«Daniel’16», μια ταινία του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου

Ο Ντάνιελ, ένας Γερμανός έφηβος, στέλνεται στην Ελλάδα, σε μία κοινότητα αγωγής ανηλίκων. Για να εκτίσει την ποινή του. Εκεί, σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό του Έβρου, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, βιώνει πρωτόγνωρα συναισθήματα. Καλείται να δώσει λύση σε δύσκολα διλήμματα.

by Γιάννης Φραγκούλης
  • Γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης

Η 13η ταινία του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου προβάλλεται μετά από δύο χρόνια στις αίθουσες. Το 2020 είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Τώρα ξεκινά ένα άλλο ταξίδι για να βρει τους θεατές της. Μία ταινία που έχει πολλά να πει για τις ανθρώπινες σχέσεις.

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Ντάνιελ, ένας Γερμανός έφηβος, στέλνεται στην Ελλάδα, σε μία κοινότητα αγωγής ανηλίκων. Για να εκτίσει την ποινή του. Εκεί, σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό του Έβρου, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, βιώνει πρωτόγνωρα συναισθήματα. Καλείται να δώσει λύση σε δύσκολα διλήμματα. Η τελική του απόφαση θα ξαφνιάσει τους πάντες.

Η ΆΠΟΨΗ ΜΑΣ

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος έχει 13 ταινίες στο ενεργητικό του ως σκηνοθέτης. Το 1993 εμφανίζεται στο κινηματογραφικό πεδίο με την ταινία «V ozhidanii, ili ego lyubimye», σε σενάριο δικό του. Πιθανόν μία άσκηση στο Πανρώσικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου (VGIK). Η ταινία του «Γέφυρα» (1995) ήταν η πτυχιακή του. Με την ταινία-ντοκιμαντέρ «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου» (1997), μικρού μήκους, έγινε γνωστός στην Ελλάδα. Βραβευμένος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε πολλά φεστιβάλ, κάνει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους το 2006, το «Γιο του φύλακα». Το 2020 θα σκηνοθετήσει την ταινία «Ντάνιελ ‘16». Είναι η πρώτη του ταινία που ανοίγει τον αφηγηματικό του ορίζοντα στον εκτός Ελλάδας χώρο.

Έχουμε έναν έφηβο που έχει διαπράξει μία παράνομη πράξη στη Γερμανία. Η τιμωρία του είναι να ζήσει σε μία φάρμα που θα είναι το αναμορφωτήριό του. Αυτοί που τη διοικούν είναι ένα ζευγάρι. Έχουν σχέσεις με τη Γερμανία και δέχονται ανήλικους παραβατικούς. Για να βοηθηθούν οικονομικά. Η παράβαση του Ντάνιελ δεν αναφέρεται παρά για να ορισθούν οι χαρακτήρες της αφήγησης. Ως ένα σκιαγράφημα. Είναι κατανοητό ότι οι σεναριογράφοι δεν ενδιαφέρονται για την αστυνομική πλοκή αλλά για την ηθογραφία. Γιατί ο Ντάνιελ λειτούργησε παραβατικά; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί στο τελευταίο πλάνο της ταινίας.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Ο χαρακτήρας στον οποίο χτίζεται όλη η ταινία είναι ο Ντάνιελ. Ακόμη αυτός ο χαρακτήρας δομείται προοδευτικά. Μαζί με τους βοηθητικούς χαρακτήρες της πλοκής. Τα πρόσωπα που βοηθούν στον προσδιορισμό του Ντάνιελ είναι η μητέρα του, το ζευγάρι των Ελλήνων αγροτών και ο μικρός που μένει μαζί του στο αναμορφωτήριο. Η σκηνοθεσία και το σενάριο ενδιαφέρονται περισσότερο για την αναφορά στο κοινωνικό πεδίο. Λιγότερο για τη στενή ηθογραφία. Έχει γίνει κατανοητό από τους συντελεστές της ταινίας ότι ο χαρακτήρας έχει να κάνει τόσο με τα ψυχικά όσο και με τα κοινωνικά πεδία. Ακολουθώντας την ψυχαναλυτική μελέτη του Βίλχελμ Ράιχ φτιάχνει αυτή τη διάδραση κοινωνικού και ψυχικού στοιχείου. Για να προσδιορίσει με ακρίβεια τον κεντρικό χαρακτήρα του. Ξέρουν ότι όσο αυτός θα δομείται, θα διαμορφώνεται όλο το αφηγηματικό οικοδόμημα. Αυτό θα είναι το σημαινόμενο της κοινωνίας.

Με αυτή την έννοια, ο Ντάνιελ δεν είναι παρά το σημαίνον ενός εφήβου. Αυτός δέχεται ψυχικές και κοινωνικές τάσεις που διαμορφώνουν το χαρακτήρα του. Μέσα από αντιδράσεις, πρωταρχικές και δευτερεύουσες. Ακολουθώντας το διαλεκτικό τρόπο δόμησης της αφήγησης, μπορούμε να ορίσουμε αυτό το χαρακτήρα σε μεγάλο βάθος. Αν και αυτός είναι απροσδιόριστος ως σημαίνον. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες αναδεικνύουν αυτά τα στοιχεία που είναι κάτω από τα πρωτεύοντα, στο χαρακτήρα του Ντάνιελ. Με αυτό τον τρόπο διαβάζουμε προοδευτικά το χαρακτήρα του. Μπορούμε πλέον να καταλάβουμε τον παραβατικό χαρακτήρα του. Τελικά, να προσδιορίσουμε τι σημαίνει παράβαση. Να δούμε τις αντίρροπες τάσεις που διαμορφώνουν ένα χαρακτήρα. Να ανακαλύψουμε τον πυρήνα του Ντάνιελ. Να δούμε κατά πόσο είναι παραβατικός.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΝΟΧΗ

Προσέχοντας περισσότερο την ταινία θα δούμε δύο βασικά στοιχεία. Την έλλειψη του πατέρα και την καταπίεση της μητέρας του. Αυτός ο έφηβος δεν έχει ένα αναφερόμενο συμπεριφοράς, κατά τα δυτικά πρότυπα. Αφού δεν έχει επαφή με τον πατέρα που ορίζει τις συμπεριφορές. Όμως η μητέρα του τον πιέζει και του δημιουργεί μία απώθηση. Σε αυτό το σημείο έχουμε την εμφάνιση του υστερικού στοιχείου. Ο Ντάνιελ βιώνει τη διάλυση του οικογενειακού ιστού. Ζει μέσα στην ψυχολογική πίεση. Είναι εύκολο να δρα εναντίον στους νόμους που διέπουν την κοινωνία στην οποία ζει. Ουσιαστικά αρνείται αυτή τη μορφή κοινωνίας. Δεν ξέρει όμως ποιο κοινωνικό μοντέλο θέλει να ακολουθήσει. Δεν ξέρει τι σημαίνει αγάπη.

Για πρώτη φορά βιώνει την απόλαυση στη φάρμα όπου ζει, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Αλλά και αυτή σε ψήγματα. Βλέπει μία οικογένεια που είναι συγκροτημένη. Σιγά σιγά μπαίνει σε αυτό το οικογενειακό κλίμα. Όμως ούτε σε αυτή δεν μπορεί να βρει το πατρικό στοιχείο. Αργότερα θα ανακαλύψει ότι ούτε και εδώ υπάρχει αυτή η συγκρότηση. Το οικογενειακό δέσιμο είναι μία επίφαση. Στο νεαρό φίλο του θα βρει τη φιλία. Όμως την αγάπη θα τη γνωρίσει σε έναν πρόσφυγα και στην κόρη του. Αυτοί μένουν παράνομα κοντά στη φάρμα. Σε αυτόν τον πρόσφυγα θα γνωρίσει το πρόσωπο του πατέρα που αναζητεί. Ακόμη, θα δει τους νόμους των συμπεριφορών που έχει ανάγκη. Όταν αυτός σκοτώνεται τότε η προβολή του πατρικού στοιχείου θα του δημιουργήσει την ανάγκη να γίνει αυτός πατέρας της μικρής προσφυγοπούλας. Εκεί θα γνωρίσει για πρώτη φορά την αγάπη, σε βάθος.

Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΗ

Στην ταινία ο λόγος περιορίζεται. Τόσο όσο είναι αναγκαίος για να υποστηρίξει τις συμπεριφορές και τις χειρονομίες. Οι ηθοποιίες δομούν με μεγάλη ακρίβεια τους χαρακτήρες. Ο Ντάνιελ, στο τέλος, προσδιορίζεται με ακρίβεια. Από σημαίνον γίνεται σημαινόμενο. Από το αναφερόμενο σε έναν έφηβο γίνεται ένα άτομο που έχει πλέον συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο θεατής μπορεί πλέον να διαβάσει ανάποδα την ταινία. Να χτίσει το δικό του σενάριο. Η ταινία καλεί το θεατή να γίνει συνδημιουργός, στη μεταθέαση. Έτσι το φιλμικό κείμενο εμπλουτίζεται.

Αυτή η διαδικασία μοιραία δε σταματά και η ταινία δε χάνει το ενδιαφέρον της. Αντίθετα, συν τω χρόνο, γίνεται πιο σημαντική, πιο επίκαιρη. Το μοντάζ έχει τον κατάλληλο ρυθμό για να δομήσει τους χαρακτήρες. Η σκηνογραφία και τα κοστούμια είναι ρεαλιστικά. Είναι μία σύνδεση με την πραγματικότητα. Η ταινία τελειώνει με ένα πλάνο που ανοίγει ένα δρόμο όπου θα βάλουμε τις δικές μας προεκτάσεις. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος είναι ένας σκηνοθέτης που έχει πολλά να δώσει στην ελληνική κινηματογραφία.

ΝΤΑΝΙΕΛ ‘16

  • Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
  • Σενάριο: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος, Γλυκερία Πατραμάνη, Παναγιώτης Χριστόπουλος, Γιάννης Τσίρος
  • Φωτογραφία: Γιάννης Φώτου
  • Μοντάζ: Χρήστος Γιαννακόπουλος
  • Μουσική: Βαγγέλης Φάμπας
  • Ήχος: Δημήτρης Αθανασόπουλος, Κώστας Βαρυμποπιώτης, Χρήστος Γούσιος
  • Σκηνικά: Ελένη Νταγάκη
  • Παραγωγή: Γιώργος Κυριάκος, Κώστας Λαμπρόπουλος
  • Συμπαραγωγή: Ε.Κ.Κ., Ε.Ρ.Τ.
  • Παίζουν: Nikolas Kisker (Ντάνιελ), Αλέξανδρος Λιακόπουλος-Μπούχχολτς (Μαξ), Filopateer Adel Hafiz Anas Mogras (Νιντάλ), Marlene Kaminsky (Σάρα), Βασίλης Κουκαλάνι (Σταύρος), Κωστής Καλλιβρετάκης (Κώστας), Κωστής Σειραδάκης (Αακίλ)
  • Χρώμα: έγχρωμη
  • Γλώσσα: ελληνικά, γερμανικά
  • Χώρα παραγωγής: Ελλάδα
  • Έτος παραγωγής: 2020
  • Διάρκεια: 101΄
  • Είδος: τραγωδία ηθών
  • Εταιρεία διανομής: Cinobo
  • Ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες: 9/12/2021.

Διαβάστε τη συνέντευξη του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου

Περισσότερες λεπτομέρειες για τους συντελεστές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά

The following two tabs change content below.
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960. Σπούδασε χημεία και φωτογραφία στην ΑΚΤΟ. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές κινηματογράφου. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποίο ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ κ.ά. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV. Ήταν υπεύθυνος για διαδικτυακούς τόπους Ίδρυσε και διευθύνει τους διαδικτυακούς τόπους www.filmandtheater.gr και το www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου κ.ά. Είναι ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ «Στιγμή απολιθωμένη».

Τελευταία άρθρα απόΓιάννης Φραγκούλης (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή