Διαβάζοντας… Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο

by Times Newsroom 1
  • Από Βαγγέλη Παπαδόπουλο, Κοινωνικό Λειτουργό

Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερις ενότητες και σε κάθε ενότητα παρουσιάζονται ορισμένες μελέτες περίπτωσης. Οι τίτλοι των ενοτήτων είναι:

Απώλειες, Εξάρσεις, Ταξίδια, ο Κόσμος του Απλού.

Ο Όλιβερ Σακς, νευρολόγος και συγγραφέας, παρουσιάζει ένα σύνολο από ιστορίες ασθενών που είναι χαμένοι λόγω νευρολογικών διαταραχών. Πρόκειται για ιστορίες ανθρώπων που αντιμετωπίζουν προβλήματα στην αντίληψη και τη νόηση, δηλαδή ασθενείς χωρίς μνήμη και χωρίς παρελθόν, ασθενείς που δεν αναγνωρίζουν τους δικούς τους ανθρώπους και τα πιο συνηθισμένα αντικείμενα, ασθενείς που δεν αναγνωρίζουν ούτε μέλη του σώματός τους, καθώς και άνθρωποι που θεωρούνται καθυστερημένοι, ενώ φέρουν περίεργα καλλιτεχνικά ή μαθηματικά ταλέντα.

Η εισαγωγή ξεκινάει με τον όρο «έλλειμμα» ή «έκπτωση», ο οποίος στη νευρολογία αναφέρεται στη διαταραχή ή ανεπάρκεια της νευρολογικής λειτουργίας: απώλεια της γλώσσας, της μνήμης, της όρασης, της δεξιοτεχνίας, της ταυτότητας και άλλων εξειδικευμένων λειτουργιών.

Νευρολογία: ασχολείται με τη μελέτη του εγκεφάλου/ του νου, τη διάκριση των δύο ημισφαιρίων και τις διαταραχές που εμφανίζονται.

Απώλειες: Ελλείμματα

Δρ Π.: ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο

Μία από τις πιο αξιοσημείωτες περιπτώσεις του Όλιβερ Σακς είναι “Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο“, η οποία αναφέρεται στον Δρ. Π. που διαγνώστηκε εν τέλει με οπτική αγνωσία.

Ο Δρ. Π. ήταν ένας εξαιρετικός διακεκριμένος μουσικός, ο οποίος εργάστηκε για πολλά χρόνια ως τραγουδιστής και έπειτα ως καθηγητής στο Τοπικό Μουσικό Σχολείο της πόλης του. Μέσα από τις σχέσεις του με τους μαθητές του έγιναν φανερά τα πρώτα συμπτώματα. Κάποιες φορές όταν ένας μαθητής του παρουσιάζονταν στον Δρ. Π., αυτός δεν τον αναγνώριζε ή καλύτερα, δεν αναγνώριζε το πρόσωπό του, αλλά μόνο τη φωνή του. Αυτό του δημιούργησε άγχος, φόβο, σύγχυση, αμηχανία, ντροπή, αλλά και γέλιο.  Ο Δρ. Π. όμως όχι μόνο δεν αναγνώριζε πρόσωπα, αλλά έβλεπε πρόσωπα εκεί που δεν υπήρχαν: χάιδευε κρουνούς νερού νομίζοντας πως είναι κεφάλια παιδιών ή απευθυνόταν ευγενικά στα πόμολα των επίπλων μένοντας έκπληκτος κάθε φορά που εκείνα δεν του απαντούσαν.

Όλα όσα βίωνε και όλα τα παράλογα λάθη δεν θεωρήθηκαν σοβαρά ούτε ότι κρύβουν κάτι σοβαρό. Άρχισε να υπάρχει η ιδέα ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, όταν μετά από τρία χρόνια εμφάνισε διαβήτη και με τον φόβο ότι ο διαβήτης μπορεί να επηρεάσει την όραση του απευθύνθηκε στον οφθαλμίατρο του, ο οποίος με τη σειρά του τον παρέπεμψε σε νευρολόγο. Κάπως έτσι ο Δρ. Π. γνώρισε τον Όλιβερ Σακς.

Στην αρχή δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ποιο ήταν το πρόβλημα, έπειτα όμως ανακάλυψε πως κάτι ήταν περίεργο.

Γράφει ο Σάκς: «Είχα την εντύπωση πως με αντίκριζε με τα αυτιά του, όχι με τα μάτια του. Τα μάτια του καθηλώνονταν σε διάφορα σημεία με τρόπο παράξενο και απότομο». Και συνεχίζει λίγο πιο κάτω: «Υπήρχε μόνο κάτι παράδοξο που με βασάνιζε, κάποιο κενό στη φυσιολογική αλληλεπίδραση βλέμματος και έκφρασης. Με κοιτούσε, με ερευνούσε με το βλέμμα του και όμως…».

Τότε, ο Σακς, θέλοντας να ελέγξει τα αντανακλαστικά του Δρ. Π., έβγαλε το αριστερό παπούτσι του και έξυσε με ένα κλειδί την πατούσα του κι έπειτα τον άφηνε να βάλει ξανά το παπούτσι του. Προς μεγάλη του έκπληξη, ένα λεπτό αργότερα δεν το είχε βάλει ακόμη. Όταν ο Σακς τον ρώτησε μήπως χρειάζεται βοήθεια, ο Δρ. Π. αρνήθηκε λέγοντας πως έχει ήδη βάλει το παπούτσι του δείχνοντας παράλληλα το πόδι του. Αντιλαμβανόταν, λοιπόν, το πόδι του σαν να ήταν το παπούτσι του. Και ο Σακς αναρωτιέται: «Αστειευόταν; Ήταν τρελός; Ήταν τυφλός; Αν αυτό ήταν ένα από τα ‘παράξενα λάθη’ του, ήταν το πιο παράξενο λάθος που είχα ποτέ συναντήσει».

Ύστερα από μερικές ακόμη αποτυχημένες εξετάσεις, ο Δρ. Π. στεκόταν με ένα χαμόγελο επιτυχίας στο πρόσωπο του. Οι περισσότερες απαντήσεις του ήταν περίεργες, εστίαζε σε απομονωμένα στοιχεία των αντικειμένων και των προσώπων και δεν μπορούσε να δει το σύνολο, έβλεπε μόνο λεπτομέρειες αυτών. Δεν κοίταζε ποτέ τη φυσιογνωμία μιας εικόνας, δεν αντιλαμβανόταν το τοπίο στο σύνολό του και συχνά δημιουργούσε ανύπαρκτες μορφές πάνω από την εικόνα που έβλεπε.

Μάλιστα, όταν θεώρησε πως η εξέταση είχε τελειώσει, ξεκίνησε να ψάχνει το καπέλο του. Άπλωσε το χέρι του πιάνοντας το κεφάλι της γυναίκας του προσπαθώντας να το σηκώσει για να το φορέσει. Είχε προφανώς μπερδέψει τη γυναίκα του με ένα καπέλο. Η γυναίκα του, βέβαια, κοιτούσε σαν να ήταν συνηθισμένη σε μια τέτοια συμπεριφορά. Τότε ο κ. Σακς σκέφτηκε πως πρέπει να επισκεφτεί το σπίτι του ασθενούς του, ώστε να τον δει στο οικείο του περιβάλλον.

Όταν, λοιπόν, ο Σακς πήγε στο σπίτι του, ο Δρ. Π. άπλωσε το χέρι να τον χαιρετήσει πηγαίνοντας προς το παλιό ρολόι του τοίχου, ενώ άλλαξε κατεύθυνση όταν άκουσε τη φωνή του. Μετά από λίγη συζήτηση τον άκουσε να παίζει και να τραγουδάει στο πιάνο συνειδητοποιώντας πως ήταν ένας εξαιρετικός μουσικός. Οι κροταφικοί λοβοί του ήταν προφανώς άθικτοι: είχε έναν καταπληκτικό μουσικό φλοιό. Τι συνέβαινε όμως με τον βρεγματικό και τον ινιακό λοβό του ασθενούς και πιο συγκεκριμένα, με τις περιοχές στις οποίες λαμβάνει μέρος η οπτική διαδικασία; Ο Δρ. Π. αναγνώρισε χωρίς καμιά δυσκολία αφηρημένα σχήματα, τα χαρτιά μιας τράπουλας, καρικατούρες. Έμενε να δει αν θα αναγνώριζε πρόσωπα σε ρεαλιστική αναπαράσταση. Έτσι, άνοιξαν την τηλεόραση πετυχαίνοντας μια ερωτική σκηνή κάποιας ταινίας. Ο Δρ. Π. απέτυχε να αναγνωρίσει τις εκφράσεις του προσώπου της πρωταγωνίστριας. Δεν μπορούσε να συλλάβει το τι συνέβαινε στην ταινία ούτε το ποιος είναι ποιος ή τι φύλο είναι ο καθένας. Τα σχόλια του για τη σκηνή τον έκαναν να φαίνεται σαν εξωγήινος.

Ύστερα ο Δρ. Π. τέθηκε να αναγνωρίσει τα πρόσωπα στις φωτογραφίες που υπήρχαν μέσα στο σπίτι. Απέτυχε, όμως, να αναγνωρίσει τόσο τους συγγενείς του όσο και τους φίλους, τους μαθητές και τον εαυτό του, εκτός από τον Αϊνστάιν και τον αδερφό του, τους οποίους αναγνώρισε από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά τους (μαλλιά, μουστάκι, σαγόνι και μεγάλα δόντια). Τότε, ο κ. Σακς έδωσε το τριαντάφυλλο που φορούσε στο σακάκι του στον Δρ. Π., ο οποίος το κράτησε όπως ένας βοτανολόγος που κρατούσε ένα δείγμα κι όχι σαν άνθρωπος που του δόθηκε ένα λουλούδι.

«Γύρω στις έξι ίντσες μήκος. Μια καμπυλωτή κόκκινη φόρμα με ένα γραμμικό πράσινο στέλεχος», είπε ο Δρ. Π.

«Ναι», είπε ενθαρρυντικά ο Σακς, «και τι νομίζετε ότι είναι, δρ Π.»;

«Δεν είναι εύκολο να πει κανείς. Λείπει η απλή συμμετρία των γεωμετρικών στερεών, αν και έχει μια δική του ανώτερη συμμετρία. Θα μπορούσε να είναι ένα φυτό με τους ανθούς του ή ένα λουλούδι».

Μόνο όταν το μύρισε κατάλαβε ότι είναι ένα τριαντάφυλλο.

Φαίνεται πως η πραγματικότητα είχε παρουσιαστεί σε αυτόν μέσω της όσφρησης κι όχι μέσω της όρασης. Μήπως όμως η οπτική του μνήμη και φαντασία ήταν εξίσου άθικτες; Ανεπιτυχώς ακολούθησε η αναγνώριση ενός γαντιού. Ο δρ Π. δεν αντιμετώπιζε τίποτα σαν οικείο.

Παπαδόπουλος Βαγγέλης, Κοινωνικός Λειτουργός

papevag90@yahoo.gr

Αναρτήθηκε από Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπεύτρια, MSc 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή