Άρτεμις Γρύμπλα: Στο θέατρο με οδήγησε η επιθυμία μου να ζήσω χίλιες ζωές μέσα σ’αυτήν την, ομολογουμένως, αβάστακτη και μικρούλα!!!

by ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ
  • Συνέντευξη στην ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

Η Άρτεμις Γρύμπλα διαθέτει τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που της δίνουν τη δυνατότητα να προκόψει στο θέατρο: καθαρό μυαλό, παιδεία, πολλή αισιοδοξία, άμετρη αγάπη για το θέατρο και πείσμα. Δηλαδή, αυτά τα εφόδια που πρέπει να έχει ένας νέος άνθρωπος που αποφασίζει να ριχτεί στο θεατρικό στίβο. Ιδιαίτερα σήμερα που όλα συνθλίβονται στη μέγγενη της οικονομικής κρίσης. Καθοριστική, όπως μας λέει, ήταν η εκπαίδευσή της στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Ωστόσο, “εκτός από την διαδικασία της σχολής, και τους καθηγητές της”, είχε την τύχη να είναι “σ’ ένα τμήμα «ανήσυχο» που δεν σταματούσε να ερευνά και μετά τα μαθήματα, να βλέπει και να συζητά παραστάσεις, να τρέχει στο εξωτερικό για σεμινάρια, να βρίσκει σπουδαία σεμινάρια εντος συνόρων, να ψάχνει βιβλία, ποιήματα και αφορμές για εξέλιξη και έμπνευση…”

Μετά τα συνεχόμενα sold out και την πολυ πετυχημένη περιοδεία της, η παράσταση Όταν η Κάλλας συνάντησε τη Μονρόε, των Δανάης Σταματοπούλου και Αναστασίας Τζελέπη και την οποία έχει σκηνοθετήσει η Άρτεμις Γρύμπλα σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Μπιμπή, επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Άλφα για τέσσερις τελευταίες παραστάσεις. Θα παίζεται το έργο ΠΕΜΠΤΗ 5, 12, 19, & 26 Δεκεμβρίου, ώρα 20:00.

Αλλά έχει σκηνοθετήσει και την άλλη επιτυχία του Θεάτρου Άλφα, Οι κάτω απ’τ’αστέρια του Τηλέμαχου Τσαρδάκα.

  • Τι σας ώθησε στο θέατρο;

Δεν γνωρίζω ακριβώς, αναρωτιέμαι κι εγώ συχνά γιατί δεν έκανα την ζωή μου πιο εύκολη, αλλά ήταν μάλλον η επιθυμία μου να ζήσω χίλιες ζωές μέσα σ’αυτήν την, ομολογουμένως, αβάστακτη και μικρούλα.

  • Υπάρχει κάποιος έλληνας ή ξένος σκηνοθέτης που σας έχει εμπνεύσει;

Θαυμάζω και παρακολουθώ αρκετούς, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και είμαι τρομερά αναποφάσιστη όταν πρέπει να ξεχωρίσω έναν. Απαντώντας ως ηθοποιός, θα πω πως η συνεργασία μου με τον Κώστα Παπακωνσταντίνου (δουλέψαμε μαζί στην Αγγέλα του Σεβαστίκογλου, στο Cartel, το 2017) ήταν αποκαλυπτικά εμπνευστική για την διαδικασία του θεάτρου, την δουλειά πάνω στο κείμενο και την δουλειά με τους ηθοποιούς. Επιστρέφω συχνά στις σκέψεις του από εκείνη την περίοδο. Ελπίζω οι δρόμοι μας να ξανασυναντηθούν σύντομα.

  • Πόσο εύκολο είναι σήμερα με τη γενική οικονομική κρίση για ένα νέο καλλιτέχνη να παραμένει δημιουργικός;

Σίγουρα τα μέσα και τα χρήματα είναι λιγότερα, η ανάγκη όμως έκφρασης και δημιουργίας αυξάνεται. Στην γενικότερη κρίση, είναι δύσκολο να παραμείνει κανείς άνθρωπος, όχι απλώς δημιουργικός.

  • Τί αποτελεί πηγή έμπνευσης για εσάς;

Οι συνεργάτες μου, οι όμορφες ιστορίες και η τάση της ανθρώπινης φύσης στα λάθη, κατ’ επανάληψη.

  • Τι προτιμάτε – υποκριτική ή σκηνοθεσία;

Μου αρέσει να λέω ιστορίες, απ’όποια πλευρά του δημιουργικού νομίσματος κι αν είμαι. Προτιμώ να δουλεύω με ανθρώπους που με εμπνέουν, με κάνουν καλύτερη και σέβονται την δουλειά και τους συνεργάτες τους.

  • Πόσο σας βοήθησαν οι σπουδές σας στη δραματική σχολή στη μετέπειτα πορεία σας;

Η εκπαίδευση που είχα στην δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ήταν καθοριστική όχι μόνο επαγγελματικά αλλά προσωπικά. Μου προσέφερε χιλιάδες αφορμές να ψάξω, – ακόμα ψάχνω, και καλούς φίλους οι οποίοι μετέπειτα έγιναν οικογένεια και συνεργάτες. Εκτός από την διαδικασία της σχολής, και τους καθηγητές της, είχα την τύχη να είμαι σ’ ένα τμήμα «ανήσυχο» που δεν σταματούσε να ερευνά και μετά τα μαθήματα, να βλέπει και να συζητά παραστάσεις, να τρέχει στο εξωτερικό για σεμινάρια, να βρίσκει σπουδαία σεμινάρια εντος συνόρων, να ψάχνει βιβλία, ποιήματα και αφορμές για εξέλιξη και έμπνευση. Και παίρναμε ο ένας τον άλλο απ’το χέρι σ’ όλα αυτά, μοιραζόμασταν με αγάπη και φροντίδα.

  • Φέτος παρουσιάζονται δυο σκηνοθετικές δουλειές σας στο θέατρο Άλφα για δεύτερη χρονιά. Ποιο είναι το κλειδί της επιτυχίας;

Είναι πολύ συγκινητικό το πόσο πολύ έχει αγκαλιάσει ο κόσμος αυτές τις δύο δουλειές. Ελπίζω πως είναι η ανάγκη του κοινού (ή η δική μας) για νέα έργα, κι ας είναι τα θέματα τους παλιά και διαχρονικά, και η ειλικρίνεια και η διάθεση παιχνιδιού με την οποία όλοι οι συντελεστές τα προσεγγίσαμε. Κάναμε αυτές τις παραστάσεις από αγάπη και μεράκι, όχι για αποδείξουμε κάτι σε κάποιον φανταστικό κριτή που μετρά την αξία μας κι αυτό, νομίζω, κάνει ένα έργο πιο εύκολο ν’αγαπηθεί – να το αγαπάς ανιδιοτελώς, πρώτα εσύ.

  • Γιατί επιλέξατε ελληνικά και όχι ξένα έργα;

Αν και αυτά τα δύο έργα με επέλεξαν πιο πολύ απ’όσο τα επέλεξα εγώ, μου αρέσει να στηρίζω την νεοελληνική δραματουργία. Πρέπει να δίνεται χώρος και βήμα σε νέα έργα και νέους ή παλαιότερους συγγραφείς. Κάθε εποχή έχει τα έργα και τους συγγραφείς της, αφουγκράζονται και εκφράζουν την κοινωνία, της ανησυχίες της, την παρακμή της. Φυσικά αυτό είναι το γοητευτικό και στα μεγάλα έργα, το πόσο επίκαιρα και διαχρονικά γίνονται ή είναι, αλλά κι εκείνα κάποια στιγμή παρουσιάστηκαν πρώτη φορά.

  • Τι σας έφερε κοντά με τον Κωνσταντίνο Μπιμπή. Πόσο εύκολη ήταν η συνεργασία σας και στα δυο έργα;

Με τον Κωνσταντίνο γνωριζόμαστε από την σχολή, ήμασταν συμμαθητές και συνεργαζόμαστε εδώ και 4 χρόνια στο θέατρο Άλφα. Τολμώ να πω πως έχουμε μεγαλώσει μαζί, μεγαλώνουμε δηλαδή ακόμα. Είχαμε τους ίδιους δασκάλους, έχουμε μια κοινή γλώσσα και κοινή αντίληψη. Πολλές φορές έχουμε και κοινή σκέψη, κι αυτό κάνει την συνεργασία μας απολαυστική, άλλες, σαν σωστή οικογένεια, γινόμαστε ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλον.

  • Ποιό «μότο» σας εκφράζει αυτή την περίοδο στη ζωή σας;

Ω, λέω συχνά «αγάπη μου» και «πεινάω». Ακόμα συχνότερα και τα δυο μαζί. Κατά τα άλλα, πορεύομαι αυτή την περίοδο ανάλογα με το πώς θα έρθει η στιγμή.

 

 


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
The following two tabs change content below.
ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

Η Ιωάννα Ν. Λαγκαδινού είναι θεατρολόγος: Δραματική Σχολή «Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη» και Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός, βοηθός σκηνογράφου και βοηθός σκηνοθέτη στα έργα «Ποιός ανακάλυψε την Αμερική» της Χρύσας Σπηλιώτη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ιωάννου [ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας & Κομοτηνής], και «Μη γελάτε, είναι σοβαρό» του Noel Coward, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαλτινού [Θέατρο Βρετάνια], κ.λπ. Επίσης έχει συνεργαστεί με το θεατρικό περιοδικό «Δρώμενα», με άρθρα και μεταφράσεις. Έκανε μελέτη για το Μεσαιωνικό Θέατρο και μετέφρασε το αγγλικό μεσαιωνικό έργο «Νώε» του Wakefield Master (συνεργασία: Αριάδνη Λιγνού-Τσαμαντάνη).

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

* By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή