Αλμπέρτο Μοράβια: Μερικές σκέψεις για το ιδιαίτερο στιλ του Ιταλού συγγραφέα

by Times Newsroom 1

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΤΣΙΜΕΝΙΔΗΣ*

 Μερικές σκέψεις για το ιδιαίτερο στιλ του Αλμπέρτο Μοράβια

 

ΤΕΛΙΚΑ, αυτό που ανακαλύπτεις στην πεζογραφία του Μοράβια, πέρα από τον αιρετικό του καθολικισμού και του αστικού τρόπου ζωής, και πέρα από την επίμονη επιστροφή στο γενετήσιο ένστικτο, καθώς, μάλιστα, το προσδιορίζει σαν δύναμη αρχέγονη που επηρεάζει έτσι ή αλλιώς την εσωτερική ζωή των ηρώων του, αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά τους, πέρα απ’ όλα αυτά, εκείνο που κυρίως ανακαλύπτεις είναι ένα πνεύμα ακατάπαυτα ανήσυχο που καταδύεται στην ανθρώπινη φύση, ερευνώντας, αναλύοντας, μελετώντας, κι ύστερα καταγράφοντας τις εντυπώσεις του σ’ ένα ψηφιδωτό όπου η κάθε λέξη είναι χαραγμένη με θαυμαστή σταθερότητα κι όπου οι χαρακτήρες του (με τις αγωνίες, τις λαχτάρες και τα σκοτεινά τους πάθη), αναπτύσσονται με σίγουρο χέρι και μ’ ένα χάρισμα που φαίνεται να χάνεται όλο και περισσότερο από τη λογοτεχνία κι από τη ζωή: με το χάρισμα του χαμόγελου, ενός χαμόγελου όχι από συγκατάβαση και επιείκεια αλλά από ένα βαθύτατα ανθρώπινο οίκτο.

Σε λίγους δημιουργούς, είν’ αλήθεια, ισορροπούν αρμονικά οι θεωρητικές τους απόψεις για τη ζωή και την τέχνη, με το καθαυτό τους έργο. Η περίπτωσή μας, “Παιδική αρρώστια της λογοτεχνίας”, θα χαρακτηρίσει τα λογοτεχνικά κείμενα που διακρίνονται για την ασάφεια και το σκοτεινό ύφος, κι ο αναγνώστης, πράγματι, δε θ’ αργήσει ν’ αντιληφθεί στο έργο του μια σαφήνεια και καθαρότητα, που διατηρείται, μάλιστα, με υποδειγματική συνέπεια απ’ το πρώτο κιόλας βιβλίο, τους “Αδιάφορους” (1929), ώς το τελευταίο, τη “Βία της Παρασκευής” (1990).

Και θ’ αντιληφθεί και τούτο: όπως δεν καταφεύγει στην ασάφεια, άλλο τόσο δεν καταφεύγει και στα φιλολογικά στολίδια, και προπαντός δεν καταφεύγει στο φανταχτερό επίθετο που μπορεί μεν να εντυπωσιάζει αλλά που δεν πείθει. Κι ότι, αντίθετα, για να δημιουργήσει γκροτέσκο κλίμα, που αποτελεί και τον οικείο χώρο του, δε διστάζει να καταφύγει στη σχηματοποίηση και την υπερβολή: “Έμοιαζε με μπάλα, ή μάλλον με δυο μπάλες, μια μεγάλη, το κορμί του, και μια μικρή, το κεφάλι του”. (“Σκέψου!”) Και τούτο: σπάνια καταφεύγει στην περιγραφή του περιβάλλοντος, θα το κάνει μόνο αν κρίνει πως αυτό είναι απαραίτητο για τη διηγηματική ή δραματική εξέλιξη του μύθου, ή για κάτι άλλο καίριο, λόγου χάρη για να καταγγείλει: “Ο δίσκος του ήλιου κίτρινος, σβησμένος, έτρεχε γοργά πίσω απ’ τα σύννεφα, λες για να μη τους στείλει ούτε μια από τις αχτίνες του”, υπογραμμίζει στη “Βίλα της Παρασκευής”, καθώς περιγράφει μια πλαζ όπου οι άνθρωποι κολυμπούν σε μια θάλασσα ξεθωριασμένη, θολή, γεμάτη βρομιές και σκουπίδια.

Κι ότι του αρέσει να κάνει αφορισμούς: “Τον πειρασμό κάποτε τον έλεγαν διάβολο, τώρα τον λένε καταναλωτισμό” (“Σκέψου!”), “Το θέατρο είναι η ανώτερη έκφραση της λογοτεχνίας, η τραγωδία η ανώτερη έκφραση του θεάτρου” (“Ο δίσκος μπροστά στην πόρτα”), ή να θέτει ερωτήματα: “Γιατί υπάρχει το κακό;” (“Το ταξίδι στη Ρώμη”). “Γιατί άμα βγάλουμε τα φτερά από μια μύγα ξακολουθεί να περπατά, ενώ άμα βγάλουμε τα φτερά από μια πεταλούδα ούτε περπατά μα ούτε και πετάει;” (“Με λένε Αλίκη, είμαι μια σβούρα”). Κι ακόμα του αρέσει να παίζει με τα σύμβολα. Ο ήρωάς του στον “Άνθρωπο που κοιτάζει” κυριαρχείται από την έμμονη ιδέα να φωτογραφίσει ένα σύννεφο που στέκει πάνω απ’ τον τρούλο του Αγ. Πέτρου της Ρώμης και μοιάζει με ατομικό μανιτάρι. Για τον ήρωα αυτόν, που έζησε την έξαρση της νιότης στη φοιτητική εξέγερση του Παρισιού τον Μάη του ’68 -και κατ’ επέκταση και για τον αναγνώστη-, το σύννεφο – ατομικό μανιτάρι (πάνω από την έδρα της παπικής εξουσίας!), γίνεται το σύμβολο εενός κόσμου γερασμένου και παρακμασμένου. Κι επικίνδυνου.

Ένα άλλο που θ’ ανακαλύψεις, κοινωνώντας με τη δημιουργία του Μοράβια, που μάλιστα χαρακτηρίζει και σφραγίζει το προσωπικό του στιλ, είναι το παιχνίδι με τα ταμπού. Τα ταμπού εμποδίζουν την κοινωνία να γίνει ζούγκλα αλλά κι αποτελούν αιτία για ψυχικά τραύματα που ανοίγουν (στη νεαρή, κυρίως, ηλικία), και δεν κλείνουν, στην πραγματικότητα, ποτέ. Στον “Αγκοστίνο” ένα δωδεκάχρονο αγόρι αισθάνεται λανθάνουσα σεξουαλική έλξη για τη μητέρα του, ενώ στον “Άνθρωπο που κοιτάζει” ο ήρωας προβληματίζεται με το πάθος που ωθεί το άτομο ν’ αναζητά το ρίγος της ερωτικής έκστασης, παρακολουθώντας ένα ερωτικό ζευγάρι, κρυφά. Πάθος που φτάνει στην ακραία μορφή του όταν το άτομο εκστασιάζεται παρακολουθώντας, πάντα κρυφά, έναν άλλον, την ώρα που παρακολουθεί, επίσης κρυφά, το ερωτικό ζευγάρι.

Γι’ αυτή την περίπτωση, μάλιστα, προσφεύγει στον Ηρόδοτο, συγκεκριμένα στην αναφορά του στο βασιλιά Κάνδαυλο, που, φαίνεται πως για τούτη τη μορφή ερωτικής έκστασης υπήρξε… ο πρώτος διδάξας. Στο “Ταξίδι στη Ρώμη” ο ήρωας πιστεύει πως θα γιατρευτεί από μια τραυματική εμπειρία της παιδικής του ηλικίας, αν κάνει έρωτα με μια γυναίκα που μοιάζει με τη νεκρή μητέρα του, κι ένα από τα πρόσωπα στο διήγημα “Σκέψου” κατηγορείται πως έχει προσωποποιήσει τη δικαιοσύνη σαν μητέρα και τη θέλει αποκλειστικά για τον εαυτό του, ενώ στη “Βίλα της Παρασκευής” η ηρωίδα παρασύρεται από σαδομαζοχιστικές  τάσεις, και στο “Δίσκο μπροστά στην πόρτα” ένας έφηβος συνθλίβεται μέσα σ’ ένα πλέγμα  από ταμπού, για να μη γευθεί τελικά την ερωτική ηδονή με μια γυναίκα κορεσμένη από ερωτικές ηδονές.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η σκέψη του Φρόιντ εδώ είναι πανταχού παρούσα. Όχι τυχαία. Ο Μοράβια εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1929, εποχή που στον πνευματικό χώρο της Ευρώπης ήδη έχει απλωθεί κι επηρεάζει ευρύτατους κύκλους διανοουμένων το έργο του Φρόιντ, έργο διαποτισμένο από πνεύμα απαισιοδοξίας, όχι, ωστόσο, εντελώς σκοτεινής και αδιέξοδης. Αντίθετα από τον Κάφκα: “Ο Θεός πέθανε, ο κόσμος δεν έχει πια καμιά ουσία”, ο Φρόιντ αναγνωρίζει πως ο άνθρωπος στην οδυνηρή πορεία του πάνω στη γη, μες στα τόσα βάσανα, τους πόνους και τις θλίψεις έχει κι ένα μικρό, έστω, μερτικό ευτυχίας, χάρη στο οποίο το άχθος της ζωής γίνεται λιγότερο οδυνηρό κι αβάσταχτο. Ποιο είναι αυτό; Αφενός η ανώτατη φυσική ηδονή που προσφέρει ο έρωτας κι αφετέρου η ανώτατη πνευματική ηδονή που προσφέρει η Τέχνη. Τούτη η φροϊδική θέση θα γίνει για τον Μοράβια, από κει και πέρα, το λάβαρο της ζωής του και το ενδόσημο του λογοτεχνικού του έργου.

Η ματιά του είναι φρέσκια, απέραντα αφελής, και συνάμα απέραντα διαβολική, και η περιέργειά του καθώς διεισδύει το σκοτεινό χώρο του σεξουαλικού ένστικτου, άπληστη. Άπληστη, ναι, όχι όμως και χωρίς όρια.. από ένα σημείο και μετά καιροφυλακτεί η καταστροφή, θα πει στον “Άνθρωπο που κοιτάζει”, που έχει, άλλωστε, για θέμα την αχαλίνωτη περιέργεια (και τις συνέπειές της), στο χώρο του σεξ αλλά και της… πυρηνικής φυσικής. Θέμα αρκετά στριμμένο και, μάλλον, άχαρο στο χώρο της λογοτεχνίας, που όμως αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά του έργα. Πώς γίνεται αυτό;

Ποια τα μυστικά εργαλεία που μεταμορφώνουν ένα τέτοιο θέμα σε ανάγνωσμα γοητευτικό που δεν το αφήνεις πριν ρουφήξεις και την τελευταία σελίδα; Γίνεται γιατί συμπλέκει την περιέργεια και τ’ αναρίθμητα ερωτηματικά γύρω από την πυρηνική φυσική -μ’ έναν ευφυέστατο τρόπο-, με την περιέργεια και τ’ αναρίθμητα ερωτηματικά γύρω από το σεξ: “Οι ερευνητές που φτάσαν στη διάσπαση του ατόμου κατέχονταν από μια ακόρεστη περιέργεια, όμοια με την ακόρεστη περιέργεια εκείνου που παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα”.

Πρώτον αυτό. Όχι και το μόνο. Το άλλο είναι το χιούμορ. Ένα ιδιότυπο χιούμορ, άλλοτε αθώο κι άλλοτε αιχμηρό, πάντα λυτρωτικό. Ακόμα, υπάρχει σε τούτο το βιβλίο κι ένα πρόσωπο επιμελώς δημιουργημένο για να φαιδρύνει τη διήγηση, ο Οσβάλντο, “ένας κοντός, ολότελα φαλακρός, με πυκνή γενειάδα, που λες και την είχε αφήσει για ν’ αναπληρώσει τη θέα του γυμνού κρανίου του”. Αυτός ο Οσβάλντο ραντίζει την ατμόσφαιρα με ριπές ενός ευφρόσυνου χαμόγελου, ρόλο, άλλωστε, που αναλαμβάνει πάντα κάποιο από τα πρόσωπα στις ιστορίες του.

Λόγου χάρη, στο “Ταξίδι  στη Ρώμη” ο Ρικάρντο ντε Ζίο, μια φιγούρα που ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, ώς τα δηγήματα του τελευταίου του βιβλίου (“Η βίλα της Παρασκευής”), από την Πιετρομπόν στο “Δίσκο μπροστά στην πόρτα” ώς τον Τούλιο στο “Με λένε Αλίκη, είμαι μια σβούρα”, κι από τον Πεγκοράρο στο γκογκολικής σύλληψης “Σκέψου!” ώς τη Ρίτα στο “Λατίνα Εξπρές”. Κι εννοείται, το χιούμορ υπάρχει πριν και πέρα από τα σπινθιρίσματα και τις ευτράπελες καταστάσεις που δημιουργούν τα πρόσωπα αυτά, βρίσκεται παντού, σε κάθε σελίδα, είναι η ψυχική έξαρση, η οίηση – η μαγιά.

Η ξεχωριστή (και σημαδιακή) θέση του παιδιού είναι επίσης ένα από τα χτυπητά γνωρίσματα στην πεζογραφία του Μοράβια. Το παιδί, είτε σαν πρωταγωνιστική φιγούρα (“Αγκοστίνο”, “Χωριάτα”), είτε σαν περαστική (“Αδιάφοροι”, “Ο άνθρωπος που κοιτάζει”, “Ταξίδι στη Ρώμη”). Ο Αγκοστίνο είναι ένα τρυφερό κι εξαιρετικά ευάλωτο αγόρι μιας αστικής οικογένειας, που, αντίθετα από τη μορταρία της διπλανής λαϊκής γειτονιάς που ανδρώνεται στη φυσική και τραχιά ατμόσφαια του υπαίθρου, αυτός μεγαλώνει σαν την πεταλούδα μέσα στο κουκούλι, χωρίς τον ζωογόνο αέρα του ανοιχτού χώρου.

Η γνωριμία μαζί τους θα γίνει με βίαιο τρόπο, κι οδυνηρά ερωτηματικά θα γεννηθούν μέσα του. Μπροστά σε άλλου είδους ερωτηματικά θα βρεθει το παιδί στον “Άνθρωπο που κοιτάζει”, όταν σε μια από τις σπάνιες εξόδους του (με τη μητέρα πάντα), θα οδηγηθεί στην εκκλησία και θα σταθεί μπροστά στην εικόνα της Παναγίας: “Με κοίταζε με βλέμμα συμπόνιας. Γιατί; Εγώ ήμουν ένα υγιέστατο παιδί, ζούσα με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, είχα γκουβερνάντα, όλοι μ’ αγαπούσαν κι ήμουν ευτυχισμένος. Και τότε τι νόημα είχε η συμπόνια της Παναγίας;”.

Πρέπει, ωστόσο, να πούμε πως στιγμές σαν την παραπάνω μιας ευρύτερης προβληματικής στα βιβλία του Μοράβια είναι περαστικές και σκόρπιες. Παρασύρονται γρήγορα από τη μάζα του κεντρικού θέματος που είναι πάντα το ίδιο: το παμπάλαιο, διαρκώς ανανεούμενο πολεμικό παιχνίδι των φύλων, όπου ο άντρας κατά κανόνα είναι το παίγνιο, η γυναίκα όντας ικανή να δαμάζει τις επιθυμίες της, εκείνη που ελέγχει το παιχνίδι. Όμως ύστερα από κάθε μάχη βγαίνουν και οι δυο εξίσου χαμένοι κι εξατμίζονται σ’ ένα κενό χωρίς ελπίδα, αφού πέρα από τον μοναδικό στόχο τους να κυριαρχήσει ο ένας στον άλλο, δεν έχουν άλλα ιδανικά απ’ όπου θα μπορούσαν ν’ αρπαχτούν.

Οι ήρωές του, μ’ άλλα λόγια, δεν είναι “κόκκοι της ηπείρου”, κι όταν φύγουν ανάμεσα από τους ζωντανούς, η καμπάνα δε θα χτυπήσι για σένα, επειδή στο διάστημα της ζωής τους δε σ’ άγγιζαν, και δε σ’ άγγιξαν επειδή τους έλειπε η ψυχική δροσιά του κοινωνικού ατόμου. Αυτό που σ’ άγγιξε -και σε συνεπήρε-, ήταν η κατάδυση και η περιπλάνηση στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης όπου κρύβονται σκοτεινές κι ανελέητες δυνάμεις καταστροφής, μια περιπλάνηση δοσμένη σαν ένα παιχνίδι με έξυπνες κινήσεις και περίφημες φάσεις, όπως σε μια παρτίδα σκάκι, με σκακιέρα εδώ το ανθρώπινο κορμί, της γυναίκας κυρίως, παιχνίδι στο οποίο ξοδεύεται άφθονη εγκεφαλική ουσία αλλά καθόλου της καρδιάς το αίμα. Μερικές στάλες μόνο εδώ κι εκεί…

Κλείνοντας τούτο το σημείωμα θα ‘θελα να πω δυο λόγια για τη μετάφραση στη γλώσσα μας του μοράβια, ενός συγγραφέα που διακρίνεται για τη στερεότητα και στιλπνάδα των κειμένων του, και, προπαντός, για το ιδιόρρυθμο στιλ του, δυο χαρακτηριστικά που αν δεν αποδοθούν εύστοχα (συχνά έχουν κακοποιηθεί βάναυσα), το μεταφρασμένο κείμενο χωλαίνει και καταρρέει από μόνο του. Το ζήτημα, βέβαια, είναι γενικότερο, αφορά κείμενα και άλλων συγγραφέων, κι ανάμεσά τους, δυστυχώς, κι έργα υψηλής σύλληψης και μεγάλης πνοής, που δεινοπάθησαν από αδέξιες και κακορίζικες μεταφράσεις, σε σημείο, μάαλιστα, που ο αναγνώστης να σχηματίζει τελικά μια στρεβλή κι άδικη εικόνα  για τους συγγραφείς τους. Αυτό όμως… άλλου παπά ευαγγέλιο.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΔΙΑΒΑΖΩ. Δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του Βιβλίου. Τεύχος 256, 6/2/1991

__________________________________
Θανάσης Μετσιμενίδης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1936 και πέθανε το 2014. Σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Μιλάνο (Centro Sperimentale). Γύρισε την ταινία Η ανάσα της γης (βασισμένη στο «Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη). Το 1988 έγραψε το θεατρικό Ένα στάχυ αθέριστο που απέσπασε το κρατικό βραβείο και παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1990. Μετέφρασε σύγχρονους Ιταλούς πεζογράφους. Ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Αθηναϊκή, Αυγή, και Έθνος. Πέθανε το 2014. Έργα του είναι: Βροντάει στον κάμπο (1959), Μια χούφτα σάρκα (1964), Νάτσκας (1985), Το όραμα ενός ανθρωπάκου (1988), Απρίλης δίχως χαρά (1997), Ο ληστής και ο νόμος (2004), Η Μαρία που ήρθε από τα δάση (2010), Ένα αστέρι αγρυπνάει στη Μακεδονία (2014).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Αλμπέρτο Μοράβια. Σύζυγος: Έλσα Μοράντε, Σύντροφος: Ντάτσα Μαραΐνι!!!

Αλμπέρτο Μοράβια: Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος επειδή υποφέρει

Αλμπέρτο Μοράβια: «Οι Αδιάφοροι» | Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Αλμπέρτο Μοράβια: Έγραψε για την μοναξιά και την ανθρώπινη αλλοτρίωση

Αλμπέρτο  Μοράβια: «Γυναίκα αθέατη» / διήγημα

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή