Άρης Αλεξάνδρου: Ανεπίδοτα γράμματα

by Times Newsroom 1

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Ανεπίδοτα γράμματα

5

Ο Πέτρος που κοιμόταν στο τσιμέντο
δίχως φόδρα στο σακάκι
κάθε πρωί μου έκανε τράκα μια καλημέρα στα κλεφτά
γιατί τον είχαν για προδότη

Βάλαμε τις στάμνες
εκεί που έστρωνε την τρύπια κουρελού
μιλάμε για η δήλωση
τις ώρες που έμενε σκυφτός
διαβάζοντας μια περσιν ή εφημερίδα.

Τότε θα ‘πρεπε να ‘ταν που μας έπιασε βροχή.
Ανάβοντας τσιγάρο είδα το πρόσωπό σου
στο τζάμι της βιτρίνΑς.
Κάτι ψιχάλες πέσαν στα μαλλιά σου και το σβήσανε.

Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
λέω πως αν ήταν να διαλέξω
θα γύριζα κοντά σου.
Αν τα κατάφερνα να βρω το σπίτι μου
θα σε έπαιρνα μαζί μου.

9

Μας παίρνουν τον Κωστή για το στρατοδικείο.
Τα δάχτυλά του
μπερδεύονται και δένονται στους κόμπους.
Δε λέει ακόμα να αποχωριστεί τις δυο κουβέρτες
δεν το αποφάσισε ακόμα
να μας αφήσει τα άχερα.

“Συνηθισμένα πράματα. Μια μεταγωγή.
Όχι, μια δεύτερη ξαδέρφη μου.
Πέστε της πως θυμάμαι. Πάντα θα θυμάμαι”.

Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο.
Πρώτη φορά μου παίρνανε
τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια.

12

Κοίτα να πας στην ξαδέρφη του Κωστή
μόνο πρόσεξε μην κλάψεις
όπως βουρκώνουνε τα μάτια των ποιητών
που έχουν έτοιμο το δάκρυ
σαν τους σωφέρ το κλάξον
μες στην πολυκοσμία.
Να κάτσεις να τα πείτε
όπως μιλάνε οι ζωντανοί
να θυμηθείτε τα μάτια που σκοπεύουν
μια ντροπή πιο κάτω απ’ τον ώμο
τα μάτια που κοιτάνε
μια τελευταία φορά πιο πάνω απ’ τις στέγες
μα πριν απ’ όλα μην ξεχάσεις
πως απ’ τους δέκα που τον ρίξαν
οι εφτά
ήταν άλλοτε δικοί μας
απ’ τους εφτά
οι τρεις
εσείς οι δυο που δεν πιστέψατε ακόμα
πως ένα μπλε σακάκι
ξεμαθαίνει να αγκαλιάζει
μόλις μείνει κρεμασμένο στο ντουλάπι δυο λεφτά
κι εγώ
που τάχα θα προτάξω
τα χάρτινα στήθη των στίχων
να σώσω τον Κωστή
απ’ την ανωνυμία.

13

Σύντροφε, κοιμάσαι;
΄Ηθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν την σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;

17

Μέρες χωρίς σημάδι
μέρες που ξεγλιστράνε μέσα από τα χέρια
σαν την ομίχλη ανάμεσα σε νύχτα και ξημέρωμα
μέρες και μέρες γειτονιά μου μια θάλασσα κλειστή.
Πασχίζω να δεχτώ τα πρωινά
σα να μοιράζουν δίκια το ψωμί και το κουράγιο
σα να μπορούμε ακόμα
να βράσουμε ξανά την κακαβιά στο ακροθαλάσσι
πρίμα μεσάνυχτα ως γυρνάν τα πυροφάνια και η μπουνάτσα.

18

Το νερό που πίνουμε
είναι γεμάτο σκόνη  και σκουριά του ντενεκέ.
Έχω το μαντίλι σου μα δεν σουρώνω πια τα λόγια
όπως κι ο φίλος Αυγουστής
δεν δίνει διάρα
μην του χαλάσει η τσάκιση
καθώς πασχίζει να λυγίσει το ξύλινο ποδάρι.
Έτσι κι αλλιώς αυτό το αίμα
δεν το πληρώνουν χρόνια λευτεριάς
μήτε κι οι άνοιξες που αν κάποτε ξανάρθουν
θα μου σφαντάξουν σαν χρυσές
οδοντοστοιχίες.
Μόνο να φτάσουν γρήγορα οι λέξεις
κι ας φτάσουν οι στιγμές
σαν άμμος μες στα μάτια σου
κι ας φτάσουν οι παύλες
σα νευριασμένο τικ στο βλέφαρό σου:
Φωτογραφία ελήφθη. Προτιμώ πρωτότυπον.
Έτσι κι αλλιώς τα γράμματά μας
σκοντάφτουν πάντα
στις απεργίες των τριών τα
και στη λογοκρισά.

(Μούδρος, 1948)

Άρης Αλεξάνδρου(1922-1978): Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών - YouTube

Ο Άρης Αλεξάνδρου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη) γεννήθηκε το 1922 στο Λένινγκραντ (σημερινή Αγία Πετρούπολη). Ήταν γιος του –καταγόμενου από την Τραπεζούντα– Βασίλη Βασιλειάδη και της, εσθονικής καταγωγής, ρωσίδας Πολίνα Άντοβνα Βίλγκεμσον. Τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα.
Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1928, ενώ το 1930 μετακόμισε στις προσφυγικές εστίες της Αθήνας. Φοίτησε σε δημοτικό σχολείο της Αθήνας, όπου έμαθε ελληνικά, και το 1933 γράφτηκε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου γνώρισε τον Αντρέα Φραγκιά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά οι δυο τους, μαζί με τους Γεράσιμο Σταύρου, Χρίστο Θεοδωρόπουλο και Λεωνίδα Τζεφρώνη, σύστησαν μια ομάδα με ιδεολογικές αναφορές στον μαρξισμό, η οποία συνέχισε τη δράση της και στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Το 1940 ο Αλεξάνδρου έδωσε ανεπιτυχώς εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1941  γράφτηκε στην Ανωτάτη Εμπορική, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγους μήνες αργότερα. Συγχρόνως προσχώρησε σε κομμουνιστική οργάνωση που σχετιζόταν με την ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας), από την οποία όμως αποχώρησε σύντομα. Δεν οργανώθηκε ποτέ ξανά, μολαταύτα συνέχισε την αγωνιστική του δράση. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών (1944) συνελήφθη από τους Άγγλους και στάλθηκε στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα στη Βόρειο Αφρική, από όπου απελευθερώθηκε το 1945. Στη διάρκεια του Εμφυλίου εκτοπίστηκε διαδοχικά στο Μούδρο (1948-1949), τη Μακρόνησο (1949), τον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Καταδικάστηκε για ανυποταξία από το Στρατοδικείο Αθηνών, και παρέμεινε στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου έως το 1958. Μετά την απελευθέρωσή του, παντρεύτηκε την Καίτη Δρόσου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 60, ο Αλεξάνδρου και η Δρόσου ίδρυσαν τον εκδοτικό οίκο 1961, που όμως ναυάγησε οικονομικά. Το 1962 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στο Φεστιβάλ της Μόσχας. Όταν επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, ο Αλεξάνδρου αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι όπου βιοπορίστηκε ποικιλοτρόπως∙ μεταξύ άλλων εργάστηκε ως συντάκτης στο λεξικό Robert και, παράλληλα, καταπιάστηκε εκ νέου με το μεταφραστικό του έργο, που τον απασχόλησε ήδη από την εποχή της Κατοχής.

Πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1978 από αλλεπάλληλα καρδιακά εμφράγματα σε ηλικία 56 χρόνων.

Ψηφιοποιημένες συλλογές ΕΛΙΑ

Ως μεταφραστής, ο Αλεξάνδρου συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τις εκδόσεις Γκοβόστη. Συνεργάστηκε και με άλλους Έλληνες εκδότες, καθώς επίσης με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα (1946) και Εποχές (1963). Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Καλλιτεχνικά Νέα, Καινούρια ΕποχήΕπιθεώρηση ΤέχνηςΕποχέςΗ συνέχεια.
Έχει μεταφράσει έργα των: Ο Νηλ, Ντοστογιέφσκι, Περλ Μπακ, Ουάιλντ, Τουργκένιεφ, Αραγκόν, Τσέχωφ, Γκόρκι, Κάλντγουελ, Μωπασάν, Φώκνερ, Σίνκλαιρ Λιούις, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι και άλλων πολλών. Η συμβολή του στη διάδοση του έργου των μεγάλων της ρωσικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα ήταν καθοριστική.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Αλεξάνδρου Ακόμα τούτη η Άνοιξη εκδόθηκε το 1946 και εγγράφεται στη λογοτεχνία του τραύματος (που αποτυπώνει τα βιώματα της Κατοχής και της Αντίστασης). Το 1949 έγραψε το θεατρικό Αντιγόνη, το οποίο αναθεώρησε το 1951 εξορισμένος στον Aϊ-Στράτη (το έργο εκδόθηκε τελικά το 1960). Το 1952 ολοκλήρωσε την ποιητική συλλογή Άγονος γραμμή και το 1959 τη συλλογή Ευθύτης οδών, 1959, αμφότερες αγωνιώδεις αναπαραστάσεις του μετεμφυλιακού κόσμου. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο το 1991 από τις εκδόσεις Ύψιλον.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΠΟΙΗΣΗ) | Ουλαλούμ (ελευθεριακή πολιτική συλλογικότητα)

Η εργογραφία του Αλεξάνδρου περιλαμβάνει επίσης τα σενάρια Ο καθηγητής ΒαρχάιτΠροδοσία και Ο λόφος με το συντριβάνι, το παραμύθι Τα ξυλοπάπουτσα, θεωρητικά κείμενα όπως τα Ο δραματουργός Ντοστογιέβσκη και Έξω από τα δόντια, καθώς και την ιστορική μελέτη Η Εξέγερση της Κροστάνδης, Μάρτιος 1921.
Όμως, το αριστούργημά του παραμένει Το κιβώτιο, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1975 και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες. Ο Αλεξάνδρου άρχισε να δουλεύει το μοναδικό του μυθιστόρημα το 1966∙ χρειάστηκε περίπου εφτά χρόνια σκληρής δουλειάς για να το ολοκληρώσει, με την ηθική και συναισθηματική υποστήριξη του στενού του φίλου Γιάννη Ρίτσου. Στην αλληλογραφία του με τον Ρίτσο, ο Αλεξάνδρου σημειώνει: «Γιάννη μου, καλέ μου, αγαπημένε μου, πολύ με συγχωρείς που άργησα τόσες μέρες να σου απαντήσω, δεν έχω καμιά δικαιολογία και, το χειρότερο, και τώρα ακόμα δεν ξέρω τι να πω (δίχως τις παροτρύνσεις σου το Κιβώτιο δεν θάτανε ακόμα γραμμένο, το διάβασες, το βρήκες έξοχο, μου έδωσες την άδεια να το πω σε όποιον θέλω, και από πάνω μου λες και ευχαριστώ).»

Όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, Το κιβώτιο «σε πρώτο στρώμα φαίνεται να περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας σαρανταμελούς ομάδας επίλεκτων αγωνιστών να μεταφέρουν από την πόλη Α στην πόλη Β ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής. Το κιβώτιο φτάνει στο προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας διεκπεραίωσης της επιχείρησης. Συνεπώς τίθεται από την αρχή θέμα της αξιοπιστίας του, που δεν την προστατεύει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν. Έτσι υποχρεώνεται να απολογείται με επιστολές του απέναντι σε έναν ανακριτή που τον βλέπει μια φορά, και ο οποίος τελικά παραμένει άγνωστος και αγνώστων προθέσεων. Η κρίσιμη και αποφασιστική για το σύστημα αλήθεια παραμένει αίνιγμα και ο παραλήπτης της αλήθειας απροσδιόριστος. Ωστόσο, η υπόθεση είναι πειστική, είναι αληθοφανής και το ενδιαφέρον της συνεχώς αυξάνει. Τα γεγονότα συμβαίνουν απέναντι σε μια υπαρκτή κατάσταση που παρουσιάζει τα συμπτώματα ενός αμείλικτου μηχανισμού, με τις δυνάμεις του σε πλήρη ετοιμότητα, συντηρώντας τις ασθένειές του στην πιο αποτρόπαιη μορφή.»

Αν και παρέμεινε ως το τέλος οπαδός της Αριστεράς, ιδεαλιστικά, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν, ο Αλεξάνδρου ήδη από τα νεανικά του γραπτά διατύπωσε αντιρρήσεις απέναντι στη γραμμική αφήγηση που πρότεινε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Το κιβώτιο, ειδικότερα, είναι εμφανές ότι έχει γραφτεί από έναν συγγραφέα τον οποίο, πέρα από τους πολιτικούς αγώνες, έχουν σημαδέψει η εμπειρία και τα διδάγματα του λογοτεχνικού μοντερνισμού. Η συνειδησιακή ροή είναι το αφηγηματικό μέσο που επιλέγει ο Αλεξάνδρου προκειμένου να αποδώσει τη σταδιακή ψυχολογική κατάρρευση του ήρωα του μυθιστορήματος στη διάρκεια της ανάκρισής του. Η στίξη του Αλεξάνδρου ακολουθεί το κλιμακούμενο παραλήρημά του. Αποκορύφωμα το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο η αφήγηση δίνεται με μια ανάσα∙ χωρίς να παρεμβάλλονται τελείες, η κατάθεση ψυχής του κρατούμενου καταλήγει σε ένα ερωτηματικό απόγνωσης.

Μαζί με τις Ακυβέρνητές πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, Το κιβώτιο αποτελεί το αριστούργημα του ελληνικού μοντερνισμού. Ο βιβλιοκριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος το έχει χαρακτηρίσει ως το αντι-έπος της γενιάς του. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης καταλήγει: «Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος.» (Πηγή: www.kedros.gr)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή