Site icon Times News

Ανδρέας Μήτσου: «Ανήκουμε στην Ανατολή. Και καλά κάνουμε…»

Μπορεί «οι μάζες να μην διακρίνονταν ποτέ για την προσήλωσή τους στα Γράμματα», μας λέει ο πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου, όμως θα ήταν απαραίτητο να κατανοήσουν ότι «η λογοτεχνία, η τέχνη ευρύτερα, είναι η μόνη ανατρεπτική δύναμη. Φέρει σ’ επαφή και συνάντηση με τον αυθεντικό εαυτό, παρηγορεί και δίνει άφεση. Δημιουργεί τον ενσυνείδητα αντιστασιακό άνθρωπο»!!! Μακάρι να γινόταν αυτό γιατί τότε θα ήταν ευκολότερη μια επανάσταση που θα ανέτρεπε ό,τι εμποδίζει σήμερα να προχωρήσει η κοινωνία που είναι πεδικλωμένη στη μέγγενη εκείνων που την εκμεταλλεύονται. Αφού σήμερα «κινδυνεύουμε απόλυτα και από τη μόλυνση του περιβάλλοντος και από τις τροφές και προπαντός απ’ αυτούς που μας κυβερνούν». Κι αυτοί που μας κυβερνούν μάλλον δεν επιτρέπουν η κοινωνία να γίνει καλύτερη! Επιπλέον, επειδή στις μέρες μας ο κόσμος υποφέρει από την οικονομική κρίση προκύπτει κι ένα εύλογο ερώτημα για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους. Ο συγγραφέας μας μιλάει απερίφραστα: «Ναι στην αλληλεγγύη, όχι στην φιλανθρωπία…»! Κι αυτό που χωράει αντίθετες απόψεις είναι η θέση του για το πού ανήκει η Ελλάδα: «Ανήκουμε στην Ανατολή. Και καλά κάνουμε…». Κι ακόμη για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης: «Τίποτε το ενωμένο δεν επιβιώνει. Διασπάται πάντα στο ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Το μοναδικό…»

Όμως ας διαβάσουμε προσεκτικά τη συνέντευξη που μας έδωσε:

Ο καθένας μας αγαπά ό,τι τον εμπεριέχει. Ό,τι τον οδηγεί προς την αυθεντική φύση του. Ο δημιουργός έχει απόλυτη ανάγκη την αγάπη του όμορου αναγνώστη. Μεγαλύτερη ωστόσο ανάγκη, έχει να αγαπά ο ίδιος.

Τα βραβεία εκφράζουν την αισθητική επάρκεια και το βάθος εκείνων που κρίνουν. Έτσι, άμα σε βραβεύσει κάποιος «άξιος», να καταλάβει εννοώ, να εννοήσει τις σιωπές και τους υπαινιγμούς της γραφής, τότε το βραβείο αξίζει. Εάν βραβευτεί ένα κακό βιβλίο, δεν ωφελεί, βλάπτει τον συγγραφέα. Αντίθετα, ο δίκαιος έπαινος έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Όσοι συγγραφείς λένε πως δεν ενδιαφέρονται για βραβεία, είναι υποκριτές. Αλλιώς δεν θα εξέδιδαν.

Το κοινό είναι μια άμορφη οντότητα. Απρόσωπη. Με νοιάζει και με καίει η γνώμη και η κριτική αποτίμηση όσων είναι μυημένοι στη λογοτεχνία. Γιατί η κάθε τέχνη απαιτεί μύστες και μυημένους.

Η λύπη για το γεγονός πως το κορμί μας δεν χαϊδεύεται, δεν αγαπιέται, όσο θα του άξιζε. Ο φόβος μας ν’ αγαπήσουμε.

Γιατί μπορεί να τους αποπλανήσει και να τους μεταφέρει σε πιο αληθινούς κόσμους. Έτσι μου φαίνεται εμένα.

Πολλοί αγαπάνε την Αλεξάνδρα. Πολύ περισσότεροι δεν την έχουν ανακαλύψει. Η μισή ντροπή δική μου.

Η λογοτεχνία, η τέχνη ευρύτερα, είναι η μόνη ανατρεπτική δύναμη. Φέρει σ’ επαφή και συνάντηση με τον αυθεντικό εαυτό, παρηγορεί και δίνει άφεση. Δημιουργεί τον ενσυνείδητα αντιστασιακό άνθρωπο.

Όχι. Τα πιο ωραία ταξίδια μου σε τόπους που αναστενάζει ακόμα ένας έρωτάς μου. Γιατί ο τόπος κρύβει τον νόστιμο χρόνο μας. Το πρόσωπο που αγαπάμε.

Το γενέθλιο τόπο μου, την Αμφιλοχία. Εκεί παραμένω νέος, όμορφος, γεμάτος προσδοκίες για το μέλλον.

Την εξυπνάδα. «Όσο κερδίζω σε πλάτος, το χάνω σε βάθος», θυμίζω τον Σεφέρη. Οι έξυπνοι κινούν με ταχύτητα μεγάλη τα δεδομένα τους. Δεν αποζητούν νέες, καινούργιες θεάσεις των πραγμάτων. Οι έξυπνοι εφησυχάζουν στις βεβαιότητές τους. Με αυτές ακκίζονται.

Η απώλεια της ταυτότητάς μας, η γενικευμένη αλλοτρίωση της συναίσθησής μας. Μία απόλυτη ευκολία και χύμα καθημερινότητά μας.

Ναι. Παραμένω ένα πολιτικό ον, με λογική αντισυμβατική. Έτσι, θέλω να πιστεύω.

Τη χειρότερη. Ελπίζω να αυτοκτονήσει κάποιος, όπως συνέβαινε παλιά, μπας και τους ξεπλύνει λίγο. Τους αποκαθάρει.

Ναι. Περισσότερο, σήμερα πια, τον κινηματογράφο.

Την πολεμούν, την μεταλλάσσουν, της αλλάζουν βίαια μορφή. Γίνεται υπηρέτης της κρατικής λογικής και της αποϊδεολογικοποιημένης αισθητικής.

Αυτός, ο εμπρόθετος προβληματισμός, καταστρέφει την Τέχνη. Αυτή αφ’ εαυτής μεταβάλλεται, παίρνει νέες μορφές, δημιουργεί νέες πραγματικότητες και αλήθειες, ερήμην των προθέσεων. Η Τέχνη δεν λέει, είναι. Πάντα στον ίδιο ρόλο, αφού και εμείς στους αιώνες οι ίδιοι παραμένουμε.

Μάλλον, γιατί η εικόνα ελέγχεται, είναι μαζική και δεν αποτελεί διαδικασία αποτύπωσης μιας πραγματικότητας, αλλά, συνήθως, αναδεικνύει αποτελέσματα προειλημμένα.

Να δείξει την άλλη πλευρά του φεγγαριού, να εμπνεύσει και να κομίσει ελπίδα.

Λογικό και παράλογο, η ίδια ενότητα. Κόκκινα τα γυαλιά σου, κόκκινος ο κόσμος.

Η αγάπη. Ο έρωτας.

Ασφαλώς όχι.

Η έννοια κοινωνία, είναι αόριστη. Όπως και η έννοια πνευματικότητα. Είναι μάλλον αστικής έμπνευσης κατασκεύασμα. Άλλοι, εν πάση περιπτώσει, είναι αυθεντικοί, αναλλοτρίωτοι, άλλοι έχουν χάσει την ταυτότητά τους. Οι μάζες ποτέ δεν διακρίνονταν για την προσήλωσή τους στα Γράμματα, εάν υποθέσουμε πως αυτό δηλώνει ο όρος πνευματικότητα. Και ίσως καλά κάνανε.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κανείς την πραγματικότητά του.

Κάθε λέξη αποκτά το μοναδικό της νόημα σε μια καίρια στιγμή. Τότε καθίσταται η ωραιότερη λέξη της Ελληνικής γλώσσας.

Δεν πιστεύω πως υπάρχει περιορισμένο λεξιλόγιο. Ο καθείς χρησιμοποιεί τις λέξεις που έχει ανάγκη. Συναρτώνται δηλαδή οι λέξεις με την ποιότητα της εμπειρίας μας. Ένα καινούργιο βίωμα, θα γεννήσει μια νέα λέξη. Για να καταλάβετε, είναι όπως ένας έρωτας. Το όνομα μιας γυναίκας που δεν σήμαινε τίποτε παλιά, και τώρα έχει άλλη σημασία, άλλο πόνο και καημό και νταλκά και νοσταλγία.

Ο καθείς και μία συνείδηση.

Κινδυνεύουμε απόλυτα και από τη μόλυνση του περιβάλλοντος και από τις τροφές και προπαντός απ’ αυτούς που μας κυβερνούν.

Από αυτούς κινδυνεύουμε να γίνουμε καλύτεροι.

Ό,τι είναι πεπρωμένο να χαθεί, ας χαθεί. Μια νομοτέλεια διέπει την πραγματικότητα. Η εθνική ταυτότητα αναδύεται διαφορετική σε κάθε εποχή. Εμείς, τα υποκείμενα την διαμορφώνουμε, δεν προϋπάρχει ως ταμπού.

Κομίζουμε εν πολλοίς την ίδια κοινή –κατά βάση– γλώσσα, αυτό είναι σπουδαίο. Από εκεί και πέρα, όλα αυτά είναι μύθος βεβαρημένος και ταλαιπωρημένος.

Για άλλους ναι, για άλλους όχι. Έχει να κάνει με την συνείδηση του καθενός.

Πάρα πολλές.

Από προσωπικά βιώματα και όπως αυτά διαστρεβλώνονται και μεταμορφώνονται στο χρόνο.

Ασφαλώς. Ποιος δεν είναι;

Δεν το μαρτυράω.

Ίσως τα γηρατειά.

Όλη την ώρα. Αυτόν προσπαθώ να ξεγελάσω και να μεταλλάξω.

Ναι στην αλληλεγγύη, όχι στην φιλανθρωπία.

Η απώλεια της ατομικής ταυτότητας, της κοινής συνειδήσεως, η απομάκρυνση από την αυθεντική ύπαρξή μας.

Ανήκουμε στην Ανατολή. Και καλά κάνουμε.

Ίσως. Αλλού είναι κακό, πιο πολύ για καλό μου φαίνεται.

Τίποτε το ενωμένο δεν επιβιώνει. Διασπάται πάντα στο ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Το μοναδικό.

Όχι. Αλλά είναι απλώς ανώτερη, όπως το λέει ο Σαββόπουλος.

Ίσως τα μολυβάκια μου, που γράφω. Ο καθείς και το πολύτιμο φετίχ του.

Προς το χειρότερο. Η δυστυχία δεν είναι ποτέ πηγή δημιουργίας. Βγάζει μόνο κακό πράγμα.

Έτσι ήταν πάντα. Τώρα φαίνεται πιο καθαρά.

Όχι, δεν το πιστεύω.

Η ανάγκη να βάλω τάξη σε όσα αναταράσσονται εντός μου και αναμοχλεύονται και ζητούν εξηγήσεις. Η ανάγκη να αποσείσω την αμεσότητα του πραγματικού.

Ένα νεογέννητο παιδί.

«Μια χαρά και δέκα λύπες», λέει ο λαός.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου γεννήθηκε το 1950. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και ελληνική φιλολογία – φιλοσοφία – κοινωνιολογία (το θέμα της διδακτορικής του διατριβής ήταν η καθημερινότητα και η λογοτεχνία). Το 1982 κυκλοφόρησε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό». Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής και υπεύθυνος ύλης του εκπαιδευτικού περιοδικού «Νεοελληνική Παιδεία», που εκδιδόταν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας, και μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Έχει διδάξει αφηγηματολογία στο Τμήμα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης (ΜΜΕ) και στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως φιλόλογος στο Μουσικό Σχολείο (Γυμνάσιο, Λύκειο) Αλίμου. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Κριτικές λογοτεχνίας και δοκιμιακά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες εφημερίδες («Το Βήμα», «Εξουσία», «Καθημερινή») και περιοδικά («Αντί», «Ίνδικτος», «Διαβάζω», «Ελίτροχος»

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

The following two tabs change content below.
Ο Νίκος Λαγκαδινός είναι δημοσιογράφος [ΕΣΗΕΑ]. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θεατρολογία στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Έχει εργαστεί ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στην ΕΡΤ [τηλεόραση και ραδιόφωνο], στις εφημερίδες Ελεύθερη Γνώμη, Νίκη, Ενημέρωση, Βραδυνή, Ακρόπολις, Αθηναϊκή. Διηύθυνε την εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ.
Exit mobile version