Χρήστος Κεφαλής: «Η σκέψη του Γκέοργκ Λούκατς, με τη διαλεκτική έμφασή της, ήταν πάντα αντισταλινική…»

by ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ
  • Συνέντευξη του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΕΦΑΛΗ στην ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

Άραγε βρισκόμαστε στον καιρό των ιδεών ή στη διάψευση ελπίδων και κατασπίλωση ιδανικών ή ακόμα και σε αξιοθρήνητες αποκαλύψεις ανθρώπων που εντελώς άλλα φαίνονταν να είχαν υποσχεθεί όταν ξεκινούσαν και άλλα πραγματοποίησαν ή διακήρυξαν στην πορεία της ζωής; Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή σύγχυσης. Ωστόσο υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που με τις ιδέες τους προσέφεραν στην ανθρώπινη σκέψη, ήταν παραγωγοί ιδεών. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ούγγρος στοχαστής, κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας και διάσημος θεωρητικός του μαρξισμού Γκέοργκ Λούκατς.

Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Άρθρα του για ποικίλα πολιτικά, ιδεολογικά και επιστημονικά θέματα έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς σε αριστερές εφημερίδες (Αυγή, Εποχή) και περιοδικά (Πολίτης, Δαίμων της Οικολογίας, Σπάρτακος, κ.ά.). δημοσίευσε δύο δοκίμια για τους Τρότσκι και Λούκατς με μεταφράσεις κειμένων τους (εκδ. Παρασκήνιο), καθώς και δικές του μελέτες, όπως “Οι μεγάλοι φυσικοί επιστήμονες”, εκδόσεις Τόπος, 2015 και “Λένιν. Η διάνοια της Επανάστασης”, εκδ. Τόπος, 2017. Επιμελήθηκε και προλόγισε το βιβλίο Γκέοργκ Λούκατς, Κείμενα της Δεκαετίας του 1920, που κυκλοφόρησε το 2019 από τις Εκδόσεις Τόπος. με αφορμή αυτή την έκδοση μιλήσαμε μαζί του:

Αποτέλεσμα εικόνας για Γκέοργκ Λούκατς, Κείμενα της Δεκαετίας του 1920

  • Τι ακριβώς περιλαμβάνει το βιβλίο «Κείμενα της Δεκαετίας του 1920»;

Το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος, χωρίζεται σε δυο μέρη.

Το πρώτο είναι ένα εκτενές δικό μου δοκίμιο, «Η πορεία του Λούκατς προς τον Μαρξ», αφιερωμένο στο μαρξιστικό έργο του Λούκατς, από το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση στη δεκαετία του 1920 ως την ολοκλήρωσή του με τις ώριμες πραγματείες του στη δεκαετία του 1960. Συζητώ μεταξύ άλλων τη λογοτεχνική θεωρία του Λούκατς (σε σύνδεση με τη διαμάχη του με τον Μπρεχτ), την κριτική του στο σταλινισμό και τα πιο σημαντικά γραπτά του, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, Ο Νεαρός Χέγκελ, Η Καταστροφή του Λογικού, Η Ιδιοτυπία του Αισθητικού και Προς μια Οντολογία του Κοινωνικού Είναι.

Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει μεταφράσεις των πιο βασικών κειμένων που έγραψε ο Λούκατς στη δεκαετία του 1920 μετά το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Συγκεκριμένα, ο αναγνώστης θα βρει τα άρθρα του Λούκατς στο βερολινέζικο περιοδικό Ρότε Φάνε, αφιερωμένα κυρίως σε θέματα λογοτεχνικής κριτικής (1922). Επίσης την κριτική του στον Ιστορικό Υλισμό του Μπουχάριν (1925) και τα δοκίμιά του για τον Λασάλ (1925) και τον Μόζες Ες (1926), όπου εστιάζει στα ζητήματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, οριοθετούμενος απέναντι στις ιδεαλιστικές και μηχανιστικές νοθεύσεις της. Τέλος, περιλαμβάνεται ένα πολύ σημαντικό πολιτικό κείμενο του Λούκατς, οι «Θέσεις του Μπλουμ» (1928, Μπλουμ ήταν το κομματικό ψευδώνυμο του Λούκατς στο ΚΚ της Ουγγαρίας εκείνα τα χρόνια), όπου προβαίνει σε μια έμμεση αλλά σαφή κριτική των σταλινικών σεκταριστικών κατευθύνσεων της περιόδου.

Στη συλλογή δεν περιλαμβάνονται δυο άλλα σημαντικά συγκαιρινά κείμενα του Λούκατς, η μπροσούρα του για τον Λένιν (1924, έχει μεταφραστεί δυο φορές στα ελληνικά), και η υπεράσπισή του του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση (1925 ή 1926 – η τελευταία θα ήταν ευχής έργο να περιληφθεί σε μια μελλοντική επανέκδοση του έργου στα ελληνικά).

Τα κείμενα αυτά του Λούκατς είναι ιδιαίτερα αξιόλογα καθώς δείχνουν τον αναπροσανατολισμό της σκέψης του προς μια διόρθωση των ιδεαλιστικών αδυναμιών του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, αποτελώντας ένα συνδετικό κρίκο με το «ώριμο» έργο του που ξεκινά στη δεκαετία του 1930.

  • Πού πρέπει να σταθούμε περισσότερο σε ό,τι αφορά τη συνεισφορά του Λούκατς – στην πολιτική, τη φιλοσοφία ή στις λογοτεχνικές αναλύσεις του;

Αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί έξοχα από έναν διακεκριμένο Έλληνα μαρξιστή, τον Θανάση Βακαλιό, ο οποίος μάλιστα σπούδασε φιλοσοφία στην Ουγγαρία, ως πολιτικός πρόσφυγας εκεί, και ήταν μαθητής του Λούκατς.

Λέει, λοιπόν, ο Βακαλιός –προς το τέλος του δοκιμίου μου παραθέτω αναλυτικά τις κρίσεις του– ότι στην προσωπικότητα και το έργο του Λούκατς συνυφαίνεται η διπλή ιδιότητα του μαρξιστή και του αγωνιστή, του θεωρητικού και του πολιτικού. Οπωσδήποτε ο Λούκατς μετά το 1928, όταν οι Θέσεις του Μπλουμ απορρίφθηκαν ομόφωνα από το ΚΚ της Ουγγαρίας, αποσύρθηκε από την άμεση πολιτική δράση, ρίχνοντας το κύριο βάρος στις θεωρητικές του ασχολίες. Ο σκοπός τους όμως ήταν ακριβώς να φωτίσουν την πράξη του κομμουνιστικού κινήματος, ανιχνεύοντας τους πραγματικούς δρόμους της και διορθώνοντας τις εκτροπές της. Το διακριτικό γνώρισμα του Λούκατς, προσθέτει εύστοχα ο Βακαλιός, ήταν η θεμελίωση της πράξης, η επαρκής θεωρητική ανάλυση κάθε ζητήματος πριν από την επιλογή μιας πρακτικής κατεύθυνσης. Όταν η θεωρητική και η πολιτική ιδιότητά του αλληλοενισχύονταν, ο Λούκατς παρήγαγε μεγάλης αξίας έργα, σε λίγες όμως περιπτώσεις, όταν η θεωρία έμπαινε στην υπηρεσία της τρέχουσας πολιτικής, υπέπεσε σε λάθη.

Θα ήταν έτσι λάθος να προσπαθήσουμε να διαχωρίσουμε αυτές τις πλευρές, οι οποίες είναι αξεχώριστες και πρέπει να τις βλέπουμε στη συγκεκριμένη ενότητά τους.

Άγαλμα του Γκέοργκ Λούκατς στη Βουδαπέστη

  • Αν ο Λούκατς έθετε ως κεντρικό ζητούμενο της θεωρίας του τη διάγνωση της αλλοτρίωσης και το ξεπέρασμά της ως πρώτιστο καθήκον της πολιτικής, πιστεύετε ότι οι πολιτικοί του καιρού μας αυτό το έχουν κατανοήσει;

Ο Λούκατς πράγματι από τον καιρό του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση απέδωσε κεντρική θέση στο πρόβλημα της ταξικής συνείδησης, ιδιαίτερα των αλλοτριωμένων μορφών της που παράγει η φετιχιστική επίδραση των καπιταλιστικών σχέσεων, η υπέρβαση των οποίων είναι ένας όρος για μια ριζοσπαστική πολιτική πράξη, μια πράξη που να αντιμετωπίζει με επάρκεια τα ιστορικά διλήμματα της ανθρωπότητας.

Το να περιμένουμε μια τέτοια πράξη από τους συστημικούς πολιτικούς θα ήταν ουτοπικό. Το θέμα σήμερα είναι ότι η πράξη τους είναι χειρότερη από αυτή που θα μπορούσε να αναμένει κανείς ακόμη και με βάση τη δική τους άποψη και ότι και όσοι παρουσιάζονται ως «αντισυστημικοί», «κομμουνιστές», «επαναστάτες», κοκ, κατά κανόνα δεν δείχνουν κάτι καλύτερο.

  • Με τη μαρξιστική φιλοσοφία της πράξης, την οποία διατύπωσε κατά τη δεκαετία του 1920, ο Γκέοργκ Λούκατς έθεσε τα θεμέλια του εγελιανού μαρξισμού και της κριτικής θεωρίας. Θεωρείται ή όχι ο εισηγητής του αποκαλούμενου «εγελιανού μαρξισμού», μιας σύνδεσης της μαρξικής σκέψης με την προηγούμενή της ιδεαλιστική φιλοσοφία;

Εδώ αγγίζουμε ένα σύνθετο ζήτημα, αυτό της σχέσης του Μαρξ με τον Χέγκελ, το οποίο συχνά παρανοείται. Για να το προσεγγίσουμε θα πρέπει να επιστρέψουμε λίγο στον ίδιο τον Μαρξ και την εποχή του. Ο Μαρξ ήταν αρχικά ένας χεγκελιανός, ανήκοντας, όπως και ο Ένγκελς, στον κύκλο των Νέων Χεγκελιανών, της αριστερής πτέρυγας του χεγκελιανισμού στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1830 και στις αρχές της δεκαετίας του 1840. Από αυτό το σημείο εκκίνησης οι Μαρξ και Ένγκελς προχώρησαν σε μια υλιστική αντιστροφή και επανερμηνεία του Χέγκελ, την υλιστική επεξεργασία της διαλεκτικής, που αποτελεί τον πυρήνα της κοσμοθεωρίας τους. Οι άλλοι χεγκελιανοί της αριστεράς στην ίδια περίοδο είτε έμειναν δέσμιοι του ιδεαλισμού του Χέγκελ, όπως ο Μπρούνο Μπάουερ, ο Στίρνερ και ο Λασάλ, οι οποίοι προσπαθούσαν αν αρνηθούν το συντηρητισμό του Χέγκελ συμπληρώνοντάς τον με τον ακτιβισμό του Φίχτε, είτε στην προσπάθειά τους να υπερβούν τον ιδεαλισμό παραμέρισαν μαζί και τη διαλεκτική, με τυπικό παράδειγμα τον Φόιερμπαχ, είτε ανακάτεψαν όλες αυτές τις στάσεις, όπως ο Μόζες Ες.

Αυτή είναι μια πολύ σημαντική θεωρητική διαφορά. Στο επίπεδο της πράξης μεταφράζεται στη διαφορά ανάμεσα στη σοσιαλιστική προοπτική του μαρξισμού, που εκφράζει τις πραγματικές ιστορικές τάσεις υπέρβασης του καπιταλισμού, το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα, και στην «προοδευτική» αστική (και μικροαστική) προοπτική, που υποστηρίζει επιμέρους αλλαγές και βελτιώσεις αλλά χωρίς να αμφισβητεί συνολικά τον καπιταλισμό, ή, όταν το κάνει φραστικά, χωρίς να υποδεικνύει τους πραγματικούς δρόμους αμφισβήτησής του. Η τελευταία ήταν σε διάφορες παραλλαγές η κατεύθυνση των Μπάουερ, Στίρνερ, Προυντόν, Λασάλ, Μπακούνιν, κ.ά.

Αποτέλεσμα εικόνας για György Lukác

Το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση είναι ένα αντιφατικό έργο, ένα έργο που σηματοδοτεί το πέρασμα του Λούκατς στο μαρξισμό, περιέχοντας και τις δυο τάσεις στην ερμηνεία του Χέγκελ, τόσο εκείνη των Μαρξ και Ένγκελς όσο και την αστική/μικροαστική κατεύθυνση που εκπλήρωσαν οι άλλοι Νέοι Χεγκελιανοί. Ο ίδιος ο Λούκατς αργότερα, στον πρόλογό του στην επανέκδοση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση το 1967 και στην αυτοβιογραφική συζήτησή του με τον Ιστβάν Έρσι λίγο πριν το θάνατό του, επισήμανε ισχυρά αυτό το διττό χαρακτήρα του, ο οποίος δεν συνδέεται μόνο με τα ανώριμα ακόμη στοιχεία στη σκέψη του Λούκατς, αλλά και με μερικά ουσιώδη διανοητικά ρεύματα και την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση γράφτηκε σε μια συγκροτητική περίοδο για το κομμουνιστικό κίνημα, όταν δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στη ρήξη με το μηχανιστικό μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς, που είχε οδηγήσει στην πράξη στην παραίτηση από τη σοσιαλιστική επανάσταση και την υποστήριξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου από τους ηγετικούς θεωρητικούς της, ιδιαίτερα τον Κάουτσκι. Ωστόσο, η άρνηση του μηχανικισμού οδήγησε, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, στην αντίθετη ακρότητα του υποκειμενισμού, στην υποστήριξη μιας αυθαίρετης ακτιβιστικής στάσης, και στο πολιτικό επίπεδο, στον αριστερισμό. Αυτή ήταν η κατεύθυνση του Κορς, του Πάνεκουκ και μερικών ακόμη διανοούμενων οι οποίοι αργότερα εγκατέλειψαν το κομμουνιστικό κίνημα.

Ο Λούκατς στα 1919, όταν έγινε μαρξιστής, είχε θητεύσει για καιρό στα αστικά ρεύματα της εποχής και επηρεαζόταν ισχυρά από αυτές τις υποκειμενιστικές τάσεις. Σύντομα όμως, χάρη και στην κριτική των πολιτικών λαθών του από τον Λένιν, άρχισε να τις παραμερίζει. Από αυτή την άποψη, τα δοκίμιά του για τον Λασάλ και τον Μόζες Ες είναι εξαιρετικά σημαντικά. Σε αυτά τα δυο κείμενα ο Λούκατς υπογραμμίζει και αναδεικνύει τις ριζικές διαφορές ανάμεσα στην προσέγγιση του Χέγκελ από τους Μαρξ και Ένγκελς και σε εκείνη των άλλων Νέων Χεγκελιανών. Ασκεί μια οξεία πολεμική στον ουτοπισμό και στον υποκειμενισμό, ξεπερνώντας έτσι στο μεγαλύτερο μέρος τους τις συγχύσεις του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση.

Ο μετέπειτα «κριτικός μαρξισμός», η Σχολή της Φρανκφούρτης, κ.λπ., αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό μια συνέχιση της παράδοσης των ιδεαλιστών Νέων Χεγκελιανών και δεν πρέπει να συγχέεται με τη μαρξιστική σκέψη του Λούκατς, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στο ώριμο έργο του. Οι διαφορές, ας πούμε, ανάμεσα στον Λούκατς και τον Αντόρνο είναι πολύ μεγάλες. Ο Λούκατς έδινε έμφαση στην ολότητα· στον επίλογο της μπροσούρας του για τον Λένιν τονίζει ότι «δίχως αναφορά στην ολότητα δεν υπάρχει ιστορικά σωστά πράξη». Ο Αντόρνο από τη μεριά του είχε διακηρύξει ότι «Το όλο είναι το μη αληθινό» (Das Ganze ist das unwahre) και χαρακτήριζε τον Λούκατς «επαρχιώτη γραμματοδιδάσκαλο».

Ορισμένοι διανοούμενοι της αριστεράς, όπως ο Πέρι Άντερσον παλιότερα με τα σχήματά του περί «δυτικού μαρξισμού» ή στις μέρες μας ο Μισέλ Λεβί, έχουν επιχειρήσει να αρνηθούν ή να υποβαθμίσουν αυτές τις διαφορές, αλλά αυτό οδηγεί σε ιδεολογική σύγχυση. Ο ίδιος ο Λούκατς χαρακτήριζε την άποψη της Σχολής της Φρανκφούρτης ως «μη κομφορμιστικό κομφορμισμό», εννοώντας με αυτό ότι επέκρινε μερικές πτυχές του συστήματος –και αυτό ήταν το ριζοσπαστικό στοιχείο της– αλλά όχι το σύστημα συνολικά. Είχε πει ότι μπορεί να μάθει κανείς μερικά πράγματα στη Σχολή της Φρανκφούρτης, αλλά πρέπει να την εγκαταλείπει αν θέλει να μάθει κάτι πιο ουσιαστικό.

Συμπερασματικά, θα έλεγα πως αυτό που ήταν προωθητικό στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση βρίσκει την ολοκληρωμένη, χωρίς ιδεαλιστικές ανακολουθίες έκφρασή του στις μελέτες του Λούκατς της δεκαετίας του 1960. Οι μελέτες αυτές, οι οποίες επίσης δίνουν έμφαση στις συνδέσεις ανάμεσα στον Χέγκελ και τον Μαρξ, δεν στοχεύουν σε μια εκλεκτική ανάμειξη του Χέγκελ και του Μαρξ αλλά στην κατάδειξη του τρόπου που ο Μαρξ μεταπλάθει υλιστικά τη διαλεκτική μέθοδο του Χέγκελ. Αυτό είναι βέβαια μια σύνδεση, αλλά μια αντιθετική σύνδεση, που περιλαμβάνει τόσο την τομή όσο και τη συνέχεια. Ορισμένοι, όπως ο Αλτουσέρ αρνήθηκαν εντελώς τη συνέχεια και στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν μια ριζική ρήξη ανάμεσα στον Χέγκελ και τον Μαρξ έπεσαν τελείως έξω, θα πέφταμε όμως στο αντίθετο λάθος αν βλέπαμε σε αυτή τη σχέση μόνο ή κυρίως συνέχεια.

  • Μήπως σήμερα η μαρξιστική σκέψη περνάει κάποια κάμψη, αφού έχουν καταλυθεί και τα καθεστώτα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την έθρεψαν;

Το ότι η μαρξιστική σκέψη βρίσκεται σε κάμψη, και μάλιστα όχι μόνο σε κάμψη αλλά σε κρίση, είναι αναμφισβήτητο. Το θέμα είναι να διερευνηθούν οι λόγοι και τα αίτια αυτής της κρίσης.

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να πούμε ότι η μαρξιστική θεωρία δεν συνδέεται με τα συγκεκριμένα καθεστώτα κατά τρόπο απόλυτο, ώστε η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού να σημαίνει αυτόματα και διάψευσή της. Ο μαρξισμός, ως θεωρία, είναι ένα σύνολο προτάσεων για τον κόσμο και για την ανθρώπινη ιστορία, οι βάσεις των οποίων περιέχονται στο έργο των κλασικών του, του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση και η δημιουργία της ΕΣΣΔ, και σε μικρότερο βαθμό αργότερα της Λαϊκής Κίνας και των άλλων χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, αποτέλεσε τη συγκεκριμένη, έμπρακτη επιβεβαίωση των προβλέψεων του μαρξισμού. Εδώ όμως εμφανίστηκαν και μεγάλες ιστορικές περιπλοκές, συνδεόμενες ιδιαίτερα με τη γραφειοκρατική διαστροφή του σοσιαλισμού από το σταλινισμό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια αντιφατική κατάσταση, στην οποία, από ένα σημείο και μετά, ο μαρξισμός ναι μεν εν μέρει προωθούνταν στην ΕΣΣΔ –όπου υπήρχαν σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της σημαντικοί μαρξιστές– αλλά ταυτόχρονα εκφυλιζόταν, ιδιαίτερα στη σταλινική περίοδο, σε ένα δογματικό ψευτομαρξισμό.

Οι επιφανείς μαρξιστές στη λενινιστική παράδοση, ιδιαίτερα ο Τρότσκι, ο Μπουχάριν, ο Γκράμσι και ο Λούκατς, ανέλυσαν αυτές τις εξελίξεις με αρκετή επάρκεια, αν και όχι στο ίδιο επίπεδο που θα το έκανε ένας Μαρξ ή Λένιν. Ο Λούκατς έχει κατηγορηθεί, βέβαια, ότι συμβιβάστηκε με τον Στάλιν και είναι αλήθεια ότι στη σταλινική περίοδο εξαναγκάστηκε σε μια σειρά ταπεινωτικές «αυτοκριτικές» για τις κατά καιρούς θέσεις του. Ωστόσο, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η σκέψη του, με τη διαλεκτική έμφασή της, ήταν πάντα αντισταλινική. Μετά το 1956 επέκρινε τον Στάλιν με όρους αντίστοιχους εκείνων του Τρότσκι και επίσης του Μπουχάριν, εκθέτοντας τις αρνητικές επιπτώσεις του σταλινισμού σε όλα τα πεδία: οικονομικός υποκειμενισμός, πολιτική καταπίεση και διώξεις, κατάπνιξη της μαρξιστικής θεωρητικής σκέψης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ταυτόχρονα, όπως είχαν κάνει οι άλλοι επιφανείς μαρξιστές, ο Λούκατς τόνισε ότι πρέπει να γίνεται μια διάκριση ανάμεσα στο γραφειοκρατισμό, που αφορούσε πρώτα και κύρια το πολιτικό σύστημα της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, και τα σοσιαλιστικά κοινωνικά θεμέλια της ΕΣΣΔ, τα οποία, μαζί με τις θετικές όψεις της κληρονομιάς της, πρέπει να υπερασπίζουν οι μαρξιστές.

Να προσθέσω μόνο ότι ιδιαίτερα μετά το 2007 ο μαρξισμός έχει επανέλθει στο προσκήνιο, ώστε δεν υπάρχει μόνο κρίση αλλά και στοιχεία αναζωογόνησής του σε διάφορα πεδία. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες πρόσφατες επεξεργασίες συνδέονται με το έργο του Λούκατς, που τα τελευταία χρόνια έχει εκ νέου τραβήξει την προσοχή ιδιαίτερα νέων ερευνητών. Οπωσδήποτε όμως είμαστε πίσω από τις ιστορικές απαιτήσεις και συμβαίνει συχνά οτιδήποτε να περνά για μαρξισμός.

  • Μπορεί η μαρξιστική σκέψη να εξηγήσει τις σημερινές εξελίξεις, όπου κυρίαρχες είναι οι αγορές και το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει ανίκητο;

Αυτό το ερώτημα προφανώς συνδέεται στενά με το προηγούμενο.

Ο Λούκατς είχε πει ότι το κομμουνιστικό κίνημα στην εποχή μας πρέπει να διεξάγει ένα διμέτωπο αγώνα, ενάντια στον αμερικανισμό και το σταλινισμό. Αυτό σημαίνει ότι το να ανταποκριθεί ο μαρξισμός στις σύγχρονες προκλήσεις προϋποθέτει την εκπλήρωση δυο αλληλένδετων καθηκόντων. Το πρώτο, σε μεγάλο βαθμό «αρνητικό», καθήκον είναι το πλήρες ξεκαθάρισμα του μαρξισμού από τις σταλινικές διαστρεβλώσεις. Και το δεύτερο, θετικό καθήκον, είναι μια ανακαίνιση του μαρξισμού ώστε να συμπεριλάβει τις επιστημονικές κατακτήσεις του 20ού αιώνα και των αρχών του αιώνα μας.

Η αλήθεια είναι ότι ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Λούκατς ο μαρξισμός παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμος και μάλιστα αποσυντέθηκε, καθώς μια μεγάλη μερίδα της μαρξιστικής διανόησης πέρασε μετά το 1990 σε αστικές θέσεις, ενώ και εκείνοι που παρέμειναν μαρξιστές παρασύρθηκαν συχνά από τις αστικές κατευθύνσεις. Παράλληλα με τη σταλινική συντελέστηκε έτσι και μια αστική παραχάραξη του μαρξισμού, η οποία άλλωστε είχε ξεκινήσει από τον αναθεωρητισμό στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Οι δυσχέρειες αυτές από τη μια, και η αδυσώπητη κυριαρχία των αγορών από την άλλη, μπορεί όντως να κάνουν το απελευθερωτικό εγχείρημα να φαίνεται ανέφικτο και τον καπιταλισμό ανίκητο. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι παρόμοιες καταστάσεις υπήρξαν πολλές στο παρελθόν και αυτό που φαινόταν ανέφικτο στη μια στιγμή γινόταν εφικτό στην επόμενη. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν δυο απομονωμένοι στοχαστές σε όλη την περίοδο από το 1850 ως το 1870, με αυτούς όμως συνδέθηκε το ιστορικό ρεύμα της 2ης Διεθνούς που έφερε το σοσιαλισμό στο ιστορικό προσκήνιο σε όλο τον κόσμο. Ο ιμπεριαλισμός φαινόταν παντοδύναμος στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν μετά τη χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς είχε εξαπολύσει ένα ανεμπόδιστο λουτρό αίματος σε όλη την Ευρώπη, αλλά αμέσως μετά ακολούθησε η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Όποιος διαβάσει με προσοχή το έργο του Μαρξ δεν θα αποτύχει να βρει σε αυτό ένα πλήθος επεξεργασίες που φωτίζουν την κίνηση του καπιταλισμού όχι μόνο στην εποχή του αλλά και στην εποχή μας. Αυτό ανάγκασε ακόμη και ένα τόσο συστημικό περιοδικό όπως ο Economist να παραδεχτεί την αξία του, αποκαλώντας τον «μνημειώδη στοχαστή» σε ένα κατά τα άλλα γεμάτο κακολογίες άρθρο που του αφιέρωσε στα 200 χρόνια από τη γέννησή του. Φυσικά αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη για την ανάλυση από τους μαρξιστές των πιο πρόσφατων εξελίξεων και τη συναγωγή των κατάλληλων πολιτικών συμπερασμάτων. Το έργο του Λούκατς, αντιπροσωπεύοντας την τελευταία λέξη του μαρξισμού σε μια σειρά πεδία, προσφέρει πολύτιμες αφορμές και ιδέες σε αυτή την κατεύθυνση. Ανάμεσα στα άλλα, αυτό αφορά την εξήγηση της αντοχής που έχει επιδείξει ιστορικά ο καπιταλισμός, τις βάσεις και τα όρια της οποίας ο Λούκατς, όπως άλλωστε και ο Γκράμσι, έκαναν πολλά για να φωτίσουν.

  • Ποια θεωρούμε ότι είναι η φιλοσοφική παρακαταθήκη του Λούκατς, που μπορεί να χρησιμεύσει στις σημερινές συνθήκες για την πρόοδο της φιλοσοφικής σκέψης;

Ο Λούκατς παρήγαγε ένα εξαιρετικά πλούσιο έργο, πραγματείες μεγέθους χιλιάδων σελίδων, ένα μικρό μόνο μέρος του οποίου έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Ο Μαρξ, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα στις Θεωρίες για την Υπεραξία, είχε ερευνήσει την πορεία της αστικής πολιτικής οικονομίας από την επιστημονική φάση του Άνταμ Σμιθ και του Ρικάρντο στην απολογητική της αποσύνθεση από τα χυδαία οικονομικά.

Ο Λούκατς, με τις μελέτες του για τον ρεαλισμό και το νατουραλισμό, επιτέλεσε μια αντίστοιχη εργασία για την αστική λογοτεχνία του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα δυο κύρια φιλοσοφικά έργα του, Ο Νεαρός Χέγκελ και Η Καταστροφή του Λογικού, ανατέμνουν τις ίδιες τάσεις στην αστική φιλοσοφία, τη διαλεκτική-υλιστική που παρέλαβε ο Μαρξ και την ανορθολογική του αστικού απολογητισμού. Ο Λούκατς ήταν ο πρώτος που παρουσίασε μια μαρξιστική αισθητική, στην Ιδιοτυπία του Αισθητικού, ενώ στην Οντολογία του ανέδειξε τις ρίζες του κοινωνικού είναι στην εργασία, όχι μόνο αναφορικά με την οικονομία αλλά και με τις πιο απομακρυσμένες σφαίρες της ηθικής και της ιδεολογίας.

Όλα αυτά δεν μπορούν να συνοψιστούν σε λίγες γραμμές. Εκείνο που προβάλλει όμως σαν κοινός παρανομαστής σε όλες τις περιπτώσεις είναι η αναγνώριση της συνθετότητας της ιστορικής διαδικασίας, η θεώρησή της στην ολότητά της και η διαλεκτική μεθοδολογία ανάλυσης, χωρίς την οποία θα οδηγούμαστε πάντα σε λαθεμένες, δογματικές ή στενά πρακτικιστικές συναγωγές και στάσεις.

Ο Λούκατς υπερτερεί στην ευρύτητα και τη θεμελίωση της θεώρησης απέναντι σε άλλους επιφανείς μαρξιστές της μετά τον Λένιν περιόδου, όπως ο Τρότσκι ή ο Γκράμσι, και αυτό είναι που χρειάζεται ο μαρξισμός σήμερα.

 


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

The following two tabs change content below.
ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

ΙΩΑΝΝΑ Ν. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΥ

Η Ιωάννα Ν. Λαγκαδινού είναι θεατρολόγος: Δραματική Σχολή «Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη» και Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός, βοηθός σκηνογράφου και βοηθός σκηνοθέτη στα έργα «Ποιός ανακάλυψε την Αμερική» της Χρύσας Σπηλιώτη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ιωάννου [ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας & Κομοτηνής], και «Μη γελάτε, είναι σοβαρό» του Noel Coward, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαλτινού [Θέατρο Βρετάνια], κ.λπ. Επίσης έχει συνεργαστεί με το θεατρικό περιοδικό «Δρώμενα», με άρθρα και μεταφράσεις. Έκανε μελέτη για το Μεσαιωνικό Θέατρο και μετέφρασε το αγγλικό μεσαιωνικό έργο «Νώε» του Wakefield Master (συνεργασία: Αριάδνη Λιγνού-Τσαμαντάνη).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή