Αλβέρτος και Ελενίτσα

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ
Share this

Ο Αλβέρτος Χατσατουριάν, νεαρός υφασματέμπορος των Αθηνών, συνονόματος του σπουδαίου Αρμένιου μουσικοσυνθέτη Αράμ Χατσατουριάν, χωρίς άλλη σχέση μαζί του, σχετικά πλούσιος και αρκετά γοητευτικός στην εμφάνιση, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας τον τελευταίο καιρό, γιατί είχε σχεδόν όλα όσα ονειρευόταν από μικρό παιδί για να απολαύσει μία ήσυχη , άνετη και ευτυχισμένη ζωή: είχε λεφτά, όχι απεριόριστα βέβαια, αλλά τόσα όσα του χρειάζονταν ώστε να μην στερηθεί ποτέ τίποτα αυτός και η οικογένειά του, όμορφη γυναίκα, σεμνή, υπάκουη, παρμένη κατευθείαν από την αγκαλιά της μάνας της και εκτίμηση και σεβασμό από τον κοινωνικό του περίγυρο. Το μόνο που του απόμενε ήταν να αποκτήσει, το συντομότερο δυνατόν, και απογόνους, ώστε η ευτυχία του να είναι πλήρως ολοκληρωμένη.

Ο Αλβέρτος ήταν καλός άνθρωπος, είχε ζήσει μέχρι τώρα, παρά το νεαρό της ηλικίας του και τους πειρασμούς που βρίσκονταν κάθε στιγμή στο δρόμο του, μία ήσυχη και μετρημένη ζωή, απολαμβάνοντας, αυτός και η γυναίκα του, τους πλούσιους καρπούς της τίμιας εργασίας του. Τη γυναίκα του την είχε παντρευτεί πριν από λίγο καιρό και ήταν η εκλεκτή της καρδιάς του, εκείνη που από χρόνια συμπαθούσε και επιθυμούσε ακράδαντα να συνδέσει μαζί της τη ζωή του και να αφήσουνε μαζί το στίγμα τους στη ήσυχη ζωή που επιθυμούσε ο ίδιος.

Ήταν η Ελενίτσα του Χασουριάν, κόρη πλούσιου εμπόρου και αυτή της οδού Ερμού, όμορφη, ευγενής, γλυκομίλητη και προσηνής, αρκετά κομψή, αλλά με μία μικρή συγκράτηση στα λούσα και την άσκοπη πολυτέλεια. Αυτό ακριβώς που επιθυμούσε και ο Αλβέρτος. Το μόνο της μειονέκτημα, που όμως τον προβλημάτιζε και γι’ αυτό το σχολίαζε πολύ συχνά με τους φίλους και τους οικείους του, πολλές φορές μάλιστα μπροστά στη νεαρή γυναίκα, γεγονός που την εξόργιζε υπερβολικά, αλλά συγκρατιόταν αρκετά καλά ώστε να μη δείχνει τίποτα στους άλλους, κι ας έβραζε ολόκληρη, μέσα και έξω, από θυμό και οργή, το μόνο της μειονέκτημα λοιπόν, κατά τον Αλβέρτο, ήταν πως ήταν υπερβολικά ντροπαλή και κάθε φορά που εμφανιζόταν κάποιος άλλος στο σπίτι, γινόταν αμέσως κόκκινη σαν παπαρούνα, τραύλιζε, έχανε τα λόγια της και το έβαζε, τέλος, στα πόδια, γιατί ούτε η ίδια δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτή τη συμπεριφορά από τον εαυτό της. Ένιωθε πάντα πως της ήταν εντελώς αδύνατο να αντιμετωπίσει με γενναιότητα μία τέτοια κατάσταση , για την οποία η ίδια ήταν υπεύθυνη και μόνο.

Έτσι ένιωθε πάντα και παρά τις προσπάθειες που προσπάθησε να κάνει τελευταία, δεν κατόρθωσε να βελτιώσει κάπως την κατάστασή της. Όλοι έλεγαν ότι θα την βοηθήσουν να το ξεπεράσει το πρόβλημα, αλλά στην πραγματικότητα κανένας δεν την βοηθούσε πραγματικά, αφού της θύμιζαν συνεχώς το πρόβλημά της και ο ίδιος ο Αλβέρτος μάλιστα ξεχνιόταν πολλές φορές και το συζητούσε με άλλους μπροστά της χωρίς να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος πόσο μεγάλη ζημιά της προξενούσε στην, κατά τα άλλα, ευαίσθητη, ψυχή της. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα η Ελενίτσα έπιανε πολλές φορές τον εαυτό της, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβανόταν το λάθος από τον Αλβέρτο, να νιώθει εχθρικά συναισθήματα μέσα της και μία έντονη επιθυμία να τον εκδικηθεί κάποια στιγμή, με την πρώτη ευκαιρία που θα της παρουσιαζόταν στη ζωή της.

Ο Αλβέρτος, βέβαια, ένιωθε πάντα να την αγαπάει και γι’ αυτό την δικαιολογούσε απόλυτα στους άλλους κάθε φορά που το έβαζε στα πόδια καταντροπιασμένη, κατά βάθος όμως, έπιανε τον εαυτό του να νιώθει συνάμα και μία βαθιά ικανοποίηση που ήταν ο μοναδικός άνδρας στη ζωή της που μπορούσε να βρεθεί και να συνευρεθεί μαζί της, χωρίς να την κάνει να ντρέπεται και να το βάζει στα πόδια. Ήταν μία εγγύηση, έτσι πίστευε, ότι δεν θα έβρισκε ποτέ της το θάρρος να τον απατήσει με κάποιον άλλο άνδρα όσες ευκαιρίες και αν της παρουσιαστούν στο δρόμο της. Και μεταξύ μας δεν είναι λίγες οι ευκαιρίες που έχει κάποιος στις ημέρες μας να απατήσει το σύντροφό του, είτε άνδρας είναι είτε γυναίκα. Γι’ αυτό και την επαινούσε δημόσια στους φίλους του, για την αρετή της, για την κοσμιότητα του χαρακτήρα της, τη σωφροσύνη της και την έμφυτη αιδημοσύνη της. Και ήταν πανευτυχής για αυτό. Στον καιρό που ζούμε, συνήθιζε να λέει, που όλα είναι ρευστά και τα ήθη των ανθρώπων εξαχρειωμένα η τίμια γυναίκα είναι ο πρώτος αριθμός του λαχείου για έναν άνδρα.

Οι περισσότεροι που τον άκουγαν να αγορεύει κουνούσαν το κεφάλι τους καταφατικά, σημάδι πως συμφωνούσαν με τα λεγόμενά του. Ένας μόνο από τους φίλους του, ο Νίκος, φαινόταν πάντα δύσπιστος, πολύ δύσπιστος θα έλεγα και τον αντέκρουα πάντα με τον κυνικό του λόγο. Σιγά μην είναι έτσι, του έλεγε, απλά δεν βρέθηκε ακόμη ο κατάλληλος που θα την αποπλανήσει. Ο Αλβέρτος νευρίαζε τότε, ενοχλιόταν αφάνταστα που βρισκόταν άνθρωπος που να αμφισβητεί σε τόσο μεγάλο βαθμό τα λεγόμενά του, ήθελε να του επιτεθεί αλλά δεν το αποτολμούσε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει και τη φιλία τους που διαρκούσε τόσα χρόνια χωρίς πραγματικά προβλήματα.

Την ίδια συζήτηση είχαν πιάσει και σήμερα. Νωρίτερα η Ελενίτσα είχε και πάλι αποσυρθεί αναψοκοκκινισμένη στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της, που λέει ο λόγος, αλλά άκουε τη συζήτηση των δύο ανδρών, αφού είχε επιστρέψει και είχε στηθεί πίσω από την ανοιχτή πόρτα του σαλονιού τους. Δεν ήθελε να χάσει λέξη από όσα έλεγαν οι δύο άνδρες. Να μην έχεις καμία εμπιστοσύνη στις γυναίκες, του έλεγε εκείνη τη στιγμή ο Νίκος, συμφωνώ, του ανταπαντούσε εκείνος, αλλά στην Ελενίτσα μου έχω. Και αν θέλεις, συμπλήρωσε, μπορούμε να βάλουμε και στοίχημα πως δεν θα βρεθεί ποτέ άνθρωπος που θα μπορέσει να την αποπλανήσει. Είμαι τόσο σίγουρος γι’ αυτήν που, αν θες, μπορείς να δοκιμάσεις κι εσύ ο ίδιος, που θεωρείσαι μεγάλος γυναικοκατακτητής. Βάζω στοίχημα τη μισή μου περιουσία, κατέληξε. Πρόσεξε, μην το πάθεις σαν τον Κανδαύλη, του είπε ο Νίκος, χαμογελαστός, όπως πάντα, και χάσεις περιουσία και γυναίκα μέσα σε μία νύχτα για ένα και μόνο λόγο. Και, δυστυχώς, σήμερα δεν υπάρχει ο Ηρόδοτος για να περιγράψει με το γλαφυρό του λόγο τα παθήματά σου, κατέληξε αποδεχόμενος ταυτόχρονα την πρόκληση του στοιχήματος.

Η νεαρή γυναίκα είχε ακούσει ολόκληρη τη συζήτηση απ’ την κρυψώνα της και δεν έκρυβε τον αποτροπιασμό της για το στοίχημα που έβαλαν μεταξύ τους οι δύο άνδρες, αλλά περισσότερο τα είχε με τον δικό της που συζητούσε τόσο αδιάντροπα με τους φίλους του για την ίδια και τη συμπεριφορά της. Ακούς εκεί ο αχρείος με τι ασχολείται, σκέφτηκε, ο άλλος, τι φταίει ο άλλος, ένας ξένος άνθρωπος είναι. Ο δικός μου έχει κόψει άλυσο και πρέπει να τιμωρηθεί για την αμετροέπειά του. Κοίταξε για λίγο, με προσοχή, για να μην γίνει αντιληπτή, το Νίκο από το άνοιγμα της πόρτας. Νόστιμος είναι ο άτιμος, σκέφτηκε, νόστιμος ήταν πάντα άλλωστε, είναι πιο σοβαρός από τον αφελή και χαζοχαρούμενο άνδρα μου. Αμέσως της ήρθε στο νου η εικόνα ότι είχαν μεγαλώσει μαζί, στην ίδια γειτονιά, από μικρά παιδιά και ήταν πάντα οι καλύτεροι φίλοι. Σαν φίλοι εξάλλου είχαν αγγιχτεί μεταξύ τους πολλές φορές στο παρελθόν, όταν ήταν παιδιά και πάντα είχε, μετά από κάθε τέτοιο άγγιγμα, μία παράξενα ευχάριστη αίσθηση στο μυαλό της που τη θυμόταν για πολύ καιρό μετά.

Ύστερα από αυτές τις σύντομες σκέψεις και έχοντας πλέον πλήρως ηρεμήσει η Ελενίτσα, βγήκε και πάλι από το δωμάτιο που υποτίθεται πως βρισκόταν όλη αυτή την ώρα και εμφανίστηκε μπροστά τους, προς μεγάλη έκπληξη των δύο ανδρών, ιδιαίτερα του δικού της. Ήταν πραγματικά μία άλλη γυναίκα, λες και είχε γίνει κάποια απότομη εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση από κάποια υπέρτερη ή μαγική δύναμη. Ήταν η ίδια δηλαδή αλλά και κάπως αλλαγμένη, οι κινήσεις της, ο λόγος της, η συμπεριφορά της έδειχναν μία γυναίκα απόλυτα ψύχραιμη, σίγουρη για τον εαυτό της, χωρίς ντροπές, κοκκινίσματα και τραυλισμούς, αυτοκυρίαρχη. Πραγματικά μία άλλη Ελένη.

Ο Αλβέρτος ξαφνιάστηκε στην αρχή, όπως και ο Νίκος, αλλά δεν μίλησε κανένας τους. Η όλη εικόνα της Ελενίτσας έδειχνε ότι πράγματι είχε γιατρευτεί από την αδικαιολόγητη αιδημοσύνη της και είχε γίνει και πάλι μία εντελώς φυσιολογική γυναίκα, ο Νίκος όμως, που τη γνώριζε από μικρό κοριτσάκι, κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε συμβεί στο μεταξύ, άκουσε ίσως τη συζήτηση που είχαν οι δύο άνδρες μεταξύ τους ή μέρος της, κάτι είχε γίνει τέλος πάντων που την αναστάτωσε και την έκανε να ηρεμήσει, αλλά δεν είπε τίποτα στο Νίκο. Πρέπει να μας άκουσε, σκέφτηκε και αποφάσισε να διαψεύσει τον άνδρα της.

Εδώ έμειναν τα πράγματα εκείνη την ημέρα, την επομένη όμως ο Νίκος, αρκετά πονηρεμένος από τη συμπεριφορά της Ελενίτσας και από κάτι απροσδιόριστα νοήματα που του έκανε κάποια στιγμή, λίγο προτού φύγει από την αρμενική, λόγω της μεγάλης διάρκειάς της, επίσκεψη, επισκεπτόταν και πάλι το φιλόξενο σπίτι των φίλων του, σε ώρα που ήξερε πως ο νοικοκύρης του, ο Αλβέρτος, δεν ήταν εκεί, λόγω της εργασίας του και στζητούσε για ώρα με την όμορφη Ελενίτσα. Τι είπαν ακριβώς όλη αυτή την ώρα το αγνοώ, υποψιάζομαι όμως πως πες το ένα, πες το άλλο, θα έφτασαν στο τέλος και στο προκείμενο και σε λίγες μόνο ημέρες οι δύο παλιοί φίλοι απολάμβαναν κανονικά, αλλά χωρίς το νόμο, έναν έρωτα που τον σκέφτονταν ίσως από καιρό, αλλά μόλις τώρα τον αποφάσισαν, χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τίποτα γι’ αυτόν, τέτοιες προφυλάξεις έπαιρναν κάθε φορά που συναντιούνταν, και προπάντων δεν το έμαθε ποτέ και ο Αλβέρτος.

Ο Νίκος μάλιστα αποφάσισε να μην του πει ποτέ τίποτα, γιατί το στοίχημα δεν το είχε βάλει μαζί του για να του φάει την περιουσία αλλά την Ελενίτσα. Ήταν αρκετά πλούσιος ο ίδιος ώστε να μην επιθυμεί την περιουσία των φίλων του, για μία όμορφη γυναίκα όμως που την ποθούσε από παιδί όσο καμία άλλη δεν θα έλεγε ποτέ του όχι. Τον άφησε λοιπόν στην τύφλα του, να πιστεύει δηλαδή πως κανένας δε μπορούσε να αποπλανήσει την Ελενίτσα και να περηφανεύεται γι’ αυτό και να το διακηρύττει σε όλους δεξιά και αριστερά, όπου το έφερνε ο λόγος. Κι αν δεν το έφερνε ο λόγος, έφερνε ο ίδιος το λόγο στο θέμα αυτό.

Έτσι ο Αλβέρτος, σίγουρος για την αρετή της Ελενίτσας του, χαμογελούσε από ευτυχία κάθε φορά που έβλεπε το φίλο του και τον ειρωνευόταν κατάφορα ρωτώντας τον τι γίνεται με εκείνο το στοίχημα. Απόκριση βέβαια δεν έπαιρνε ποτέ, ο Νίκος τον άφηνε να πιστεύει αυτό που πραγματικά επιθυμούσε και η Ελενίτσα, απόλυτα ευτυχισμένη και αυτή, αφού είχε γιατρευτεί για πάντα από την αρρώστια της, την υπερβολικά αδικαιολόγητη αιδημοσύνη της και τον άκομψο τραυλισμό της που της ασχήμαινε το πρόσωπο πάντα.

Share this
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή