Ανδρέας Φουσκαρίνης: Ποιος ήταν ο φονιάς του δωσίλογου

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ποιος ήταν ο φονιάς του δωσίλογου

– Δεν σου έχω πει χιλιάδες φορές μέχρι τώρα να μη μιλάς μπροστά σε άλλους για τέτοια πράγματα, άρχισε πάλι η γιαγιά να μαλώνει τον πατέρα μου, ορίστε τώρα, συνέχισε το ίδιο επιτιμητικά, τα είπες χύμα και σταράτα μπροστά σ’ αυτό το τέρας κι όπου νάναι θάρθουν οι χωροφύλακες να σε συλλάβουν. Αχ, άμυαλα νιάτα! Αναστέναξε.

– Σώπα, ρε μάνα, προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο πατέρας μου, γιατί να με συλλάβουν οι χωροφύλακες; Τι έκανα; Τη γνώμη μου είπα μονάχα, πως δεν μπορεί να έχουμε επανάσταση, όπως λένε, χωρίς την ανατρεπτική και κοχλάζουσα παρουσία του εξεγερμένου λαού κι ό,τι άλλο ονομάζουν σήμερα έτσι, δεν είναι επανάσταση, αλλά πραξικόπημα των στρατιωτικών.

– Τι λες, μωρέ βλάκα, συνεχίζεις το βιολί σου, ούρλιαξε η γιαγιά που νόμιζε πάντα πως το παιδί της εξακολουθούσε να είναι ακόμα μικρό και γι’ αυτό έπρεπε να το νταντεύει και να το προστατεύει ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία, που δεν είπες απολύτως τίποτα! Τρομάρα σου, που θα μας κάψεις όλους και θα είναι μέρα μεσημέρι!

Ο τόνος της φωνής της έγινε ελαφρά ειρωνικός. Και μετά από μια μικρή σιωπή:

– Πραξικόπημα, ξεπραξικόπημα, συνέχισε ακάθεκτη, εγώ δεν ξέρω τι θέλεις να πεις ακριβώς, αλλά τούτο το τομάρι το ξέρω καλά, σε λίγο θα το δεις κι ο ίδιος που θάρθουν οι χωροφύλακες να σε συλλάβουν. Οι άνθρωποι αυτού του είδους έχουν γεννηθεί για να κάνουν μόνο το κακό. Δεν ξέρουν τίποτ’ άλλο, συνέχισε το λόγο της η γιαγιά, εσύ ήσουνα μικρός ακόμη, δεν θυμάσαι, αν ζούσε ο μακαρίτης ο αδελφός σου θα σου έλεγε σήμερα σημεία και τέρατα για τον άνθρωπο αυτό, τόσα είχε κάνει τότε στα χρόνια της Κατοχής. Το ίδιο κι οικογένειά του. Αλλά ποιος ξέρει σε ποιος βουνοκορφές ασπρογαλιάζουν σήμερα τα κόκαλα του λεβέντη μου, μελαγχόλησε η γιαγιά στη θύμηση του μεγαλύτερου γιου της που δεν τον είχε ξεχάσει βέβαια ποτέ. Ούτε μια μέρα δεν πέρασε ποτέ που να μην τον θυμηθεί! Αλλά εσύ, συνέχισε, είσαι πολύ διαφορετικός από τον αδελφό σου, επιπόλαιος και αφελής, στο μόνο που του μοιάζεις είναι ότι και συ δεν κλείνεις το στόμα σου ποτέ, όταν πρέπει. Εξάλλου, εσύ έφυγες νωρίς, πήγες στην Αμερική, δεν γνώρισες την κατάσταση εδώ! Ας είναι όμως!

– Τι συμβαίνει ρε μάνα, ρώτησε πάλι ο πατέρας μου, ποιες παλιές ιστορίες θυμήθηκες ξανά και δεν μπορείς να ησυχάσεις;

– Θες να μάθεις, λοιπόν, ρώτησε το γιο της επιτακτικά, κάθισε κάτω ν’ ακούσεις, ανόητο και ριψοκίνδυνο πλάσμα, κοιτάζοντας με νόημα προς το μέρος μας, σαν να ήθελε να πει με τα μάτια της ότι πρέπει να φύγουμε για να μιλήσει.

– ΄Ασε τα παιδιά ν’ ακούσουν και να μαθαίνουν, την πρόλαβε ο πατέρας μου που είχε καταλάβει αμέσως τι ακριβώς ήθελε να του πει η γιαγιά μου, είναι αρκετά μεγάλα για να μάθουν κάποτε την αλήθεια από πρώτο χέρι. Και είχε δίκιο βέβαια γιατί εγώ ήμουν ήδη δευτεροετής της Φιλοσοφικής, στο τμήμα της Ιστορίας, ενώ ο αδελφός μου τριτοετής της Ιατρικής.

– Καλά, συμφώνησε και η γιαγιά μη βρίσκοντας επιχείρημα για να τον αντικρούσει κι άρχισε την αφήγηση της ιστορίας που θ’ ακούσετε και σεις αμέσως τώρα.

***

– ΄Ηταν το 1943 στην Αθήνα. Τρομερή χρονιά. Η πείνα που είχε πέσει πάνω στον πληθυσμό είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. Οι άνθρωποι πέθαιναν σαν τα κοτόπουλα μέσα στους δρόμους και τους μάζευαν με τα κάρα οι σκουπιδιάρηδες για να τους θάψουν. Εσείς, ευτυχώς, δε τις ζήσατε αυτές τις στιγμές.

Πολλοί Αθηναίοι πήραν τους δρόμους για τα χωριά, για να γλυτώσουν. Γιατί εκεί όλο και κάτι θα έβρισκαν να φάνε. Το ίδιο κάναμε κι εμείς. ΄Ηρθαμε στο χωριό, τον τόπο της καταγωγής μας, για να ξεφύγουμε από το θάνατο που καραδοκούσε ύπουλα στους δρόμους της Αθήνας για να μας αρπάξει.

Κατεβήκαμε λοιπόν στην Πελοπόννησο, στην Ανδραβίδα, το χωριό της μακαρίτισσας της γιαγιάς σου της Ελπινίκης κι έτσι γλυτώσαμε τα δύσκολα γιατί όλο και κάτι βρίσκαμε για να ζήσουμε στον κήπο και το χωράφι που καλλιεργούσε σχεδόν μοναχή της η άξια αυτή γυναίκα.

Μαζί με μας ή μάλλον λίγο πριν από εμάς κατέβηκε και μια άλλη γνωστή οικογένεια, για τους ίδιους βέβαια λόγους, πατέρας μάννα κι ένας γιος, δυο μέτρα παλικάρι που τον ερωτεύτηκαν αμέσως όλα τα κορίτσια του χωριού. Τόσο όμορφος και δυνατός ήταν, μια ευγενική ψυχή σε λάθος τόπο στη λάθος στιγμή! Τάκη τον έλεγαν και πρόφεραν όλες τα’ όνομά του αναστενάζοντας κρυφά.

Ο νεαρός, που λέτε, ήταν ένα πολύ ήσυχο παιδί. Τα χρόνια εκείνα τα δύσκολα που άλλοι έπαιρναν τα βουνά και άλλοι πλησίαζαν τους κατακτητές για να επιβιώσουν, ο Τάκης έκατσε στην άκρη του και δεν ανακατεύτηκε σε τίποτα, δεν πήρε ούτε τον έναν, ούτε τον άλλο δρόμο, όχι γιατί φοβόταν τους κινδύνους, τις ταλαιπωρίες, τον κατακτητή, ή τον θάνατο, όχι, το έλεγε στ’ αλήθεια η καρδιά του, ήταν πραγματικό παλικάρι και το απόδειξε με τις πράξεις του όποτε χρειάστηκε να το κάνει, δεν ανακατεύτηκε λοιπόν παρά για ένα μονάχα λόγο: είχε τον πατέρα του άρρωστο βαριά, ανήμπορο για οτιδήποτε, κόντευε να τον αποτελειώσει η παλιαρρώστια και χρειαζόταν τη φροντίδα κάποιου για να ζήσει, κι η γυναίκα του, ίσα που έσερνε τα πόδια της κι αυτή και δεν της ήταν εύκολο να φροντίσει ούτε τον εαυτό της και πολύ περισσότερο την οικογένειά της. όλα λοιπόν είχαν πέσει στους ώμους του Τάκη.

Ο λεγάμενος λοιπόν ζούσε την ίδια εποχή κι αυτός στην Ανδραβίδα. Παλικάρι, δεν λέω, πάνω στην ακμή του, αλλά άλλης κοψιάς άνθρωπος. Μίζερος, θρασύδειλος και λειψός στο μυαλό, υπηρετούσε με καμάρι τους Ιταλούς, κάνοντάς τους το διερμηνέα. Ήξερε τη γλώσσα καλά, η μάννα του άλλωστε, η Λουκία ήταν Ιταλίδα και απ’ αυτή είχε μάθει τα Ιταλικά. Στην πραγματικότητα δεν ήταν υπηρέτης αλλά συνεργάτης των Ιταλών, ρουφιάνος του κερατά που κάρφωνε μ’ ευχαρίστηση στους κατά το ήμισυ συμπατριώτες του κάθε τι που υπέπιπτε στην αντίληψή του και ήξερε ότι τους ενδιέφερε ιδιαίτερα.΄Ετσι έκαψε κόσμο και κοσμάκη!

Ο παλιάνθρωπος αυτός που λέτε, που ακόμη και σήμερα δεν θέλω να πω, να αναφέρω, ή ν’ ακούσω τ’ όνομά του, τόσο πολύ τον σιχαίνομαι, είχε βάλει στο μάτι μια όμορφη κοπέλα, να την πιεις στο ποτήρι, τόσο όμορφη ήταν, τη Διαμάντω, ξέρεις, του κυρ-Αργύρη, πρέπει να τον θυμάσαι τον πατέρα της, σε χόρευε στην αγκαλιά του, όταν ήσουνα μικρός και συ του τραβούσες τα μουστάκια και ξεκαρδιζόσουνα στα γέλια, τόσο αστείο σου φαινόταν! Κι εμείς βέβαια γελάγαμε με τη σειρά μας γιατί ήσουνα αστείος πραγματικά.

Ο προδότης την πίεζε φορτικά τη Διαμάντω, χρησιμοποιώντας και τη δύναμη των γνωριμιών του, αλλά εκείνη πού να του δώσει σημασία, τον απόφευγε όσο μπορούσε, ήταν βλέπεις ερωτοχτυπημένη με τον Τάκη κι όπως μαθεύτηκε αργότερα κι εκείνος την αγαπούσε και την πρόσεχε περισσότερο κι από τον εαυτό του. Ήταν εξάλλου γείτονες και μπορούσαν να μιλάνε με τις ώρες, χωρίς να τους παρεξηγεί κανείς.

Αυτό το έμαθε κάποια στιγμή ο ρουφιάνος, κανείς δεν ξέρει πώς, και για να τον βγάλει από τη μέση για πάντα είπε ψέματα στους Ιταλούς, πως ο Τάκης δηλαδή ήταν στην αντίσταση και ετοίμαζε κάτι σπουδαίο εναντίον τους με τους ομοϊδεάτες του, τους κομουνιστές και τους εαμίτες και θάπρεπε να κάνουν κάτι για να μη βρεθούν προ απροόπτου. Και στο χωριό, τους είπε, είχε έρθει γι’ αυτό ακριβώς το σκοπό, για να μαζέψει πληροφορίες ώστε την κατάλληλη στιγμή να είναι έτοιμος να τις χρησιμοποιήσει και να τους χτυπήσει. ΄Αλλωστε, τους είπε, γιατί να έρθει εδώ, σ’ αυτό το χωριό που δεν έχει κανέναν συγγενή;

Το τελευταίο επιχείρημα τους φάνηκε πειστικό και χωρίς να καλοεξετάσουν τα πράγματα οι Ιταλοί τον έπιασαν αμέσως και τον εκτέλεσαν μαζί με δυο άλλους πατριώτες που είχαν συλλάβει εκείνη την εποχή σε κάποια ενέδρα.

Έτσι χάθηκε το παλικάρι, έτσι χάθηκε για λίγο ο κόσμος απ’ τα μάτια μας και το κλάμα δεν έλεγε να σταματήσει για μέρες στο χωριό.
Έπρεπε να έβλεπες τη λεβεντιά του την ώρα του θανάτου του για να καταλάβεις τι άνθρωπος ήταν, που σου είπα πως δεν φοβόταν τίποτα! Άνοιξε προκλητικά το πουκάμισό του, γύμνωσε περήφανα το στήθος του και φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και δίχως να φοβηθεί τίποτα και κανέναν: «χτυπάτε, άνανδροι κοκορόφτεροι αντρίκια Ελληνικά κορμιά και συ γελοίε προδότη πού θα κρυφτείς για να γλυτώσεις, όταν τελειώσει ο πόλεμος;» Η ομοβροντία τον ξάπλωσε κάτω στο χώμα μαζί με τους δύο άλλους πατριώτες που ήταν μαζί του, αλλά ο δολοφόνος, όπως σας είναι πια γνωστό, δεν έπαθε τίποτα μέχρι τώρα, γιατί τα πράγματα ήρθαν αλλιώς όταν έφυγαν για πάντα οι κατακτητές με τον εμφύλιο που ακολούθησε.

– Ναι, γιαγιά, τη διέκοψα εγώ, μπορεί να ήρθε τώρα η ώρα που προφήτεψε ο Τάκης.

Η γριά με κοίταξε περίεργα, σαν κάτι να περίμενε ν’ ακούσει, εγώ δεν είπα τίποτ’ άλλο όμως εκείνη τη στιγμή κι έτσι συνέχισε για λίγο ακόμη την αφήγησή της για τα μαύρα εκείνα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

– Η Διαμάντω δεν άντεξε τον πόνο, συνέχισε η γιαγιά, το χτύπημα ήταν βαρύ για το καημένο το κορίτσι, πήρε τους δρόμους μόνη κι απροστάτευτη, τρελάθηκε, είπαν, και πέθανε πριν από λίγα χρόνια. Πάει, ησύχασε η καημένη, πήγε να βρει και πάλι το μεγάλο έρωτά της. Ο πατέρας της είχε πάει λίγο πιο πριν από το μεγάλο μαράζι, δε μπορούσε ν’ αντέξει την κατάντια του μονάκριβου παιδιού του.
Αυτές είναι λοιπόν οι παλιές ιστορίες που θυμήθηκα και σ’ ενόχλησαν τόσο, είπε η γιαγιά, έτσι έφυγε ο κυρ-Αργύρης, έτσι έφυγαν τόσοι και τόσοι, έτσι έφυγε κι ο πατέρας του Τάκη και η μάννα του, πώς ν’ αντέξουν τόσο πόνο και τόση δυστυχία κι αυτά βέβαια είναι λίγα από τα πολλά κακά που προκάλεσε ο παλιάνθρωπος αυτός. Πού να σας εξιστορήσω και πόσα άλλα έκανε και κάνει ακόμη, αφού οι όμοιοί του ήταν μέχρι τώρα στην εξουσία και δεν τιμώρησαν ποτέ κανέναν για τα εγκλήματά του. Εγκληματίες είναι όλοι τους.

***

Αυτή η ιστορία μας έκανε τρομερή εντύπωση και μετανιώσαμε πικρά για όσα είχαμε κάνει της Διαμάντως στο παρελθόν από άγνοια και παιδική κακία, όταν ερχόμαστε στο χωριό για διακοπές. Τώρα καταλαβαίναμε και το νόημα ενός σπαρακτικού τραγουδιού που την ακούγαμε να το τραγουδάει κάποιες νύχτες με φεγγαρόφωτο και την περιγελούσαμε κι έτσι καταλάβαμε γιατί οι συγχωριανοί της τη σέβονταν τόσο και μας μάλωναν όταν την πειράζαμε.

– Καλά ρε μάνα, ρώτησε ο πατέρας μου, πώς και δεν τιμωρήθηκε ποτέ ο άνθρωπος αυτός, αφού όλα είναι γνωστά και τίποτα κρυφό;
Η γιαγιά μου γέλασε σαρκαστικά και με μια ελαφριά δόση κακίας, θα έλεγα.

– Ποιος να τον τιμωρήσει παιδάκι μου, εσύ έλειψες πολλά χρόνια στο εξωτερικό και δεν τα γνώρισες τα πράγματα αυτά. Κοίτα να τα μπαλώσεις τώρα με τη βλακεία που έκανες γιατί δεν σε βλέπω να γλυτώνεις με τίποτα, οι άνθρωποι αυτοί δεν ξεχνούν ποτέ, τόσο μνησίκακοι είναι!

Πραγματικά, μετά από λίγα λεπτά της ώρας χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας κι η μικρή μου αδελφή έτρεξε κι άνοιξε αμέσως την πόρτα χωρίς να προλάβει κανείς να πει τίποτα. Στο άνοιγμά της φάνηκαν οι σκοτεινές σιλουέτες δύο άγνωστων αντρών που ερευνούσαν αδιάκριτα το χώρο. Μαζί τους ήταν κι ένας γνωστός μας χωροφύλακας.

– Είναι ο κύριος Γιώργος εδώ, ρώτησε το γνωστό μας όργανο διστακτικά, ο κύριος διοικητής λέει ότι πρέπει να τον πάμε αμέσως στο τμήμα για υπόθεσή του.

Ο πατέρας μου είχε παγώσει από το φόβο του και κοιτούσε με απόγνωση τη γιαγιά μου, σα να ήθελε να πάρει τη γνώμη της για το τι έπρεπε να κάνει.

– Τα βλέπεις, του είπε απτόητη εκείνη και με μια μικρή δόση χαιρεκακίας. Στάλεγα, δεν στάλεγα; Πήγαινε τώρα, μη φοβάσαι. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα άλλωστε τούτη τη στιγμή. Και σεις, γύρισε απότομα σ’ εμάς λες και είμαστε εμείς υπεύθυνοι για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και σαν να έπαιρνε από μόνη της την ηγεσία της οικογένειας από εδώ και πέρα, τσιμουδιά μέχρι να γυρίσει πίσω ο πατέρας σας. Δεν είδατε και δεν ακούσατε τίποτα!

Ο πατέρας φυσικά δεν γύρισε αμέσως στο σπίτι του, αλλά ταλαιπωρήθηκε αρκετά, όσο δεν είχε ταλαιπωρηθεί ποτέ μέχρι τότε στη ζωή του. Έμεινε για κάμποσο στη φυλακή, μετά στην εξορία σ’ ένα γνωστό ξερονήσι, κάποτε γύρισε και σ’ εμάς, αγνώριστος από όσα είχε τραβήξει. Ήταν αμίλητος και σκοτεινός, ένας άλλος άνθρωπος.

Ένα μήνα μετά τη σύλληψη του πατέρα μου ο λεγάμενος βρέθηκε νεκρός, με το κεφάλι του θρύψαλα από το χτύπημα μιας μεγάλης πέτρας που βρέθηκε δίπλα του, γεμάτη αίματα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο φονιάς παρόλο που η αστυνομία λύσσαξε απ’ το κακό της που δε μπορούσε να τον βρει και δεν σταμάτησε τις έρευνες παρά μόνο σαν έπεσε η δικτατορία και είχαν άλλα ενδιαφέροντα τότε.

Ακούστηκαν πολλά στο χωριό σχετικά με την υπόθεση αυτή, μα τίποτα με βεβαιότητα. Κάτι είπαν για τον αδελφό ενός εκτελεσμένου στα χρόνια της Κατοχής που έλλειπε χρόνια στο εξωτερικό και είχε επιστρέψει πρόσφατα στην πατρίδα. Τον κάλεσε κι αυτόν η αστυνομία βέβαια, όπως και πολλούς άλλους, τον ανέκρινε με επιμονή, δεν βρήκε όμως τίποτα επιλήψιμο στη συμπεριφορά του. Άλλωστε, ήταν σα να έψαχνες ψύλλο στ’ άχυρα, όπως είπε προσφυώς κάποιος, αφού όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού και πολλοί των γειτονικών είχαν κάποιο λόγο σοβαρό για να τον δολοφονήσουν.

– Όποιος και να τον σκότωσε, καλά έκανε, είπε η γιαγιά μόλις το έμαθε, γιατί δεν πρόκειται ο τρισκατάρατος να ταλαιπωρήσει κανέναν άλλο ανθρωπάκο, όπως έκανε πάντα. Εμείς όμως πες μου τι κάνουμε μέχρι να βγει ο πατέρας σου από τη φυλακή.

Ο πατέρας μου δεν βγήκε βέβαια από τη φυλακή αλλά δυο τρία χρόνια ακόμη τράβηξε των παθών του τον τάραχο. Η γιαγιά όμως ήταν μια δυναμική γυναίκα που τα πήρε όλα πάνω της και μας έδινε και σ’ εμάς το κουράγιο που χρειαζόταν για να τα βγάλουμε πέρα με τις δύσκολες καταστάσεις που ακολούθησαν μια και η μάνα μας δε μπορούσε να παίξει αυτό το ρόλο εκείνο τον καιρό έτσι αδύναμη που ήταν. Η υγεία της εξάλλου είχε επιδεινωθεί μετά τη σύλληψη του πατέρα και δεν άντεξε στο τέλος, μετά από λίγο καιρό μας άφησε για πάντα.

Εγώ όμως ήμουν εκεί, ο πιο ψύχραιμος από ολόκληρη την οικογένεια κι ο πιο σκληρός μετά τη γιαγιά. ΄Ισως γιατί ήξερα κάτι που δεν ήξερε κανένας άλλος και δεν θα το μάθει ποτέ κανείς! Ούτε κι η γιαγιά! Στην πραγματικότητα ήμουν ο μόνος που γνώριζε το δολοφόνο του δωσίλογου κι αυτό γιατί με την πέτρα εγώ ήμουν που τον χτύπησα θανάσιμα στο κεφάλι και κανένας άλλος. Ήμουν ο αυτόκλητος εκδικητής για λογαριασμό όλων εκείνων που είχαν υποφέρει από το τέρας αυτό στο παρελθόν

  • Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Εμβόλιμον», τεύχος 89-90, Καλοκαίρι-φθινόπωρο του 2019, σελίδες 87-90
The following two tabs change content below.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή