Διαβάζοντας: “Η μεγάλη Χίμαιρα”, Καραγάτσης Μ.

by Times Newsroom 1

Πρόκειται για το λογοτεχνικό αριστούργημα του Καραγάτση το οποίο είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα και αποτελεί την αναθεωρημένη μορφή του 1953, ενώ η α΄ έκδοση είχε γίνει το 1936 με τίτλο «Χίμαιρα». Το μυθιστόρημα αυτό είναι μέρος της τριλογίας με τίτλο «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο» και τα άλλα δύο έργα είναι: α) «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν» (1933) και β) «Γιούγκερμαν» (1938).

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ηρωίδα είναι μια Γαλλίδα, η Μαρίνα, η οποία προσπαθεί να ενσωματωθεί στην Ελληνική κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα δίχως όμως επιτυχία. Με αριστοτεχνικό τρόπο περιγράφεται η εσωτερική – ψυχολογική αναστάτωση των ηρώων που έρχονται αντιμέτωποι με κάποια σοβαρά ηθικά διλήμματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι σκέψεις της Μαρίνας καθώς αυτή βλέπει την Χίμαιρα, δηλαδή το πλοίο του καπετάνιου συζύγου της να πλησιάζει το λιμάνι (Αναστασιάδου, Α. 2000).

Θα λέγαμε ότι διακρίνουμε την προσπάθεια του Καραγάτση να γράψει εσωτερικό μονόλογο. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν στέφεται με επιτυχία, ειδικότερα όταν μιλά ο Μηνάς, ο γαμπρός της Μαρίνας. Αυτό προφανώς γίνεται επειδή ο συγγραφέας δεν αφήνει ελεύθερο τον ήρωά του να εκφράσει τις ενδόμυχες σκέψεις του, αλλά τον χρησιμοποιεί για να αποδώσει μέσω αυτού, τις δικές του φιλοσοφικές απόψεις και την δική του κοσμοθεωρία περί ηθικής. Φαντάζει, δηλαδή αδύνατο να μπορεί ο ήρωας με τόσο πολύπλοκη και συνάμα περίτεχνη εκφραστική, νοηματική και συντακτική οργάνωση, καθώς και με τόσο εντυπωσιακούς επιθετικούς προσδιορισμούς και μεταφορικά σχήματα, να λέει ό,τι του περνά από το μυαλό εκείνη την ώρα. Το μόνο στοιχείο που προσεγγίζει τον ορισμό του μονολόγου είναι το σχετικό με τις «ευθείες φράσεις» (Αναστασιάδου, Α. 2000).

Πέραν αυτών, ένα άλλο επίσης βασικό στοιχείο της αφηγηματικής τεχνικής είναι εκείνο που αφορά στους τρόπους εκφοράς της αφήγησης. Και στα δύο αποσπάσματα γίνεται περισσότερο χρήση του «ανεξάρτητου πλάγιου λόγου», δηλαδή ενός λόγου που δεν είναι ούτε ευθύς, ούτε πλάγιος. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας μιλά για λογαριασμό ενός ήρωα του έργου του χρησιμοποιώντας λέξεις ή φράσεις που θα χρησιμοποιούσε ο ήρωας αυτός, π.χ.: «…κοίταξε ολόγυρα τους αόρατους εχθρούς του: ‘Γιατί θέλουν τον χαμό μου; Τι έχουν να κερδίσουν απ’ τον χαμό μου;». Βεβαίως, η εκφορά του λόγου γίνεται και σε α’ πρόσωπο, δηλαδή σε ευθύ λόγο, στον οποίο είτε μιλά ο αφηγητής, είτε ο αφηγητής δίνει τον λόγο σε έναν ήρωά του, ενώ όταν γίνεται σε γ’ ενικό πρόσωπο επιτρέπεται στον συγγραφέα να κρατήσει ευκολότερα μια απόσταση από τους χαρακτήρες του έργου του, π.χ.: «Ήταν άγριος, επαναστατημένος, κρατημένος απ’ τη ζωή με τα τριανταδυό άσπρα και σκληρά δόντια του – δόντια θηρίου» (Αναστασιάδου, Α. 2000).

Εξίσου σημαντικό στοιχείο με τα προηγούμενα είναι αυτό του παντογνώστη αφηγητή ο οποίος γνωρίζει όλες τος σκέψεις και τα μυστικά των ηρώων του και τα κρατά κρυφά από τους υπόλοιπους ήρωές  του κι έτσι μετακινεί τον αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο κάνοντας ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή του έργου του. Συνεπώς, όλα όσα αναφέραμε μέχρι εδώ μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε ότι η οπτική γωνία, δηλαδή η σκοπιά από την οποία γίνεται η αφήγηση, δίνει στο έργο μια προοπτική περισσότερο ευέλικτη. Δηλαδή, η αφήγηση μέσα από τα μάτια πότε του ενός και πότε του άλλου ήρωα του έργου, δημιουργεί τη λεγόμενη «ειρωνική αποστασιοποίηση», δηλαδή την δημιουργία απόστασης ανάμεσα στον αφηγητή και στους ήρωες του μυθιστορήματος, καθώς και τον αναγνώστη από τους ήρωες αυτούς. Όλη αυτή η προσπάθεια έχει ως αποτέλεσμα, όπως αναφέραμε την αύξηση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, αλλά πολύ περισσότερο την αποκάλυψη του ψυχογραφικού πορτρέτου των ηρώων. Έτσι, ίσως να δικαιολογούνται ευκολότερα οι καταστάσεις και οι αιτίες που σπρώχνουν τους ήρωες στο να διατηρούν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και δράση, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την κοινή ηθική.

Πιο συγκεκριμένα, ο Καραγάτσης παρουσιάζει τους ήρωες απογυμνωμένους από ανθρώπινες αρετές και αξίες, παραδομένους σε ζωώδη ένστικτα τα οποία τους έχουν οδηγήσει στην ψυχική διαφθορά και στα πάθη, τονίζοντας ιδιαίτερα την παντοδυναμία των ενστίκτων. Σε κάποια σημεία όπως λ.χ.: «…ο ρύπος των ανόσιων εκκρίσεων…», «…λαγνεία δυο κορμιών αποκτηνωμένων…», «…οι σατανάδες φώλιασαν στα σωθικά μας…» κ.α. τονίζεται η θεωρία του «βιολογικού ντετερμινισμού» (Beaton, 1996), «σπρωγμένου» σύμφωνα με τον Πολίτη στα «ακραία του όρια», αφού οι ακαταμάχητες σεξουαλικές ορμές είναι αυτές που συντρίβουν τους αντιηρωικούς πρωταγωνιστές του έργου του (Πολίτου – Μαρμαρινού, 1987).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που μας θυμίζει τους κανόνες γραφής που είχε θέσει το περιοδικό Εστία για τους εκπροσώπους της Ηθογραφίας είναι ότι τα ξενόφερτα ιδανικά της Μαρίνας απέτυχαν στις Ελληνικές συνθήκες, κάτι που φανερώνει ότι αφενός η Ελλάδα δεν τα χρειάζεται αυτά τα ιδανικά και αφετέρου ότι ο Καραγάτσης όπως ακριβώς τότε με το κίνημα της Ηθογραφίας, επιδιώκει να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα και πορεία (Πολίτου – Μαρμαρινού, 1987). Επιπροσθέτως, η συσχέτιση του συγκεκριμένου έργου με την Ηθογραφία τεκμηριώνεται όσον αφορά σ’ αυτό το τελευταίο ζήτημα που θίξαμε και από τον Vitti. O Vitti αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο οι θιασώτες της Ελληνικής αποκατάστασης προσπάθησαν να διατηρήσουν άσβεστο το όραμα του έθνους από Δυτικές επιρροές (Vitti, 1991). Ίσως εδώ και ο Καραγάτσης να λειτουργεί ως ένας τέτοιος θιασώτης σε μια δύσκολη περίοδο για το Ελληνικό Έθνος, αυτήν του μεσοπολέμου.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του νατουραλισμού στο έργο αυτό του Καραγάτση δεν είναι άλλο από τη συμμετοχή του φυσικού κόσμου, ο οποίος ιδωμένος από την πλευρά της δαρβινικής θεωρίας, μετέχει στην υπόθεση και παρουσιάζεται ως δύναμη με δικούς της νόμους και κανόνες. Επίσης, όπως αναφέραμε παραπάνω οι ήρωες ερμηνεύουν τον έρωτά τους με υλικά κυρίως κριτήρια και τον περιορίζουν σε στενά βιολογικά πλαίσια, λ.χ. «…προστυχιά της ζωικής ύλης μου, …ηδονή θανατερή κ.α.» (Αναστασιάδου, 2000).

Τέλος, στο έργο αποφεύγεται η ειδυλλιακή και ωραιοποιημένη αναπαράσταση της ζωής. Ακριβέστερα έχουμε μια πολύ ρεαλιστική απόδοση, εξάλλου ο ίδιος ο Καραγάτσης ήταν εκπρόσωπος του Αστικού ρεαλισμού, με έλλειψη κάθε προοπτικής για βελτίωση ή χαρά. Ακόμη κι ο τίτλος του έργου «Μεγάλη Χίμαιρα» παραπέμπει σε κάτι κακό και άσχημο. Ας θυμηθούμε το Μυθολογικό τέρας με το όνομα Χίμαιρα που σκορπούσε την καταστροφή, καθώς και την μεταφορική του έννοια, δηλαδή, τα άπιαστα όνειρα, τις κούφιες και απραγματοποίητες ελπίδες, τις αυταπάτες. Οπωσδήποτε ο Καραγάτσης είναι ένας συγγραφέας του οποίου τα βιβλία δεν θα πρέπει να λείπουν από την βιβλιοθήκη μας!

Βιβλιογραφία

  • Αναστασιάδου, Α., 2000, Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος και 20ός αιώνας), Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ός αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Beaton R., 1996, Εισαγωγή στη νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, μτφρ. Ζούργου, Ε. – Σπανάκη, Μ., Αθήνα.
  • Παρίσσης, Ι., 1993, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα.
  • Πολίτου – Μαρμαρινού, Ε., 1997, Ηθογραφία, Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα.
  • Vitti, M., 1991, Ιδεολογική Λειτουργία της Ελληνικής Ηθογραφίας, Κέδρος, Αθήνα.

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc. 

Αναρτήθηκε από Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια, MSc 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή