Άντον Τσέχοφ: Τα απαραίτητα μέτρα | Διήγημα

Τι καλά θα ήταν έτσι να συναθροιζόμαστε συχνά και να τα κουβεντιάζουμε! Και ζεις σ’ αυτή την άλαλη πολιτειούλα, ούτε μόρφωση, ούτε λέσχη, ούτε κοινωνία – Αυστραλία και τίποτ’ άλλο!! Γεμίστε τα ποτήρια κύριοι

by Times Newsroom 1

Το διεισδυτικό μάτι του συγγραφέα, φτάνει βαθιά στη ρωσική κοινωνία της εποχής του και ξεπετάει στην επιφάνεια καταστάσεις κωμικοτραγικές. Τα δέκα διηγήματα αυτού του τόμου, αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες σκηνές της ρώσικης ζωής. Χαριτωμένες, έξυπνες, τραγικές, όπως ένας Τσέχοφ μπορεί να τις δώσει, προβληματίζουν και μαζί δροσίζουν τη σκέψη.

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ

Τα απαραίτητα μέτρα

Η ΜΙΚΡΗ απομακρυσμένη πολιτειούλα, που κατά την έκφραση του επόπτη των φυλακών, δεν μπορείς να τη βρεις στο γεωγραφικό χάρτη ούτε κάτω από τηλεσκόπιο, φωτίζεται από τον μεσημεριανό ήλιο. Ηρεμία και ησυχία. Από τη Δούμα [βουλή] με κατεύθυνση προς τα κανάλια του εμπορίου, κινείται αργά μια υγειονομική επιτροπή που την αποτελούν: ο γιατρός της πόλης, ο επιθεωρητής της Αστυνομίας, δυο εξουσιοδοτημένοι από τη Δούμα, και ένας αντιπρόσωπος του εμπορίου. Πίσω τους, τιμητικά, τους ακολουθούν οι χωροφύλακες… Το δρομολόγιο της επιτροπής, σαν δρόμος για τον Άδη, είναι κατάσπαρτος από ευγενικές προθέσεις. Οι υγειονομικοί προχωρούνε και χειρονομώντας συζητούνε για ακαθαρσία, για βρωμιές, για τα αναγκαία μέτρα και γενικά για άλλα χολερικά υλικά. Οι συζητήσεις είναι τόσο έξυπνες που ο επιθεωρητής της Αστυνομίας που πήγαινε μπροστά, ξαφνικά ενθουσιάστηκε τόσο που γυρίζοντας λέει:

– Λοιπόν, έτσι να κάνουμε, κύριοι, να συγκεντρωνόμαστε πιο συχνά και να συζητάμε! Θα ’ναι κι ευχάριστο και θα νιώθουμε πως ζούμε σε κοινωνία, αλλιώς… Το μόνο που ξέρουμε είναι πως γιομίσαμε σκουπίδια. Έτσι είναι, μα το Θεό!

– Από ποιον θ’ αρχίσουμε; γυρίζει και λέει στο γιατρό ο αντιπρόσωπος του εμπορίου, μ’ έναν τόνο δημίου που διαλέγει το θύμα του. Ν’ αρχίσουμε, Ανικήτα Νικολάιτς, από το μαγαζί του Οσιένικοφ; Παλιάνθρωπος πρώτα-πρώτα… και δεύτερο είναι καιρός πια να πάμε να δούμε τι γίνεται! Μια μέρα μου φέραν απ’ αυτόν γκρέτκα, και ήτανε γιομάτη ποντικοκοπριές!… Ούτε η γυναίκα μου δεν έφαγε!

– Εμπρός, λοιπόν, απ’ τον Οσιένικοφ! Λέει ο γιατρός αδιάφορα…

Οι υγειονομικοί μπαίνουνε στο “Τσάι, ζάχαρη, καφές και άλλα αποικιακά προϊόντα. Α.Μ. Οσιένικοφ” κι αμέσως χωρίς μακροσκελείς προλόγους, αρχίζουνε την επιθεώρηση.

– Μμ, ναι!… Μίλησε ο γιατρός παρατηρώντας τις ωραίες πυραμίδες που είχε φτιάξει από σαπούνι! Εφευρετικότητα, για σκέψου! Ε… ε… ε! Αυτό εδώ τι είναι; Κοιτάξτε, κύριοι! Ο Ντενιάν Γαβρίλοβιτς, επιτρέπει στον εαυτό του να κόβει το ψωμί και το σαπούνι με το ίδιο μαχαίρι!

– Δεν πιάνει χολέρα απ’ αυτό; Ανικήτα Νικολάιτς, απαντάει έξυπνα ο μαγαζάτορας.

– Πραγματικά έτσι είναι αλλά είναι αηδιαστικό! Αφού κι εγώ ψωμί από σένα αγοράζω.

– Για κάποιους πιο ευγενείς, εμείς χρησιμοποιούμε ιδιαίτερο μαχαίρι. Να ’στε ήσυχοι… Τι λέτε τώρα…

Ο επιθεωρητής της Αστυνομίας, ψιχαλίζει πολλή ώρα τα πρεσβυωπικά του ματάκια στο καπνιστό χοιρινό.

Πολλή ώρα το ξύνει με τα νύχια του, το μυρίζεται δυνατά, κατόπιν παίζει απάνω του ταμπούρλο με τα δάχτυλά του και ρωτάει:

– Αυτό δεν είναι ποτισμένο με στρυχνίνη;

– Μα τι λέτε!… Με το συμπάθιο!… Είναι δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο…

Ο επιθεωρητής απομακρύνεται συγχυσμένος, και καρφώνει τα μάτια πάνω στο τιμολόγιο Ασμόλοφ και Σία. Ο αντιπρόσωπος του εμπορίου βουτάει το χέρι του στο σακί με την γκρέτσκα (όσπρια, που τα χρησιμοποιούν οι βόρειοι στα φαγητά) κι αισθάνεται κάτι το μαλακό, το βελουδένιο. Ρίχνει τη ματιά του στο σακί και πλημμυρίζει από λεπτότητα.

– Γατάκια… γατάκια!… Μικρούλια μου εσείς! ψελλίζει ο αντιπρόσωπος. Κάθονται στη γκρέτσκα και σηκώσανε το μουσουδάκι τους… χαϊδεύονται… Ντεμιάν Γαβρίλιτς, αν θα μου έστελνες ένα γατάκι!…

– Αυτό γίνεται! Και να, κύριοι, οι λιχουδιές, αν έχετε την επιθυμία να τους ρίξετε μια ματιά. Να τα… ρέγγες, τυρί… ψάρι… επιτρέψτε μου να σας τα δείξω… Το ψάρι το πήρα την Πέμπτη, το καλύτερο… Μίσκα, δος μου το μαχαίρι!

Οι υγειονομικοί, κόβουνε ένα κομμάτι ψάρι, το μυρίζονται και το δοκιμάζουν. Με την ευκαιρία να πάρω κι εγώ ένα μεζέ, λέει τάχα για τον εαυτό του ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Ντεμιάν Γαβρίλιτς. Κάπου εκεί ήτανε πεταμένη μια μπουκάλα. Να πάμε πριν απ’ το ψάρι και να την αδειάσουμε… Τότε έχει άλλη γεύση… Μίσκα… φέρε μας εδώ την μπουκάλα…

Ο Μίσκα φούσκωσε τα μάγουλα και πεταχτήκανε τα μάτια του έξω όπως ξεβούλωνε τη μπουκάλα και με θόρυβο την τοποθέτησε στον πάγκο.

– Να πιούμε με καθαρό πάτο!… λέει ο επιθεωρητής της Αστυνομίας, κάπως αναποφάσιστα, χτενίζοντας το σβέρκο του. Τουλάχιστο από ένα… Μόνο κάνε γρήγορα, Ντεμιάν Γαβρίλιτς, δεν έχουμε ώρες για χάσιμο με τη βότκα σου. Ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας οι υγειονομικοί, καθαρίζοντας τα χείλια, και ξύνοντας τα δόντια με σπιρτόξυλα, προχωρούνε για το μαγαζί του Γκολοριμπένκο. Εδώ, θαρρείς ξεπίτηδες, δεν είχαν από πού να περάσουνε… Πέντε άντρες παλικάρια με κόκκινα καταϊδρωμένα πρόσωπα, κυλάν από το μαγαζί ένα βαρελάκι με λάδι.

– Στρίψτο δεξιά… Τράβα απ’ την άκρη… τράβα… τράβα… Βάλε από κάτω το μαδέρι… αχ! Διάβολε!… Παραμερίστε, εξοχότατε, θα σας πατήσουμε τα πόδια! Το βαρελάκι σφήνωσε στην πόρτα κι ούτε κουνιέται! Τα παλικάρια το σπρώχνουνε με όλες τους τις δυνάμεις αφήνοντας μια τσιριχτή εκπνοή και βρίζοντας σ’ όλη την πλατεία. Ύστερα από τέτοιες προσπάθειες και πολλά ξεφυσήματα, έτσι που ο αέρας αλλάζει συστατικά, το βαρελάκι επιτέλους ξεβγαίνει απ’ τη θέση του και παρά τους νόμους της φύσης κυλάει πάλι προς τα πίσω και σφηνώνεται ξανά στην πόρτα. Η διαδικασία ξεκινάει απ’ την αρχή.

– Φτου! Φτύνει ο επιθεωρητής. Πάμε στου Σιμπουκίν! Αυτοί οι διάβολοι ώς το βράδυ θα παιδεύονται!

Το μαγαζί του Σιμπουκίν, οι υγειονομικοί το βρήκανε κλειστό. Μα, αφού ήταν ανοιχτό – έκπληκτοι οι υγειονομικοί κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Όταν εμείς μπήκαμε στου Οσιένικ, ο Σιμπουκίν, στεκότανε στο κατώφλι και ξέπλυνε ένα χάλκινο τσαγιερό. Πού είναι; Γυρίσανε και ρωτούσανε ένα διακονιάρη που στεκότανε κοντά στην πόρτα του κλειστού μαγαζιού.

– Δώστε ελεημοσύνη, χάρη του Χριστού, – ψελλίζει ο διακονιάρης. Τι αξίζει για σας ένα φιλοδώρημα σ’ έναν φτωχό ανάπηρο, κύριοι φιλάνθρωποι!… Για την ψυχή των γονιών σας…

Οι υγειονομικοί κάνανε μια χειρονομία και κινήσανε γι’ άλλο μέρος, εκτός απ’ τον εξουσιοδοτημένο της Δούμας, Πλιούνιν. Δίνει στο διακονιάρη ένα καπίκι και σαν να φοβήθηκε από κάτι, έκανε το σταυρό του και τρέχει να φτάσει την παρέα του.

Ύστερα από δυο ώρες η επιτροπή επιστρέφει. Η όψη τους μαρτυράει κούραση, και κακοπερασιά… Δεν κάνανε το γύρο τζάμπα: Ένας απ’ τους χωροφύλακες βηματίζει κουβαλώντας έναν ταβλά γιομάτο μισοσαπισμένα μήλα.

– Τώρα, ύστερα από υπεράνθρωπες εργασίες, δεν θα ’τανε κι άσχημα να χωθούμε εδώ, λέει ο επιθεωρητής λοξοκοιτώντας την ταμπέλα, “Υπόγεια ταβέρνα κρασιού και βότκας!”, να συνέρθουμε λιγάκι!

– Μμ… δεν είναι κι άσχημο! Μπαίνουμε, αν θέλετε.

Οι υγειονομικοί κατεβαίνουνε στο υπόγειο και κάθονται γύρα σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι με στραβωμένα πόδια. Ο επιθεωρητής κάνει νόημα με το κεφάλι στο γκαρσόνι και στο τραπέζι εμφανίζεται μια μπουκάλα.

– Είναι λυπηρό που δεν έχουμε τίποτα για μεζέ, λέει ο αντιπρόσωπος του εμπορίου πίνοντας και στραβώνοντας τη μούρη. Να μας έδινε τουλάχιστο κανένα αγγούρι… αλλά…

Ο αντιπρόσωπος γυρνάει στον χωροφύλακα με τον ταβλά, διαλέγει το πιο γερό μήλο και το δαγκώνει.

– Αχ! Εδώ υπάρχουνε και μερικά που δεν είναι εντελώς χαλασμένα! – σα να παραξενεύτηκε ο επιθεωρητής. Για κάνε κατά δω, να διαλέξω κι εγώ κανένα… Καλύτερα άφησέ τον εδώ τον ταβλά… Ποια είναι τα καλύτερα, θα τα διαλέξουμε θα τα καθαρίσουμε και τα υπόλοιπα μπορούμε να τα καταστρέψουμε! Ανικήτα Νικολάιτς, γεμίστε τα ποτήρια! Τι καλά θα ήταν έτσι να συναθροιζόμαστε συχνά και να τα κουβεντιάζουμε! Και ζεις σ’ αυτή την άλαλη πολιτειούλα, ούτε μόρφωση, ούτε λέσχη, ούτε κοινωνία – Αυστραλία και τίποτ’ άλλο!! Γεμίστε τα ποτήρια κύριοι, Γιατρέ, μηλαράκι! Το καθάρισα προσωπικά εγώ για σας!

– Εξοχότατε, τι να τον κάνω τον ταβλά; ρωτάει ο χωροφύλακας τον επιθεωρητή που έβγαινε με την παρέα του από το υπόγειο.

– Τον τα… ταβλά; Ποιον ταβλά; Κατάλαβα! Να τον καταστρέψεις μαζί με τα μήλα! γιατί… η μόλυνση!…

– Μα σεις τα μήλα τα φάγατε!

– Α,α,α… Πολύ ευχάριστο! Άκου… πήγαινε στο σπίτι μου και πες στη Μαρία Βλάσιεβνα, να μην θυμώνει… Εγώ μόνο για καμιά ωρίτσα… θα κοιμηθώ στου Πλιούνιν… Καταλαβαίνεις; Να κοιμηθώ… στην αγκαλιά του Μορφέα… Καταλαβαίνεις γερμανικά, Ιβάν Αντρέιτς;

Και σηκώνοντας τα μάτια πάνω του, κουνάει το κεφάλι πολύ πικραμένα ο επιθεωρητής, πλέκει και ξεμπλέκει τα δάχτυλα και λέει:

– Έτσι πάει όλη η ζωή η δική μας!…

1884

  • Άντον Τσέχοφ, Η νυφούλα και άλλα διηγήματα. Μετάφραση από τα ρωσικά: Γιώργης Πολιτόπουλος. Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος. Αθήνα 1989

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή