Δημήτρη Νόλλα «Πισίνας εγκώμιον»

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
  • Γράφει κι επιμελείται ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
  • giorgosbalurdos.blogspot.com 

Πισίνας εγκώμιον
Του Δημήτρη Νόλλα
Εφημερίδα Η Καθημερινή 30 Ιουλίου 2000

Στις παραλίες η Ελλάδα αναστενάζει, όταν δεν βογγάει. Κι όσο πιο καυτή η Ελλάδα, τόσο δυνατότεροι αναστεναγμοί και βογγητά αναπέμπονται, αναμειγνυόμενα με σκυλοτράγουδα που διαχέονται από φορητά ραδιόφωνα, περαστικά λεωφορεία και γιωταχί, αλλά κι από την πρόχειρη παράγκα που μαας δροσίζει, κοντά στο κύμα.

Όπου πάμε κουβαλάμε μαζί μας κι αυτό που είμαστε, κι ας ξεχνάμε κάθε χρονιά με σκοπό να μην το βρούμε μπροστά μας. Και φορτώνουμε στο αυτοκίνητο τα πάντα, ενώ στο σχέδιό μας ήταν να τα αφήσουμε όλα πίσω μας, έστω για λίγο. Σκεφτόμαστε να αποδράσουμε απ’ όλα αυτά, χωρίς να σκεφτόμαστε ούτε τόσο το ίδιο ρήμα, που δηλώνει πως είμαστε έγκλειστοι, δεσμώτες ενός τρόπου ζωής, απ’ όπου σχεδιάζουμε να δραπετεύσουμε, να φύγουμε μακριά. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Επόμενο είναι μόλις φτάσουμε στον προορισμό μας, να διαπιστώσουμε πως είμασταν ήδη εκεί. Όλοι αυτοί που μας μοιάζουν, η μουσική που ακούνε, το κινητό που χρησιμοποιούν, το φαϊ που τρώνε και η διασκέδαση που διασκεδάζουν, έχουν κιόλας φθάσει πριν από μας. Είναι η καθημερινή μας ζωή, χωρίς την οποία είμαστε χαμένοι, η οποία βρίσκεται κιόλας εκεί και μας περιμένει. Και εν τέλει είναι αυτή η σωτηρία εξάρτησής μας από έναν συνηθισμένο τρόπο ζωής που μας σώζει. Γι’ αυτό όσο και να σχεδιάζουμε να αποδράσουμε, όσο και να υποσχόμαστε πως θα την παρατήσουμε, εκείνη σαν συνείδηση που ξαγρυπνά, σαν τον σκληρό πυρήνα κάθε πράγματος που προόρισται να επιβιώσει, μας παίρνει στο κατόπι.

Και καλά εμείς, που ανήκουμε στη μάζα, και αποτελούμε τον όγκο όλων αυτών που συνωστίζονται μπροστά σ’ αυτόν τον τεράστιο και καυτό παραθαλάσσιο καθρέφτη, όπου κάθε χρονιά ορκιζόμαστε πως θα ‘ναι η τελευταία. Είναι και κάτι άλλοι, κάτι περίεργοι με χρόνιες κρίσεις ανθρωποφοβίας, κάτι παράξενοι που δεν μπορούν ούτε στιγμή να νιώσουν την ανάσα του ξένου δίπλα τους, και που διαρκώς βρίσκονται στην αναζήτηση της μικρής μοναχικής παραλίας. Προσπαθούν να ανακαλύψουν το απομονωμένο βραχάκι, τον παράδεισο που κανείς δεν πάτησε πριν απ’ αυτούς, για να αποφύγουν τον συνωστισμό της καθημερινής ζωής. Τα κομμάτια του παραδείσου όμως είναι μετρημένα και δεν περισσεύουν. Και βέβαια μόλις το ανακαλύψουν είναι ήδη μαγαρισμένο και από άλλους ανήσυχους. Ούτε πρόκειται να τους περιμένει για πολύ, παραμένοντας στην ιδανική μοναξιά του. Το ότι κατάφερες να μείνεις μακριά από τον όχλο, θέλει αποδείξεις, θέλει μια περηφάνια που θα κατατροπώσει τον περίγυρό σου, και άρα ζητάει την αποκάλυψη του γεωγραφικού σημείου.
Και φτου κι από την αρχή.

Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από αδιόρθωτους τεμπέληδες που τάζουν αενάως στον εαυτό τους να αλλάζουνε ζωή, από του χρόνου, ενώ η δεύτερη κατηγορία από θύματα της νόσου των αναζητήσεων, γνωστής και ως «ελεύθερο επιπλέον άγχος». Οι τελευταίοι, στην αγχώδη προσπάθειά τους να αποφύγουν όλ’ αυτά, υποχρεώνονται συχνά να συμβιώσουν με όγκους ολλανδικού ροζ κρέατος και γαλλικές παιδικές τσιρίδες, τάζοντας στο εαυτό τους να τη βρουν, από του χρόνου, εκείνη την ιδανική παραλία. Εν τέλει οι δύο κατηγορίες μοιάζουν μεταξύ τους.

Έχουμε όμως και μια Τρίτη κατηγορία, γιατί πάντα υπάρχει ένας τρίτος, που εφαρμόζει μια ακραία εκδήλωση αντικοινωνικότητας και είναι η δημιουργία χώρων ιδιωτικού πλατσουρίσματος. Όπως με τα κλιματιστικά μηχανήματα. Βιάζεις με τις παρεμβάσεις σου τη φύση, δημιουργείς μια κόλαση γύρω σου κι ύστερα κλείνεσαι μέσα και το ανάβεις. Κι ας πεθάνουν όλοι εκεί έξω. Έτσι θα γίνει και με τις πισίνες, μικρές ή μεγάλες μπανιέρες. Θα τρυπηθούν όλα τα νησιά. Θα δημιουργηθούν δίπλα και πάνω από τη θάλασσα εικονικές παραλίες και πισίνες, οι καλύτερες ακτές θα καταστραφούν από την εξάπλωσή τους και σε όσες απομείνουν θα συνωστίζονται υποχρεωτικά οι άλλοι, οι αναξιοπρεπείς, αυτοί που δεν γνωρίζουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Αυτοί θα είναι οι τσουρουφλισμένοι ξένοι, βαθύτατα ξένοι, ακόμη και μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Κι ένα κείμενο, όσο ψύχραιμα και να γράφεται, πόσο μπορεί να αντέξει και να μείνει ανεπηρέαστο από την αφόρητη ζέστη ενός τέτοιου σπιτιού;

Εκ των υστέρων ελάχιστες διαπιστώσεις:

Το κείμενο «Πισίνας εγκώμιον» ενός σύγχρονου και από τους σημαντικότερους πεζογράφους, σεναριογράφους και σκηνοθέτες της νέας ελληνικής γενιάς, είναι νομίζω αρκετά επίκαιρο στις καλοκαιρινές μέρες που διανύουμε με την πανδημία, ακόμα και αν έχουν περάσει είκοσι χρόνια από την ημέρα της δημοσίευσής του και έχει να κάνει με το θέμα των ιδιωτικών πισίνων, που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται σαν κοινωνική συνήθεια και οικοδομική πρακτική σε όλη την ελληνική επικράτεια, και ιδιαίτερα στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Μια αρνητική διάσταση του φαινομένου αυτού ανέδειξε η πριν μερικά χρόνια καταγραφή των οικιών των ελλήνων στο κτηματολόγιο (εννοώ τα τετραγωνικά τους) και την αντίστοιχη πληρωμή φόρου του ΕΝΦΙΑ.

Οι εφημερίδες έγραφαν ότι οι ιδιοκτήτες τους τις σκέπαζαν με λινάτσες για να μην φωτογραφηθούν από αεροφωτογραφίες και πληρώσουν επιπλέον φόρο οι ιδιοκτήτες τους. Πέρα από αυτό το κοινωνικό γεγονός, ο ηπειρώτης την καταγωγή συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας, γεννήθηκε στη Δράμα το 1940, διευρύνει την θεματική του εστιάζοντας το ενδιαφέρον του και σε ζητήματα ταξιδιωτικών και άλλων κοινωνικών συνηθειών ημών των ελλήνων, πατροπαράδοτων συμπεριφορών και εκδηλώσεων που εμείς οι έλληνες και οι ελληνίδες κουβαλάμε στο σεντούκι της ιστορικής, πολιτιστικής και οικογενειακής μνήμης μας.

Συνήθειες πανάρχαιες που προέρχονται από τις εθνικές μας νοοτροπίες, τις πολιτικές αγκυλώσεις και ιδιοτελείς πρακτικές ενός πολιτικού συστήματος που εδραιώθηκε στις συνειδήσεις των ψηφοφόρων κατοίκων, ότι έτσι λειτουργεί το Ρωμέϊκο, και αν δεν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη δεν γίνεται τίποτα. Άσε τον χρόνο να κυλίσει, ούτως ή άλλως κανείς δεν θα σε ελέγξει, πράγμα που σημαίνει ότι θα δικαιωθείς στο τέλος ανέξοδα και χωρίς οικονομικό κόστος. Και άσε τον διπλανό σου συνέλληνα να πληρώσει τα οικονομικά σπασμένα και τα δικά σου.

Κοινωνικές παθογένειες που είτε σε περιόδους αστικής δημοκρατίας είτε παλαιότερα στο μικρό διάστημα της τελευταίας στρατιωτικής χούντας επικρατούσαν και επικρατούν ακόμα στην χώρα μας. Παθογένειες που δύσκολα ξεριζώνονται από την κοινωνική συνείδηση ημών των ελλήνων με αποτέλεσμα να παραμένουν ανοιχτές οι πληγές της αγανάκτησης, της αδικίας, της μη εμπιστοσύνης στους θεσμούς της πολιτείας, στην έλλειψη διάθεσης συμμόρφωσης στο κοινό καλό.

Εμείς οι Έλληνες έχουμε μια αυτοκαταστροφική τάση. Ενώ κοκορευόμαστε για τα εθνικά αυτοκρατορικά μας μεγαλεία και φιλοσοφικές της αρχαιότητας δόξες, κάνουμε ότι είναι δυνατόν φανερά ή όχι να διαλύσουμε και να υποσκάψουμε αυτό το μικρό κρατίδιο που κατορθώσαμε με κόπους, αγώνες και βάσανα να οικοδομήσουμε μετά την επανάσταση του 1821. Δολοφονήσαμε τον Ιωάννη Καποδίστρια αλλά ενώ κλαίμε πάνω στον τάφο του, δεν υιοθετήσαμε την κοινωνική πολιτική του για το ελληνικό κράτος. Διώξαμε την βασιλική δυναστεία ενώ, παραμένουν, ακόμα θύλακες βασιλικής υποστήριξης στην χώρα επαναφοράς της.

Καταδικάζουμε την εφτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών, ενώ παράλληλα, αν ακούσετε απλούς καθημερινούς πολίτες, ζητούν να κυβερνηθούν από έναν νέο «Παπαδόπουλο». « Έ, ρε ένας Παπαδόπουλος που μας χρειάζεται». Το έχω ακούσει τόσες φορές, που αναρωτιέμαι τι γνωρίζουν οι περισσότεροι και οι περισσότερες από την εφτάχρονη χούντα. Ακόμα και μέσα σε σούπερ μάρκετ, άκουσα ταμία γυναίκα να εκθέτει αυτήν την άποψη. Και το τι πίστευε ορθό πολιτικά δεν το σχολιάζω, όμως, η ηλικία της, δεν της πρόσφερε τα χρονικά εκείνα εχέγγυα να ζητά χούντα!

Το ίδιο θα υποστήριζα και από την άλλη πλευρά για τα άτομα εκείνα, που πιστεύουν ακόμα στην πολιτική ορθότητα του σοβιετικού πατερούλη. Του Στάλιν. Και αναρωτιέσαι, τόσοι αγώνες αίματος μέσα στην ιστορία πήγαν χαμένοι; Και αν ναι, γιατί; Ποιοι παράγοντες φταίνε που εμείς οι Έλληνες δεν πιστεύουμε στους εαυτούς μας, σαν σύγχρονους πολίτες; Γιατί και οι κοινωνικές και πολιτικές ανοησίες που κάνουμε αυτό δείχνουν. Την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική μας κρίση.

Θα μπορούσα να γράφω ώρες, με αφορμή το άρθρο του βραβευμένου πεζογράφου Δημήτρη Νόλλα. Αλλά μένω σε τρείς λεξούλες του: «κρίσεις ανθρωποφοβίας», «ελεύθερο επιπλέον άγχος» που ήδη έχει θέσει σε εισαγωγικά και, «ακραία εκδήλωση αντικοινωνικότητας». Οι τρείς αυτές λέξεις θεωρώ ότι καθρεφτίζουν τον ομαδικό φόβο και τις ομαδικές εκδηλώσεις των ημερών μας, που αρχίζουν να αχνοφαίνονται εξαιτίας της πανδημίας και της τρομολαγνείας που εξασκούν επί πληρωμή τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εδώ και πέντε περίπου μήνες. Και εξηγούμαι:

Ασφαλώς οφείλουμε να λαμβάνουμε μέτρα προληπτικής προστασίας και υγιεινής. Μάσκες σε κλειστούς χώρους, αναγκαίες αποστάσεις, μέτρα υγιεινής. Όμως, άλλο αυτό, και άλλο η καθημερινή τρομολαγνεία λες και είμαστε νεκρόφιλοι και ζούμε μέσα σε νεκροταφεία. Θεωρώ ότι οι γιατροί, οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν θα μειωθεί ο μισθός τους ή δεν θα χάσουν την εργασία τους, θα πρέπει να είναι περισσότερο πιστικοί για να είναι αποτελεσματικοί και όχι να παίζουν τον ρόλο του καθημερινού μπαμπούλα στα κανάλια. Λιγότερο δημόσια έκθεση, οι δημοσιογράφοι είναι τετραπέρατη επαγγελματική ράτσα, οδηγούν εκεί που αυτοί θέλουν την συζήτηση και τα αποτελέσματα- συμπεράσματά της. Δέστε πως την έχουν πατήσει οι πολιτικοί μας;

Ο ρόλος του επιστήμονα γιατρού είναι συμβουλευτικός, πιστικός και όχι απαγορευτικός. «Όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» το άκουσα και αυτό. Αν αυτό θέλουν σαν μια «συμπαιγνία με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης», τότε μην τους κακοφαίνεται που αν ρωτήσεις έλληνα ή ελληνίδα θα σου πει ότι «οι γιατροί δεν θα πάψουν να παίρνουν φακελάκια» και αυτό, δεν το λένε απλά, το πιστεύουν. Άρα, ποιος στο βάθος ζημιώνεται; Άλλος τρόπος ιατρικής πειθούς.

Ναι στην ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά το επάγγελμα των ιατρών και του άλλου ιατρικού και νοσηλευτικού εργαζόμενου προσωπικού. Ναι στις προσλήψεις ιατρικού προσωπικού και ίδρυση μονάδων ΜΕΘ, αυστηρός έλεγχος στην διαχείριση του διατιθέμενου ιατρικού υλικού, της φαρμακευτικής αγωγής, στο κόψιμο ιατρικών αποδείξεων, σε αυτά που θα καλυτερεύσουν το εθνικό σύστημα υγείας, ναι, αλλά όχι στους λοιμωξιολόγους «κακές μάγισσες» των δημόσιων ενημερώσεων. Ούτως ή άλλως, υπάρχουν κατηγορίες πληθυσμιακές εντός της χώρας, που το πολιτιστικό πρόσωπο αναφοράς τους είναι να είναι σκόρπιοι και να κάνουν ότι θέλουν.

Τους βλέπουμε, τους ζούμε. Είμαστε εμείς. Από την άλλη, επειδή η γενιά μας έμαθε να τα ερμηνεύει περισσότερο μέσα από τον φακό της πολιτικής τα πράγματα, γιατί θα πρέπει να στοχοποιούνται συνεχώς οι νέοι και οι νέες που η ηλικία τους τους καθοδηγεί όπως και η φαντασία τους και όχι η σκληρή οικονομική πραγματικότητα; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους πολιτικούς εαυτούς μας, να εξασκήσουμε όλη μας την άρνηση και την λεκτική βία απέναντι στα κράτη εκείνα της ευρωπαϊκής ένωσης και τις κυβερνήσεις που δεν θέλουν να δώσουν οικονομικά κονδύλια σε χώρες που πλήττονται περισσότερο, σε χώρες φτωχές όπως αυτές του νότου, σε χώρες που τα προγράμματα μνημονίου τις κατέστρεψαν και κανείς Ευρωπαίος υπεύθυνος δεν «τιμωρήθηκε».

Όχι τόσο σε προσωπικό επίπεδο αλλά στο να αλλάξει η οικονομική πολιτική των πλούσιων βόριων χωρών έναντι των χωρών του νότου. Τα παλαιά βιβλία του Μαξ Βέμπερ, έχουν προσφέρει την εξήγηση στο πως δουλεύει το καπιταλιστικό σύστημα και η οικονομία του. Αν χρειάζεται να «στοχοποιηθεί» κάποιος, δεν είναι η ευρωπαϊκή ή ελληνική νεολαία, αλλά τα πρόσωπα εκείνα και οι μηχανισμοί εκείνοι, που σε περίοδο έκτακτου κινδύνου αρνούνται να διαθέσουν οικονομικά κονδύλια σημαντικά, ώστε να σωθούν οι επί τόπου οικονομίες. Το τραπεζικό σύστημα το διέσωσαν τρείς φορές. Γιατί δύο μέτρα και δύο σταθμά. Τι εμπιστοσύνη να έχουν έπειτα οι νέοι στην πολιτική και τους πολιτικούς. Στο ιατρικό κατεστημένο και το δημοσιογραφικό. Και γιατί; Είναι ή δεν είναι πολιτικό το θέμα της πανδημίας παράλληλα με ιατρικό;

Έχουν περπατήσει οι αρμόδιοι στους δρόμους-όχι αυτά που δείχνουν οι κάμερες-και να δουν ότι κυοφορείται ένα κύμα μισανθρωπίας και φόβου απέναντι στον διπλανό σου;. Έχουν διαπιστώσει τις εστίες μικρορατσισμού που έχουν αρχίσει να φαίνονται στις κοινωνικές σχέσεις; Βλέπουν την αρχή μιας πανδημίας κατάθλιψης στον γενικό πληθυσμό, και πως νομίζουν ότι αυτό μπορεί να ανακοπή-αν μπορεί-μετά το εμβόλιο ή το φάρμακο για τον κορωνοιό; Ή θεωρούν ότι θα πατήσουν ένα κουμπάκι και όλα θα αλλάξουν ως δια μαγείας;

Έχετε δει την απόγνωση των νέων στα μάτια τους, στην χροιά της φωνής τους μην χάσουν την δουλειά τους; Στο πως σε πλησιάζουν και σχεδόν σε «ικετεύουν» να αγοράσεις κάτι, ώστε να έχει μια μικρή πελατεία η επιχείρηση και να μην διακόψει την λειτουργία της; Νομίζετε ότι όλοι σιτίζονται από το δημόσιο ταμείο, πράγμα που τους δίνει την άνεση να κάθονται μπροστά στις οθόνες τους και να απαγορεύουν; Είναι ή δεν είναι πολυπαραγοντικό το πρόβλημα της πανδημίας; Ποιος θα συμπαρασταθεί έμπρακτα, όχι με ευχολόγια, και καλές προθέσεις, και διάφορες δημοσιογραφικές αμπελοφιλοσοφίες στα άτομα που χάνουν ή θα χάσουν την εργασία τους;

Στον κόσμο που έχει μια θεϊκή πίστη και σιγουριά-έστω από συνήθεια, έστω από παράδοση-και ξαφνικά του λες, κοίταξε κινδυνεύεις να τα κακαρώσεις αν δεν πάρεις αυτά τα μέτρα. Και η πίστη του σε μια θεϊκή δύναμη και εμπιστοσύνη πάει περίπατο, ή είναι τηλεοπτικό σόου ρουφιανέματος; Πως μπορείς να εμπιστευτείς τους δημόσιους φορείς όταν πνίγονται στα αυτονόητα. Και εξηγώ, αντί να ενοχοποιούνται αυτοί που συνωστίζονται μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, και να φταίει συνεχώς ο κόσμος που δεν έχει δικό του μεταφορικό μέσο, ας μην σταματήσουν τις άδειες των οδηγών, που και αυτοί είναι άνθρωποι και κουράζονται αλλά, από τον ΟΑΕΔ ας προσλάβουν με τριμηνιαίες συμβάσεις οδηγούς ώστε να αυξηθούν τα λεωφορεία.

Τα δρομολόγια. Ας προσλάβουν τεχνικούς να διορθώσουν τις βλάβες ώστε να βγουν περισσότερα στους δρόμους, έτσι δεν θα στοιβάζονται οι άνθρωποι σαν τα ζα. Κάνω λάθος; Να γιατί χρειάζονται τα χρήματα από τις βόρειες χώρες. Και έπειτα, να αλλάξει και να τροποποιηθεί το σύστημα των τραπεζών. Αντί να περιμένεις με τις ουρές έξω στο λιοπύρι καλοκαιριάτικα, να βάλουν περισσότερους εργαζόμενους. Τόσες φορές τις στήριξαν παρά την θέλησή τους οι έλληνες φορολογούμενοι.

Αυτά και άλλα οικονομικά αυτονόητα, δεν ανάγονται σε καθοδηγητικά μανιφέστα μαρξιστικής οικονομίας αλλά, σε στοιχειώδεις κανόνες καθημερινής φιλελεύθερης οικονομικής λειτουργίας μιας κοινωνίας. Όταν σε λίγο καιρό δεν θα έχει καταστραφεί μόνο ο κοινωνικός ιστός της ελληνικής κοινότητας, τότε να δούμε πως και με ποιους τρόπους και ποιος θα είναι εκείνος που θα τον ξανά υφάνει; Όταν χαθεί παντελώς η εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της κοινότητας τότε να δούμε τι θα θεραπεύσουν τα φάρμακα και τα εμβόλια; Όταν θα αυξηθούν τα φαινόμενα εσωτερικού ρατσισμού από φόβο και τρόμο μόνο, να δούμε ποια ιδεολογία πολιτική ή δημοσιογραφική και των ιατρών απαγορευτική πολιτική θα έχει επίδραση πάνω σε μαραγκιασμένες ψυχές και καταθλιπτικές προσωπικότητες που γλύτωσαν μεν από τον κορωνοϊό αλλά, πέθαναν από έλλειψη εμπιστοσύνης και κρατικής φροντίδας.

Ο τρόμος και η τρομολαγνία δεν ξεριζώνεται εύκολα από τις συνειδήσεις των ανθρώπων, και αυτό όφειλαν να το γνωρίζουν καλύτερα από εμάς οι ευγενείς τάξεις των ιατρών. Ζωντανά πτώματα, δεν φορολογούνται. Ζωντανές υπάρξεις μπορεί να προσφέρουν και από το υστέρημά τους. Μια Ελλάδα ανέργων, φτωχών, καταθλιπτικών, φοβισμένων απέναντι στην ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις, τι έλληνες απογόνους θα αφήσει πίσω της;

Ο Άλλος, ο Έτερος, αν είναι εν δυνάμει επικίνδυνος θάνατος όπως ακούγεται να λέγεται δημόσια, τότε αγαπητοί μου, δεν προστατεύεις τον θήτη αλλά το θύμα. Αν θες τύποις έστω να ψηφίζει και να εκλέγει τους επαγγελματίες αντιπροσώπους του. Εκτός εάν συνέλληνες, εορτάσουμε την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους και Οθωμανούς αλλά όχι από τα ελληνικά τζάκια και τις οικονομικές φαμίλιες; Ή κάνω λάθος;

Προσοχή ναι, προφύλαξη ναι, αλλά όχι να προετοιμαζόμαστε από μόνοι μας για τα πευκάκια σύμφωνα με άνωθεν πολλαπλές απαγορευτικές εντολές. Τούτος ο χρόνος είναι της ζωής τους και της δικής μας ζωής. Αν δεν θέλουμε να επαναλάβουμε αυτό που έλληνες πολιτικοί ξεστόμισαν διαπαραταξιακά. «Εμείς οι Έλληνες ζούμε πολύ». Το θυμάστε; Πολιτικοί αφορισμοί ελλήνων πολιτικών από τρία διαφορετικά κόμματα.

Γιώργος Μπαλούρδος
Πειραιάς, 3 Αυγούστου 2020.
Ακόμα η μάσκα είναι για το πρόσωπο και όχι για τα γραφόμενα.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή