«Χρωματιστές γυναίκες» μία οικογενειακή υπόθεση // Κριτική θεάτρου

by Γιάννης Φραγκούλης
  • Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

Μία ακόμη παράσταση στο θέατρο Μαίωτρον, στην καινούργια θεατρική σκηνή που άνοιξε ξανά πριν από ένα χρόνο, τώρα οι «Χρωματιστές γυναίκες» ήταν μία ευχάριστη έκπληξη. Δύο γυναίκες σε ένα απλό σκηνικό χώρο μας μιλούν με άμεσο τρόπο για τη ζωή τους, για τη μεταξύ τους σχέση, για την οικογένειά τους. Μήπως, όμως, η αφήγηση πηγαίνει πιο βαθιά και κρύβει από κάτω ένα βαθύτερο νόημα; Ποιο είναι αυτό; Θα προσπαθήσουμε, σε αυτό το σημείωμα, να το ανακαλύψουμε.

Οι «Χρωματιστές γυναίκες» πρωτοπαρουσιάστηκαν από το Θέατρο του Πειραιά, το 1984, ενώ το κείμενο κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Ερμής. Σήμερα, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας. Ένα πρωτότυπο έργο που βρίσκεται στα όρια της ηθογραφίας, του παραλόγου και της διερεύνησης του εγώ μας.

Ο Βασίλης Ζιώγας (1937-2001) δομεί το σύμπαν του έργου μέσα σε ένα νησιώτικο σπίτι. Δύο αδελφές, η Άννα και η Έλλη, ακροβατούν μεταξύ αληθινού και ψεύτικου, μέσα στα κλειστά σύνορα της ελληνικής επαρχίας. Η κάθε μία είναι φορέας αξιών αντίθετων μεταξύ τους -η κοσμογυρισμένη Άννα και η απομονωμένη Έλλη- και οι προσωπικότητές τους εκφράζουν διαφορετικές στάσεις απέναντι στη γυναικεία μοίρα.

Σε αυτό το -σε πρώτη ανάγνωση- οικογενειακό δράμα, οι δυο γυναίκες επιδίδονται σε ένα παιχνίδι για τη μετατόπιση των ορίων της πραγματικής ή της συμβολικής ελευθερίας. Ο Ζιώγας στρέφεται σε εκείνα τα στοιχεία που μεταφέρουν το θέατρο στη ζωή και τη ζωή πιο κοντά στο θέατρο, όπως το παιχνίδι, τις παιδικές αναμνήσεις ή, όπως έγραψε ο ίδιος, «στο θέατρο που παίζεται μέσα σε μιαν οικογένεια, όπου ο καθένας υποδύεται έναν πλαστό εαυτό, με τέτοιο ζήλο, που συχνά ξεχνά τον πραγματικό του», αναζητώντας μία αναλλοίωτη, οικουμενική, ουσία του θεάτρου.

Οι δύο γυναίκες βρίσκονται σε μία σύγκρουση που προκαλείται, σε μεγαλύτερο βαθμό από την Άννα. Η Έλλη στην αρχή ακούει, κατόπιν αντιδρά, αλλά αυτή η αντίδρασή της είναι υποτονική. Μέσα από το κείμενο περνά η ιστορία αυτής της οικογένειας, με υπόγειο τρόπο. Τρίτο πρόσωπο της αφήγησης είναι ο πατέρας. Αυτός αποκτά διάφορα πρόσωπα, μεταλλάσσεται σε έναν άγνωστο άντρα, σε έναν κυνηγό. Η Άννα είναι αθυρόστομη, όπως ταιριάζει σε μία γυναίκα που έχει γυρίσει τον κόσμο και έχει δουλέψει σε διάφορα πορνεία, μία ζωή για την οποία δεν έχει μετανιώσει.

Κομβική στιγμή της παράστασης είναι μία γλάστρα με ένα κρίνο. Το κάτω μέρος του φυτού είναι το μουνί, το πάνω είναι ο πούτσος, έτσι λέει η Άννα στην Έλλη. Η δεύτερη ντρέπεται, η πρώτη το χαίρεται. Με αυτό τον τρόπο ο συγγραφέας του έργου μας βάζει μέσα στην ουσία της παράστασης, στον πατέρα, τη μητέρα, τις δύο αδελφές.

Η μητέρα είναι απούσα παντελώς. Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι η μητέρα ήταν απούσα από αυτή την οικογενειακή σχέση. Ο πατέρας, αντίθετα, είναι μία επιβλητική φιγούρα, λειτουργεί με αυστηρό τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε αυταρχικό. Στην εξέλιξη του έργου καταλαβαίνουμε ότι αυτός ο πατέρας βίαζε την Έλλη. Αυτό το κορίτσι οδηγήθηκε σε υποτακτική συμπεριφορά, διατηρώντας μία απόσταση από αυτόν, μη βρίσκοντας ανταπόκριση από την, προφανώς, αποστασιοποιημένη μητέρα, μία θεώρηση που βγαίνει από τη ψυχαναλυτική θεωρία του Ράιχ, σχετικά με το μαζοχιστικό χαρακτήρα. Η Άννα είναι αυτή που μιλά για αυτή τη βίαιη πράξη, η Έλλη την αρνείται. Καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι δύο γυναίκες λειτουργούν σαν ένα δίπολο.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να κάνουμε μία υπόθεση: Μήπως αυτές οι δύο γυναίκες δεν είναι παρά μία, ή, για να το πούμε διαφορετικά, μήπως η κάθε μία είναι η άλλη όψη της ίδιας γυναίκας; Αν αυτό είναι σωστό τότε η μία πλευρά μάχεται την άλλη, δεν μπορεί να την ανεχτεί.

Η Έλλη δεν μπορεί να ανεχτεί την Άννα που της αρέσει να τα λέει τα πράγματα με το όνομά τους, να μιλά έτσι που να αναδεικνύει την προστυχιά της πραγματικότητας, έτσι όπως η ίδια την έχει αντιληφθεί. Η Έλλη έχει τη δική της αντίληψη για το πραγματικό, έτσι έρχεται σε σύγκρουση με την Άννα. Στη μέση είναι ο πατέρας και, λιγότερο, η υπονοούμενη μητέρα. Οι γλάστρες περιχαρακώνουν το χώρο, δεν υπονοούν όμως, όπως θα περιμέναμε να γίνει ακολουθώντας την πρώτη υπονόηση του κρίνου, όπως αναφέραμε, έτσι ώστε να μιλούν στο ασυνείδητο για αυτή την αιμομικτική σχέση.

Ο πατέρας είναι μία περσόνα που στιγματίζει την αφήγησή τους. Η Έλλη τον αναπολεί, το βλέπει σαν ένα ξένο που έρχεται στο σπίτι, σαν ένα κυνηγό. Η Άννα έχει απομακρυνθεί από αυτόν, τον απωθεί. Η μία πλευρά, η Έλλη, θέλει να το γνωρίσει καλύτερα, να τον αγαπήσει, μία απέλπιδη προσπάθεια να δομήσει την ταυτότητά της με άμεσο τρόπο, θέλει να το κάνει αυτό με οποιοδήποτε κόστος. Η Άννα δε θέλει να τον ξέρει, απωθεί τον πατέρα, κυρίως αυτή την πλευρά της που έχει πληγωθεί από αυτόν. Αυτή είναι η σύγκρουση των δύο πλευρών, αυτό είναι το αδιέξοδο, οι αντιμαχόμενες τάσεις που ξεκινούν από την υστερία και φτάνουν στην ψύχωση. Μία δαιδαλώδη διαδρομή που η Έλλη-Άννα δεν μπορεί να βγει ποτέ.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μαίωτρον, Χρωματιστές γυναίκες

Η ντουφεκιά φέρνει ξανά τη φιγούρα του πατέρα, αυτή τη φορά με διαφορετικό τρόπο, σα μία εκσπερμάτωση. Επιτέλους ο πατέρας φτάνει σε οργασμό, εκσπερματώνει και αυτή η οργασμική πράξη απευθύνεται και στις δύο γυναίκες, οι οποίες το εκλαμβάνουν με διαφορετικό τρόπο, η Έλλη με φόβο, η Άννα με ευχαρίστηση. Επιτέλους ο πατέρας έρχεται σε μία πρώτη επαφή με τον πατέρα, αλλά με ουσιαστικό τρόπο. Είναι η αρχή για να καταφέρουν να σπάσουν τον τοίχο και να βγουν από το αδιέξοδο. Θα τα καταφέρουν;

  • ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
  • Συγγραφέας: Βασίλης Ζιώγας
  • Σκηνοθεσία: Νικολέττα Καράνταη, Χάρης Θώμος
  • Ηθοποιοί: Κατερίνα Κούρτογλου, Θεοδώρα Μωυσιάδου
  • Θέατρο: Μαίωτρον, Θεσσαλονίκη
The following two tabs change content below.
Γιάννης Φραγκούλης
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή