Αλμπέρτο  Μοράβια: «Γυναίκα αθέατη» | Διήγημα

Αντηχεί πνιγμένη μια τουφεκιά. Η ματιά μου παρακολουθεί το σκύλο που ξεχύνεται ανάμεσα στις φτέρες, αμέσως ύστερα, βλέπω τον άντρα μου να σφίγγει το μπράτσο της Τζιλμπέρτας

by Times Newsroom

ΣΤΕΚΩ όρθια μπροστά στον άνδρα μου, ολοτσίτσιδη. Μόλις πριν λίγο ξυπνήσαμε, ο άντρας μου κάθεται στην άκρη του κρεβατιού. Είναι με το πουκάμισο και δένει τη γραβάτα του. Με ρωτάει: «Μα τι είναι κείνη η κηλίδα;»

Από ένστικτο χαμηλώνω τα μάτια μου στο κορμί μου, γιατί το βλέμμα του άντρα μου είναι καρφωμένο επάνω μου, ακριβώς στο ύψος της κοιλιάς μου. Όμως δε βλέπω τίποτε. Απαντάω: «Ποια κηλίδα;»

Ο άντρας μου είναι αργός και στοχαστικός και δεν απαντάει ποτέ αμέσως στις ερωτήσεις: τις στριφογυρίζει στο μυαλό του, σα να μη βρίσκει τα κατάλληλα λόγια. Έτσι και τώρα, μ’ έχει εδώ στη μέση της κάμαρας, στημένη κι ακίνητη, σαν μοντέλο σε ακαδημία σχεδίου, έτοιμο να το σκιτσάρουν οι σπουδαστές. Στο τέλος λέει: «Εκείνη εκεί η κηλίδα στον τοίχο».

Θυμάμαι ξαφνικά πως άλλοτε, αν θα στεκόμουνα μπροστά του έτσι όπως είμαι τώρα, χωρίς τίποτε επάνω μου, κι αυτός θα με κοίταζε όπως με κοιτάζει αυτή τη στιγμή, για τόση ώρα και τόσο προσεκτικά, η ταραχή θα τον είχε τελικά κυριέψει και θα τον είχε κάνει να ξεχάσει την αιτία που τον έσπρωξε να με κοιτάξει. Αλλά βλέπω πολύ καλά ότι τώρα δεν ταράζεται καθόλου. Τα μάτια του είναι προσηλωμένα πάνω μου, αλλά χωρίς αναβρασμό: δυο μικρές σκοτεινές λίμνες με αθόλωτη αδιαφορία. Ξαναλέει: «Εκείνη η κηλίδα κοντά στο καλοριφέρ».

Γυρίζω προς τα εκεί: πραγματικά υπάρχει μια κηλίδα, πάνω στον τοίχο, δίπλα στο καλοριφέρ. Πώς καταφέρνει να τη δει όταν το κορμί μου υψώνεται ανάμεσα στα μάτια του και στην κηλίδα; Είναι μια κηλίδα ακανόνιστη, έχει σχήμα παράξενο, μοιάζει με τη Βόρεια Αμερική. Λέω: «Ναι,  υπάρχει ένας λεκές. Περίεργο».

Μιλώντας, πλησιάζω το καλοριφέρ, κάνω δήθεν πως παρατηρώ και μετά γυρίζω το κορμί μου έτσι, ώστε να κολλήσω στον τοίχο και να κρύψω με το σώμα μου σχεδόν ολότελα το λεκέ. Εκείνος προσθέτει: «Είναι απ’ την υγρασία».

Κι εγώ, παιχνιδιάρικα, πάντα κολλημένη στον τοίχο: «Έχει και περίεργο σχήμα. Ας δούμε αν είσαι παρατηρητικός. Κατά τη γνώμη σου τι σχήμα έχει ο λεκές;»

Τελειώνει το δέσιμο της γραβάτας του κι ύστερα ξανακοιτάζει την κηλίδα, δηλαδή κοιτάζει μέσα απ’ το σώμα μου, και λέει: «Δίκιο έχεις, το σχήμα της είναι περίεργο. Μοιάζει με τη Βόρεια Αμερική».

Αποφαίνομαι με τρόπο λογικό: «Εσύ πια δεν μ’ αγαπάς».

«Γιατί;»

Θα έπρεπε να του απαντήσω: «Γιατί για σένα έχω γίνει διάφανη, αθέατη. Το βλέμμα σου με διαπερνάει σαν να ήμουν από γυαλί, σαν να μην υπάρχω». Όμως μου λείπει το κουράγιο. Μένω αμίλητη, ακίνητη, με τα δυο χέρια μου στους γοφούς, και νιώθω σαν αμφορέας. Εκείνος βρίσκει την ευκαιρία, αρπάζει το σακάκι του, το φοράει και με χαιρετάει: «Τρέχω, έχω αργήσει, γεια σου».

Μόνη μου πια, αρχίζω να ντύνομαι με αργές κινήσεις και σκέφτομαι. Είναι ολοφάνερο πως, γι’ αυτόν, είμαι αθέατη. Ή μήπως είμαι και για τους άλλους; Φωνάζω την καμαριέρα, στέκω και πάλι μπροστά στο λεκέ και της λέω:

«Τζοβάνα, αυτός ο λεκές, τι είναι αυτός ο λεκές;»

«Ποιος λεκές, κυρία;»

«Αυτός εδώ κοντά στο καλοριφέρ».

«Μα κυρία, πώς μπορώ να τον δω όταν στέκεστε στη μέση;»

Μετακινιέμαι λίγο: «Οχ! Αλήθεια, ένας πελώριος λεκές. Μα γιατί;»

Την ίδια μέρα, στο τραπέζι. Ο άντρας μου απέναντί μου· πίσω μου κρέμεται στον τοίχο ένας καθρέφτης στιλ λίμπερτι με κλαριά και στεφάνια από λουλούδια. Βλέπω τον εαυτό μου καθαρά στον καθρέφτη, μόλις σκύψω λίγο δεξιά: είμαι όμορφη, πολύ όμορφη και σήμερα έκανα ό,τι μπορούσα για ν’ αρέσω στον άντρα μου: χωρίς σουτιέν, μόνο μ’ ένα πλεκτό, μαλακό κι αβρό, με τριγωνικό πολύ βαθύ ντεκολτέ. Καθυστερεί πίσω απ’ την πλάτη μου Ξέρω πως κάποτε το ντύσιμό μου αυτό ήταν για κείνον ακαταμάχητο.
Τώρα μπαίνει στο δωμάτιο η Τζιλμπέρτα, η ανιψιά του άντρα μου, ένα κοριτσάκι με λεπτό στήθος και χοντρές γάμπες, που τη φιλοξενούμε στο σπίτι μας εδώ και δυο βδομάδες. Η Τζιλμπέρτα δεν κάθεται στη θέση της αμέσως, ετοιμάζοντας με το σταγονόμετρο κάποιο γιατρικό σ’ ένα ποτήρι. Ο άντρας μου με κοιτάζει με προσοχή, όμως το νιώθω, μ’ απόλυτη σιγουριά, ότι τα βλέμματά του περνάνε μέσα απ’ το στήθος μου σαν δυο μυτερά σπαθιά και καρφώνονται σε κάτι που βρίσκεται πίσω μου. Και να, στο τέλος, λέει συλλαβιστά: Τζιλμπέρτα, δε νομίζεις ότι το παρακάνεις με το μίνι;»

Η Τζιλμπέρτα δε δίνει απάντηση αμέσως. Μετράει, πίσω μου τις σταγόνες απ’ το γιατρικό της: «Οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα, δώδεκα». Ύστερα διαμαρτύρεται:

«Μα θείε, γιατί το παρακάνω;»

Ο άντρας μου συνεχίζει να κοιτάζει μέσα απ’ το κορμί μου. Η Τζιλμπέρτα μένει ακίνητη· ίσως να πίνει το φάρμακό της σε μικρές γουλιές. Η κουβέντα τους συνεχίζεται κι ο άντρας μου κάνει κι άλλες παρατηρήσεις για το μάκρος της μίνι φούστας, για τις μπότες που σήμερα φοράνε οι γυναίκες με τα μίνι τους κι άλλα παρόμοια. Νιώθω όλο και περισσότερο αθέατη, διάφανη. Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να σηκωθώ , να φύγω. Ξέρω όμως ότι αυτό επιδιώκει κι ο άντρας μου: μου έδωσε να το καταλάβω πριν λίγες μέρες, όταν παραπονέθηκα για το επίμονο ενδιαφέρον του για την ανιψιά του. Γι’ αυτό μένω καθισμένη, άκαμπτη, χωρίς πια να κοιτάζομαι στον καθρέφτη, με το φόβο πως, αν κοιταζόμουνα, δεν θα έβλεπα τίποτε πια.

Η επόμενη μέρα είναι Κυριακή. Αποφασίζουμε να πάμε κυνήγι, εκείνος, η Τζιλμπέρτα κι εγώ, σ ένα φιλικό κτήμα, όπου υπάρχουν κυρίως φασιανοί κι ορτύκια. Φτάνουμε οι τρεις μας στον κήπο της βίλας  μας. Η Τζιλμπέρτα κι ο άντρας μου ανεβαίνουν στ’ αμάξι, εγώ πηγαίνω ν’ ανοίξω την καγκελόπορτα. Έτσι γίνεται κάθε φορά που πρόκειται να βγούμε: ο άντρας μου κάθεται στο βολάν κι εγώ ανοίγω την καγκελόπορτα. Σήμερα όμως η Τζιλμπέρτα είναι καθισμένη δίπλα του κι εγώ νιώθω ένα αίσθημα παράξενο, δυσάρεστο. Οι δυο τους κάθονται και με βλέπουν μέσα από το παρμπρίζ κι εγώ, με κόπο και ταραχή, κάνω προσπάθειες για να σπρώξω πίσω τα δυο βαριά, σιδερένια θυρόφυλλα. Πάντως τα καταφέρνω, χωρίς να τους κοιτάζω, ή μάλλον κάνοντας πω δεν τους βλέπω, ενώ στην πραγματικότητα τους κατασκοπεύω. Τους βλέπω – ίσως εκείνοι πιστεύουν πως δε φαίνονται επειδή γυαλίζει το τζάμι – να σκύβουν ο ένας κοντά στον άλλο και ν’ αγγίζουν φευγαλέα τα χείλια τους σ’ ένα βιαστικό φιλί. Κι αμέσως το αμάξι ορμάει προς τα εμπρός κι εγώ μόλις και προλαβαίνω να τραβηχτώ στην άκρη. Ο άντρας μου, χωρίς να ταραχτεί, λέει στο τέλος μ’ απόλυτη ηρεμία: «Αυτό το αμάξι κάτι έχει. Φεύγει από μόνο του».

Κι εγώ απαντάω, την ώρα που ανεβαίνω, με φωνή ταραγμένη: «Λίγο έλειψε να με σκοτώσεις».

Φεύγουμε, οι δυο τους μπροστά, εγώ πίσω. Όταν φτάνουμε στο κτήμα, πρ03BFωράμε στο δάσος, σταματάμε σ’ ένα πλάτωμα, κατεβαίνουμε απ’ το αμάξι. Ο άντρας μου κι η Τζιλμπέρτα περπατάνε ο ένας δίπλα στον άλλο, κολλητά, εγώ περίπου είκοσι μέτρα πίσω τους. Φοράμε κι οι τρεις στολή κυνηγετική: όπλα, ζακέτες δερμάτινες, μπότες.

Το δάσος είναι γυμνό· είναι φθινόπωρο· η γη σκεπασμένη από νεκρά φύλλα·  τα δέντρα γέρικα, μοναχικά, θα έλεγε κανείς ετοιμοθάνατα, αγκαλιασμένα ως την κορφή τους απ’ τον κισσό και το πολύ με κάποιο μεγάλο κλωνάρι τους, σχεδόν χωρίς φύλλα, να τεντώνεται απελπισμένα προς τα πάνω, προσπαθώντας να ξεφύγει.  Μαύρα πουλιά χοροπηδάνε, τσιμπολογάνε μέσα στα πεθαμένα φύλλα, υψώνοντας κρατώντας στο ράμφος τους χοντρά κουλουριασμένα σκουλήκια. Ο ήλιος μοιάζει με πορφυρή ρομφαία· η ατμόσφαιρα είναι γαλαζωπή, καπνισμένη, όπως σε ώρα πυρκαγιάς. Ο άντρας μου βαδίζει σιγά και κάθε τόσο σταματάει ξαφνικά, κοιτάζοντας ψηλά, έτσι που ν’  ακουμπάει το σώμα του στο κορμί τη Τζιλμπέρτας, που δεν περπατάει πια δίπλα του, αλλ’ ακριβώς πίσω τους. Η Τζιλμπέρτα δίνει πάντα την εντύπωση ότι ξαφνιάζεται απ’ αυτά τα’ απότομα σταματήματα του άντρα μου· όμως, ποτέ δεν τον απόφυγε. Κι έτσι, κάθε φορά, για ένα δευτερόλεπτο, κολλάει στην πλάτη του με το στήθος και την κοιλιά της.

Όλ’ αυτά τα βλέπω με απόλυτη σαφήνεια. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου αρχίζει να λειτουργεί από μόνο του, χωρίς να καταφέρνω να το ελέγξω. Έτσι λοιπόν εγώ για τον άντρα μου είμαι αθέατη. Πραγματικά, αυτός συμπεριφέρεται σαν να μη με βλέπει, σαν να μην υπάρχω. Όμως, με τη σειρά του, ένα άτομο αθέατο μπορεί να πράξει πολλά πράγματα που δεν επιτρέπονται σ’ ένα πλάσμα ορατό. Μπορεί, για ν’  αναφέρουμε ένα παράδειγμα, να επωφεληθεί απ’ το γεγονός ότι είναι αθέατο, να σηκώσει το όπλο, να σημαδέψει κάποιον και να του ρίξει. Κανείς δε θα καταλάβει τίποτε, έτσι κι αλλιώς το άτομο αυτό είναι αθέατο. Και τώρα σκέφτομαι πως, το να είσαι αθέατος, είναι δίκοπο μαχαίρι Το πρόσωπο που δεν είναι ορατό έχει μειονεκτήματα, αλλά και πλεονεκτήματα.

Αντηχεί πνιγμένη μια τουφεκιά. Η ματιά μου παρακολουθεί το σκύλο που ξεχύνεται ανάμεσα στις φτέρες, αμέσως ύστερα, βλέπω τον άντρα μου να σφίγγει το μπράτσο της Τζιλμπέρτας. Γυρίζει ο σκύλος, μ’ έναν αιματοβαμμένο φασιανό στο στόμα. Ο άντρας μου σκύβει μαζί  με την Τζιλμπέρτα. Πάνω απ’ το κεφάλι του σκύλου φιλιούνται βιαστικά. Ο άντρας μου φωνάζει: «Ο πρώτος φασιανός».

Δεν απαντάω. Συνεχίζουμε την πορεία μας μέσα απ’ τους θάμνους. Ξαφνικά ανοίγεται μπροστά μας ένας τετραγωνισμένος αγρός, φροντισμένος, γιομάτος από πυκνό σκουρόχρωμο χορτάρι. Συνορεύει και στις τέσσερις πλευρές του με το πυκνό κοκκινοβαμμένο δάσος. Και τότε παίρνω την απόφαση: είμαι αθέατη, αυτό είναι το μέρος, ετούτη κι η στιγμή. Φωνάζω στον άντρα μου να κοιτάξει δεξιά του, εκεί πιο πέρα υψώνεται ένας θαυμάσιος φασιανός. Υπακούοντας, αυτός κι η Τζιλμπέρτα, στρέφονται προς εκείνη τη μεριά. Τότε εγώ, απ’ τα’ αριστερά. Σηκώνω το ντουφέκι και σημαδεύω: η πρώτη ριξιά για κείνον, η δεύτερη για την Τζιλμπέρτα. Είμαι γερή στο σημάδι, δε θ’ αποτύχω.

Όμως, αναπάντεχα, ο φασιανός περνάει μπροστά μου απ’ τα δεξιά στ’  αριστερά. Σαν αστραπή γυρίζει ο άντρας μου και, χωρίς καν να σκοπεύσει, τραβάει. Πέφτω στη γη, πλαγιαστά, με το πρόσωπο χωμένο μέσα στο δροσερό και παχύ χορτάρι. Βλέπω τον άντρα μου να περνάει δίπλα μου, για να μαζέψει το φασιανό που χτύπησε ρίχνοντας μέσα απ’ το κορμί μου. Κοιτάζω τις μπότες του, από ακατέργαστο ανοιχτόχρωμο δέρμα, βρεγμένες, με κάτι κομματάκια πράσινο χορτάρι κολλημένο στα κορδόνια τους. Δε με βλέπει, είμαι αθέατη όσο ποτέ, θα πεθάνω ξεματωμένη στο λιβάδι κι εκείνοι θα γυρίσουνε χωρίς εμένα, μονάχοι τους, στην πόλη.

• Αλμπέρτο Μοράβια
• Ο Παράδεισος
• Μετάφραση: Έρη Κανδρή
• Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Με τον τίτλο Ο Παράδεισος, ο Μοράβια μας δίνει 34 διηγήματα, με ηρωίδες σημερινές γυναίκες. Μέσα στο άγχος, την αβεβαιότητα και την ανία, οι ηρωίδες των διηγημάτων προσπαθούν να βρουν την ισορροπία τους. Η ρίζα του κακού, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, δημιουργεί πλάσματα χαμένα, ανίκανα να χαρούν τον έρωτα. Η διήγηση είαι αφαιρετική.

O Αλμπέρτο Μοράβια [Alberto Moravia, ψευδώνυμο του Alberto Pincherle, Ρώμη 28 Νοεμβρίου 1907 – 26 Σεπτεμβρίου 1990] ήταν Ιταλός συγγραφέας, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Καταγόταν από εύπορη μεγαλοαστική οικογένεια της Ρώμης. Στα 16 του προσβλήθηκε από φυματίωση και για δυο χρόνια έμεινε σε σανατόριο όπου συμπλήρωσε μόνος του την μόρφωσή του. Εργάστηκε μετά ως δημοσιογράφος στο Τορίνο και στο Λονδίνο.

Στα 22 του δημοσιεύτηκαν Οι Αδιάφοροί του, απεικόνιση της ηθικής κατάπτωσης στην οποία οδηγείται μια μεσοαστική οικογένεια χωρίς αρχές, έργο που προκάλεσε αίσθηση για την ωμή περιγραφή της νεανικής ιδίως διαφθοράς.

Σύζυγός του από το 1941 μέχρι το 1962 ήταν η συγγραφέας Έλσα Μοράντε. Το 1984 εξελέγη ευρωβουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας.

Τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του εξετάζουν την μοναξιά και την ανθρώπινη αλλοτρίωση, την έλλειψη δημιουργικού ενδιαφέροντος (La noia, 1960) και την προσπάθεια διαφυγής μέσω του γενετήσιου ενστίκτου χωρίς βαθύτερα αισθήματα. Το λιτό και χωρίς εξωραϊσμούς ύφος του και οι χαρακτήρες που είχε δημιουργήσει τον κατατάσσουν ανάμεσα στους σημαντικότερους πεζογράφους της εποχής του.

Μυθιστορήματα

• Gli indifferenti (Οι αδιάφοροι, 1929)
• La mascherata (Η μασκαράτα, 1941)
• Agostino (Αγκοστίνο, 1944)
• La romana (Η γυναίκα της Ρώμης, 1947)
• La disubbidienza (Η ανυπακοή, 1948)
• L’amore coniugale (Ο γαμήλιος έρωτας, 1949)
• Il conformista (Ο κονφορμιστής, 1951)
• Il disprezzo (Η περιφρόνηση, 1954)
• La ciociara (Η χωριάτισσα, 1957)
• La noia (Η πλήξη, 1960)
• Io e lui (Εγώ και αυτός, 1971)
• Un’altra vita (Μια άλλη ζωή, 1973)
• La vita interiore (Η εσωτερική ζωή, 1978)
• 1934 (1982)
• La tempesta (Η θύελλα, 1984)
• L’uomo che guarda (Ο άνθρωπος που κοιτάζει, 1986)
• Il viaggio a Roma (Το ταξίδι στη Ρώμη, 1988)

Συλλογές διηγημάτων

• La bella vita (Η ωραία ζωή, 1935)
• L’imbroglio (Η εμπλοκή, 1937
• I sogni del pigro (Τα όνειρα του τεμπέλη, 1940)
• L’amante infelice (Ο άτυχος εραστής, 1943)
• L’epidemia (Η επιδημία, 1944)
• Racconti romani (Ρωμαϊκά διηγήματα, 1954)
• l mondo è quello che è (Ο κόσμος είναι αυτός που είναι, 1966)
• Il paradiso (Ο παράδεισος, 1970)
• La villa del venerdì (Η βίλλα της Παρασκευής, 1990)

Δοκίμια

• La speranza, ossia Cristianesimo e Comunismo (Η ελπίδα, ή Χριστιανισμός και Κομμουνισμός, 1944)
• Un mese in URSS (Ένας μήνας στην ΕΣΣΔ, 1958)
• Un’idea dell’India (Μια ιδέα της Ινδίας, 1962)
• L’uomo come fine (Ο άνθρωπος ως σκοπός, 1964)
• La rivoluzione culturale in Cina (Η πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα, 1967)
• Un miliardo di anni fa… (Πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια, 1979)
• L’inverno nucleare (Ο πυρηνικός χειμώνας, 1986)

Ελληνικές μεταφράσεις

• Οι αδιάφοροι : Σπύρος Βυζαντινός (Δωρικός, 1971)
• Αγκοστίνο : Μάρθα Σαλάκου (Οδυσσέας, 1981)
• Ο γαμήλιος έρωτας : Ξ.Ι.Καρακάλος (Μαρή, 1970)
• Η περιφρόνηση : Σοφία Μαυρόχη (Γ.Σίσκος, χχ)
• Η χωριάτισσα : Αριστ. Καντάς & Π. Σκαφίδα-Καντά (Οδυσσέας, 1982)
• Η πλήξη : Κωστούλα Μητροπούλου (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1969)
• Εγώ και αυτός : Έρη Κανδρή (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1971, 1978)
• 1934 : Κ.Κυριακίδου-Καφετζή (Εξάντας, 1984)
• Ο άνθρωπος που κοιτάζει : Θαν. Μετσιμενίδης (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1986)
• Το ταξίδι στη Ρώμη : Θαν. Μετσιμενίδης (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1990)
• Cortigiana stanca (Κουρασμένη εταίρα) και άλλα διηγήματα (συμπεριλαμβάνονται Η εμπλοκή και Ο άτυχος εραστής) : Μπάμπης Γραμμένος (Άγκυρα, 1970, 1973, 1976, 1980)
• Ο παράδεισος και άλλα διηγήματα : Έρη Κανδρή (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1979)
• Η βίλλα της Παρασκευής και άλλα διηγήματα : Θαν. Μετσιμενίδης (Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1991)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή