Ανδρέας Φουσκαρίνης: Μια μικρή και ασήμαντη ερωτική ιστορία

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΕΙΝΑΙ η δεύτερη φορά που η ιστορία αυτή έρχεται στο προσκήνιο, την πρώτη ως ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Φυγή», που δημοσιεύτηκε μάλιστα στην πρώτη μου και τελευταία ποιητική συλλογή, και τώρα στην πραγματική της διάσταση ως διήγημα. Δεν ξέρω τι με συγκινεί περισσότερο σ’ αυτήν ώστε να την αφηγούμαι για δεύτερη φορά! ΄Ισως το ασήμαντο της πλοκής της, η ανυπαρξία, στην πραγματικότητα, πλοκής και γεγονότων, η έφεσή μου, ίσως, στην αφήγηση μικρών περιστατικών της καθημερινότητας χωρίς ανούσιες ρητορείες και ανόητους βερμπαλισμούς ή ατελέσφορα ηθικοπλαστικά διδάγματα που, πέραν των παιδαγωγών και των ιερωμένων ή των στρατιωτικών, κανέναν άλλον δεν ενδιαφέρουν.

΄Όλα είναι απλά και διαδραματίζονται πολύ απλά, όπως συνηθίζεται σήμερα στους νέους μας, που επικοινωνούν πολύ ευκολότερα μεταξύ τους από όσο οι προηγούμενες γενιές. Βρισκόμαστε στην Αθήνα, πριν από κάμποσα χρόνια. Μήνας Ιανουάριος, στην οδό των Φιλελλήνων, στο δρόμο ακριβώς που αναφέρεται και το ομώνυμο κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου σε άλλη εποχή και σε άλλο χρόνο. Είναι νύχτα, πέφτει ψιλό χιονόνερο, το κρύο διαπεραστικό, ο κόσμος λιγοστός, βιαστικός κι αδιάφορος για όσα γίνονται γύρω του. ΄Όλα τόσο διαφορετικά από όσα μας περιγράφει ο ποιητής στο προαναφερθέν αριστούργημά του.

Εκείνη τη νύχτα, λοιπόν, διάλεξε να βγει το άγνωστό μου κορίτσι στους δρόμους της Αθήνας. Ποτέ δεν έμαθα τ’ όνομά της. Δεν νομίζω όμως ότι χρειάζεται κιόλας. Γιατί τι σημασία θα είχε ένα συγκεκριμένο όνομα στην ολοκλήρωση μιας τέτοιας ιστορίας; Η έλλειψη εξάλλου του ονόματος μπορεί να αναγκάσει τον αναγνώστη να γενικεύσει το γεγονός και να βρει έτσι νοήματα κρυφά που η ίδια η ιστορία από φυσικού της είναι αδύνατο να εμπεριέχει κι ούτε ο συγγραφέας της το επιθυμεί άλλωστε.

Η εκλογή της συγκεκριμένης νύχτας για έξοδο από την κοπέλα δεν ήταν τυχαία. Την επομένη θα έφευγε για πάντα από την Ελλάδα, έτσι το είχε αποφασίσει, για κάποια χώρα της Βόρειας Ευρώπης, δεν θυμάμαι ποια πλέον, ίσως τη Σουηδία, και δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πίσω, προφανώς, γιατί έτσι θα επέβαλλαν οι βιοτικές της ανάγκες ή κάποιες πιθανές αισθηματικές ή άλλου είδους απογοητεύσεις. Δεν είχε τίποτα να την κρατάει εδώ και τώρα ήταν πολύ αργά για να βρεθεί κάτι τόσο ισχυρό, ώστε να αλλάξει τις αποφάσεις της μέσα σε μια νύχτα και μόνο. Βγήκε, λοιπόν, για τελευταία φορά να διασκεδάσει στη χειμωνιάτικη Αθήνα, να την δει ακόμα μια φορά, να πάρει μαζί της ό,τι μπορεί περισσότερο απ’ αυτήν, γιατί, κακά τα ψέματα, την αγαπάει πολύ, τουλάχιστον κατά τα λεγόμενά της, κι ας την εγκατέλειπε με τέτοια ευκολία, με τόση αποφασιστικότητα.

Τη στιγμή, που μας ενδιαφέρει, βρίσκεται ολομόναχη στην οδό των Φιλελλήνων, γράφοντας με το κορμί της τεράστια οχτάρια στον παγωμένο δρόμο. Τα είχε πιει για τα καλά με την επίσκεψή της σε τέσσερα μικρά μπαρ της περιοχής, φτιαγμένα ειδικά για μοναχικούς ανθρώπους και άμαθη, καθώς ήταν, στο ποτό, βρέθηκε σε λίγο ζαλισμένη στο δρόμο, βυθισμένη όμως ταυτόχρονα μέσα σ’ ένα σύννεφο γλυκιάς χαύνωσης και ονειροπόλησης.

Εκεί την συνάντησε το αγόρι, φίλος καλός από τα χρόνια του στρατού, φτασμένος και διάσημος ζωγράφος σήμερα, με εκθέσεις επιτυχημένες σε ολόκληρο τον πλανήτη, από τον οποίο πληροφορήθηκα τα όσα σας αφηγούμαι σήμερα. ΄Εκανε, λοιπόν, κι αυτός τα δικά του οχτάρια στο δρόμο, είχε την ίδια ψυχική διάθεση, καθώς μου είπε αργότερα, πολύ αργότερα από τα γεγονότα που εξιστορώ, κι εκείνος, έφευγε για την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση απ’ την κοπέλα, μια κοντινή μας χώρα της νότιας Ευρώπης, την Ιταλία για την ακρίβεια, για να συνεχίσει επάξια εκεί τις σπουδές του στη ζωγραφική.

Εκεί συναντήθηκαν, έξω από την ρωσική εκκλησία, κοιτάχτηκαν αμέσως στα μάτια με ενδιαφέρον, δεν γνωρίζονταν βέβαια, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε σε τίποτα ώστε να περάσουν μαζί ολόκληρη την υπόλοιπη νύχτα και ν’ αποχωριστούν την επομένη το πρωί απλά και φιλικά, έτσι όπως απλά και φιλικά γνωρίστηκαν στη μέση του πολυσύχναστου δρόμου και να τραβήξει ο καθένας το δικό του δρόμο, κουβαλώντας, ενδεχομένως μια γλυκιά ανάμνηση της τελευταίας στιγμής μαζί του.

Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ, κανείς τους δεν έμαθε ποτέ τι απόγινε ο άλλος, ο σύντροφός του της νύχτας εκείνης, δεν σκέφτηκαν ούτε τ’ όνομά τους να ρωτήσουν, η νύχτα εκείνη η παγερή τους άσκησε μια τέτοια μαγεία που ξέχασαν ακόμα και τα πιο απλά, όπως το όνομα ενός ανθρώπου με τον οποίο πέρασαν τόσες ώρες μαζί.

Δεν ξέρω, τελικά, για το κορίτσι, για το αγόρι, όμως, που επέστρεψε αργότερα στην πατρίδα του, ζωγράφος σήμερα από όλους αναγνωρισμένος, τα πράγματα δεν φάνηκαν να είναι τόσο απλά. «Δεν ξέρω τι μου συνέβη», μου είπε μια μέρα που είμαστε οι δυο μας σε μια παραλία της Αθήνας, «την σκέπτομαι συνέχεια, την έχω πάντα στην καρδιά μου, η εικόνα της δεν λέει να σβηστεί απ’ το μυαλό μου. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω πια, νομίζω ότι την αγάπησα πολύ».

΄Ισως γι’ αυτό γράφω κι εγώ σήμερα αυτή την ιστορία για να τον βοηθήσω. Πού ξέρεις! Μπορεί να πέσει στα χέρια της και να την διαβάσει, μπορεί να βρίσκεται κι αυτή εδώ απογοητευμένη από το κρύο του Βορρά και να αισθάνεται τα ίδια! Ευχής έργο θα ήταν και την παρακαλώ θερμά γι’ αυτό, να επικοινωνήσει μαζί μου.

Πού ξέρεις! Μπορεί ο φίλος μου να έβρισκε και πάλι τον εαυτό του μαζί με τη γυναίκα. ΄Αλλωστε, η ζωή δεν είναι μόνο ζωγραφική, ακόμα και για τον πιο μονόχνοτο ζωγράφο, κι οι αναμνήσεις ή σε ζωντανεύουν ή σε πεθαίνουν και ο άνθρωπος κάποιες φορές ξαναγεννιέται από την αρχή, σαν το μυθικό πουλί, το φοίνικα, ελεύθερος και ωραίος.

Dating and Marriage Inside and Outside the Church: Five Pastoral Perspectives

The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή