Δημήτρης Λυπουρλής: …ο διηγηματογράφος μας

by Times Newsroom 1
  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΠΟΥΡΛΗΣ

Είχε πρωτοπέσει πριν από πέντ’ έξι χρόνια. Τότε είχα απλώς χαρεί την ιδέα – αληθινά αξιέπαινη -να ανατυπωθούν τεύχη παλαιών περιοδικών αφιερωμένα σε πρόσωπα και θέματα της λογοτεχνίας μας. Χάρη σ’ αυτή την ιδέα κρατούσα τώρα στα χέρια μου ένα τεύχος του περιοδικού Νέα Ζωή, μηνιαίου οργάνου του ομώνυμου φιλολογικού συλλόγου της Αλεξάνδρειας. Το τεύχος έφερε τον αριθμό 44 και ανήκε στον τέταρτο χρόνο της ζωής του περιοδικού. Χρονολογία: Απρίλιος 1908: Περιεχόμενα: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είχα λοιπόν μπροστά μου το πρώτο αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη – κι αυτό είχε γίνει στα 1908: κοντά τριάντα χρόνια από το πρώτο του μυθιστόρημα, λίγο παραπάνω από είκοσι χρόνια από το πρώτο του διήγημα, μόλις πέντε χρόνια μετά τη “Φόνισσα”, τρία χρόνια πριν από το θάνατό του.

Όταν πριν από πέντ’ έξι χρόνια πρωτόπεσε στα χέρια μου το τεύχος της Νέας Ζωής, δεν προχώρησα – τ’ ομολογώ – πέρα απ’ αυτήν την αριθμητική – με μια επισήμανση: ότι η αριθμητική μου δεν μου “έβγαινε”, τουλάχιστο στις πράξεις επαλήθευσης, αφού τον ίδιο καιρό, πάντοτε δηλαδή στα 1908, η Αθήνα γιόρταζε τα φιλολογικά εικοσιπεντάχρονα του Παπαδιαμάντη στον “Παρνασσό”: γιατί “εικοσιπεντάχρονα”, έλεγα, αφού τα χρόνια έβγαιναν περισσότερα αν αρχίζαμε να μετρούμε από το 1879 και λιγότερα αν αρχίζαμε τη μέτρηση από το 1887; “Χοντρική αριθμητική”, κατέληξα και ησύχασα. “Ίσως αυτή έχει περισσότερη λογική”.

Τώρα τελευταία το τεύχος ξανάπεσε στα χέρια μου. Αυτή τη φορά δεν έμεινα στην αριθμητική. Πρώτα χάρηκα την καθαρεύουσα της εποχής – είχε κι αυτή τη χάρη της, τουλάχιστο όταν τη χρησιμοποιούσαν (σπάνιο!) άνθρωποι με γνώση: “Η ψυχή του λαού είναι παντού και πάντοτε το κέντρον, από το οποίον απορρέει, και η εστία, από την οποίαν θερμαίνεται ό,τι πρόκειται να υπάρξη, να ζήση ζωήν αυτοτελή και να σωθή από την ψυχρότητα της λήθης. Ο άξιος του ονόματος συγγραφεύς, ποιητής ή πεζογράφος, είναι ο Προμηθεύς ο ερχόμενος εις την φλόγα της εστίας αυτής ν’ ανάψη την λαμπάδα του, μικράν ή μεγάλην. Ό,τι δεν προέρχεται εκείθεν, ό,τι δεν έλαβε την πρώτην ύπαρξιν εις το άφθαρτον αυτό κέντρον της ζωής και της ενεργείας, ό,τι δεν απέρρευσεν από το αίσθημα ή την συνείδησιν του αυτοφώτου αυτού πυρήνος είναι τυχαίον, τεχνητόν και πρόσκαιρον” (Δ. Κακλαμάνος). Συγκινήθηκα ύστερα από την ομορφιά του καλοδουλεμένου δημοτικού λόγου – άξιος τεχνίτης ο Παύλος Νιρβάνας: “Τη στιγμή αυτή που πανηγυρίζουμε τους αργυρούς γάμους του μεγάλου διηγηματογράφου με την τέχνην του, ο Παπαδιαμάντης δε βρίσκεται μεταξύ μας. Άδικα θα ζητήσετε μέσα σ’ αυτή την αίθουσα την ασκητική φυσιογνωμία του τεχνίτη, με το σκυμμένο κεφάλι, τα γλυκά χαμηλωμένα μάτια, τα χέρια τα σταυρωμένα στο στήθος. Ο ζωγράφος των ειρηνικών γιαλών, ο πλάστης των αγαθών και δυστυχισμένων ανθρώπων, ο ποιητής των χλοερών ερημοκλησιών, ζει μακριά απ’ την πολυθόρυβη ζωή, που μας τριγυρίζει. Ίσως θα τον βρείτε τώρα σ’ ένα απόμερο καφενεδάκι στους πρόποδες του Λυκαβηττού ή σ’ ένα ταπεινό μαγαζί, που συχνάζουν οι αγαθοί και απλοϊκοί σκλάβοι της ζωής. Και ίσως τον βρείτε ακόμα – βλέπετε πως ξέχασα μαζί σας τις ιερές ημέρες της νηστείας και της προσευχής – ίσως τον βρείτε στο ερημικό εκκλησάκι του αγίου Ελισσαίου, να υψώνει την παθητική του φωνή προς τα σκοτεινά εικονοστάσια, όπου οι άγιοι “με τα πρόσωπα χλωμά” είναι γνώριμοί του και φίλοι του. Και – τι παράξενο – η φωνή αυτή που υψώνεται μαζί με το θυμίαμα προς τους σκοτεινούς βυζαντινούς θόλους, είναι η ίδια η φωνή που έψαλε υπέροχα τους γλυκύτατους έρωτες στα Σκιαθίτικα Ακρογιάλια, η φωνή που μας διηγήθηκε τον ‘Έρωτα στα Χιόνια’, τ’ ‘Όνειρο στο Κύμα’ και τ’ ‘Ολόγυρα στη Λίμνη’. Είναι η φωνή του Παπαδιαμάντη”. Στο τέλος… μπλέχτηκα πάλι – όχι, ευτυχώς, σε προβλήματα αριθμητικής τη φορά αυτή..

Ας γίνω σαφέστερος.

Το αλεξανδρινό περιοδικό το βρήκε σωστό, στο τεύχος που αφιέρωσε στον Παπαδιαμάντη να περιληφθούν και “Γνώμαι των λογίων μας περί του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη”. Είπαν λοιπόν με την ευκαιρία τη γνώμη τους ο Απ. Αποστολόπουλος, ο Πέτρος Ζητουνιάτης, ο Κ.Π. Καβάφης, ο Δ.Ι. Καλογερόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης, ο Α. Καρκαβίτσας, ο Αλέξανδρος Σ. Κάσδαγλης, ο Α. Κύρου, ο Κ.Ν. Κωνσταντινίδης, ο Σ. Λιάτσης, ο Πέτρος Μάγνης, ο Κίμων Μιχαηλίδης, ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Χ. Παπαζαφειρόπουλος, ο Κλέων Ραγκαβής, ο Δ.Π. Ταγκόπουλος, ο Νικόλαος Χατζιδάκης.

(Αλήθεια, δεν αντέχω στον πειρασμό να δώσω εδώ ένα δείγμα από τις απαντήσεις εκείνες. Διαλέγω τον Α. Κύρου: “Επέρασαν από τότε περισσότερον από 10 έτη. Ο Παπαδιαμάντης ειργάζετο εις την ‘Ακρόπολιν’. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν ήτον, ενθυμούμαι, η εβδομάς των Βαΐων, Ένα πρωί λαμβάνω κάποιαν σημείωσιν του Διευθυντού της ‘Ακροπόλεως’ παρακαλούντος να με ιδή εις το γραφείον του. Με υπεδέχθη γελών· γελών τόσον ώστε επί τινας στιγμάς να μη κατορθώση από τα γέλοια να μου δώση να εννοήσω τι εζήτει. Επί τέλους τα εκατάφερε. Ήθελε να με παρακαλέση να του μεταφράσω εκ των αγγλικών εφημερίδων δια την ‘Ακρόπολιν’ την τόσον προκαλέσασαν πάταγον δίκην του αισθητικού Όσκαρ Ουάιλδ. – Μα ο Παπαδιαμάντης; παρετήρησα. – Ο Παπαδιαμάντης, απήντησε γελών ο κ. Γαβριηλίδης, με ηπείλησεν ότι θα με καταγγείλη εις τον Μητροπολίτην εάν επιμείνω ν’ αναθέσω εις αυτόν εις τοιαύτας αγίας ημέρας την μετάφρασιν τόσον ανηθίκου υποθέσεως. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και ως κεφαλαιούχον εκβιαστήν της εργασίας με εχαρακτήρισε, διότι ετόλμησα να του το προτείνω. Εγέλασα και εγώ και ανέλαβον την μετάφρασιν της δίκης, η οποία την επαύριον ήρχισε δημοσιευομένη από των στηλών της ‘Ακροπόλεως’. Τι επηκολούθησε, φαντάζεσθε; Ο χριστιανικώτατος Παπαδιαμάντης με απεκάλεσεν εναγή και έκαμε να μου ομιλήση επί ολόκληρον έτος. Εδέησε δε να έλθη πάλιν η Εβδομάς των Παθών δια να αξιώσω να με συγχωρήση ως καλός χριστιανός”.)

Άλλον διάλεξε – για λίγη εισαγωγική κουβέντα και μερικά συμπεράσματα με την ευκαιρία της ανατύπωσης του τεύχους – ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ο άξιος μελετητής, τώρα και υπεράξιος φιλολογικός εκδότης του Παπαδιαμάντη. “Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη ξενάγησης”, έγραψε ο Τριανταφυλλόπουλος, “ας μου συγχωρεθεί όμως να σταθώ στη γνώμη του Καβάφη. Φαίνεται ίσως μετρημένη, λίγο σφιχτή, σα να βγήκε κάπως στανικά. Και όμως δεν είναι, όπως μαρτυρεί ένα μας. Δε μου διαφεύγει πως στο ίδιο τεύχος την ίδια έκφραση, “ο διηγηματογράφος μας”, χρησιμοποιεί και ο Πέτρος Μάγνης, ενώ ο Αλέξανδρος Σ. Κάσδαγλης και ο Κλέων Ραγκαβής, παραπλήσιες. Οι κτητικές όμως αντωνυμίες εκείνων είναι συμβατικές, κάτι ισοδύναμο με το “ο Έλληνας διηγηματογράφος”, ενώ το μας του Καβάφη αποτελεί το κέντρο της λιγόλογης γνώμης του”. Και συνεχίζει ο Τριανταφυλλόπουλος: “Αμύητος στο καβαφικό ιδίωμα δεν έχω κανένα τρόπο να καταστήσω πειστική την εντύπωσή μου. Με έμαθαν βέβαια πως ο αλεξανδρινός ακριβοζύγιζε όχι μόνο τις λέξεις παρά και τα κόμματα και τις τελείες, αλλά, το βλέπω, αυτό δεν είναι επιχείρημα. Κι όμως, από τότε που το πρωτοδιάβασα, το καβαφικό μας έμενε πάντα εκεί, στο κέντρο. Αργότερα το ξαναβρήκα, αμεσότερα και συγγενικότερα ειπωμένο αυτή τη φορά, από άνθρωπο διαφορετικής οπωσδήποτε ιδιοσυγκρασίας: ‘Το πηγάδι είχε ξεραθεί, δεν το χρησιμοποιούσανε πια κ’ επειδή τα παιδάκια της γειτονιάς παίζαν όλη μέρα στην πλατεία, του ’χαν βάλει ένα ξύλινο σκέπασμα και το στερέωσαν όπως μπορούσαν καλύτερα πάνω στο χαμηλό φιλιατρό του, για να μην πέφτουνε τα παιδάκια και γίνονται εκείνα τα δραματικά πράματα που διαβάζουμε στη Φόνισσα και άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μας’. Έτσι τώρα: του Παπαδιαμάντη μας, ο Δημήτρης Χατζής, στον Ντέτεκτιβ”.

Είπα να μην αφεθώ – αυτή τη φορά – στο ένστικτο του Τριανταφυλλόπουλου και ξαναδιάβασα τις απαντήσεις που εκείνος ξεχώρισε και επισήμανε. Πέτρος Μάγνης: “Μου ζητάτε να σας γράψω εις ολίγας γραμμάς τι σκέπτομαι για τον διηγηματογράφο μας Αλέξ. Παπαδιαμάντη”· Αλέξανδρος Σ. Κάσδαγλης: “Ανταποκρινόμενος εις τα υμέτερα γράμματα, δι’ ων προσκαλούμαι ίνα καταστήσω υμίν γνωστάς τας εμάς σκέψεις περί του ημετέρου διηγηματογράφου Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη…”· Κλέων Ραγκαβής: “Μοι ζητείτε την γνώμην μου περί του διηγηματογράφου ημών Κου Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη”. Οι φράσεις που ανέγραψα εδώ βρίσκονται στην αρχή των απαντήσεων των τριών λογίων – πουθενά αλλού στις απαντήσεις τους δεν συναντά κανείς το μας της πρώτης τους φράσης. (Ένας μάλιστα από αυτούς – ο δεύτερος – δεν φαίνεται να είχε και τις καλύτερες για τον Παπαδιαμάντη εντυπώσεις). Τι πιο φυσικό από το να γεννηθεί – τότε – μέσα μου η υποψία πως και των τριών η κτητική αντωνυμία δεν είναι παρά η επανάληψη ενός μας που θα υπήρχε στη φράση με την οποία το αλεξανδρινό έντυπο απευθύνθηκε στους επιμέρους λογίους ζητώντας τους να πουν τη γνώμη τους για τον Παπαδιαμάντη. Δεν είναι ικανοποιητική ένδειξη η “ομοιομορφία” των απαντήσεών τους: “Τι σκέπτεσθε για τον διηγηματογράφο μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη;” φαντάζομαι πως θα ήταν το ερώτημα του περιοδικού, κι αυτόν τον τύπο διάλεξαν για την απάντησή τους τέσσερις από τους λογίους στους οποίους απευθύνθηκε το ερώτημα – οι τρεις προηγούμενοι και ο Καβάφης: “Προθύμως απαντώ εις την αίτησίν σας να εκφράσω την γνώμη μου περί του διηγηματογράφου μας Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη”. Τότε όμως η διαφορά – αν υπάρχει – ανάμεσα στην απάντηση του Καβάφη και τις απαντήσεις του Μάγνη, του Κάσδαγλη και του Ραγκαβή δεν θα πρέπει, λέω, να επικεντρωθεί στο μας – και η περίπτωση του Χατζή θα είναι τελικά διαφορετική, όχι “συγγενική” με την περίπτωση του Καβάφη.

(Ο Περικλής, ο γνωστός μεγάλος πολιτικός της Αθήνας, είχε κάποτε φανταστεί κάποιους Αθηναίους να λένε – μετανοιωμένοι που τον άκουσαν και μπήκαν στον πόλεμο αντί να αναιρέσουν το “Μεγαρέων ψήφισμα” και να γλυτώσουν – ότι “δια βραχύ τι” επολέμησαν, γι’ αυτό και έσπευσε να τους εξηγήσει ότι “το βραχύ τι τούτο” δεν ήταν παρά μια “πείρα”, ένα τεστ για το φρόνημα των Αθηναίων. Ποιος δεν θα το ’βρισκε σωστό για τον Περικλή να έλεγε μόνο “το βραχύ τούτο” (δίχως το τι); Αλλά και ποιος δεν θα το ’βρισκε φυσικό για τον Περικλή – όπως για κάθε άλλον – να ξεσηκώσει – καθώς έσπευδε να δώσει μιαν απάντηση – αυτούσιες λέξεις από την φράση που τον προκαλούσε; – Ή μήπως δεν είναι γνωστό πως απαντώντας στο τηλέφωνο επαναλαμβάνουμε πάντοτε – ασυναίσθητα –, τουλάχιστον στην αρχή, τον τόνο του συνομιλητή μας;)

Δν έχω το χάρισμα άλλων – ή την υπομονή – να ψάχνω σε αρχεία ν βρίσκω νύξεις ή επαληθεύσεις για τη σκέψη μου. Όμως – ποιος ξέρει – κάπου στο αρχείο του Καβάφη μπορεί να φυλάγεται η πρόσκληση του συμπαθητικού αλεξανδρινού περιοδικού. Τι να ευχηθώ; Σίγουρα να έχει δίκαιο ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Για μένα θα έμενε μόνο “τ’ ωραίο ταξίδι”. Ίσως όμως – μακάρι για όλους – ακόμη περισσότερη καβαφική “σοφία”, χρήσιμη ιδίως όταν η αγάπη μας μπορεί και να μας παρασέρνει σε περιπλανήσεις.

  • Πρώτη δημοσίευση: Ο παρατηρητής. Περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης. Πρώτο τεύχος, Ιούνιος 1987. Θεσσαλονίκη.

Ο Δημήτρης Λυπουρλής υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους κλασικούς φιλολόγους της χώρας. Τις βασικές φιλολογικές του σπουδές τις έκανε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης δίπλα σε λαμπρούς δασκάλους. Μετεκπαιδεύτηκε στην Ιταλία και στην Γερμανία. Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το 1969 ως το 1996, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την ενεργό υπηρεσία, για να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο. Υπήρξε Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και Συγκλητικός κατά το ακαδημαϊκό έτος 1977-1978 και πρώτος Πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας κατά τα έτη 1984-1986. Για πέντε εξάμηνα πρόσφερε τις υπηρεσίες του και στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου ως επισκέπτης καθηγητής. Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια (ιδίως για θέματα αριστοτελικά και ιπποκρατικά) και έδωσε πλήθος διαλέξεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον αρχαίο ελληνικό επιστημονικό λόγο. Από την άποψη αυτή γόνιμο έδαφος για έρευνα του προσέφεραν κατά κύριο λόγο τα αρχαία ελληνικά ιατρικά κείμενα, καθώς και τα κείμενα του Αριστοτέλη.
Κυριότερες εργασίες – βιβλία (πέρα από τα άρθρα και τις δημοσιεύσεις σε περιοδικά και σε εφημερίδες):
– “Η παραγωγική κατάληξη -ικός στην προσωκρατική φιλοσοφία και στο Ιπποκρατικό Corpus” (1968)
– “Άρτεμις Ορθρία” (1968)
– “Ιπποκρατική ιατρική” (1972)
– “Αρχαία ελληνική μετρική” (1975)
– “Επίθετα από ουσιαστικοποιημένα επίθετα” (1977)
– “Πέντε φιλολογικά μελετήματα” (1986)
– “Αριστοτελικά μελετήματα” (1986)
– “Εν παρόδω Α΄ – Β΄” (1987-1995)
– “Γλωσσικές παρατηρήσεις Α΄ – Β΄” (1990-1994)
– “Ιπποκρατική συλλογή Α΄” (1991)
– “Ο Δημήτρης Λυπουρλής στο Βαφοπούλειο” (1998)
– “Ην ποτε: Τρεις “ιστορίες” αρχαίας ελληνικής καθημερινότητας” (1998)
– “Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, βιβλίο Β΄” (2000)
– “Ιπποκράτης, τόμοι I-V” (2000-2001)
– “Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, Ελλήνων και Λατίνων” (μετάφραση από τα Γερμανικά, 1996).
Ένας ακόμα τομέας που κίνησε με ιδιαίτερο τρόπο το ενδιαφέρον του ήταν η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στη Μέση Εκπαίδευση. Πήρε μέρος σε πλήθος ειδικών σεμιναρίων, έκανε διαλέξεις, δημοσίευσε σχετικά άρθρα.
Έφυγε από τη ζωή στις 15 Νοεμβρίου 2018.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή