Charles Pierre Baudelaire‎ | Συγκρούστηκε με τον πουριτανισμό της εποχής του

by Times Newsroom 1
  • Γράφει ο Ερανιστής

Ο Charles Pierre Baudelaire‎ ως ποιητής αγαπήθηκε αλλά και μισήθηκε. Συνηθίζεται να του βάζουν δίπλα στ’ όνομά του τη λέξη “καταραμένος”! Πάντως, όπως και να τον χαρακτήρισαν, δεν παύει να είναι ένας μεγάλος ποιητής.

Ο Μπωντλαίρ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 7 Απριλίου 1821. Νέος ταξίδεψε στους τροπικούς και γνώρισε το έργο του Γκωτιέ και του Πόε. Οι τρεις αυτές επιδράσεις διαμόρφωσαν τα ταλέντο του.Από τον Γκωτιέ διδάχτηκε την τεχνική. Από τον Πόε μυήθηκε στη σφαίρα του δαιμονικού και τα ναρκωτικά όνειρα, ενώ οι χώρες των τροπικών πρόσφεραν στην πλούσια φαντασία του χρώματα κι ανεξάντλητο θησαυρό από αρώματα, αλλά και οσμές αποσύνθεσης. Ο Μπωντλαίρ κατέκτησε για την ποίηση  το μεθυστικό βασίλειο των αισθήσεων με μια άγνωστη έως τότε πληρότητα. Θέματα που άλλοτε ήταν άγνωστα στη λυρική ποίηση, τώρα την πλημμύριζαν: η σύγχρονη μεγαλόπολη και οι κάτοικοί της με τη μουχρωματική της μοίρα, διεστραμμένες ηδονές ακόμα και το αηδές και το σιχαμερό. Είναι αλήθεια πως τα ποιήματα με τέτοια θέματα δεν είναι τα καλύτερα. Απέναντί τους υψώνονται εικόνες όπου εκθειάζονται περισσότερο το πάθος της ευγένειας, της αγνότητας και του θάρρους,η έξαρση της ψυχής,

μέσα από το άπειρο
μ’ αντρίκια, ανείπωτη ηδονή…

Τα περισσότερα όμως ποιήματά του κυμαίνονται θεματικά ανάμεσα στο spleen και το “ιδεώδες”, κι αφήνουν να διαφανεί μερικές φορές η υπαρξιστική ένταξη του συγγραφέα στον κόσμο των χριστιανικών αξιών. Ακόμα και τ’ “Άνθη του Κακού” παρ’ όλο το σατανισμό τους, δεν χάνουν ποτέ αυτή τη μεταφυσική επαφή με το θείο. Στην αρχιτεκτονική τους τ’ “Ανθη του Κακού” μοιάζουν με μια γοτθική μητρόπολη: τυλιγμένη μέσα στις σατανικές χίμαιρές της, υψώνεται ωστόσο προς τον ουρανό. Αυτή βέβαια η ερμηνεία κάπως μεταβάλλει την προοπτική γιατί δεν τονίζει αρκετά την αριστοκρατική αλαζονεία του Μπωντλαίρ που αστράφτει και στα μικρά του πεζογραφήματα, όπως στους “Τεχνητούς παραδείσους”, στ’ αποφθεγματικά του “Πυροτεχνήματα” και στις ημερολογιακές σημειώσεις του “Γυμνή καρδιά”. Σαν άνθη που είναι, έστω και του κακού, τα έργα του ακτινοβολούν και αποπνέουν την ομορφιά του κόσμου. Και παρ’ όλη τη σατανική τους γοητεία, η ομορφιά τους παραμένει πάντα ομορφιά.

Η ψυχή του Μπωντλαίρ σπαράζει οδυνηρά απ’ την παράδοξη αντίθεση της ομορφιάς σαν αποκάλυψης του θείου που είναι όμως ταυτόχρονα πειρασμός και απώλεια. Η σύγκρουση αυτή είναι ο πανάρχαιος σπαραγμός του καλλιτέχνη στη χριστιανική Δύση: ‘ αγαπάει και να εκθειάζει τη χαρά και την ομορφιά σαν τέκνο του κόσμου τούτου και ταυτόχρονα να την υποπτεύεται και να την αποκρούει σαν γήινο πειρασμό, που δεν μπορεί να τον δικαιώσει υπερβατικά. Αυτή η σύγκρουση ξέσπασε και στην ψυχή του Μπωντλαίρ ώσπου το πνεύμα του κατέρρευσε. Πέθανε στο Παρίσι στις 31 Αυγούστου 1867. Σαν ποιητής, όμως, ο Μπωντλαίρ μπόρεσε να μορφοποιήσει εξίσου τα οράματα του φωτός και του σκότους και η μεγαλοφυΐα του να συλλάβει αυτή την ευλογία:

…Ευλογημένος, Θεέ μου, εσύ που δίνεις μ’ ευσπλαχνία
τον πόνο ως θείο γιατρικό σ’ αυτές μας τις βρωμιές
αυτόν, που σαν η πιο καλή κι αγνή σου πεμπτουσία
φέρνει στερνά στους δυνατούς τις άγιες ηδονές…

Ξέρω και για τον Ποιητή μια θέση πως κρατείς
στα τρισμακάρια τάγματα των άγιων Λεγεώνων
και πως στην παναιώνια γιορτή τον προκαλείς
των Αρχαγγελικών Αρχών κι εξουσιών και Θρόνων.

Και ξέρω ευγένεια αληθινή πως είναι ο Πόνος μόνο
που γης και Κόλαση ποτέ χτήμα δε θα τον κάνει,
πως πρέπει για να πλέξω εγώ το κρύφιο μου στεφάνι
να’χω τον κόσμον όλονε νικήσει και το χρόνο.

Μα ούτε οι χαμένοι της παλιάς Παλμύρας θησαυροί
τ’ άγνωστα μέταλλα της γης και τα μαργαριτάρια
που θα’βγαζε το χέρι σου απ’ το κύμα, δε βολεί
τη λαμπερή κορόνα αυτή να φτιάσουν, την καθάρια.

Γιατί μονάχα απ’ την αγνή θα’χει γενεί λαμπάδα
που από την άγια ανάβρυσε πρώτη φωτοπηγή
και που τα μάτια των θνητών σ’ όλη τους τη λαμπράδα
δεν είναι παρά θλιβεροί, καθρέφτες σκοτεινοί !

(Μετάφραση: Γ. Σημηριώτης)

Ο Μπωντλαίρ εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή της γαλλικής ποίησης που ουσιαστικά διαρκεί μέχρι τα σήμερα, χάρη στους κληρονόμους του θρόνου του, Μαλαρμέ, Βαλερί και Απολινέρ. ταυτόχρονα , υπήρξε κι ένας έμμεσος εμπνευστή της νέας γερμανικής ποίησης. (Erwin Laaths, Παγκόσμιος Ιστορία της λογοτεχνίας, μετάφραση Σ. Πρωτοπαπά. Εκδ. Αρσενίδη 1963).

File:L'Embarquement pour Cythere, by Antoine Watteau, from C2RMF ...

L’Embarquement pour Cythere, by Antoine Watteau

Να κι ένα από τα γνωστά ποιήματά του που μετάφρασε στα καθ’ ημάς ο μεγάλος μας Κωστής Παλαμάς.

 «Ταξίδι στα Κύθηρα»

Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ’ τα ξάρτια.
Κάτου απ’ τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν’ αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
— Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ’ όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, νά! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ’ όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ’ εσέ φέρνουν οι καρδιές τ’ αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από ‘να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα νά! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ’ άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ’ στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ’ την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ’ άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ώς απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ’ εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

— Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και νά! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ’ αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν’ αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν’ αηδιάσω.

(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

[πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία, τ. Α’, επιμ. Δημ. Γιάκος & Μαν. Γιαλουράκης, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1977, σ. 265-266]

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή