Ανδρέας Φουσκαρίνης: Απρόβλεπτη συνάντηση

by Times Newsroom 1

ΕΙΠΕ να μην δουλέψει πολύ σήμερα, να κάτσει σπίτι, να ξεκουραστεί λιγάκι. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά, άλλωστε. Είχε μια βαρυθυμιά ανεξήγητη, από το πρωί κιόλας που ξύπνησε, έναν πονοκέφαλο ανυπόφορο, που του έτρωγε το εσωτερικό του κεφαλιού του. Έτσι ένιωθε τούτες τις ώρες. Ήπιε δυο ασπιρίνες απανωτά, μήπως και τον συνεφέρουν κάπως, αλλά σχεδόν τίποτα. Η τυραννία συνεχίζεται.

«Και τι θα γίνει, αν κάτσω μια ολόκληρη μέρα στο σπίτι», σκέφτηκε, προσπαθώντας ενδεχομένως να βρει δικαιολογίες για να το κάνει, «όλη μέρα στο τιμόνι, και πολλές φορές και νύχτα, όταν σφίγγουν οι ανάγκες και η δουλειά περισσεύει. Νιώθω τόσο εξαντλημένος που σήμερα δεν το παλεύω». Κι ύστερα από λίγο, «όμως η Λουκία θέλει καινούργιο παλτό, παπούτσια, φόρεμα, αξεσουάρ και δεν ξέρω τι άλλο από αυτά που λένε πως κάνουν τη γυναίκα όμορφη και που κοστίζουν ένα σωρό λεφτά».

Έριξε μια φευγαλέα ματιά στη γυναίκα του, γεμάτη λατρεία και αφοσίωση. «Είναι όμορφη, πανάθεμά την. Πολύ όμορφη» και χωρίς να διακόψει τις σκέψεις του, «δεν γίνεται», συνέχισε, «πρέπει να βγω να δουλέψω, έστω και για λίγο, έχουμε τόσες ανάγκες σαν οικογένεια». Το τελευταίο το είπε μεγαλόφωνα και τον άκουσε η γυναίκα του.

-Να πας, Θανάση μου, του είπε, νομίζοντας ότι ο λόγος του απευθυνόταν σε εκείνη. Άλλωστε δεν υπήρχε άλλος στο σπίτι. Δούλεψε δυο τρεις ώρες, όσο αντέχεις και γύρνα σπίτι μας όσο πιο γρήγορα μπορείς. Εγώ δεν πρόκειται να πάω πουθενά.

-Αυτό θα κάνω, αγάπη μου, της αποκρίθηκε ο Θανάσης, που το παρατσούκλι του στην πιάτσα των ταξιτζήδων ήταν Σπίθας. Του είχε μείνει από την εποχή που διάβαζε μέχρι κεραίας τις περιπέτειες του μικρού ήρωα, του Γιώργου Θαλάσση, που κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαίες αυτοτελείς ιστορίες τη δεκαετία του 1960. Ήταν θαυμαστής του ήρωα, αλλά το παρατσούκλι το πήρε από τον άλλο ήρωα των περιπετειών αυτών, τον Σπίθα, ίσως γιατί η εξυπνάδα που διέθετε τον έφερνε λίγο προς αυτόν, όχι όμως και η υπερβολική αγάπη του για το φαγητό. Έτσι του το κόλλησαν κάποιοι φιλοπαίγμονες συνάδελφοί του, όταν τους παραζάλιζε με τις ιστορίες του μικρού ήρωα από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Πήρε λοιπόν το ταξί και ξεκίνησε για την πρώτη βόλτα. Δύσκολη μέρα σήμερα, θαρρούσες και ο κόσμος αρνιόταν πεισματικά να μισθώσει ένα ταξί, για να πάει πιο γρήγορα στη δουλειά του. Στην πραγματικότητα του έλειπαν τα χρήματα του κόσμου και το ταξί φάνταζε στα μάτια του σαν μία άχρηστη πολυτέλεια. Βρέθηκε κάποια στιγμή στο κέντρο της Αθήνας χωρίς να έχει βάλει ούτε μία δραχμή στην τσέπη.

Τελικά, κάποιος του έκανε νόημα να σταματήσει, στην πλατεία Συντάγματος. Μπήκε κάπως βιαστικά μέσα στο ταξί και κάθισε στο πίσω κάθισμα. Από τον καθρέφτη πρόσεξε, δίχως να το θέλει, ότι επρόκειτο για έναν καλοβαλμένο κύριο, ενδεχομένως μς κάποια άνεση στην τσέπη. «Γι’ αυτό και μπορούσε να παίρνει ταξί για να τον πάει στη δουλειά του», σκέφτηκε.

-Στα Άνω Πετράλωνα, Συνταγματάρχη Δαβάκη 32, του είπε.

Τον κοίταξε με έκδηλη περιέργεια τώρα, μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Η διεύθυνση που είχε ακούσει ήταν του σπιτιού του, μια μικρή ισόγεια μονοκατοικία και εκεί δεν έμενε κανένας άλλος από τον ίδιο και τη Λουκία του. Ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει, μήπως κάνει κάποιο λάθος, αλλά κάτι τον κράτησε, η περιέργεια, ίσως, κάτι άλλο, ποιος ξέρει, και δεν μίλησε.

-Έγινε, είπε, με έναν τόνο αποφασιστικό στη φωνή του και ξεκίνησε, δίχως χρονοτριβή, για τα Άνω Πετράλωνα, αναπτύσσοντας μία ταχύτητα στα όρια του επιτρεπτού. Παράλληλα, έβλεπε ότι του είχε αλλάξει κάπως η διάθεση και ο ανυπόφορος πρωινός πονοκέφαλος, που τον βασάνισε τόσες ώρες, έδειχνε ότι τον εγκατέλειπε σιγά-σιγά.

Σε λίγο έφτασαν στο σημείο της αποβίβασης του πελάτη. Μόνο που σταμάτησε λίγα μέτρα μετά το σπίτι του και περίμενε, με αναμμένη τη μηχανή, να δει τι θα γίνει και πού θα πάει ο ξένος άνθρωπος. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα ανακάλυπτε γρήγορα το λάθος του και θα τον έπαιρνε και πάλι για να τον πάει στη σωστή διεύθυνση. Μέσα από τον καθρέφτη και πάλι είδε τον άγνωστο να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας του, εκείνη να ανοίγει αμέσως, δίχως καθυστέρηση, να εμφανίζεται ένα μέρος της Λουκίας, που δεν μπορούσε να δει τον ίδιο, να τον παίρνει από το χέρι και να τον τραβάει μέσα στο σπίτι. Από τις κινήσεις συμπέρανε ότι θα γνωρίζονταν από καιρό αλλά στον ίδιο δεν είχε πει τίποτα κανείς μέχρι τώρα.

Σκεφτόταν με οργή τι να κάνει! Να ορμήσει μέσα με τη βία, να πιάσει τους δύο μοιχούς στα πράσα, πάει να πει θεόγυμνους στο κρεβάτι του που μέχρι εκείνη τη στιγμή θα ορκιζόταν πως ήταν τίμιο και καθαρό. Η σκέψη αυτή τον τρέλανε αρχικά, ήταν έτοιμος να εισβάλει μέσα στο σπίτι, όμως κάτι τον συγκράτησε. «Όμως», σκέφτηκε για λίγο, «αν τους βρω, που θα τους βρω, σε ανάρμοστη στάση, τι θα κάνω; Δεν είμαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Ας δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και τότε βλέπουμε. Δεν θέλω να την χωρίσω, δεν θέλω να της κάνω κακό. Την αγαπώ μέχρι θανάτου».

Το σκέφτηκε λοιπόν, το ξανασκέφτηκε, το έφερε από δω, το έφερε από κει, στο τέλος το πήρε απόφαση, δεν θα αντιδρούσε καθόλου, θα έκανε το κορόιδο, τα στραβά μάτια που λένε, κι ό,τι ήθελε προκύψει. Ίσως να έφταιγε κι ο ίδιος που η γυναίκα του αναζήτησε την ηδονή σε κάποιον άλλο άνδρα. «Ποιος μπορεί να ξέρει;», συλλογίστηκε κι αμέσως μελαγχόλησε. Αλλά δεν σκέφτηκε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή.

Παρέμεινε αραγμένος στο ίδιο σημείο για κάτι παραπάνω από μία ώρα, με τα μάτια του στραμμένα, μέσω του καθρέφτη πάντα, στην πόρτα του σπιτιού του. Κάποια στιγμή άνοιξε και ο άγνωστος, μέχρι πριν από λίγο, επιβάτης του βγήκε έξω. Τη γυναίκα του δεν την είδε να τον συνοδεύει. «Θα είναι γυμνή», συλλογίστηκε, «και παρέμεινε στο κρεβάτι. Πώς να παρουσιαστεί άλλωστε στο άνοιγμα της πόρτας έτσι;».

Ο πελάτης τον είδε γρήγορα και, σαν να ήταν συνεννοημένοι από πριν, άνοιξε με απόλυτη φυσικότητα την πόρτα του αυτοκινήτου και θρονιάστηκε με άνεση στα πίσω καθίσματα. Έδειχνε λίγο κουρασμένος, αλλά ο Θανάσης δεν είπε τίποτα, κράτησε το θυμό του για άλλη ώρα. «Θα τον βολιδοσκοπήσω στο δρόμο», σκεφτόταν, «να μάθω από πού κρατάει η σκούφια του και τι άνθρωπος είναι. Να νιώθουμε όλοι ασφαλής και σίγουροι κι εκείνη να μη νιώσει να την πληγώνει ποτέ. Και προπάντων, να μη νιώσει ποτέ την ανάγκη να βρει και σε άλλους αυτό που βρίσκει σ’ εκείνον».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή