Μπρούνο Κράισκι / Θεωρείται ως ένας από τους πιο επιτυχημένους σοσιαλιστές ηγέτες της Αυστρίας

by Times Newsroom 1

Ο Μπρούνο Κράισκι (Bruno Kreisky, 22 Ιανουαρίου 1911 – 29 Ιουλίου 1990) ήταν Αυστριακός πολιτικός, ο οποίος χρημάτισε υπουργός Εξωτερικών από το 1959 μέχρι το 1966 και Καγκελάριος από το 1970 μέχρι το 1983. Θεωρείται ως ένας από τους πιο επιτυχημένους σοσιαλιστές ηγέτες της Αυστρίας ο οποίος εξαργύρωσε την ουδετερότητα μιας μικρής χώρας δίνοντάς της κύριο ηθικό και πολιτικό ρόλο στη παγκόσμια σκηνή.

Ο Κράισκι γεννήθηκε στο Μαργαρέτεν, μια περιοχή της Βιέννης, σε εβραϊκή οικογένεια. Οι γονείς του ήταν ο Μαξ Κράισκι (1876-1944) και η Ιρένε Φέλιξ Κράισκι (1884-1969). Ο πατέρας του ήταν υφαντουργός. Σοκαρισμένος από το μέγεθος της φτώχειας και τη βίας στη Αυστρία στη δεκαετία του 1920, έγινε μέλος της νεολαίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Αυστρίας (SPÖ) το 1925, σε ηλικία 15 ετών. Το 1927 έγινε μέλος των Νέων Σοσιαλιστικών Εργατών ενάντια στη θέληση των γονιών του. Το 1929 άρχισε τις σπουδές του στη νομική στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης μετά από συμβουλή του Ότο Μπάουερ, ο οποίος τον παρακάλεσε να σπουδάσει νομική έναντι ιατρικής. Παρέμεινε πολιτικά ενεργός κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το 1931 αποχώρησε από την Εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα και έγινε αγνωστικιστής. Το 1934, όταν καταργήθηκε το Σοσιαλιστικό Κόμμα από τη δικτατορία Ντόλφους, παρέμεινε ενεργός σε υπόγειο έργο. Συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1935 και κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, αλλά αφέθηκε ελεύθερος τον Ιούνιο του 1936. Τον Μάρτιο του 1938, η Αυστρία προσαρτήθηκε στη Ναζιστική Γερμανία με το Άνσλους, και το Σεπτέμβριο ο Κρέισκι για να γλυτώσει από τις διώξεις των Ναζί κατέφυγε στην Σουηδία, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1945. Το 1942 παντρεύτηκε τη Βέρα Φυρθ.

Επέστρεψε στην Αυστρία το Μάιο του 1946, αλλά επέστρεψε στη Στοκχόλμη. Το 1951 επέστρεψε στη Βιέννη, όπου ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Τέοντορ Κέρνερ τον διόρισε βοηθό του επικεφαλής του επιτελείου και πολιτικό σύμβουλο. Το 1953 διορίστηκε υπογραμματέας του τμήματος εξωτερικών υποθέσεων της Αυστριακής Καγκελαρίας. Από αυτή τη θέση συμμετείχε στη διαπραγμάτευση της συνθήκης του αυστριακού κράτους το 1955, η οποία έληξε την κατοχή της Αυστρίας από του συμμάχους και αποκατέστησε την ανεξαρτησία και ουδετερότητα της Αυστρίας.

Ο Κράισκι εξελέγη βουλευτής στο Νασιοναλράτ ως Σοσιαλιστής στις εκλογές του 1956. Μετά τις εκλογές του 1959, διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών στη κυβέρνηση συνεργασίας του καγκελάριου Γιούλιους Ράαμπ (ÖVP), μια θέση την οποία συνέχισε να κατέχει και στις διάδοχες κυβερνήσεις των Άλφονς Γκόρμπαχ (1961-1964) και Γιόζεφ Κλάους (1964-1966). Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών, βοήθησε να λυθεί το ζήτημα του Νότιου Τιρόλο με την Ιταλία και πρότεινε ένα σχέδιο Μάρσαλ για τις χώρες του τρίτου κόσμου.

Το 1966, το ÖVP με τον Κλάους κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία στο Νασιοναλράτ. Αν και ο Κλάους θα μπορούσε να κυβερνήσει μόνος, οι αναμνήσεις του υπερπαρτισανισμού που χαρακτήρισε τη Πρώτη Δημοκρατία ήταν ακόμη πρόσφατες και επιθυμούσε να συνεχίσει το μεγάλο συνασπισμό ο οποίος διοικούσε τη χώρα από το 1945. Όμως, οι συνομιλίες ανάμεσα στον Κλάους και τον Κράισκι διακόπηκαν. Ο Κράισκι παραιτήθηκε από την κυβέρνηση και το ÖVP σχημάτισε την πρώτη μονοκομματική κυβέρνηση στη Δεύτερη Δημοκρατία. Το 1967 ο Κράισκι εξελέγη πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Στις εκλογές του Μαρτίου του 1970, οι Σοσιαλιστές συγκέντρωσαν την πλειοψηφία (αλλά όχι απόλυτη) των εδρών και ο Κράισκι έγινε Καγκελάριος της πρώτης καθαρά αριστερής κυβέρηνσης στην αυστριακή ιστορία. Ήταν ο πρώτος Εβραίος καγκελάριος της Αυστρίας. Την κυβέρνηση Κράισκι ανέχθηκε το εθνοφιλελεύθερο Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας σε αντάλλαγμα με εκλογικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες είχαν ως στόχο να βοηθήσουν να εκφραστούν τα μικρότερα κόμματα. Μετά την υπερψήφιση των μεταρρυθμίσεων, συγκάλεσε νέες εκλογές τον Οκτώβριο του 1971, στις οποίες επικράτησαν οι Σοσιαλιστές, κερδίζοντας τις μισές ψήφους, κάτι το οποίο δεν είχε καταφέρει κανένα κόμμα σε ελεύθερες εκλογές. Ο Κράισκι επανεξελέγη το 1975 και το 1975, κάθε φορά με άνετη πλειοψηφία στο Νατιοναλράτ.

Στις εκλογές του 1983, οι Σοσιαλιστές έχασαν την απόλυτη πλειοψηφία στο Νατιοναλράτ. Ο Κράισκι αρνήθηκε να σχηματίσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας και παραιτήθηκε, προτείνοντας τον Φρεντ Σίνοβατς, τον υπουργό Παιδείας, ως διάδοχό του. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα τον ανακήρυξε επίτιμο πρόεδρο, όμως ο ίδιος προχωρούσε σε πικρές δηλώσεις για αυτό. Η υγεία του επιδεινώθηκε και το 1984 έκανε επείγουσα μεταμόσχευση νεφρού. To 1989 ανακηρύχθηκε επίτομος πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Απεβίωσε τον Ιούλιο του 1990 στη Βιέννη.

Όσο ήταν εν ενεργεία, ο Κράισκι και ο πλησιέστερος σύμμαχός του, ο υπουργός Δικαιοσύνης Κρίστιαν Μπρόντα, ακολούθησαν πολιτική φιλελεύθερων αλλαγών σε μια χώρα συντηρητικού ρωμαιοκαθολικισμού. Αναθεώρησε το οικογενειακό δίκαιο της Αυστρίας και τις φυλακές της και αποποινικοποίησε τις εκτρώσεις και την ομοφυλοφιλία. Όμως, επιχείρησε αν γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην εκκλησία και το σοσιαλιστικό κίνημα, συνεργαζόμενος με τον τότε καρδινάλιο αρχιεπίσκοπο της Βιέννης Φραντς Κένιγκ. Ο Κράισκι υποσχέθηκε να μειώσει την υποχρεωτική θητεία από τους εννέα στους έξι μήνες, αλλά εν τέλη τη μείωσε στους οχτώ.

Η καγκελαρία του Κράισκι χαρακτηρίστηκε από μεγάλη ποικιλία προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις ήταν η επέκταση των οφελών των εργαζομένων, περιορίζοντας το ωράριο σε 40 ώρες την εβδομάδα και ψήφισε νομοθεσία για την ισότητα των γυναικών. Η κυβέρνηση Κράισκι κατοχύρωσε γλωσσικά δικαιώματα για τις Σλοβενικές και Κροατικές μειονότητες. Ακολουθώντας την πετρελαϊκή κρίση του 1973, ο Κράισκι επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας ώστε να απεξαρτηθεί από το πετρέλαιο, αλλά αυτή η πολιτική εγκαταλήφθηκε μετά από δημοψήφισμα το 1978.

Μια μικρή μεταρρύθμιση στον ποινικό κώδικα εξάλειψε τις διακρίσεις έναντι των νόθων παιδιών, δόθηκαν επιδόματα γάμου, πάσα μητέρας παιδιού, εγκαθιδρύθηκε το γραφείο του επιτρόπου διοίκησης, επανέφερε το νόμο του ποσοστού. Επίσης, ψηφίστηκαν νόμοι για την προστασία των καταναλωτών και εισήχθη η κάλυψη από κοινωνική ασφάλεια για τους αυτοαπασχολούμενους. Το 1979 ψηφίστηκαν περιορισμοί στην απόλυση των εργαζομένων. To 1970 εισήχθησαν οι συντάξεις χηρείας και το 1972 οι δωρεάν ιατρικοί έλεγχοι σε υγιείς ανθρώπους, περίοδοι μελέτης, αρρώστιας και ανεργίας απέκτησαν καθεστώς σύνταξης.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή