Διαβάζεις ποτέ κανένα απ’ τα βιβλία που καις;

Τη Δευτέρα καίμε Μίλλεϋ, την Τετάρτη Ουίτμαν, την Παρασκευή Φόκνερ, τους καίμε ώσπου να γίνουν στάχτη· μετά καίμε τη στάχτη. Αυτό είναι και το επίσημο σύνθημά μας.

by Times Newsroom

ΗΤΑΝ ευχαρίστηση να καις. Ήταν μια ξεχωριστή ευχαρίστηση να βλέπεις πράγματα να φαγώνονται, να τρώγονται, να βλέπεις πράγματα να μαυρίζουν και ν’ αλλάζουν… Με το μπρούτζινο ρύγχος τού σωλήνα μες στις χούφτες του, με το μεγάλο πυθώνα να φτύνει το δηλητηριώδες του πετρέλαιο πάνω στον κόσμο, το αίμα ανεβασμένο στο κεφάλι του, και τα χέρια του, χέρια έκπληκτου μαέστρου που έπαιζε όλες τις συμφωνίες των φλογών και του καψίματος, που έφερναν κάτω τα απομεινάρια και τα κάρβ ουνα της ιστορίας, γραμμένης μες στα βιβλία.

Με το συμβολικό του κράνος με το νούμερο 451 στο κεφάλι, ατάραχος, και τα μάτια γεμάτα πορτοκαλιά φλόγα, με τη σκέψη του προσκολλημένη στο τι θα επακολουθούσε, άναψε με τον αναπτήρα του και το σπίτι καταβροχθίστηκε απ’ τις φλόγες, που πηδούσαν παντού και έκαιγαν και έβαφαν τον απογευματινό ουρανό κόκκινο, κίτρινο και μαύρο. Δρασκέλισε κοντά σ’ ένα σμήνος από πυγολαμπίδες. Ήθελε πάνω απ’ όλα, όπως λέει και το παλιό αμερικάνικο ανέκδοτο, “να σπρώξει ένα ζαχαρωτό πάνω στο ραβδί μέσα στη φωτιά”, ενώ οι σελίδες των βιβλίων, που φτερούγιζαν σαν τα περιστέρια, θα πέθαιναν στην αυλή ή στις χλόες των σπιτιών.

Τα φύλλα των βιβλίων γίνονταν στρόβιλοι, δίνες που έλαμπαν και ανέβαιναν ψηλά, έφευγαν μακριά με τον αέρα. Όλα μαύρισαν απ’ το κάψιμο. Έγινε σκοτεινιά

Ο Μόνταγκ γέλασε με τον άγριο χαρακτηριστικό μορφασμό τ ων ανδρών που καψαλίζονται, των ανδρών εκείνων που ένιωθαν έλξη για τις φλόγες.

Ήξερε πως, όταν θα γύριζε πίσω στην πυροσβεστική υπηρεσία, θα έκλεινε επιδοκιμαστικά το μάτι στον εαυτό του μες στον καθρέφτη.
Αργότερα πηγαίνοντας για ύπνο, θα ένιωθε, μες στο σκοτάδι, το πύρινο αυτό χαμόγελο ακόμα αποτυπωμένο στους μυς του προσώπου του.

Ποτέ δεν έφευγε εκείνο το χαμόγελο, ποτέ μας ποτέ δεν έφευγε, όσο μακριά στα περασμένα κι αν πήγαινε με τη σκέψη του.

Έβγαλε το κράνος του με τις μαύρες προεξοχές και το γυάλισε· κρέμασε την άφλεκτη ζακέτα του με τάξη· έκανε ντους βασιλικό και ύστερα, σφυρίζοντας με τα χέρια στις τσέπες, διέσχισε απ’ τη μιαν άκρη στην άλλη όλο το επάνω πάτωμα της πυροσβεστικής υπηρρεσίας και ρίχτηκε κάτω απ’ την “τρύπα” καθόδου. Την τελευταία στιγμή, όταν η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη, έβγαλε τα χέρια απ’ τις τσέπες του και έκοψε τη φόρα, αρπάζοντας το χρυσαφένιο “κοντάρι” καθόδου. Γλίστρησε κάτω με ένα τσιριχτό σταμάτημα, με τα τακούνια του έναν πόντο απ’ το τσιμέντο τού κάτω πατώματος.

Βγήκε απ’ την υπηρεσία του περασμένα μεσάνυχτσα και προχώρησε στο σκοτεινό δρόμο, προς τον “υπόγειο”, όπου ττο ήσυχο αεριωθούμενο τραίνο γλιστρούσε χωρίς ήχο, μέσα στον καλά λαδωμένο “αγωγό” του, μέσα στη γη βαθιά. Ένα φύσημα ζεστού αέρα τον έσπρωξε έξω απ’ το τραίνο στην κυλιόμενη σκάλα με τα κρεμ πλακάκια και τον ανέβασε στο προάστιο.

Σφυρίζοντας αφέθηκε να έρθει μηχανικά στη δροσιά της νύχτας. Περπάτησε προς τη γωνία, με τη σκέψη του παντού αλλά και σε τίποτα συγκεκριμένο. Πριν όμως φτάσει στη γωνία, του φάνηκε πως αέρας σα να είχε ξεπηδήσει από κάπου, σαν κάποιος να είχε φωνάξει το όνομά του.

Τις τελευταίες αυτές νύχτες είχε τα πιο ανάμιχτα συναισθήματα στο πεζοδρόμιο αυτό, εδώ ακριβώς, σ’ αυτήν τη γωνία, καθώς έστριβε προς το σπίτι του μες στο φεγγαρόφωτο. Νόμιζε, ένιωθε πως, ένα λεπτό πριν περάσει τη γωνία, κάποιος ήταν εκεί. Ο αέρας φαινόταν να έρχεται με μια γλύκα σαν κάποιος να περίμενε εκεί ήσυχα, και μόνο ένα λεπτό προτού αυτός στρίψει, γίνονταν αμέσως απλώς μια σκιά, και τον άφηνε να προσπεράσει. Ίσως η μύτη του ανακάλυπτε ένα αμυδρό άρωμα, ίσως οι πόροι στις παλάμες του, ή στο πρόσωπό του· ένιωθε τη θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει σε τέτοιο σημείο, που κάθε άνθρωπος μπορεί να το νιώσει πως ανεβαίνει αυτομάτως δέκα βαθμούς πάνω, μέσα σ’ ένα λεπτό.

Δεν υπήρχε γι’ αυτό καμιά εξήγηση. Κάθε φορά που έστριβε τη γωνία, έβλεπε μόνο το άσπρο, καινούργιο, καμπυλωτό πεζοδρόμιο, και ίσως, μια βραδιά… κάτι που εξαφανίστηκε γοργά στο μήκος τής χλόης, πριν προλάβει να συγκεντρώσει πάνω του τα μάτια του ή να μιλήσει.

Αλλά τώρα, σήμερα το βράδυ, του φάνηκε σχεδόν σα να σταμάτησε. Η ενδόμυχη σκέψη του, πλησιάζοντας τη γωνία, άκουσε ένα αδύναμο ψιθύρισμα. Ανάσα; Ή ήταν μόνον η ατμόσφαιρα που συμπιέζονταν από κάποιον που στεκόταν πολύ ήσυχα εκεί πέρα και περίμενε;

Έστριψε στη γωνία.

Τα φθινοπωρινά φύλλα αναπηδούσαν στο φεγγαρόλουστο λιθόστρωτο με τέτοιον τρόπο, σα να ήθελαν να κάνουν το κορίτσι που περπατούσε να γλιστρήσει πάνω τους, αφήνοντας την κίνηση τού ανέμου και τα φύλλα να τη σπρώχνουν προς τα εμπρός. Το κεφάλι της ήταν μισοσκυμμένο για να βλέπει τις μύτες των παπουτσιών της να ανακινούν τα φύλλα κάνοντάς τα να σχηματίζουν κύκλους. Το πρόσωπό της ήταν λεπτό και άσπρο σαν το γάλα, και μέσα του έβλεπες ένα είδος ευγενικής δίψας, δίψας που άγγιζε τα πάντα με μιαν ακούραστη περιέργεια. Στο βλέμμα της είχε μιαν ελαφριά έκπληξη. Τα σκούρα μάτια της ήταν τόσο προσηλωμένα στο γύρω της κόσμο, που καμιά κίνησή του δεν τους ξέφευγε. Το φόρεμά της ήταν κατάλευκο και μίλαγε πάνω της. Εκείνου τού φάνηκε σχεδόν σα ν’ άκουσε την κίνηση των χεριών της καθώς περπατούσε, και τώρα δα, τον απέραντο μικρό ήχο, τη χλομή ταραχή στο πρόσωπό της όπως γύρισε, όταν ανακάλυψε πως ήταν ένα βήμα μόλις μακρύτερα από έναν άνθρωπο που καθόταν στη μέση του πεζοδρομίου και περίμενε.

Τα δέντρα πάνω τους έκαναν πολύ θόρυβο, αφήνοντας να πέσει κάτω η στεγνή βροχή τους. Η κοπέλα σταμάτησε και κοίταζε σα να ήθελε να ξαναπέσει στην έκπληξή της, αλλά αντί γ’ αυτό, έμεινε να παρατηρεί τον Μόνταγκ με μάτια τόσο σκούρα και αστραφτερά και ζωντανά, , που εκείνος ένιωσε σαν να της είχε πει κάτι το υπέροχο. Αλλά ήξερε πως τα χείλη του είχαν κινηθεί μόνο για να της πουν ένα “γεια σου”, και ύστερα, όταν εκείνη φάνηκε σα να είχε υπνωτιστεί από τη “σαλαμάντρα” στο μπράτσο του και το δίσκο με το “φοίνικα”, το μυθολογικό πουλί, στο στήθος του, της μίλησε πάλι.

– Ασφαλώς, είπε, είσαι η καινούργια μας γειτόνισσα, έτσι δεν είναι;

– Και σεις πρέπει να είστε -σήκωσε τα μάτια της από τα σύμβολα του επαγγέλματός του- ο πυροσβέστης. Η φωνή της έψαχνε.

– Πόσο περίεργα που το είπες.

– Θα το καταλάβαινα και με κλειστά μάτια, είπε αυτή, σιγά.

– Τι; -η μυρωδιά του πετρελαίου; Η γυναίκα μου πάντα παραπονιέτσι γι’ αυτήν, γέλασε. Ποτέ δε φεύγει εντελώς με το πλύσιμο.

– Όχι, δε φεύγει, είπε με δέος.

Ένιωθε πως περπατούσε τριγυρίζονυάς τον, αναποδογυρίζοντάς τον, ταρακουνώντας τον ήσυχα, και αδειάζοντας τις τσέπες του, χωρίς ωστόσο αυτή ούτε να κουνηθεί.

– Το πετρέλαιο, είπε, επειδή η σιωπή παρατραβούσε, δεν είναι παρά άρωμα για μένα.

– Σας φαίνεται αλήθεια σαν άρωμα;

– Βέβαια. Γιατί όχι;

Έδωσε στον εαυτό της ώρα να το σκεφτεί. -Δεν ξέρω-. Γύρισε το πρόσωπό της προς το πεζοδρόμιο που πήγαινε μπρος στα σπίτια τους.

– Σας πειράζει αν περπατώ μαζί σας. Είμαι η Κλάρις Μακ Κλέλαν.

– Κλάρις. Εγώ είμαι ο Μόνταγκ. Άντε βιάσου. Τι κάνεις έξω τόσο αργά ψάχνοντας τριγύρω; Πόσο χρονών είσαι;

Περπατούσαν μες στη χλιαρή νύχτα πάνω στο ασημένιο πεζοδρόμιο και στον αέρα απλωνόταν μια αμυδρή πνοή από φρέσκα καϊσια και φράουλες. Εκείνος κοίταζε ολόγυρα και καταλάβαινε πως ήταν τελείως αδύνατο να συμβαίνει αυτό το πράγμα, τέτοιαν εποχή, στο τέλος του χρόνου.

Υπήρχε μόνο η κοπέλα που προχωρούσε μαζί της τώρα, με το πρόσωπό της λαμπερό σα χιόνι κάτω από το φεγγαρόφωτο, και ήξερε πως δούλευε στο μυαλό της την ερώτησή του, ψάχνοντας για τις καλύτερες απαντήσεις που θα μπορούσε να δώσει.

– Λοιπόν, είπε, είμαι δεκαεφτά χρονών και τρελή. Ο θείος μου λέει πως αυτά τα δυο πάνε μαζί. Όταν οι άνθρωποι σε ρωτούν την ηλικία σου, λέει, να λες πάντρα, δεκαεφτά και τρελή. Δεν είναι αυτή ωραία ώρα να περπατάς τη νύχτα; Εμένα μου αρέσει να μυρίζω πράγματα και να κοιτάζω άλλα, μερικές φορές να μένω έξω όλη νύχτα, περπατώντας, και να παρατηρώ τον ήλιο ν’ ανατέλλει σιγά-σιγά.

Πάλι περπατούσαν μέ4σα σε σιωπή, τελικά είπε εκείνη με περίσκεψη:

– Ξέρεις, δε σε φοβάμαι καθόλου.

Έμεινε έκπληκτος.

– Γιατί θα ‘πρεπε να με φοβάσαι;

– Τόσοι άνθρωποι φοβούνται. Φοβούνται τους πυροσβέστες, εννοώ. Αλλά, είσαι και συ άνθρωπος έτσι κι αλλιώς…

Είδε τον εαυτό του μέσα στα μάτια της ύποπτο, δυο αστραφτερές σταγόνες λαμπερού νερού, τον εαυτό του σκοτεινό και μικρό, με όλες τις λεπτομέρειες, τις ρυτίδες του γύρω στο στόμα, όλα, σαν τα μάτια της να ήταν δυο μαγικά καρφιά από βιολετή μαγνήτη που μπορούσε να τον τραβήξει και να τον κρατήσει και να τον κρατήσει μεμιάς άθικτο. Το πρόσωπό της, καθώς γύριζε προς αυτόν τώρα, ήταν τόσο εύθραυστο σαν αδιαφανές κρύσταλλο με ένα απαλό και μόνιμο φως πάνω του. Δεν ήταν το άγριο και υστερικό φως του ηλεκτρισμού, αλλά -τι ήταν; Το περίεργα άνετο και σπάνιο και ευγενικά χαϊδευτικό φως του κεριού. Κάποτε, σαν ήταν παιδί, σε μια διακοπή ρεύματος, η μητέρα του βρήκε κι άναψε ένα ξεχασμένο κερί και βρέθηκε για λίγη ώρα σε μια φωτεινότητα, που το διάστημα έχανε μπροστά της τις διαστάσεις του, και σύρθηκε άνετα κοντά τους, κι εκείνοι, μητέρα και γιος, μόνοι, μετασχηματίστηκαν, και έλπιζαν πως η “ενέργεια” θα μπορούσε να μην ξανάρθει πολύ γρήγορα…

Και ύστερα η Κλάρις Μακ Κλέλαν είπε:

– Σε πειράζει αν σε ρωτήσω κάτι; Πόσον καιρό εργάζεσαι ως πυροσβέστης;

– Από τότε που ήμουνα είκοσι χρονών, δέκα χρόνια τώρα.

– Διαβάζεις ποτέ κανένα απ’ τα βιβλία που καις;

Γέλασε:

– Μα αυτό είναι αντίθετο προς το νόμο!

– Ω! βέβαια.

– Είναι καλή η δουλειά μας. Τη Δευτέρα καίμε Μίλλεϋ, την Τετάρτη Ουίτμαν, την Παρασκευή Φόκνερ, τους καίμε ώσπου να γίνουν στάχτη· μετά καίμε τη στάχτη. Αυτό είναι και το επίσημο σύνθημά μας.

Περπάτησαν ακόμη λίγο και το κορίτσι είπε:

– Είναι αλήθεια πως πολύ παλιά οι πυροσβέστες έσβηναν τις πυρκαγιές αντί να τις ανάβουν;

_______________________________________

  • Απόσπασμα από το βιβλίο του Ray Bradbury, Φαρενάιτ 451 που κυκλοφόρησε σε μετάφραση Τζένης Βαγιάνου από τις εκδόσεις Γρηγόρη.

Το Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451) είναι μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι. Αναφέρεται σε μια δυστοπική εποχή στο μέλλον όπου τα βιβλία είναι απαγορευμένα. Ομάδες πυροδοτών μπαίνουν σε σπίτια όπου υπάρχουν βιβλιοθήκες, ύστερα από καταγγελίες γειτόνων, και τα καίνε, ώστε να καταστρέψουν επειδή το περιεχόμενό τους μπορεί να είναι ανατρεπτικό. Καταπολεμούν έτσι την αμφισβήτηση και τον προβληματισμό που μπορούν να προκληθούν από την ανάγνωσή τους. Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στην θερμοκρασία (της κλίμακας Φαρενάιτ) αυτανάφλεξης του χαρτιού.

Βασικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Γκάι Μόνταγκ, ένας πυροδότης που χαιρόταν να καίει βιβλία, παντρεμένος με μια αφελή νοικοκυρά που παίρνει υπνωτικά και περνάει όλο της το χρόνο μπροστά στη μικρή οθόνη. Η γειτόνισσά του Κλαρίς θα τον κάνει να ενδιαφερθεί για την ανάγνωση και τα βιβλία.

Σε μια από τις κλήσεις τους, οι πυροδότες επισκέπτονται ένα σπίτι, όπου εντοπίζουν μια εκτενή κρυφή βιβλιοθήκη. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και της βιβλιοθήκης αντιστέκεται και αρνείται να αποχωρήσει από το χώρο, προτιμώντας να παραδοθεί στις φλόγες μαζί με τα βιβλία της. Ο Γκάι μαθαίνει από τον Μπίτι, τον προϊστάμενό του, ότι η καύση των βιβλίων γίνεται όχι με κυβερνητική εντολή, αλλά επειδή εκτοπίστηκαν από την εικόνα (τηλεόραση, κινηματογράφος, αλλά και το ραδιόφωνο) και από τις κοινωνικές ομάδες που λογόκριναν ό,τι ήταν αντίθετο στις πεποιθήσεις τους.

Η γνωριμία του Γκάι με τον άλλοτε καθηγητή Λογοτεχνίας Φάμπερ, τον κάνει να αντιληφθεί τη σημασία των βιβλίων και του γραπτού λόγου, που δίνει την πραγματική διάσταση του κόσμου και των προβλημάτων του, σε αντίθεση με την εικονική πραγματικότητα της τηλεόρασης. Ο Γκάι θα στραφεί κατά των πυροδοτών συνεργατών του και θα καταφύγει σε μια περιοχή όπου ζουν οι «άνθρωποι-βιβλία», δηλαδή άνθρωποι που έχουν αποστηθίσει βιβλία ώστε αυτά μην χαθούν από τη συλλογική μνήμη.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή