Αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, Πολυτεχνείο και η κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας

Τώρα και χρόνια γίνονται επίμονες προσπάθειες κατασυκοφάντησης και αποδόμησης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Φαίνεται πως αυτή η αυθόρμητη, ακηδεμόνευτη και απολύτως ειρηνική εξέγερση δεν άρεσε και δεν αρέσει σε πολλούς για διάφορους λόγους.

by Times Newsroom

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό “Το ΚΙΝΗΜΑ”

  • ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ*

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 δεν το προέβλεψε καμιά πολιτική δύναμη και πολύ περισσότερο δεν αντιστάθηκε στην επιβολή του. Οι συνταγματάρχες επιβλήθηκαν δίχως καμιά αντίδραση. Επομένως, μετά την φθορά των αστικών πολιτικών δυνάμεων που προκάλεσε το βασιλικό πραξικόπημα του 1965, το στρατιωτικό πραξικόπημα, εκ των πραγμάτων, συνιστά την ολοκληρωτική ήττα όλων των πολιτικών δυνάμεων, μη εξαιρουμένης της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος κατ΄ επέκταση.

Η ήττα αυτή και ο ολικός αιφνιδιασμός των πολιτικών δυνάμεων θα καθορίσει, σε μεγάλο βαθμό, τις μετέπειτα προσπάθειες τους για τη συγκρότηση αντίστασης ή αντιπολίτευσης απέναντι στο καθεστώς.

Το πλήγμα ήταν μεγαλύτερο για την αριστερά, η οποία δεν αντιλήφθηκε ούτε την τελευταία στιγμή την πολιτική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα πλήθος στελεχών και μελών της να βρεθούν στις φυλακές και στην εξορία. Η επακολουθήσασα διάσπασή της, ως λογική συνέπεια και της ήττας της, δυσχέρανε ακόμα περισσότερο την πολιτική της ανασυγκρότηση και την οργάνωση αριστερής αντίστασης.
Αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας συγκροτήθηκαν αντιστασιακές οργανώσεις από όλο το πολιτικό φάσμα, με σύμβολα, προγράμματα, τακτικούς και στρατηγικούς στόχους. Καμιά όμως δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το επίπεδο της διαμαρτυρίας ξεσηκώνοντας μέρος των πολιτικοποιημένων πολιτών ή απειλώντας με δυναμικές ενέργειες το καθεστώς. Η μόνη δυναμική ενέργεια ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη.

Οι πολιτικοποιημένοι πολίτες και τα λαϊκά στρώματα υιοθετούν μια επιφυλακτική στάση απέναντι στις προτάσεις τόσο των παλαιών πολιτικών, όσο και των αντιστασιακών οργανώσεων ενώ, όπως διαπιστώνεται από τη συμμετοχή τους στις μεγάλες αντιστασιακές συγκεντρώσεις στις κηδείες των Παπανδρέου και Σεφέρη, ήταν δυνητικά κινητοποιήσιμοι.

Οι λόγοι αυτής της επιφυλακτικότητας οφείλονται κυρίως: στην έλλειψη διορατικότητας των πολιτικών, που δεν είχαν προβλέψει τη στρατιωτική επέμβαση, στον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης τους , στις πολιτικές τους προτάσεις και πρωτοβουλίες, οι οποίες είναι σε ευθεία προέκταση της προδικτατορικής τους δράσης, στην ωμή τρομοκρατία που ασκεί το στρατιωτικό καθεστώς, στις συλλήψεις πλήθος ηγετικών στελεχών, στις λάθος εκτιμήσεις ότι η χούντα θα πέσει από εξωτερικές πιέσεις κ.α..

Τα προγράμματα, οι πολιτικές θέσεις και η δραστηριότητα καμιάς οργάνωσης δεν κατάφεραν να συγκινήσουν και να συνεγείρουν τμήματα πληθυσμού. Ούτε η οξεία αντιπολίτευση των Κανελλόπουλου και Μαύρου, οι οποίοι επιζητούν σε κάθε ευκαιρία την επιστροφή στο προδικτατορικό καθεστώς, είχε μεγάλο ακροατήριο.

Η αδυναμία των κυριότερων οργανώσεων να συμφωνήσουν σ΄ ένα ελάχιστο πρόγραμμα ή να συντονιστούν στη δράση ενσπείρει τη απογοήτευση και οδηγεί στην αδράνεια όσους πολίτες εν δυνάμει ήταν κινητοποιήσιμοι.

Η απομόνωση αυτή των αντιστασιακών οργανώσεων από το πολιτικοποιημένο τμήμα του πληθυσμού και τα λαϊκά στρώματα θα επιτρέψει την εξάρθρωσή τους, σχετικά εύκολα, από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος.

Μετά την αποτυχία των αντιστασιακών οργανώσεων και τη σχετική χαλάρωση των μέτρων καταστολής, αρχίζουν μαζικές ορατές διεργασίες μέσα από τις εκδόσεις προοδευτικών βιβλίων, τις δραστηριότητες της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων και της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, τον προοδευτικό κινηματογράφο και θέατρο, τα απαγορευμένα τραγούδια στις ταβέρνες, τις πολιτικές παρέες κ.ά. Σημαντική ήταν και η συμβολή των απολογιών των αντιστασιακών και οι καταγγελίες των βασανιστηρίων ,κατά τη διάρκεια των δικών, στην διαδικασία πολιτικής και θα έλεγα συναισθηματικής ωρίμανση, κυρίως των φοιτητών.

Όλα τα παραπάνω συνιστούν μια μαζική θεωρητική και ιδεολογική προετοιμασία, δίχως κέντρο καθοδήγησης, για το τι πρέπει να γίνει. Εκ των πραγμάτων αυτές οι διεργασίες, με μια άλλη λογική εκείνης των αντιστασιακών οργανώσεων, κυοφορούν το νέο που θα καλύψει το κενό αμφισβήτησης του καθεστώτος. Προετοιμάζουν την «ωρίμανση» του φοιτητικού χώρου και τη γέννηση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος.

Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα κάνει την εμφάνισή του τον Ιανουάριο 1972. Οργανώνεται, λειτουργεί και δρα με ένα τρόπο ριζικά διαφορετικό εκείνου των αντιστασιακών οργανώσεων, έχοντας εξ αρχής ένα αριστερό προσανατολισμό.

Το φοιτητικό κίνημα αυτοοργανώθηκε, από τα κάτω, πριν την εμφάνιση των πολιτικών οργανώσεων στο εσωτερικό του, λειτούργησε αμεσοδημοκρατικά και ανέδειξε τη φυσική του ηγεσία. Η ιεραρχία, ο συγκεντρωτισμός και η εκ των άνω και εκ των προτέρων επεξεργασία ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων, λείπουν παντελώς από την αυτοοργάνωσή του, η οποία εκφράζει τη συνισταμένη θέληση των ενεργοποιημένων φοιτητών. Αυτοπροσδιορίζεται στη δράση του εναντίον του καθεστώτος και δεν ετεροκαθορίζεται από πολιτικά κέντρα εκτός του χώρου του. Η αυτοοργάνωση, η δράση και η λειτουργία του δεν μοιάζουν ουδόλως με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της οργανωμένης Αριστεράς. Περισσότερο μοιάζουν με τα αυτόνομα κινήματα της Ευρώπης, κατά τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 και με τις θεωρητικές συλλήψεις των ελευθεριακών και των ειρηνικών αναρχικών. Στον τρόπο οργάνωσης, λειτουργίας και δράσης του αφκ προεικονίζεται ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό καθεστώς με άμεση δημοκρατία και ισότητα. Ο αριστερός προσανατολισμός του κινήματος, από τη μια και η ελευθεριακή φυσιογνωμία του, από την άλλη, συνιστούν αντίφαση, με την οποία δεν μπόρεσε να ασχοληθεί το κίνημα.

Το φοιτητικό κίνημα δεν κάλεσε τους πολίτες σε αντίσταση, αλλά αντιστάθηκε με έργα το ίδιο. Το αντίθετο συνέβη με τις οργανώσεις, οι οποίες αν και μίλαγαν για την ανάγκη αντίστασης του λαού, οι ίδιες δεν κατάφεραν να δώσουν το παράδειγμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτικοποιημένων πολιτών. Οι φοιτητές δεν χρησιμοποίησαν τίτλους, προγράμματα, πολιτικές θέσεις και σύμβολα, όπως οι οργανώσεις. Δεν έδρασαν συνωμοτικά, αλλά αντίθετα είχαν την τάση, εξαρχής, να επιβάλλουν τη νομιμοποίηση της δράσης και της οργάνωσής τους.

Η λήψη αποφάσεων γρήγορα περνά από τις φοιτητικές επιτροπές αγώνα στις εκλεγμένες επιτροπές, στις συγκεντρώσεις και στις συνελεύσεις. Η δράση του φοιτητικού κινήματος δεν είχε να κάνει με τη συνωμοτική αναγραφή συνθημάτων, ρίψη προκηρύξεων ή τοποθέτηση βομβών. Αντίθετα, εξαντλεί τα νόμιμα περιθώρια και χρησιμοποιεί τις διαδηλώσεις, τις αποχές και τις καταλήψεις κάτω από την επιτήρηση των κατασταλτικών μηχανισμών, με τους οποίους συχνά συγκρούεται. Η δυναμική του είναι τέτοια, που γρήγορα καταλαμβάνει αποκλειστικά το χώρο της έμπρακτης αμφισβήτησης του καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα, σε αντίθεση με τις παράνομες αντιστασιακές οργανώσεις, είναι ορατό και ανιδιοτελές. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του το έκαναν γρήγορα δημοφιλές και του εξασφάλισαν μεγάλο ακροατήριο. Στη συνέχεια πέτυχε σημαντική ενεργητική συμπαράσταση από τους πολιτικοποιημένους πολίτες.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι το α.φ.κ ήταν ένα ειρηνικό κίνημα. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ βία , αν και απέναντι του είχε ένα παράνομο και βίαιο καθεστώς που έσπερνε τον τρόμο με απειλές, ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις, βασανιστήρια και δολοφονίες. Και όμως ήταν αποτελεσματικό στον αγώνα του εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος.

Ο τρόπος γέννησης και εξέλιξης του φοιτητικού κινήματος, που του επιτρέπει, πέρα από τα άλλα, να μην κληρονομήσει τα συμπλέγματα του τραυματικού παρελθόντος της αριστεράς, η έλλειψη κομματικής καθοδήγησης, οι συνθήκες δικτατορίας, η αποτυχία των αντιστασιακών οργανώσεων και η νεανική του σύνθεση, συγκροτούν ένα τέτοιο πλαίσιο προϋποθέσεων, που το οδηγεί σε μια πορεία ρήξης με το καθεστώς, σε αντίθεση με τα αριστερά κόμματα, τα οποία δεν έπαψαν να ζητούν συνεργασία με τις αστικές δυνάμεις.

Το κίνημα, η αυτοοργάνωσή του, δεν έχει τη δυνατότητα να χαράξει τακτική και στρατηγική. Πορεύεται ανάλογα με την εξέλιξη των πραγμάτων, συνδημιουργός των οποίων είναι και το ίδιο.

Η αριστερά θέλει το φοιτητικό κίνημα ως ένα κίνημα αποκλειστικά συνδικαλιστικό, με φοιτητικά αιτήματα, που να μην ξεφεύγει από τα πανεπιστημιακά πλαίσια.

Η εκδήλωση του φοιτητικού κινήματος σε μια κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη εκείνης των αντιστασιακών οργανώσεων και της πολιτικής λογικής των δύο Κ.Κ. δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την ανάπτυξη μιας οργανικής σχέσης ανάμεσα στο κίνημα και τις πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς.

Η αριστερά ποτέ δεν αντιλήφθηκε τη δυναμική του φοιτητικού κινήματος και τα πολιτικά ζητήματα τα οποία απέρρεαν από το νέο πολιτικό σκηνικό, που διαμορφωνόταν απ΄ αυτή καθαυτή την πορεία ρήξης του με το καθεστώς. Πολύ περισσότερο δεν κατάφερε να επεξεργαστεί προτάσεις για την παραπέρα πορεία του κινήματος. Έτσι το φοιτητικό κίνημα χάραξε το δικό του δρόμο, χωρίς τη συμβολή της οργανωμένης Αριστεράς, ενώ ταυτόχρονα τα μέλη – φοιτητές των μετωπικών της οργανώσεων συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα καθορίζοντας τη στάση τους περισσότερο από αυτό καθ’ εαυτό το κίνημα – συνδημιουργοί του οποίου ήταν- παρά από τις κομματικές τους καθοδηγήσεις.

Υποκαθιστώντας τις αντιστασιακές οργανώσεις στην αντιδικτατορική πάλη, εξέφρασε την αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος. Επιπλέον, εμπνεόμενο από τις παραδόσεις του αριστερού κινήματος και αποδεχόμενο την αναγκαιότητα ύπαρξης αριστερού κόμματος για την αποτελεσματικότητα του αγώνα, δε θα έρθει σε σύγκρουση με τα δύο Κ.Κ., έστω και αν δεν ακολούθησε τις πολιτικές προτροπές τους. Το κίνημα δεν ήταν ιδεολογικά αυτόνομο όπως ο γαλλικός Μάης. ήταν μόνο οργανωτικά και πολιτικά αυτόνομο.

Όμως η λειτουργία και η δράση του φοιτητικού κινήματος και των οργανώσεων ποτέ δεν έγιναν συμπληρωματικές. Ποτέ δεν αναπτύχθηκε μια οργανική σχέση μεταξύ τους, τέτοια που να αλληλοαναιρούνται οι εκατέρωθεν αδυναμίες και να επιτυγχάνεται μια νέα πολιτική σύνθεση, ικανή να απαντήσει στα ζητήματα που έθετε η πολιτική πραγματικότητα. Μόνο όταν το φοιτητικό κίνημα δοκιμάζεται από τα χτυπήματα του καθεστώτος, όπως έγινε με τις στρατεύσεις, οι πολιτικές οργανώσεις αναλαμβάνουν έναν σημαντικότερο ρόλο, ο οποίος όμως έμεινε συγκυριακός και δεν στάθηκε ικανός να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αλλαγής των σχέσεων κινήματος – οργανώσεων.

Η κατάληψη του Πολυτεχνείου, που αποτελεί την κορύφωση του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, αιφνιδιάζει όλες τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις χωρίς εξαίρεση. Ακόμη και οι αριστερές ομάδες, οι οποίες στη συνέχεια θα είναι ανυποχώρητες στο ζήτημα της συνέχισης της κατάληψης, βρίσκονται απροετοίμαστες μπροστά στον ορυμαγδό των γεγονότων.

Αν η «συνάντηση» φοιτητικού κινήματος και πολιτικών οργανώσεων δεν πραγματοποιήθηκε κατά την πυκνή σε γεγονότα δίχρονη διάρκειά του, δε θα πραγματοποιηθεί ούτε και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Η αδυναμία όλων των πολιτικών οργανώσεων να συνδεθούν οργανικά με το φοιτητικό κίνημα, έτσι που να υπάρξει μια ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του τελευταίου, θα σταθεί μοιραία και για την εξέλιξη της εξέγερσης.

Η πορεία της εξέγερσης, καθοριζόμενη από το αυθόρμητο στοιχείο, δεν είχε τη δυνατότητα πολιτικών ελιγμών και τακτικών υποχωρήσεων. Επίσης, ποτέ δεν καθορίστηκαν οι στόχοι της, πέραν εκείνου της ανατροπής του δικτατορικού καθεστώτος, αν και κάθε πολιτική οργάνωση είχε τις δικές της προτάσεις, οι οποίες δεν υιοθετήθηκαν ούτε από τη συντονιστική επιτροπή, ούτε από την πλειονότητα των καταληψιών. Η αυθόρμητη και εκρηκτική εξέγερση άφησε πίσω της όλες τις οργανωμένες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε ουσιαστική διάλυση των οργανώσεων.

Η πανσπερμία των απόψεων, προτάσεων και στόχων των οργανώσεων (φοιτητικά αιτήματα, συντεταγμένη αποχώρηση, εθνική ενότητα, αντιιμπεριαλιστική επανάσταση, σοσιαλιστική επανάσταση, κ.α.) δε στάθηκε ικανή να εκφράσει τις επιδιώξεις και τους πόθους των συγκεντρωθέντων, οι οποίοι κινούνται από «την ανάγκη για αντίθεση προς ένα αυταρχικό καθεστώς, που αντιστρατευόταν βασικές ποιότητες του ανθρώπου, που έμπαινε εμπόδιο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη του τόπου». (Ν. Γιανναδάκης)

Η εξέγερση θα οδηγηθεί στη σύγκρουση με το καθεστώς, ελάχιστα επηρεαζόμενη από τις πολιτικές γραμμές, θέσεις και συνθήματα των οργανώσεων.

Η εξέγερση και η αιματηρή καταστολή του Πολυτεχνείου ακυρώνει τη στρατηγική της ελεγχόμενης ομαλοποίησης, που επιχειρούσε το καθεστώς στην προσπάθεια του να προσεταιριστεί μέρος των παλαιών πολιτικών και να αποκτήσει λαϊκή βάση, γεγονός που θα του επέτρεπε την νομιμοποίηση και κατ΄ επέκταση την μονιμοποίησή του. Τουρκοποίηση της πολιτικής, όπως λέγαμε τότε.

Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι το άνοιγμα αυτό της χούντας θα οδηγούσε και στην απομάκρυνση της από την εξουσία; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν θα επιβαλλόταν ένα ανελεύθερο καθεστώς με κοινοβουλευτικό μανδύα πλήρως ελεγχόμενο από τον στρατό;

Τώρα και χρόνια γίνονται επίμονες προσπάθειες κατασυκοφάντησης και αποδόμησης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Φαίνεται πως αυτή η αυθόρμητη, ακηδεμόνευτη και απολύτως ειρηνική εξέγερση δεν άρεσε και δεν αρέσει σε πολλούς για διάφορους λόγους.

Τελευταία είδαν το φως της δημοσιότητας ακόμα και δηλώσεις τόσο ενός αμετανόητου χουντικού, ο οποίος κατασκεύασε ψευδή γεγονότα, σπιλώνοντας ακόμη και επώνυμο αγωνιστή της εξέγερσης προκειμένου να ευτελίσει το Πολυτεχνείο, όσο και ενός ιδιότυπου διανοούμενου, ο οποίος αναπαρήγαγε ανιστόρητες επιφανειακές, όμως «πιασάρικες», εκτιμήσεις για τη σχέση της εξέγερσης με την τραγωδία της Κύπρου.

Κάνοντας μια αναδρομή θα διαπιστώσουμε ότι σχεδόν από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης άρχισαν οι επιθέσεις εναντίον της εξέγερσης, άμεσες και έμμεσες. Φήμες και όχι λογικά διατυπωμένες απόψεις κυκλοφορούσαν από ακροδεξιούς κύκλους -και όχι μόνο – ότι το Πολυτεχνείο το οργάνωσαν οι Αμερικάνοι ή ο Ιωαννίδης. Αυτοί οι ισχυρισμοί στερούνται οποιασδήποτε τεκμηρίωσης και ιστορικής λογικής. Ουδείς σοβαρός ιστορικός ή άλλος κοινωνικός επιστήμονας το ισχυρίστηκε. Απορίας άξιο είναι πώς κάποιες μυστικές υπηρεσίες θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν αυθόρμητα(!) τους έμπειρους στις αντιχουντικές κινητοποιήσεις φοιτητές- το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα βρισκόταν στον 22ο μήνα των αντιχουντικών κινητοποιήσεων του- για τους δικούς τους σκοτεινούς σκοπούς. Αυτή η σκέψη ανήκει στο χώρο της συνωμοσιολογίας και του παραλογισμού.

Κυκλοφορεί ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξαν νεκροί ή δεν υπήρξαν νεκροί μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου. Ακόμη και η ίδια η χούντα παραδέχτηκε ότι υπήρξαν νεκροί -αν θυμάμαι καλά ανακοίνωσε 11 νεκρούς. Η εξέγερση δεν περιορίστηκε μόνο στο χώρο του Πολυτεχνείου. Επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος του λεκανοπεδίου, όπως δείχνουν οι έρευνες. Επόμενο ήταν οι χουντικές κατασταλτικές δυνάμεις να κτυπήσουν αιματηρά όλες εκείνες τις υπό δημιουργία εστίες αντίστασης που έδειχναν ότι η εξέγερση επεκτεινόταν με γοργούς ρυθμούς. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική!

Μετά την έλευση της κρίσης η εξέγερση ξαναμπήκε στο στόχαστρο μέσω της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Η τελευταία θεωρήθηκε υπεύθυνη για τη χρεωκοπία της χώρας. Και πάλι δίχως τεκμήρια και δίχως επιχειρήματα. Πού θα τα έβρισκαν; Οι πραγματικά υπεύθυνοι χρειαζόντουσαν αποδιοπομπαίο τράγο για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους. Η γενιά του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος έπαψε να υπάρχει από τις 18-11-73. Το κίνημα δεν είχε επεξεργαστεί θέσεις για τη μετά τη χούντα εποχή. Ήταν ένα μονοδιάστατο-ανολοκλήρωτο αντιδικτατορικό κίνημα. Έτσι κάθε αντιστασιακός φοιτητής πήρε το δικό του δρόμο. Επιπλέον δεν υπήρξε, στη μεταπολίτευση, ούτε καν προσπάθεια σύστασης κάποιας συλλογικότητας βασισμένης στις εμπειρίες του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος.

Έρευνα δείχνει ότι ελάχιστοι της «γενιάς» μπήκαν στην πολιτική και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η γενιά έκανε το καθήκον της και γύρισε στο σπίτι».

Ας δούμε, όμως, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κινήματος- τις παρακαταθήκες του- τα οποία δεν κατάφερε να θεωρητικοποιήσει και να συγκροτήσει θέσεις για τη μετά τη δικτατορία εποχή

• Το αφκ, κάτω από τις σκληρές συνθήκες της δικτατορίας, λειτούργησε αμεσοδημοκρατικά. Η αυτοοργάνωση του δομήθηκε «από τα κάτω». Δεν επέλεξε ηγεσία αλλά ανακλητούς εκπροσώπους, οι οποίοι είχαν ένα συντονιστικό ρόλο και δεν αποφάσιζαν ερήμην των αντιστασιακών πυρήνων των σχολών. Μη ιεραρχική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων οι αποφάσεις, είτε στις συνελεύσεις, είτε στους πυρήνες των σχολών, ήταν συναινετικές, δηλαδή ομόφωνες.

• Το κίνημα ήταν αυτόνομο. Πότε δεν καθοδηγήθηκε ούτε προσέτρεξε για βοήθεια σε κέντρα εκτός φοιτητικού χώρου.

• Ήταν ένα αντιαυταρχικό, αντιιεραρχικό και βαθύτατα δημοκρατικό κίνημα.

• Δεν είχε οικονομικά και συνδικαλιστικά αιτήματα. Το πολιτικά του αιτήματα αφορούσαν όλη την κοινωνία.

• Δεν ήταν εθνικιστικό. Αντίθετα είχε και διεθνιστικά χαρακτηριστικά.

• Δεν είχε ιδεολογική ομοιομορφία. Στις γραμμές του έδρασαν το σύνολο των αριστερών και αμφισβητησιακών δυνάμεων, χωρίς καμιά να το καθορίσει.

• Κυριαρχούσε η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια μεταξύ των ενεργοποιημένων φοιτητών, κυρίως μετά τα σκληρά κτυπήματα του καθεστώτος.

• Ζητούσε δημοκρατία και λειτουργούσε δημοκρατικά. Ζητούσε ελευθερία και εκφραζόντουσαν ελεύθερα, και προς τα μέσα και προς τα έξω, όλοι οι συμμετέχοντες. Υπήρξε συσχέτιση μέσων και σκοπού.

• Αντιστάθηκε, με πολιτικό ήθος, ειρηνικά και αποτελεσματικά εναντίον ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, το οποίο φυλάκιζε, απειλούσε, έδερνε, βασάνιζε, εξευτέλιζε και ενίοτε δολοφονούσε.

• Ήταν ανιδιοτελές. Ουδείς φοιτητής αντιστάθηκε, διακινδυνεύοντας ακόμη και τη σωματική του ακεραιότητα, γιατί προσδοκούσε προσωπικά οφέλη. Μια τέτοια σκέψη εκείνη την εποχή θα ήταν ανόητη.

• Η συλλογικότητα του αφκ διακρίθηκε από τις πραγματικά συντροφικές σχέσεις μεταξύ των ενεργοποιημένων φοιτητών, από αυτοπειθαρχία και όχι πειθαρχία, από ειλικρινή συνεργασία και από φιλία. Πολλές φιλικές-πολιτικές παρέες εκείνης της εποχής κρατούν την φιλία ακόμη.

• Υπήρχε ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα και σεβασμός στην διαφορετική άποψη ,αν εξαιρέσουμε τις, δίχως λογική, αντιπαραθέσεις μεταξύ των μικρών αριστερών οργανώσεων και της ΑντιΕΦΕΕ σε μία μόνο σχολή του Πανεπιστημίου

• Δεν θέλησε ποτέ να έρθει σε καμιά διαπραγμάτευση με το καθεστώς.

• Το κίνημα επέδειξε τόλμη και αξιοπρέπεια. Άοπλο αντιπαρατέθηκε εναντίον ενός αρματοφόρου και εγκληματικού καθεστώτος, το οποίο, παρά τη βία που άσκησε εναντίον των εξεγερμένων φοιτητών δεν κατάφερε να κάμψει αγωνιστικότητα τους και κατ’ επέκταση την αξιοπρέπεια τους.

Ποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε στη μεταπολιτευτική πολιτική ζωή; Με μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι σχεδόν τίποτα από αυτά δεν ανιχνεύεται στις δρώσες πολιτικές ή συνδικαλιστικές συλλογικότητες της μεταπολίτευσης. Οι ίδιοι οι φοιτητές που δημιούργησαν το κίνημα δεν θεωρητικοποίησαν αυτήν τους τη δράση. Έτσι έμειναν αγκιστρωμένοι στα παλιά αριστερά σχήματα. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν, όσοι ήθελαν να μείνουν πολιτικά ενεργοί, στα κόμματα και στις οργανώσεις της Αριστεράς δίχως να κομίζουν τίποτα το νέο σε θεωρητικό, οργανωτικό ή στο πεδίο της δράσης. Ίσως να αποτελεί εξαίρεση ένα μέρος των μελών του «Ρήγα», του ΚΚΕεσωτερικού. Το να ζεις μια νέα πραγματικότητα δε σημαίνει ότι και την γνωρίζεις. Έτσι είναι, όσο και αν αυτό φαίνεται παράξενο.

Η σοβαρότερη κατηγορία κατά της γενιάς ήταν και είναι ότι αν δεν είχε υπάρξει το Πολυτεχνείο δεν θα φτάναμε στην τραγωδία της Κύπρου.

Ισχυρίζονται ότι δίχως το Πολυτεχνείο ο Ιωαννίδης δεν θα έκανε πραξικόπημα και επομένως η πορεία του ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού θα ήταν ομαλή και το καθεστώς δεν θα αποτολμούσε πραξικόπημα στην Κύπρο. Αφού πρώτα σημειώσω ότι πραξικόπημα δεν είναι δυνατόν να οργανωθεί μέσα σε μια βδομάδα θα παραθέσω μαρτυρίες χουντικών που βεβαιώνουν ότι ο χρόνος οργάνωσης του πραξικοπήματος του Ιωαννίδη προηγείται κατά πολύ της εξέγερσης..

Ο Ιωαννίδης στην απολογία του στον τακτικό ανακριτή κατέθεσε: «Η ημερομηνία εκδηλώσεως του κινήματος (25 Νοεμβρίου 1973) είχε καθορισθή προ διμήνου και ήτο γνωστή και εις τον στρατηγόν Γκιζίκην, εις τον στρατηγόν Μπονάνον και εις τον ταγματάρχην Παλαΐνη Χαράλαμπον…» (βλ. Σ.Γρηγοριάδης: Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας τομ. 12. 2011, σ. 63).

Ο Γκιζίκης, διοικητής της 1ης Στρατιάς και κατόπιν πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατέθεσε τον Ιούνιο του 1975 στον τακτικό ανακριτή (βλ. Γρηγοριάδης, 2011, σ. 10) τα παρακάτω: «Κατά το σχέδιον ως είχε τούτο εκπονηθεί αρχικώς η ανατροπή του Παπαδόπουλου θα έπρεπε να γίνει μεταξύ 20ης Νοεμβρίου και 10ης Δεκεμβρίου 1973, αλλά καθωρίσθη τελικώς και δη προ ενός περίπου μηνός η 25 Νοεμβρίου ως ημερομηνία του πραξικοπήματος». Ο ταγματάρχης Παλαΐνης της χούντας του Ιωαννίδη κατέθεσε στον ανακριτή:

«Η απόφασις ανατροπής του Γ. Παπαδόπουλου ελήφθη τότε που εξασφάλισε ο ίδιος διά ψηφίσματος την προσωπικήν του εκλογή ως Προέδρου της Δημοκρατίας με αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει τον λαόν και τα στελέχη του στρατού. Η ακριβής ημερομηνία της ανατροπής, δηλαδή η 25η Νοεμβρίου 1973, είχε προκαθορισθεί τουλάχιστον προ ενός μηνός…» (Γρηγοριάδης, 2011, σ. 75).

Επιπλέον των παραπάνω:

1. Η ιστορία δεν ξεκινά με το Πολυτεχνείο. Την εξέγερση την προκάλεσε το ολοκληρωτικό και καταστροφικό καθεστώς της χούντας, Ήταν η κορύφωση και το αποτέλεσμα όλων των παθητικών και ενεργητικών αντιστασιακών ενεργειών της κοινωνίας. Εξέφρασε τον πόθο του πληθυσμού για ελευθερία, δημοκρατία και πρόοδο.

2. Ποιά ιστορική ή άλλη επιστημονική μέθοδος μπορεί να αποδώσει ευθύνες σε μια αυθόρμητη και ακηδεμόνευτη εξέγερση; Ευθύνες αποδίδονται σε αποφάσεις συλλογικοτήτων ή ατόμων. Τα αυθόρμητα γεγονότα φωτίζουν την πραγματικότητα και γίνονται αντικείμενο ανάλυσης των κοινωνικών επιστημόνων. Διερευνώνται τα αίτια τους, οι πολιτικές τους επιπτώσεις και η φυσιογνωμία τους, αναλύονται οι διεργασίες τους κλπ

3. Η χούντα μετά το Πολυτεχνείο ήταν μετέωρη. Και η ελάχιστη κοινωνική ανοχή απέναντι της εξαφανίζεται. Η σφαγή άοπλων και ειρηνικών εξεγερμένων νέων άνοιξε βαθύ ρήγμα μεταξύ κοινωνίας και χούντας. Το καθεστώς πορεύεται μετέωρο δίχως ερείσματα και προοπτική νομιμοποίησης, βασιζόμενο αποκλειστικά στη βία των κατασταλτικών μηχανισμών. Και αυτό μέχρι πότε; Η πολιτική επιστήμη ισχυρίζεται ότι καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει και να μακροημερεύσει αν δεν διαθέτει μια ελάχιστη συναίνεση. Η χούντα μετά το Πολυτεχνείο ήταν εντελώς απομονωμένη από το σύνολο της κοινωνίας. Συνεπώς η πτώση της, έτσι ή αλλιώς, ήταν ζήτημα χρόνου.

[Η χούντα, κατά το παρελθόν, είχε επιχειρήσει πραξικόπημα στην Κύπρο εκτός του γεγονότος ότι απέσυρε, πολύ νωρίς, την ελληνική μεραρχία αποτροπής μετά από πιέσεις των Αμερικάνων και το τελεσίγραφο της Τουρκίας. Η απόσυρση της μεραρχίας δυσαρέστησε τον Ιωαννίδη και μερίδα των αξιωματικών Εκτιμούσαν ότι οι Αμερικάνοι δεν θα επέτρεπαν την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών μελών του ΝΑΤΟ. Ήταν η αρχή της αμφισβήτησης του Παπαδόπουλου από μέρος των χουντικών αξιωματικών, η οποία αυξάνεται με την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών από τον ίδιο και τα φαινόμενα διαφθοράς. Η κατάληψη της Νομικής, το κίνημα του Ναυτικού και η αναγκαστική φυγή προς τα εμπρός με τη συγκρότηση κυβέρνησης υπό τον Μαρκεζίνη -παλαιού πολιτικού- αφενός δείχνει τη δυσχερή θέση του καθεστώτος και αφετέρου αυξάνει περαιτέρω τη δυσαρέσκεια πολλών χουντικών αξιωματικών απέναντι στον Παπαδόπουλο. Τη δυσαρέσκεια αυτή την καρπώνεται ο Ιωαννίδης, ο οποίος είναι επικεφαλής της ισχυρής ΕΣΑ και, επιπλέον, ελέγχει το γραφείο προσωπικού του στρατού. Η οργάνωση πραξικοπήματος εναντίον του Παπαδόπουλου, υπό τον Ιωαννίδη, ήταν το φυσικό επακόλουθο αυτής της έντονης δυσαρέσκειας μερίδας των χουντικών αξιωματικών. Το Πολυτεχνείο μπορεί, ίσως, να επιτάχυνε την καθαίρεση του Παπαδόπουλου.  «Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα (Σωτήρης Ριζάς)»].

Η συνειδητοποίηση του γεγονότος, από τη λούμπεν χούντα του Ιωαννίδη, ότι το στρατιωτικό καθεστώς είναι μετέωρο και δίχως ερείσματα, την οδηγεί να «κρεμαστεί», κυριολεκτικά από το, εν αναμονή, ανόητο και προδοτικό πραξικόπημα στην Κύπρο στην προσπάθεια της να βγει από το αδιέξοδο, θεωρώντας – αφελώς- ότι αφού θα είχε την στήριξη της Αμερικής οι πιθανότητες επιτυχίας του πραξικοπήματος αυξάνονται. Στόχευε σε μια εθνική επιτυχία που θα του επέτρεπε την νομιμοποίηση και κατ’ επέκταση την μονιμοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος. Η επέμβαση οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου και η χούντα κατέρρευσε.

Είναι προφανές ότι και δίχως το Πολυτεχνείο η χούντα, κάποια στιγμή, ευνοϊκή για την ίδια, θα επιχειρούσε και πάλι πραξικόπημα στη Κύπρο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΜΑΚΑΡΙΟΣ (από συνέντευξη στην Οριάνα Φαλάτσι): Και πέρασε κάμποσος καιρός, ώσπου να καταλάβω ότι ο Ιωαννίδης είχε ενεργήσει έτσι απλούστατα επειδή δεν είχε μυαλό (εννοεί το πραξικόπημα εναντίον του). Και όμως τον γνώριζα. Υπηρετούσε σαν αξιωματικός της Εθνοφρουράς στην Κύπρο το 1963 και το 1964. Μια μέρα ήρθε μαζί με τον Σαμψών να με δει για “να μου εκθέσει μυστικά ένα σχέδιο που θα τακτοποιούσε τα πάντα”. Υποκλίθηκε μπροστά μου, φίλησε το χέρι μου με μεγάλο σεβασμό και είπε: “Μακαριότατε, να το σχέδιο. Θα επιτεθούμε ξαφνικά εναντίον των Τουρκοκυπρίων σε όλο το νησί. Θα τους βγάλουμε μια για πάντα από τη μέση. Και θα ξεμπερδέψουμε”. Έμεινα κατάπληκτος. Του είπα ότι δεν μπορούσα να συμφωνήσω μαζί του, ότι δεν μπορούσα ούτε να ανεχθώ την ιδέα να σκοτωθούν τόσοι αθώοι άνθρωποι. Ξαναφίλησε το χέρι μου και έφυγε οργισμένος. Σας λέω, είναι εγκληματίας».

________________________________________________

Ολύμπιος Εμμ. Δαφέρμος γεννήθηκε το 1947 στην Αξό Ρεθύμνου. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος Ε.Μ.Π. και διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως σύμβουλος στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Στέλεχος του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, είναι συγγραφέας των βιβλίων “Φοιτητές και δικτατορία: Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα 1972-1973” (Γαβριηλίδης, 1999· 2009) και “Όνειρο ήταν” (Γαβριηλίδης, 2003· επανέκδοση: Οδυσσέας, 2005).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή