Δημητριάδα: Η ιστορία της ξεκινά από τη νεολιθική εποχή και φθάνει μέχρι και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια

by Times Newsroom 1

Αεροφωτογραφία της περιοχής της Δημητριάδας

Η αρχαία πόλη της Δημητριάδας, κτισμένη σε στρατηγική θέση του Παγασητικού κόλπου, πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της, Δημήτριο Πολιορκητή. Ο Μακεδόνας βασιλιάς στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. συνοίκησε τις μικρές κώμες της περιοχής, για να δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό και πολιτικό κέντρο, χρησιμοποιώντας ως πυρήνα την κλασική πόλη των Παγασών. Η περιοχή της αρχαίας Δημητριάδας κάλυπτε σχεδόν όλη τη Μαγνησία και έχει να παρουσιάσει μακραίωνη ιστορία, η οποία ξεκινά από τη νεολιθική εποχή και φθάνει μέχρι και τα παλαιοχριστιανικά χρόνια.

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή έχουν αποκαλυφθεί στη μαγούλα Πευκάκια, στη μικρή χερσόνησο απέναντι από τη Δημητριάδα, προς τα βορειοανατολικά. Πρόκειται για λείψανα ενός οικισμού, που κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη φάση «κλασικό Διμήνι» της νεολιθικής εποχής και στη φάση «Pαχμάνι», που χρονολογείται στη μετάβαση από την Εποχή του Λιθου στην Εποχή του Xαλκού. Η μεγάλη ακμή του, όμως, σημειώθηκε στην Εποχή του Χαλκού, όταν ανέπτυξε εμπορικές επαφές με το βορειοανατολικό Αιγαίο, τις Κυκλάδες και τη νότια ηπειρωτική Ελλάδα. Ο μυκηναϊκός οικισμός στα Πευκάκια πιστεύεται ότι λειτουργούσε ως λιμάνι της Iωλκού. Ο χώρος αυτός, που συνδέεται με τη ναυτική παράδοση της περιοχής και διατηρεί ακόμη και σήμερα τον αλιευτικό, ναυπηγοεπισκευαστικό και εμπορικό χαρακτήρα του, είναι δικαιολογημένο να υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να σχετίζεται με το μύθο της αργοναυτικής εκστρατείας και την κατασκευή της Aργούς, αν δεχθούμε ότι οι μύθοι απηχούν κάποιο ιστορικό υπόβαθρο.

Η επόμενη πολιτιστική φάση στην περιοχή τοποθετείται στην κλασική εποχή. Στο βόρειο τομέα της Δημητριάδας έχουν αποκαλυφθεί πενιχρά, μέχρι στιγμής, αρχιτεκτονικά λείψανα οικιών, ένας μικρός κεραμευτικός κλίβανος και τάφοι. Η ελληνιστική πόλη ιδρύθηκε το 293 π.Χ. για να αποτελέσει τη μια από τις τρεις «κλείδες» ή «πέδες» της Eλλάδας μαζί με τη Xαλκίδα και την Kόρινθο. Ο Δημήτριος και οι άλλοι βασιλείς της δυναστείας των Αντιγονιδών τη χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο για πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις στη Θεσσαλία και στη νότια Ελλάδα. Με την υποστήριξη των Mακεδόνων βασιλέων η Δημητριάδα εξελίχθηκε σε μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συνέρρεαν και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα πολλοί Έλληνες και ξένοι, από την Iλλυρία, την Ήπειρο και από διάφορες χώρες της Μεσογείου ως τη Mέση Aνατολή, όπως μαρτυρούν τα ονόματα που αναγράφονται σε επιτύμβιες στήλες που έχουν βρεθεί στο χώρο. Η μεγάλη ακμή της πόλης ως οικονομικό, εμπορικό και πολιτικό κέντρο σημειώθηκε από το 217 π.Χ. έως το 168 π.Χ., όταν μετά τη μάχη της Πύδνας το μακεδονικό βασίλειο καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους.

Από τον 1ο αι. π.X. η Δημητριάδα έχασε την πολιτική της δύναμη και άρχισε να συρρικνώνεται εδαφικά. Εγκαταλείφθηκε το μεγαλύτερο μέρος της και ο οικισμός περιορίσθηκε στο βόρειο τμήμα της, προς τη θάλασσα, και ακόμη λιγότερο στο νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης. Kατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους έχασε μεγάλο μέρος της σημασίας της, εξακολούθησε όμως να παραμένει η πρωτεύουσα του Kοινού των Mαγνήτων, που ήταν περιορισμένο στα όρια της Mαγνησίας. Τo Kοινό των Mαγνήτων επιβίωσε, όπως μαρτυρούν επιγραφές και νομίσματα, έως τα τέλη του 3ου αι. μ.X. Στα τέλη του 3ου – αρχές 4ου αι. μ.X., ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός κατέλυσε τα Kοινά των Θεσσαλών και Mαγνήτων και ανέδειξε τη Θεσσαλία σε ξεχωριστή επαρχία με πρωτεύουσα τη Λάρισα. H ρωμαϊκή περίοδος της θεσσαλικής ιστορίας έκλεισε οριστικά με την ίδρυση της Eπισκοπής της Δημητριάδος επί Mεγάλου Kωνσταντίνου. Η πόλη ξαναγνώρισε σχετική ακμή κατά τον 4ο και 5ο αι. μ.Χ., αλλά εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 6ο αι. μ.Χ. Στους τελευταίους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας τη Δημητριάδα διαδέχθηκε ο Βόλος, που βρίσκεται περίπου 1,5 χιλιόμετρο βορειότερα και εξελίχθηκε σε σημερινή πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας.

Οι ανασκαφές, που άρχισαν στην περιοχή της Δημητριάδας στο τέλος του 19ου αιώνα και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, έχουν φέρει στο φως σημαντικά μνημεία και πολλά στοιχεία για τη ζωή και την οργάνωση της αρχαίας πόλης. Ο Απ. Αρβανιτόπουλος ανέσκαψε σε μεγάλη έκταση το τείχος και τους πύργους του, όπου είχαν εντοιχισθεί οι περίφημες γραπτές επιτύμβιες στήλες, καθώς και νεκροταφεία, ιερά και μέρος του ανακτόρου και του θεάτρου. Οι ανασκαφές συνεχίσθηκαν την περίοδο 1956-1961 από τον Δ.Ρ. Θεοχάρη στο θέατρο και στο ανάκτορο, και από Γερμανούς αρχαιολόγους με επικεφαλής τον Vl. Milojcic την περίοδο 1967-1981. Από το 1981 μέχρι σήμερα διενεργούνται συστηματικές και σωστικές ανασκαφές από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας και παράλληλα πραγματοποιούνται στερεώσεις, συντηρήσεις και αναστηλώσεις μνημείων της αρχαίας πόλης.

Περιγραφή

Ο αρχαιολογικός χώρος της Δημητριάδας καταλαμβάνει συνολική έκταση πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων και περιλαμβάνει τον προϊστορικό οικισμό στα Πευκάκια, την πόλη των ελληνιστικών, ρωμαϊκών και παλαιοχριστιανικών χρόνων, με τα δημόσια κτίσματα, το ανάκτορο και τις ιδιωτικές κατοικίες, τα ιερά και τις νεκροπόλεις. Στην περιφέρεια της πόλης διατηρείται το εντυπωσιακό ισχυρό τείχος που την περιέβαλλε, σε μήκος 11 χιλιομέτρων, ενισχυμένο με πύργους.

Στο βορειοδυτικό, ψηλότερο σημείο του περιβόλου κυριαρχεί η ακρόπολη με τη δική της οχύρωση. Νοτιότερα, στην περιοχή της εθνικής οδού Αθηνών-Βόλου, στο δυτικό άκρο της πόλης, σώζονται τα πρώτα κτήρια των ελληνιστικών χρόνων: το Ηρώο, που ίσως ήταν ναός ή μαυσωλείο, το θέατρο, που εξακολούθησε να χρησιμοποιείται μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. και μία οικία που διέθετε εσωτερική αυλή, οικιακό ιερό και χώρο που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως εργαστήριο για την επισκευή αγγείων με μολύβδινους συνδέσμους και για την κατασκευή μολύβδινων αγνύθων. Στον ίδιο χώρο, εγκάρσια προς την εθνική οδό, μπορεί κανείς να δει τη σειρά των πεσσών του τεράστιου υδραγωγείου, που οικοδομήθηκε τον 4ο αι. μ.Χ. για την ύδρευση της πόλης.

Κλείσιμο Παραθύρου

Μέσα στην πόλη, επάνω στο ύψωμα σώζεται το ελληνιστικό ανακτορικό συγκρότημα, που αναπτυσσόταν σε δύο ορόφους και σε πολλά επίπεδα. Λειτούργησε μέχρι το 2ο αι. π.Χ. και στη ρωμαϊκή εποχή ένα τμήμα του χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Λίγο πιο νότια βρίσκεται η αγορά, το οικονομικό και διοικητικό κέντρο της πόλης, με το ναό της Ιωλκίας Αρτέμιδος. Ανάμεσα στο λόφο του ανακτόρου και το νοτιοανατολικό τείχος της πόλης εκτείνεται μια σχετικά επίπεδη περιοχή, που σήμερα καλύπτεται από αμυγδαλεώνες και ελαιώνες. Στο βορειοανατολικό τομέα της πόλης, δίπλα σε ένα πευκώνα, έχει ανασκαφεί ένα ελληνιστικό κτήριο με περιστύλιο, που ταυτίζεται μάλλον με το Μητρώο, το χώρο όπου λατρευόταν η Μητέρα των θεών Κυβέλη και άλλες τοπικές θεότητες στην περίοδο της μεγάλης ακμής της Δημητριάδας. Στο μικρό όρμο που σχηματίζεται στο βόρειο άκρο της πόλης ήταν το βασιλικό λιμάνι. Στην περιοχή αυτή αναπτύχθηκε το κέντρο της ρωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής πόλης, και έχουν αποκαλυφθεί αρκετά κτίσματα αυτής της περιόδου. Ορισμένα από τα ρωμαϊκά οικοδομήματα σώζουν ψηφιδωτά δάπεδα, λουτρικές εγκαταστάσεις, αποθηκευτικούς χώρους και κλιμακοστάσια. Ένα από αυτά, ακριβώς δίπλα στην ακτή, είχε μεγάλους χώρους, πιθανότατα δημόσιας χρήσης, μέσα στους οποίους αποκαλύφθηκαν αμφορείς και νομίσματα. Στην ίδια περιοχή σώζονται τα ερείπια της βασιλικής της Δαμοκρατίας, του σημαντικότερου παλαιοχριστιανικού μνημείου που έχει αποκαλυφθεί στη Δημητριάδα. Στη μικρή χερσόνησο, στη θέση Πευκάκια, αναπτύχθηκε ο προϊστορικός οικισμός. Στον ίδιο χώρο σήμερα βρίσκεται ένας παραδοσιακός ταρσανάς και το μουσείο του λαϊκού ζωγράφου Νικ. Χριστόπουλου, ναυπηγού που έζησε στα Πευκάκια ζωγραφίζοντας θέματα εμπνευσμένα από τη ζωή της θάλασσας.

Στο χώρο της πόλης έχουν αποκαλυφθεί αποσπασματικά οικίες της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Τα ελληνιστικά σπίτια ήταν οργανωμένα γύρω από υπαίθριες αυλές, περίστυλες ή όχι, και διέθεταν χώρους εργασίας και ιερά, ενώ ανάμεσά τους σχηματιζόταν το οδικό δίκτυο, με δρόμους πλάτους 3,5-4 μ. και αποχετευτικό σύστημα. Η ρωμαϊκή πόλη διατήρησε το ίδιο οδικό δίκτυο και περιλάμβανε πολυτελή ιδιωτικά κτήρια ή απλές οικίες. Βόρεια, νότια και νοτιοανατολικά της κατοικημένης περιοχής, έξω από τα τείχη, έχουν αποκαλυφθεί οι αντίστοιχες νεκροπόλεις, ενώ η δυτική νεκρόπολη βρίσκεται μέσα στην περιοχή των τειχών, βόρεια του θεάτρου.

Κλείσιμο Παραθύρου

Το Αρχαίο θέατρο της Δημητριάδος

Το θέατρο της Δημητριάδος κατασκευάστηκε ταυτόχρονα με την ίδρυση της πόλης (το 294-2 π.Χ.) από τον Μακεδόνα βασιλέα Δημήτριο Πολιορκητή. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το θέατρο περιέπεσε σε αχρηστία λόγω καταστροφών του (από την τελευταία εικοσιετία του 2ου αι. π.Χ. έως το 79 μ.Χ.).

Mετά από μια μεγάλη ανακαίνιση λειτούργησε μέχρι την τελική του εγκατάλειψη τον 4ο αι. μ.Χ., όταν με την επικράτηση των νέων κοινωνικοπολιτικών δομών στην πόλη, το θέατρο σταμάτησε να φιλοξενεί εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής.

Το θέατρο της Δημητριάδος έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των ελληνιστικών θεάτρων, δηλαδή, το κοίλο, την ορχήστρα και το σκηνικό οικοδόμημα.

O ελληνιστικός κυλινδρικός βωμός με βουκράνια και γιρλάντες βρισκόταν στη μέση της ορχήστρας

Το θέατρο εκτός από χώρος θεαμάτων ήταν και τόπος δημοσίευσης ψηφισμάτων, κειμένων δημόσιων πολιτικών πράξεων. Γύρω από την ορχήστρα του θεάτρου ήταν στημένες μαρμάρινες στήλες με ψηφίσματα της Δημητριάδος και του Κοινού των Μαγνήτων, όπως το μεγάλο τιμητικό ψήφισμα του Κοινού των Μαγνήτων που εκδόθηκε για να τιμήσει τον Γραμματέα των Συνέδρων του Κοινού, Δημήτριο Ορέστου.

Συντάκτης
Π. Τριανταφυλλοπούλου, αρχαιολόγος

Κλείσιμο Παραθύρου

Ανάκτορο Δημητριάδας

Tο ανακτορικό συγκρότημα της Δημητριάδας ήταν το κέντρο της πολιτικής και διοικητικής δράσης των Μακεδόνων βασιλέων. Δεσπόζει επάνω σε ύψωμα στο ανατολικό τμήμα της πόλης, βόρεια της αγοράς. Χρονολογείται στο α΄ τέταρτο του 2ου αι. π.Χ., στην εποχή του Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππου Ε΄, αλλά οικοδομήθηκε επάνω σε προγενέστερο συγκρότημα, του 3ου αι. π.Χ., ερείπια του οποίου εντοπίσθηκαν κυρίως στη βορειοανατολική περιοχή. Το ανάκτορο φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168 π.X., και το τέλος της μακεδονικής δυναστείας. Εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται, αλλά δεν φιλοξενούσε δημόσιες δραστηριότητες. Τουλάχιστον στο τμήμα γύρω από τη βόρεια περίστυλη αυλή εγκαταστάθηκαν εργαστήρια κατασκευής αγγείων και χάλκινων αγαλμάτων. Μετά το 120 π.X. όλος ο χώρος του ανακτόρου εγκαταλείφθηκε οριστικά, ενώ κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ο χώρος γύρω από την περίστυλη αυλή χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο.

Το οικοδομικό συγκρότημα είναι κτισμένο επάνω στην ανώμαλη επιφάνεια του βράχου και αναπτύσσεται σε άνδηρα. Το ψηλότερο, ανατολικό τμήμα του καταλαμβάνει ένα κτήριο με πύργους στις τέσσερις γωνίες, το λεγόμενο τετραπύργιο. Ο στυλοβάτης του είναι θεμελιωμένος κατά το μεγαλύτερο μέρος επάνω στο φυσικό βράχο του λόφου, ο οποίος ισοπεδώθηκε για την ανέγερσή του. Το κτήριο πρέπει να ήταν διώροφο τουλάχιστον στην ανατολική και νότια πλευρά. Οι τετράγωνοι γωνιακοί πύργοι είναι ισχυρές κατασκευές με διαστάσεις περίπου 12,60-12,80 μ., ενώ οι εξωτερικοί τοίχοι του τετραπυργίου είναι κτισμένοι σύμφωνα με το ψευδοϊσόδομο σύστημα, από γκρίζο μάρμαρο, όπως όλα τα τείχη και τα πιο σημαντικά κτίσματα στο εσωτερικό της πόλης. Το κτήριο περιλαμβάνει μία κεντρική περίστυλη αυλή, γύρω από την οποία ανοίγονται σειρές αιθουσών σχεδιασμένων για τη διάταξη κλινών, με διαμερίσματα για ξένους και κλίμακες που οδηγούν στον όροφο. Οι κιονοστοιχίες της αυλής αποτελούνται η καθεμιά από οκτώ δωρικούς κίονες. Οι κίονες και οι στυλοβάτες είναι κατασκευασμένοι από ερυθρωπό μαργαϊκό ασβεστόλιθο, πέτρωμα κακής ποιότητας που απολεπίζεται πολύ εύκολα, γι’ αυτό μετά την τοποθέτησή τους στο κτήριο προστατεύθηκαν με λευκό μαρμαροκονίαμα. Το δάπεδο της αυλής βρισκόταν περίπου στο ίδιο επίπεδο με το περιστύλιο. Στη βορειοδυτική γωνία της σώζεται συλλεκτήρια λεκάνη, που ήταν σκαμμένη στο φυσικό βράχο και από το βόρειο άκρο της ξεκινούσε ένας μεγάλος αποχετευτικός αγωγός. Σε συνέχεια του νοτιοδυτικού πύργου προς τα νότια, με κατεύθυνση προς την αγορά υπάρχει ισχυρός τοίχος με αντηρίδες, κατασκευασμένος με ψευδοϊσόδομο σύστημα και στις δύο όψεις. Ο τοίχος αυτός αποτελεί το ανατολικό όριο της οδού που συνδέει το ανάκτορο με την αγορά. Στο κτίσμα βρέθηκαν πολλές ενσφράγιστες κεραμίδες στέγης με τα γράμματα BA (αρχικά του Βασιλέως Αντιγόνου) σε έγκοιλο τετράγωνο, μία με τα γράμματα ΔH (Δημόσιο) και πήλινα αρχιτεκτονικά διακοσμητικά μέλη όπως σίμες, ηγεμόνες καλυπτήρες και λεοντοκεφαλές-υδρορρόες. Στα δυτικά του συγκροτήματος της περίστυλης αυλής, σε χαμηλότερα άνδηρα εκτείνονται οι υπόλοιποι χώροι του ανακτορικού συγκροτήματος, που φαίνεται ότι είχαν διαμορφωθεί παλαιότερα, αλλά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται. Οι τοίχοι εδώ ήταν κτισμένοι με ισόδομο σύστημα και σώζονται σε ύψος ενός ορόφου. Στην ανώτερη σωζόμενη σειρά υπάρχουν λιθόπλινθοι με τις υποδοχές για την τοποθέτηση των ξύλινων δοκών που στήριζαν το δάπεδο του ορόφου.

Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο του ανακτόρου έγιναν το 1906, από τον Απ. Αρβανιτόπουλο, αλλά η ταύτιση του κτηρίου έγινε από το Ν. Παπαχατζή το 1958. Ακολούθησαν νέες έρευνες από τον Δ.Ρ. Θεοχάρη, το 1961, και από Γερμανούς αρχαιολόγους, ενώ από το 1985 την ανασκαφή ανέλαβε η ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (σημ. Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας). Για την καλύτερη διαμόρφωση του χώρου έχουν γίνει μελέτες με προτάσεις για ήπιες αισθητικές και λειτουργικές παρεμβάσεις, όπως θύρες εισόδου, περιφράξεις, φυτεύσεις, πεζόδρομους, καθιστικά και πινακίδες ενημέρωσης των επισκεπτών.

Συντάκτης
Α. Μπάτζιου, Αρχαιολόγος

Κλείσιμο Παραθύρου

Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου

Το Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου είναι ένα από τα παλαιότερα Μουσεία της χώρας και μέχρι πρότινος το κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλίας. Κτίσθηκε το 1909 με χρήματα που διέθεσε ο Αλέξιος Αθανασάκης από την Πορταριά του Πηλίου. Πρόκειται για ένα ισόγειο νεοκλασικό κτήριο με συνολικό εμβαδόν 870 τ.μ. και επτά χώρους έκθεσης.

Το αρχικό σχέδιο κατασκευής εκπόνησε ο μηχανικός της Αρχαιολογικής Εταιρείας Α. Αγγελίδης και υλοποίησε ο αρχιτέκτονας Ι.Π. Σκούταρης. Βρίσκεται στην παραλία του Βόλου, μέσα στο πάρκο του Αναύρου. Αφορμή και σκοπός της ίδρυσής του υπήρξε η στέγαση και η έκθεση των γραπτών επιτύμβιων στηλών ελληνιστικών χρόνων από το νεκροταφείο της αρχαίας Δημητριάδας, που είχαν έρθει στο φως με τις ανασκαφές του Α. Αρβανιτόπουλου στις αρχές του 20ου αι.

Ο τεράστιος πλούτος των αρχαιολογικών ευρημάτων των συλλογών του Μουσείου και η έλλειψη επαρκών εκθεσιακών χώρων και αποθηκών έκαναν επιτακτική την ανάγκη επέκτασης του κτηρίου. Το μακροχρόνιο αυτό αίτημα, αν και είχε διατυπωθεί από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υλοποιήθηκε μόλις το 2004.

Μετά τις επανεκθέσεις του 2004 και του 2009, το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου φιλοξενεί αρχαιολογικά ευρήματα από τη νεολιθική περίοδο έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η έκθεση αναπτύσσεται σε οκτώ αίθουσες (1-8) στο ισόγειο του παλιού και νέου κτηρίου και περιλαμβάνει ευρήματα από τις αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο Νομό Μαγνησίας από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τις μέρες μας. Ενημερωτικά κείμενα, σχέδια και φωτογραφίες βοηθούν τον επισκέπτη να αποκτήσει εμπεριστατωμένη άποψη για το είδος και τη χρήση των αρχαιολογικών ευρημάτων κατά την αρχαιότητα αλλά και για τους αρχαιολογικούς χώρους από τους οποίους προέρχονται αυτά.

Στο Μουσείο σήμερα υλοποιούνται πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα σε σταθερή βάση αλλά και επετειακά, που βασίζονται στις αρχές της ενεργητικής μάθησης. Η έμφαση δίνεται στην προσεκτική έρευνα των εκθεμάτων, στην αυθόρμητη έκφραση των συναισθημάτων και των ιδεών και στη δημιουργική δραστηριότητα των συμμετεχόντων Τα προγράμματα αφορούν σχολικές μονάδες και ειδικές ομάδες κοινού.

Ιστορικό

Η πρώτη έκθεση πραγματοποιήθηκε από τον Α. Αρβανιτόπουλο, με κύριο στόχο την παρουσίαση των γραπτών επιτύμβιων στηλών της αρχαίας Δημητριάδας. Το 1913-14 ο ίδιος προχώρησε σε αναδιάταξη της έκθεσης των στηλών, ενώ παράλληλα δημιούργησε στον προθάλαμο του Μουσείου την αναπαράσταση ενός ταφικού μνημείου με αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη.

Το 1940 το Μουσείο κλείνει λόγω του πολέμου και οι αρχαιότητες απομακρύνονται και φυλάσσονται σε ασφαλές μέρος. Μετά το τέλος του πολέμου το Μουσείο επαναλειτουργεί, όμως και πάλι κλείνει το 1955-56, επειδή έχει υποστεί σημαντικές φθορές από τους σεισμούς που έπληξαν εκείνη την περίοδο την πόλη του Βόλου. Με ενέργειες του τότε εφόρου Δ.Ρ. Θεοχάρη πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης, αναστήλωσης και ανακαίνισης του νεοκλασικού κτιρίου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1959-60. Η επανέκθεση σε τέσσερις αίθουσες από το Δ.Ρ. Θεοχάρη στόχευε στην παρουσίαση χαρακτηριστικών αντικειμένων του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στη Θεσσαλία από τους προϊστορικούς ως τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Το 1975-76 ο καθηγητής Γ.Χ. Χουρμουζιάδης συμπλήρωσε την έκθεση στις υπόλοιπες αίθουσες του Μουσείου. Η βασική ιδέα που εφάρμοσε, πρωτοποριακή για την εποχή, είχε ως στόχο τη σύνδεση των αρχαίων αντικειμένων με την ιστορία του ανθρώπου, που επιτεύχθηκε με την τοποθέτησή τους κατά θεματικές ενότητες, ελεύθερα στο χώρο, χωρίς προθήκες, μέσα σε κόγχες, πάνω σε ράφια που κατασκευάστηκαν με υλικά ανάλογα της εποχής για τον Νεολιθικό πολιτισμό και με την τοποθέτηση πρωτότυπου υλικού από ήδη ανασκαμμένους τάφους στην αίθουσα των ταφικών εθίμων.

Τη δεκαετία του 1980 το Μουσείο καθιέρωσε το θεσμό των περιοδικών εκθέσεων για μια πληρέστερη απάντηση στις απαιτήσεις του κοινού του για ανανέωση.

Το 2004 με την ολοκλήρωση της κατασκευής των κτιριακών εγκαταστάσεων προστίθεται στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου μια νέα πτέρυγα εμβαδού 600 τ.μ.

Το 2009, εκατό χρόνια μετά την ίδρυση του Μουσείου, ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε η μόνιμη έκθεση στη Νέα Πτέρυγα.

Στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων του υπογείου της νέας πτέρυγας οργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκθέσεις ζωγραφικής και περιοδικές εκθέσεις με νέα αρχαιολογικά ευρήματα.

Βιβλιογραφία:

* Μαλακασιώτη Ζ., Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου, Αρχαιολογία 34, 1990. * Μακρή – Σκοτινιώτη Θ., Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου: Η οδύσσεια μιας επέκτασης. Από το 1909 έως το 2004. Ανακτήθηκε στις 11.05.18 από tps://www.archaiologia.gr/blog/2014/09/22/ * Βουζαξάκης Κ., Αδρύμη – Σισμάνη Β., Μουσείο Βόλου. Ανακτήθηκε στις 11.05.18 από https://hellenic-culture.gr/museum-volos/ * Περιοδικό εν Βόλω, τχ. 16 (2005). Αφιέρωμα: “Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου “.

Συντάκτης
Έλσα Νικολάου, Αρχαιολόγος

ΠΗΓΗ: odysseus.culture.gr/

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή