Διαμαντής Αξιώτης: “Η ηδονή των λουτρών” | Διήγημα

by Times Newsroom 1
Share this

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909) “Ανατολίτικο λουτρό”

 

Η ηδονή των λουτρών

 

ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ ΧΩΡΙΖΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ από τα παλιά λουτρά. Τον θόλο με τα ανοίγματα και τι καμινάδες που άχνιζαν. Μεγάλος πια, περνούσα απ’ έξω ή έμπαινα μέσα τι μέρες των αντρών, πάντα με την ανάμνηση της πρώτης επίσκεψης.

Πριν από χρόνια είχα βρεθεί στο ναό της κάθαρσης παιδί. Μέσα στο θειάφι, στα έγκατα της γης, ένιωθα ότι βρίσκομαι στον επίγειο παράδεισο. Μου άρεσε εκείνη η εικόνα – ανάμεσα σε γυμνές γυναίκες, θυμάμαι, και ντροπαλά κορίτσια – και την ανακαλούσα συχνά στον ύπνο και στον ξύπνο μου.

Ήταν τότε που ζούσαμε στη Θράκη. Είχα ακούσει διάφορα για κείνες τις θερμοπηγές. Φήμες που ξεκινούσαν από την κάθαρση και την ηδονή, φτάνοντας διογκωμένες σε δολοπλοκίες, όργια και φονικά. Βρισκόμουν στην προ της ήβης ηλικία και μου επιτρεπόταν να ακολουθώ τη μητέρα μου, εισχωρώντας στα άδυτα των γυναικών. Ασχημάτιστος καθώς ήμουν ακόμα, με θεωρούσαν αγνό και ασκανδάλιστο.

Ευθύς με την είσοδο στο τέμενος, η παρέα των γυναικών σκόρπισε στα μικρά δωμάτια με τις τζαμωτές προσόψεις. Στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν ένα μεγάλο τραπέζι από μάρμαρο, γεμάτο φρούτα και δίσκους με ποτήρια για το σερβίρισμα του τσαγιού. Στους τοίχους κρεμασμένες ζωγραφιές ημίγυμνων γυναικών, με την τρυφηλότητα να ξεχειλίζει από τα πρόσωπά τους. Εδώ κι εκεί κλουβιά με παράξενα πουλιά, αρωματικά κεριά, ολόσωμοι καθρέφτες, που πολλαπλασίαζαν τον εντυπωσιασμό.

Προσπεράσαμε τον πρώτο θάλαμο με τους, στρωμένους με λευκά σεντόνια, καναπέδες και μπήκαμε στην κεντρική αίθουσα. Με το που αντίκρισα τον μυθικό χώρο, τον παρομοίασα με την Κόλαση· αργότερα με την Πύλη του Παραδείσου. Βρέθηκα ανάμεσα σ’ ένα σμάρι γυμνών σωμάτων, εκθαμβωτικών. Δεν διέκρινα καθαρά τον χώρο, η υγρασία από τους ατμούς ήταν διάχυτη. Από τα ανοίγματα του τρούλου έμπαιναν στρογγυλές δέσμες φωτός, που βυθίζονταν στα νερά. Χοντρές σταγόνες κρέμονταν από τους τοίχους και τα σίδερα της οροφής. Έσταζαν στις πλάκες ή έπεφταν πάνω στα γυμνά σώματα, που βιάζονταν να ξαπλώσουν στα μάρμαρα.

Τραβήχτηκα στην άκρη και αφέθηκα να κοιτάζω την ασβεστωμένη οροφή, κάθιδρη από τους ατμούς, που πύκνωναν όλο και περισσότερο. Δεν ήξερα πού έπρεπε να σταθώ, τι να κοιτάξω και τι ν’ αγγίξω. Μία στάλα, που επί ώρα ζυγιαζόταν ψηλά, αποκόπηκε από τον σοβά και έπεσε στον σβέρκο μου. Μια μεσόκοπη γυναίκα από την παρέα της μάνας μου, με τράβηξε και με ξάπλωσε δίπλα της. Το μάρμαρο ήταν καυτό. Βρέθηκα ανάμεσα σε δύο ευτραφή άσπρα σώματα, τόσο διαφορετικά από το δικό μου, ισχνό και μαυριδερό. Το θέαμα θα ήταν σίγουρα αστείο. Με πλημμύρισε η θέρμη του και έκλεισα τα μάτια. Φαντάστηκα πυρωμένα ποτάμια στα έγκατα της γης, ζεστά νερά των πετρωμάτων. Ένα παρόμοιο ποτάμι κόχλαζε μέσα μου, ζητώντας να εκραγεί. Μου φάνηκε πως σάλεψε τ χέρι της γυναίκας. Ακούμπησε την κοιλιά μου, αρχίζοντας να κατεβαίνει χαμηλά. ντράπηκα και βιάστηκα να γυρίσω μπρούμυτα. Ο ιδρώτας έτρεχε από τον λαιμό, τις βλεφαρίδες, τις μασχάλες μου.

Οι κουβέντες τω ν γυναικών έγιναν βαριές. Άκουγα την ανάσα τους, έβλεπα τι νωχελικές κινήσεις των χεριών τους. Έδιωχναν τις σταγόνες του ιδρώτα από πάνω τους, περιποιόταν η μία την άλλη, χαϊδεύονταν παραδομένες.

Ξαφνικά, σαν να έδωσε κάποιος εντολή, σηκώθηκαν. Με προσεκτικά μικρά βήματα, που τα συνόδευαν λεπτές φωνές και γέλια, μπήκαν στη γούρνα και βυθίστηκαν στο νερό. Βούλιαζαν, επέπλεαν, γυρνούσαν ανάσκελα και τα στήθη τους προεξείχαν από την ταραγμένη επιφάνεια. Οι ρώγες τους καραβάκια με Σειρήνες που ταξίδευαν.

Τραβήχτηκα σ’ ένα βαθούλωμα του τοίχου, παρατηρώντας το κράμα της ομορφιάς που αργοσάλευε, σαν μέσα σε λίμνη. Διπλωμένα κορμιά, με τορνευτούς γοφούς, άλλα νεότερα με σφιχτά στήθη και αρμονικές αναλογίες. κι ακόμα, εκείνα που βιάζονταν να σχηματιστούν, καθώς οι ρώγες τους δεν πρόλαβαν να ξεχωρίσουν αρκετά και το ξανθό χνούδι δεν έφτανε να σκεπάσει την ήβη τους. Ντρέπονταν, ενώνοντας τις παλάμες τους χαμηλά, για να προστατευτούν…

Έκλεισα τα μάτια και πέρασα εύκολα στην εκδοχή της πλεκτάνης, για γην οποία λέγονταν τόσα και τόσα. Φαντάστηκα τη γούρνα  κόκκινη από αίμα. Ένα μαχαίρι βρήκε σιωπηλά τον στόχο του. Η κραυγή του φονικού πνίγηκε στο υγρό στοιχείο.

Η ίδια γυναίκα με τράβηξε, αναγκάζοντάς με να καθίσω δίπλα από μια γούρνα, σμιλεμένη σε σχήμα αχιβάδας. άρχισε να με λούζει – κι αφέθηκα στα έμπειρα χέρια της. Περνούσε το σαπούνι σε όλο μου το σώμα, κοντοστεκόταν επιλεκτικά σε τρυφερά σημεία, κοιτάζοντάς με στα μάτια. Διέκρινε στο άνοιγμα των χειλιών μου την προσμονή και με απαλές κινήσεις επιτάχυνε τον ερεθισμό. Τα γυμνά πόδια της άνοιγαν και έκλειναν στον ίδιο ρυθμό. Ο παφλασμός του ιδρώτα τους με οδηγούσε με ταχύτητα στην έξοδο. Σύντομα στη χούφτα της έσταξαν πηχτές λευκές σταγόνες.

Η ελευθέρωση έφερε τη χαύνωση. Έκλεισα τα μάτια, μάζεψα τη γλώσσα και κρέμασα κάτω τα χέρια. ήταν τέτοια η ανακούφιση, που το απαλό θρακιώτικο φως, έτσι όπως τόξευε το νερό από τα πλαϊνά παράθυρα, σίγουρα θα φώτισε το πιο χαλαρό χαμόγελο που είχε καιρό πολύ να ανθίσει σε πρόσωπο αγοριού.

Δεν πρόλαβα να χορτάσω την απόλαυση και, την επόμενη στιγμή, ένιωσα να διατρέχει το κορμί μου κάτι τραχύ, που με έγδερνε. Έκπληκτος είδα την ίδια γυναίκα να κρατά ένα τεράστιο σφουγγάρι από ψίχα κολοκυθιού και να με τρίβει, με τρόπο που απείχε πολύ από την αβρότητα που μου είχε προσφέρει πριν από λίγο. Λες και ζητούσε να της επιστραφεί η προσφορά. Θαρρείς και επιδίωκε να εκδικηθεί για τη μονόπλευρη ηδονή. Αναζήτησα με το βλέμμα τη μητέρα μου· πουθενά. επιχείρησα, μάταια, να αποσπαστώ από τα χέρια που με κρατούσαν δέσμιο. Εκείνη, στην προσπάθειά της να διώξει κάθε μορφή ακαθαρσίας από πάνω μου, εξακολουθούσε να με τρίβει, αποβάλλοντας όλα τα νεκρά κύτταρα του κορμιού μου· και μέρος των ζωντανών.

Οι γυναίκες μάζεψαν τα μαλλιά τους, τυλίχτηκαν με μπουρνούζια και πέρασαν στην αίθουσα με τους στρωμένους καναπέδες. Ξάπλωσαν πάνω στα δροσερά σεντόνια ανακουφισμένες. Ο μικρός χώρος γέμισε ζωή. Χτένιζε, με τις ώρες, η μία τα μαλλιά της άλλης, έχριζαν τα πρόσωπα με αλοιφές, έσταζαν αρώματα. Μασούσαν χιώτικη μαστίχα και δέχονταν την προσφορά φρέσκων χυμών και λαχταριστών μεζέδων: τριγωνικά κομμάτια από πίτες λουσμένα στο βούτυρο, γλυκίσματα ποτισμένα στο σιρόπι. Μέσα από τις γεύσεις αισθάνονταν πλούσιες και ευτυχισμένες. Όλος ο τόπος γέμισε φωνές και αναστεναγμούς ευωχίας.

Τις κοίταζα ευτυχισμένος κι εγώ. Τις άκουγα που τιτίβιζαν και ευφραινόταν η ψυχή μου. Κολλούσα επάνω τους, γλείφοντας από τα δάχτυλά τους τη γλύκα των κερασμάτων.

Ο ίδιος δρόμος χωρίζει και σήμερα το σπίτι μας από την επταώροφη πολυκατοικία που χτίστηκε στη θέση των παλιών λουτρών. Στέκομαι στο απέναντι πεζοδρόμιο και την χαζεύω με την ανάμνηση της πρώτης επίσκεψης, που έχει απλώσει ρίζες και κλαδιά μέσα μου και δεν λέει να με εγκαταλείψει. Βλέπω το κορίτσι που ακουμπάει σ’ ένα απ’ τα παράθυρα του πρώτου ορόφου, χτενίζει τα μακριά μαλλιά του και δείχνει ανέμελο. Αναζητώ στα λεπτά της δάχτυλα ίχνη κερασμάτων τω ν πρώτων μου χρόνων και η ανάμνηση με κάνει να νιώθω ντροπή. Για τη θύμηση της γύμνιας, άραγε, εκείνων των γυναικών που αχνίζει ακόμα μέσα μου, για τον εσαεί εγκλωβισμό μου στη χαύνωση των ηδονικών υδάτων ή μήπως για το αμήχανο χαμόγελο με το οποίο με χαιρετά το κορίτσι; Της το ανταποδίδω και βιάζομαι να απομακρυνθώ.

Διαμαντής Αξιώτης, Με χίλιους τρόμους γενναίος. Διηγήματα. Εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2016

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Διαμαντής Αξιώτης: «Λείπει από τον Έλληνα η αυτοπεποίθηση…»

Διαμαντής Αξιώτης: “Το μισό των Κενταύρων”

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή