωπο, γίνουνταν βαθύς χαλασμός εντός του, χαλασμός απ’ το βουερό κατακλυσμό της τρυφερής ώρας. Χαλασμός χωρίς λάβα, χωρίς δάκρυ, χωρίς σπασμό.

Κι ώς να φέξει η μέρα, πασίχαρη και μυρισμένη καλοκαίρι, θ’ αφουκράζουνταν η μάνα το δρόμο και στο σπίθισμα του καντηλιού θα μπάλωνε την πουκαμίσα του Δημήτρη, ενώ στ’ όνειρό του ο αδερφός θα πάλευε με το μεγάλο σκιαγμό του ντουφεκιού του κρεμασμένου απ’ το καρφί της κούνιας. Μόνο θα στάλαζε θαλπωρή η ανάσα της μάνας στην ψυχή του Δημήτρη, καλοσύνη – ευφρόσυνη που δεν εύρισκε στο σκληρό γιατάκι του βουνού.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΚΔ΄, τόμος 48ος, τεύχος 556, 1 Σεπτεμβρίου 1950

______________________________

Αλέξης Σεβαστάκης (1925 – 30 Ιουνίου 1999)

Ο Αλέξης Σεβαστάκης του Δημήτρη και της Διαμαντούλας γεννήθηκε στα Σακουλέικα της Σάμου. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο πατέρας του πήρε μέρος στη μικρασιατική εκστρατεία και ήταν υποστηρικτής του βενιζελικού κόμματος. Κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής στη Σάμο πήρε μέρος στη μάχη του Ελ Αλαμέιν και έχασε το πόδι του. Ο Αλέξης την ίδια περίοδο υπήρξε ιδρυτικό μέλος νεανικής αντιστασιακής οργάνωσης στο νησί, διώχτηκε και εντάχτηκε στον ΕΛΑΣ. Το 1943 έφυγε για την Παλαιστίνη, όπου κατατάχτηκε στην Ελληνική Αεροπορία και πήρε μέρος στο στρατιωτικό κίνημα στη Μέση Ανατολή. Διώχτηκε και φυλακίστηκε στην Αίγυπτο. Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά την Απελευθέρωση. Συνέχισε την πολιτική δράση του ως μέλος του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος και διευθυντής του έντυπου οργάνου του Ελεύθερη Σάμος. Το 1945 μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1950. Επέστρεψε στη Σάμο, όπου εργάστηκε ως ασκούμενος δικηγόρος. Το 1953 παρουσιάστηκε στο στρατό για να υπηρετήσει το υπόλοιπο της θητείας του ως ανυπότακτος και έγινε δεκανέας στην ΕΣΑ. Η γνωστοποίηση του φακέλου του ωστόσο οδήγησε σε σύλληψή του και αποκλεισμό του στη Μακρόνησο για ένα χρόνο. Το 1954 ορκίστηκε δικηγόρος και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την Καίτη Νικ. Μανταφούνη με την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Δημήτρη, τον Νικόλα και τον Βαγγέλη. Το 1959 αναγορεύτηκε διδάκτορας στο Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο της εργασίας του Το Δημόσιον Δίκαιον εν Σάμω κατά την Τουρκοκρατίαν, την Επανάστασιν και το Ηγεμονικόν Καθστώς, 1550-1912. Το 1961 πολιτεύτηκε με την Ε.Δ.Α. και έθεσε βουλευτική υποψηφιότητα στη Σάμο. Το 1964 εξέδωσε την εφημερίδα Δημοκρατική, που κυκλοφόρησε ως την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, οπότε ο Σεβαστάκης γνώρισε νέες διώξεις και εκτοπίστηκε στη Γυάρο ως το 1971. Με τη μεταπολίτευση εκλέχτηκε αντιδήμαρχος στη Σάμο. Από το 1989 πολιτεύεται με το κόμμα του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1958 με την έκδοση, μετά από προτροπή του Γιάννη Ρίτσου, της συλλογής διηγημάτων Οι αναμάρτητοι. Το 1967 ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα Το Σφαγείο, που κυκλοφόρησε το 1979. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική γραφή και τις ιστορικές μελέτες. Για αναλυτικότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξη Σεβαστάκη βλ. Λάνδρος Χρίστος, «Χρονολόγιο Αλέξη Σεβαστάκη», Μανδραγόρας 20-21, σ.4-5. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή