Δημήτρης Νόλλας: Τρυφερό δέρμα

by Times Newsroom 1
Share this

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ

Τρυφερό δέρμα

Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΟΣ κήπος του σπιτιού, ασύδοτο κράμα αγγλοαραβικής τέχνης για το οποίο ευθυνόταν ο κύριος Θόδωρος, είχε περιορίσει εκείνο το καλοκαίρι, το πρώτο απ’ τα πολλά που ακολούθησαν, τα παιχνίδια μου στο ελάχιστο.
Εννοώ βεβαίως αυτά του ανοιχτού χώρου, γιατί τα άλλα εξακολουθούσα να τα παίζω στο δωμάτιό μου. Έτσι υπήρχαν τρία, αυστηρά διαλεγμένα και αυτόνομα παιχνίδια, που το ένα ήταν αποκλειστικά προσωπικό μου ενώ τα άλλα δυο προϋπόθεταν και μια τρίτη συμμετοχή.

Τα πρωινά και πριν η ζέστη κατέβει στο ύψος μου, κατάβρεχα με τη μάνικα, αφού κλείδωνα την πόρτα του κήπου για ασφάλεια, όποιον ανύποπτα περνούσε απ’ έξω. Αυτό το παιχνίδι είχε σύντομο τέλος καθώς πλήθαιναν οι διαμαρτυρίες των περαστικών, ενίοτε συνοδευμένες από χοντρές βρισιές. Ένας μάλιστα, που αν και τον είχα καλά σημαδέψει κατάφερε να μου ξεφύγει με πιτσιλισμένο μόνο το ένα πατζάκι, απαίτησε να του στείλουμε ολόκληρο το κουστούμι στο καθαριστήριο απειλώντας πως σε αντίθετη περίπτωση “θα μου το πληρώσετε ακριβά”.

Τα βράδια, έντρομος από το φως που φεύγει, έδερνα με κλοτσιές, μπουνιές και φτυσιές τον Άλκη, δυο χρόνια μικρότερό μου και γιο του κυρίου Μπισδόκου, που κάθονταν στο διπλανό σπίτι. Σ’ αυτό το σπίτι με τη μαρμάρινη σκάλα και τις κολόνες στην είσοδο, πολύ συχνά και σε ακαθόριστες ώρες παίζανε πιάνο και, μια φορά την εβδομάδα, φέρνανε μια ηλικιωμένη Αυστριακιά με σακούλες στα μάτια και βρογχοκήλη, τη madame Meyring, και τουε τραγουδούσε συνοδεία πιάνου. Τις άλλες μέρες έπαιζε η μεγαλύτερη αδερφή του Άλκη τρυφερά κομμάτια εις μνήμην του αρραβωνιαστικού της και από τις λευκές κουρτίνες, που φούσκωνε το ζεστό αεράκι, σκορπίζονταν οι θλιμμένες μελωδίες πάνω μας. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο κυκλοφορούσε η φήμη πως, όντας αξιωματικός στη διάρκεια των πρώτων απελευθερωτικών ταραχών, αιχμαλωτίστηκε από τους ελασίτες και τράβηξε των παθών του.

Δε φτάνει που το βγάλαν τα μάτια παρά, σχεδόν ταυτοχρόνως, τον γδάρανε ζωντανό. Ένας άλλος θρύλος ήθελε αυτόν τον ανήσυχο νέο, κομμουνιστή μεταμφιεσμένο σε αξιωματικό, και πως όταν αυτό αποκαλύφτηκε του κάρφωσαν τις αρβύλες στα πόδια και τον διέταξαν να κάνει το γύρο του στρατοπέδου δις. Ο κηπουρός μας, ο κύριος Θόδωρος, που όταν αναφερόταν στον εαυτό του έλεγε πως “είμαι γάτα εγώ”, παρουσίαζε μια τρίτη εκδοχή. Ο αρραβωνιαστικός, που αγαπούσε, αν και σε νεαρή ηλικία, να πίνει ούζο στο κρασοπότηρο, γύρισε ένα βράδυ τόσο τύφλα που, σαν έπεσε στο κρεβάτι του, θέλησε να σκεπαστεί με τσίπουρο και πνίγηκε.

Πολλά-πολλά μ’ αυτή την οικογένεια δεν είχαμε εκτός απ’ το ξύλο που ’δινα στον Άλκη. Τώρα, αυτόν γιατί τον έδερνα: πηδούσε κάθε απόγευμα τη σχετικά χαμηλή μάντρα που χώριζε τα σπίτια μας, στεκόταν δυο μέτρα μακριά μου με τα χέρια στη μέση και φώναζε “είσαι μάλακας”. Εγώ, που ’χα κρυφακούσει συχνά, τον κύριο Θόδωρο να λέει το ίδιο πράγμα κάθε φορά που ο μπαμπάς απομακρυνόταν, ήμουν σίγουρος για το λαθεμένο τονισμό. “Είσαι μαλάκας, Άλκη”, τον διόρθωνα. “όχι, είσαι μάλακας”, επέμενε. Λα εγώ, μα αυτός. Λα μπουνιές, μα κλοτσιές, βροχή το ξύλο. Και δεν έβγαζε άχνα το ζώον. Το άλλο βράδυ να τον πάλι, έτοιμος να υποστεί τον καθημερινό του εξευτελισμό.

Όμως, παρ’ όλ’ αυτά, ούτε ο Άλκης ούτε η μάνικα μ’ ενθουσίαζαν τόσο πολύ όσο η βαριά σιδερένια πόρτα του κήπου. Μ’ αυτήν είχα χωρίς συζήτηση στενά προσωπικές σχέσεις. Το παιχνίδι μαζί της το θεωρούσα αποκλειστικά δικό μου κι αυτή η πόρτα είχε γίνει κομμάτι του εαυτού μου, τόσο που ένα καιρό με απασχόλησαν τα προβλήματα που δημιουργούσε η μεταφορά της στο δωμάτιό μου. Ανέβαινα στο ανοιχτό φύλλο της πόρτας και πατινάροντας με το ’να πόδι την έριχνα πάνω στο κλειστό, κάνοντας να βροντά και να τραντάζεται όλο αυτό το σιδερένιο σύμπλεγμα, έτσι που η γιαγιά τις πρώτες φορές πάθαινε ταχυπαλμίες και φώναζε “το τέλος του κόσμου, το τέλος” ώσπου το συνήθισε. Το γιασεμί πάνω απ’ την πόρτα σείονταν κι αυτό, κι έτσι πολλές φορές τα μεσημέρια καθόμουν στο τραπέζι με το κεφάλι μυρωμένο.

Κάθε χρόνο, απ’ τις αρχές Μαΐου, ερχόμασταν σ’ αυτό το σπίτι, αρκετά μακριά απ’ την πόλη, χωρίς να μπορούμε να παραθερίσουμε στο χωριό με το μεγάλο ποτάμι και τις καρυδιές, γιατί “ας όψεται η κατάστασις”. Εδώ μέναμε η γιαγιά, ο μπαμπάς, ο θείος Κωστάκης και σχεδόν μέρα παρά μέρα και ο θείος Πλάτων. Το σπίτι όπως και η χαλβαδοποιία, ανήκε σε όλους, πράγμα δύσκολο να χωρέσει στο μυαλό μου, γιατί ενώ εγώ είχα το ποδήλατό μου, τα μολύβια μου, τη γιαγιά μου, τον μπαμπά μου, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένα εργοστάσιο ή ένα σπίτι μπορεί να το ’χουν τόσοι πολλοί. “Ας όψονται αυτοί οι ληστές που θέλουν να κάνουν την πατρίδα μας λίμπα”. “Δε νομίζω πως είναι ληστές”, δυσφορούσε ο θείος Κωστάκης, “απλώς αντιλαμβάνονται διαφορετικά την ανάπτυξη της χώρας”. “Αυτό που σου λέω”, φούσκωνε ο άλλος θείος, ο Πλάτων, “αυτό ακριβώς θα πει ληστές”. Κακούργοι, άνομοι, σκυλοσπορά, αιμοδιψείς συνέχιζε να τους στολίζει τρώγοντας παγωμένα μούσμουλα.

Ο μπαμπάς έλεγε εμείς να κοιτάζουμε τη δουλειά μας, και αυτό ποτέ στην αρχή, του άφηνε να πάρουν φόρα, να περάσουν στα εντελώς προσωπικά τους, η γιαγιά σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ τα λαιμά τη, “απ’ τη μύτη θα μου το βγάλετε”, “αν δεν ήμουν εγώ”, “αχαΐρευτε”, “για τ’ όνομα του Θεού”, “σκατάς είσαι, να τι είσαι”, “ΜΗ, το παιδί”. Εγώ είχα ήδη καβαλήσει την αγαπημένη μου πόρτα και την κοπανούσα αγρίως, όχι γιατί δεν έβρισκα ενδιαφέρον στους καβγάδες τους, αλλά γιατί τους είχα μάθει προ πολλού απ’ έξω. Είχα πλουτίσει το λεξιλόγιό μου με χαρακτηρισμούς και φράσεις σπάνιες για το μυαλό μου όπως μπαταξής, αεριτζής, τόκος, κανόνι, η ζάχαρη ανεβαίνει, θα μας κάψει ο Σοφούλης και άλλες.

Η έκφραση που χαράχτηκε περισσότερο εκείνο τον καιρό στο κεφάλι μου ήταν αυτή που χρησιμοποίησε ο θείος Πλάτων, όταν αποπειράθηκαν κάτι μακρινά ξαδέρφια να του αποσπάσουν χρήματα για να μεταναστέψουν στον Καναδά. “Ορίστε μας, είπε το μεσημέρι, αφού διηγήθηκε όλο σύγχυση την περιπέτειά του, “μάθανε πως γαμιόμαστε, πλακώσανε κι οι γύφτοι”. Το χέρι του πατέρα ξεκόλλησε αστραπιαία απ’ το ποτήρι που κρατούσε και ήρθε να μου παγώσει μια ιδέα χαμόγελου, κρίνοντας τουλάχιστον αγενή την γκριμάτσα μου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα και με μπερδεμένα αισθήματα θεωρούσα τους γύφτους και τα μακρινά ξαδέρφια συνώνυμους, αν όχι συγγενείς.

Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους καβγάδες όταν ο μπαμπάς έβλεπε πως η ιαγιά κοκκίνιζε, γούρλωνε τα μάτια της χωρίς να μπορεί να βγάλει λέξη παρά μόνο μη, σσσσσ, αχ, ωχ και τέτοια, έλεγε “ελάτε, ελάτε τώρα, ας κοιτάζει ο καθένας τη δουλειά του”. Αυτές οι μάχες των ιδεών και των προσώπων εκόπαζαν πλήρως εκεί κάπου στον καφέ οπότε συνήθως μιλούσαν “χαλβά”. Έτσι έλεγε ο θείος Κωστάκης, κάνοντας τη σκαλιστή ράχη της καρέκλας να τρίζει, “λοιπόν, ας μιλήσουμε χαλβά”.

Εκείνο το απομεσήμερο με τη μυρουδιά της πρώτης βροχής ξεγλίστρησα απ’ το τραπέζι τη στιγμή που η γιαγιά τσίριζε ο Τσιγάντες, ο Τσιγάντες και ο θείος Πλάτων αναποδογύριζε μια πιατέλα κοκκινιστό κάνοντας μια αδέξια κίνηση συμβιβασμού των πνευμάτων. Στον κήπο τα τζιτζίκια, ο απόηχος της τραπεζαρίας, και πάνω απ’ όλα ο γλυκός βόμβος του αεροπλάνου. Με το μέτωπο κολλημένο στο βρεγμένο μέταλλο πάω κι έρχομαι κλοτσώντας και σπρώχνοντας την πόρτα προς τα πίσω. Ο θείος Πλάτων έχει καταφέρει να υψωθεί πάνω απ’ τις φωνές των άλλων και επιβάλλει τη σιωπή του λέγοντας τα κουκιά είναι μετρημένα όπως οι μέρες τους.

Παρατηρώ, σαν τον πολυβολητή του αεροπλάνου, το κλειστό φύλλο της πόρτας να με πλησιάζει και τα βρεγμένα αραβουργήματά της να μεγεθύνονται. Στριγγλίζει και τραντάζεται η βαριά πόρτα και το τρυφερό μουγκρητό του αεροπλάνου διαπερνά και κομματιάζει τ’ αυτιά μου κατεβαίνοντας βαθιά στο στομάχι μου. Νιώθω της καρδιάς μου το τίναγμα καθώς το αεροπλάνο, δεν ακούγεται τώρα τίποτ’ άλλο, βογκά κι αναταράζει τα μέσα μου και τα κομμάτια τους, σαν από ναυάγιο, ταρακουνιούνται και φτάνουν κυματιστά στις άκρες του κορμιού μου.

Οι στάλες της βρεγμένης πόρτας πλημμύρισαν τα μάτια μου και τα ’κλεισα. Αργότερα άλλα θα λέει η γιαγιά, άλλα ο μπαμπάς, άλλα ο ένας κι άλλα ο άλλος. Η γιαγιά έτρεχε προς τη μεριά μου φωνάζοντας “γιαβρή μου το χεράκι του”, και πως στεκόμουν μπροστά στην καγκελόπορτα ντούρος, αν και χλομός να κοιτάζω τα ματωμένα κομμάτια δέρματος. Ο μπαμπάς είπε “ανοησίες. Λιποθύμησε και τον κατεβάσαμε στο Πρώτω Βοηθειών”. Μια άλλη εκδοχή έλεγε πως μου βγήκε μια φωνή, σκούξιμο όχι αστεία, που ως και τα τζιτζίκια τρόμαξαν και προς στιγμήν σωπάσαν.

Αύγουστος 1977

  • Πρώτη δημοσίευση: ΤΡΑΜ/ΕΝΑ ΟΧΗΜΑ. Δεύτερη διαδρομή. Δέκατο τεύχος. Μάρτης 1978. Θεσσαλονίκη.

Ο ΕΡΓΕΝΗΣ, Δημήτρης Νόλλας: «Ο κατάδικος της αγάπης» | Τα βιβλία του  Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Ο Δημήτρης Α. Νόλλας γεννήθηκε το 1940 στην Αδριανή Δράμας από γονείς Ηπειρώτες. Η οικογένεια του εκτοπίστηκε από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1943. Σπούδασε στην Αθήνα και την Φρανκφούρτη νομικά και κοινωνιολογία, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του καθώς η χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης, απ’ την οποία αντλούσε το εισόδημά του, τον υποχρέωσε να οδηγηθεί αρκετά νωρίς στην βιοπάλη. Έκτοτε έζησε και εργάστηκε για μεγάλα διαστήματα στην πάλαι ποτέ Δ. Ευρώπη (1962-1975). Έγραψε και ραδιοσκηνοθέτησε παιδικές εκπομπές για το ραδιόφωνο και σκηνοθέτησε για την κρατική τηλεόραση ενημερωτικές εκπομπές (1975-97).
Δίδαξε τεχνική σεναρίου στο τμήμα επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου (1993-95). Στην δεκαετία του ’80 συνεργάστηκε σε σενάρια κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών με τους σκηνοθέτες Χατζή, Παναγιωτόπουλο, Αγγελόπουλο, Σμαραγδή, Λαμπρινό και Βούλγαρη. Μεταξύ 2004-2007 διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. (Πηγή: www.biblionet.gr)

Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή