Δυο Καναδές νοσοκόμες στη Λήμνο

by Times Newsroom 1

ΔΥΟ ΚΑΝΑΔΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΛΗΜΝΟ

και ένα ποίημα της Βέρα Μπρίτεν

Τη διετία 1915-16, το νησί και ειδικά ο κόλπος του Μούδρου απέκτησαν παγκόσμια φήμη και τα γεγονότα που συνέβαιναν εδώ, σχεδόν καθημερινά αναφέρονταν στις μεγάλες εφημερίδες του κόσμου. Η ιστορική εκείνη περίοδος επηρέασε τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και στις πέντε ηπείρους και είχε τη Λήμνο ως επίκεντρο. Στην εκστρατεία της Καλλίπολης, ενεπλάκησαν πάνω από 1.000.000 άνθρωποι προερχόμενοι από δεκάδες χώρες: αυτόχθονες Μαόρι και αγγλοσάξονες από τη Νέα Ζηλανδία, αυτόχθονες Αμπορίτζιναλ και ανέμελοι αγρότες από την Αυστραλία, ιθαγενείς από τα νησιά Κουκ, Σαμόα και Τόνγκα του Ειρηνικού, Ινδοί διαφόρων εθνοτήτων (Σιχ, Ταμίλ, Σριλανκέζοι, Ινδουιστές, Μουσουλμάνοι κλπ.) και Νεπαλέζοι, Αιγύπτιοι, Άραβες, Νοτιοαφρικανοί, Ροδεσιανοί, Άγγλοι, Ιρλανδοί, Σκοτσέζοι, Γάλλοι, Καναδοί, Έλληνες, Τούρκοι, Γερμανοί, Αυστριακοί μάχονταν για ένα κομμάτι γης της χερσονήσου της Καλλίπολης, και επί οκτώ μήνες γίνονταν βορά των όπλων.

Το αποτέλεσμα της αιματηρής αυτής πολεμικής αναμέτρησης υπήρξε ιδιαίτερα τραγικό σε ανθρώπινα θύματα. Στους οκτώ μήνες που διάρκεσε η εκστρατεία οι απώλειες (νεκροί και σοβαρά τραυματίες, ανάπηροι κλπ) ξεπέρασαν το μισό εκατομμύριο άνδρες: 300.000 Τούρκοι και 220.000 σύμμαχοι. Άλλοι 145.000 άνδρες ασθένησαν από τις κακουχίες. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών υπολογίζεται στους 98.000, που κατανέμονται ως εξής ανά εθνικότητα: 86.000 Τούρκοι, 21.000 Βρετανοί, 10.000 Γάλλοι, 8.700 Αυστραλοί, 2.700 Νεοζηλανδοί, 1.350 Ινδοί και 50 Καναδοί.

Υπάρχουν 31 συμμαχικά νεκροταφεία στη χερσόνησο της Καλλίπολης: έξι στο ακρωτήριο Έλλη, τέσσερα στη ακτή Σούβλα (Suvla Bay) και 21 στον όρμο Άνζακ  (Anzac Cove), όπου έχουν θαφτεί οι νεκροί των μαχών. Δυο συμμαχικά νεκροταφεία υπάρχουν και στη Λήμνο, στο Μούδρο και στο Πορτιανού, όπου έχουν θαφτεί όσοι από τους τραυματίες πέθαναν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους στο νησί. Υπάρχουν και κάποιοι μεμονωμένοι τάφοι, σε διάφορα μέρη, όπως του ποιητή Rupert Brooke που πέθανε εν πλω και θάφτηκε στη Σκύρο καθώς και πολλοί ανώνυμοι νεκροί χωρίς τάφο, είτε αγνοούμενοι των μαχών είτε επειδή πέθαναν εν πλω και ρίχτηκαν στη θάλασσα. Μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγεται ο κορυφαίος φυσικός επιστήμονας Χένρι Μόσλεϊ (Henry Moseley), που υπηρετούσε ως τηλεγραφητής και σκοτώθηκε από σφαίρα στις 10 Αυγούστου 1915 στην Καλλίπολη. Αν και χάθηκε μόνο 22 χρονών, είχε προλάβει να συνεισφέρει στην επιστήμη το νόμο των οκτάδων (ή νόμο του Μόσλεϊ) και την έννοια του ατομικού αριθμού των στοιχείων.

Καναδάς και Καλλίπολη

Θα προσεγγίσουμε την εποχή μέσα από την ιστορία δυο νοσοκόμων από τον Καναδά που πέθαναν στη Λήμνο το 1915, την οποία συνθέσαμε ερευνώντας τα ψηφιακά αρχεία του πανεπιστημίου Τρεντ του Καναδά (Trent University Archives). Στο συμμαχικό νεκροταφείο του Πορτιανού της Λήμνου ανάμεσα στους πολλούς τάφους των στρατιωτών που σκοτώθηκαν κατά την εκστρατεία της Καλλίπολης το 1915-16, υπάρχουν και δυο γυναικεία ονόματα. Πρόκειται για τους τάφους δύο Καναδών αδελφών νοσοκόμων, οι οποίες πέθαναν από επιδημία, υπηρετώντας στο καναδικό στρατιωτικό νοσοκομείο στη Λήμνο. Ψάχνοντας την ιστορία τους ανακαλύψαμε ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία για τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη εκείνη η παράλογη και τραγική, στην εξέλιξή της, επιχείρηση.

Στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ο Καναδάς δεν έστειλε στρατιωτικές μονάδες στη Μεσόγειο αλλά βοήθησε τις συμμαχικές δυνάμεις με πέντε ιατρικές μονάδες, που υπηρέτησαν υπό δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Δύο από αυτές τις μονάδες στάλθηκαν στη Λήμνο. Ήταν το 1ο και 3ο Καναδικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Canadian Stationary Hospital), τα οποία λειτούργησαν στο νησί της Λήμνου από τα μέσα Αυγούστου 1915 ως τις αρχές Φεβρουαρίου 1916, με σκοπό την περίθαλψη των τραυματιών από τις μάχες στην Καλλίπολη.

Οι σκηνές του Καναδικού νοσοκομείου στη Λήμνο

Νοσοκόμες και στρατιώτες έξω απ΄τις σκηνές

Το 1ο Καναδικό Νοσοκομείο είχε επιβιβαστεί στο πλοίο Delta και στις 14 Αυγούστου έπλευσε για Λήμνο, όπου αποβιβάστηκε με μαούνες στις δυτικές ακτές του κόλπου του Μούδρου, σε κάποια θέση μεταξύ των χωριών Καλλιθέας και Πορτιανού. Ως τις 23 Αυγούστου η κατασκήνωση του νοσοκομείου ήταν σε λειτουργία. Μέσα σε μια εβδομάδα πεντακόσιοι ασθενείς βρίσκονταν υπό θεραπεία για δυσεντερία. Το 1ο Νοσοκομείο έμεινε στη Λήμνο ως τις 31 Ιανουαρίου 1916, οπότε αναχώρησε με το πλοίο-νοσοκομείο Dover Castle και έφτασε στην Αλεξάνδρεια στις 2 Φεβρουαρίου.

Το προσωπικό του 3ου Καναδικού Νοσοκομείου έφτασε στο νησί σε δύο ομάδες. Οι αξιωματικοί και άλλοι βαθμοφόροι απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια στις 14 Αυγούστου 1915 με το πλοίο Afric και έφτασαν στο Μούδρο στις 16 Αυγούστου, ενώ οι αδελφές νοσοκόμες προωθήθηκαν την ίδια περίοδο με το πλοίο Delta. Κι αυτό το νοσοκομείο εγκαταστάθηκε στις δυτικές ακτές του κόλπου του Μούδρου, κοντά στο πρώτο, με ικανότητα 720 κλινών. Έμεινε στο νησί ως τις 6 Φεβρουαρίου 1916. Τότε το προσωπικό επιβιβάστηκε στο πλοίο Delta και επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια στις 8 του μηνός.

Στους πεντέμισι μήνες που εργάστηκε στο νησί το προσωπικό των δύο καναδικών νοσοκομείων υπέφερε τα πάνδεινα. Όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής, η κυριότερη αιτία γι’ αυτό ήταν οι ανεπαρκείς, καθυστερημένες ή αντιφατικές εντολές του Γραφείου Πολέμου που κατεύθυναν την όλη μετακίνηση, όπως φάνηκε άλλωστε από τα γεγονότα ευθύς εξαρχής. Η ίδια η θέση που είχε καθοριστεί να εγκατασταθούν αυτά τα νοσοκομεία είχε καταληφθεί από ένα στρατόπεδο Αιγυπτίων εργατών και ο χώρος που τους αναλογούσε ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Δεν υπήρχε καμία εγκατάσταση υγιεινής, ούτε καν κάδοι απορριμμάτων. Οι προμήθειες νερού ήταν ανεπαρκείς και εξαρτιόνταν από ένα δανεισμένο κάρο, το οποίο μετέφερε καθημερινά λιγοστές ποσότητες από μακρινές πηγές. Αποθήκες προμηθειών δεν υπήρχαν στη στεριά. Οι προμήθειες βρίσκονταν πάνω σε ένα πλοίο στον όρμο, το οποίο ήταν προσβάσιμο μόνο εφόσον ο καιρός ήταν καλός. Το αποτέλεσμα ήταν το φαγητό να είναι λιγοστό και ακατάλληλο για το προσωπικό, και πολύ περισσότερο ακατάλληλο για τους ασθενείς. Σκόνη και μύγες συμπλήρωναν την ταλαιπωρία. Τα νοσοκομεία βρίσκονταν σε απόσταση έξι ωρών από τη βάση του Μούδρου και η επικοινωνία γινόταν μέσω της συχνά φουρτουνιασμένης θάλασσας του κόλπου.

Η αθλιότητα που βίωνε το προσωπικό και τα βάσανα των ασθενών ήταν απερίγραπτα και οι αναφορές της εποχής τα συγκρίνουν με τα γεγονότα των ημερών του Κριμαϊκού πολέμου, που είχε γίνει μισό αιώνα νωρίτερα. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να μην μπορούν να προσφέρουν βοήθεια σε ασθενείς και τραυματίες αλλά ήδη από το Σεπτέμβριο το 95% του προσωπικού του νοσοκομείου να ασθενήσει, κυρίως από δυσεντερία, και να αδρανοποιηθεί. Παράλληλα, υπήρχε πλήθος περιπτώσεων ανδρών με μολυσματικές νόσους που έρχονταν από την Καλλίπολη.

Οι αδελφές νοσοκόμες βρίσκονταν σε αδυναμία. Οι ίδιες ήταν άρρωστες ενώ ένα πλήθος ασθενών ανέμενε στο νοσοκομείο να το υπηρετήσουν. Ο επικεφαλής αξιωματικός του 1ου Νοσοκομείου και αρκετοί από το επιτελείο είχαν αρρωστήσει και είχαν σταλεί στην Αγγλία για ανάρρωση. Ως την 1η Σεπτεμβρίου η επιδημία είχε γενικευτεί. Υπήρχαν 600 περιστατικά στη φρουρά. Ως τότε υπήρχε μόνο μία υδροφόρα μεταφοράς νερού ενώ μια προσπάθεια για διάνοιξη πηγαδιού είχε αποτύχει. Στο ημερολόγιο της κατασκήνωσης περιγράφονται παραστατικά οι άθλιες συνθήκες. Είναι χαρακτηριστική η καταγραφή της 8ης Σεπτεμβρίου:

«Η αρρώστια έχει κυριαρχήσει στους αξιωματικούς, στις αδελφές νοσοκόμες και στους άνδρες. Οι μύγες αφθονούν υπερβολικά, όπως και η σκόνη. Οι λιγοστές προμήθειες φαγητού χειροτερεύουν την κατάσταση».

Το φθινόπωρο η κατάσταση χειροτέρεψε. Έπεσαν δυνατές βροχές και οι σκηνές πλημμύρισαν. Παράλληλα, από τις αρχές Οκτωβρίου υπήρξε αύξηση των περιστατικών από την Καλλίπολη, ανδρών προσβεβλημένων από έναν πιο ανθεκτικό τύπο μικροβίου δυσεντερίας, κατά 80% του τύπου της αμοιβάδας. Το Νοέμβριο, η απουσία φρέσκων λαχανικών και η συνεχιζόμενη προσφορά προμαγειρεμένων τροφίμων, άρχισε να προκαλεί συμπτώματα σκορβούτου στο στράτευμα και επιπλέον εμφανίστηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις της πιο σοβαρής ασθένειας «μπέρι-μπέρι». Στο τέλος του μηνός αυτού μια περίοδος με δριμύ κρύο, με χιόνι και βροχή χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Το αποτέλεσμα ήταν σε μια βδομάδα να έρθουν από τη χερσόνησο της Καλλίπολης 400 περιστατικά με κρυοπαγήματα. Δώδεκα από αυτά ήταν τόσο σοβαρά ώστε διατάχτηκε το κόψιμο του ποδιού του ασθενούς. Προς το τέλος του έτους, καθώς προετοιμαζόταν η εκκένωση της ακτής Suvla Bay της χερσονήσου της Καλλίπολης, ήρθαν διαταγές το νοσοκομείο να επεκταθεί σε χίλιες κλίνες.

Το έργο των αδελφών νοσοκόμων ήταν πραγματικά ηρωικό. Εκτός από το μεγάλο πλήθος ασθενών που νοσηλεύτηκαν στην κατασκήνωση, οι νοσοκόμες καλούνταν συχνά να περιθάλψουν και περιστατικά στα στρατόπεδα. Μόνο το 1ο Νοσοκομείο αντιμετώπισε 6.300 τέτοιες περιπτώσεις μεταξύ 23ης Αυγούστου και 31ης Ιανουαρίου 1916, που έμεινε στο νησί.

  Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τις
δύο Καναδές νοσοκόμες, 17 Απριλίου 2015

Μαρτυρίες για τις δυο νεκρές νοσοκόμες

Χαρακτηριστικές των συνθηκών που αντιμετώπισαν είναι οι μαρτυρίες τριών Καναδών νοσοκόμων, της Laura Gamble (Λάουρα Γκαμπλ), της Anne E. Ross (Αν Ρος) και της Helen Fowlds (Έλεν Φόουλντς) που βρέθηκαν στη Λήμνο εκείνη την περίοδο.

Η Laura Gamble γεννήθηκε στο Γουέικφιλντ (Wakefield) του Κεμπέκ στις 4 Σεπτεμβρίου 1887. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο το 1910 και στις 4 Μαΐου 1915 τοποθετήθηκε στο 4ο Καναδικό Γενικό Νοσοκομείο της πόλης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε κυρίως σε πλωτό νοσοκομείο στη Μεσόγειο, στη Μάλτα και στη Θεσσαλονίκη. Το 1920 τιμήθηκε με το Μετάλλιο της Νίκης (Victory Medal), για τις διακεκριμένες υπηρεσίες της κατά την περίοδο του πολέμου. Κατά τη διάρκεια της θητείας της κρατούσε ημερολόγιο, το οποίο σώζεται στα καναδικά αρχεία. Σε αυτό περιγράφει κυρίως την κοινωνική πλευρά της ζωής με τις συναδέλφους της, αλλά υπάρχουν επίσης περιγραφές των νοσοκομείων στα οποία εργάστηκε, μεταξύ των οποίων και αναφορές για τη Λήμνο, την οποία είχε προσεγγίσει με το πλωτό νοσοκομείο. Τα αποσπάσματα από το ημερολόγιό της που αφορούν στη Λήμνο είναι τα εξής:

«Το πρωί της 18ης (Οκτωβρίου 1915) φύγαμε από το Fenchurch Station για το Tilbury Docks, όπου επιβιβαστήκαμε στο πλοίο R.M.S. Kildonan Castle με προορισμό το νησί Λήμνος. Στις 28 Οκτωβρίου 1915 φτάσαμε στο λιμάνι στη Λήμνο, με θέα το Μούδρο. Στο λιμάνι βρίσκονται πάρα πολλά πολεμικά πλοία. Στην πραγματικότητα το λιμάνι χρησιμοποιείται κυρίως για τον αγγλικό στόλο σε τούτη την περιοχή του κόσμου».

Το ίδιο βράδυ γράφει ότι έλαβε διαταγές να ηγηθεί αμέσως αποστολής στη χερσόνησο της Καλλίπολης για να παραλάβει έναν αριθμό ασθενών και τραυματιών:

«Το επόμενο πρωινό φτάσαμε ενωρίς, ακριβώς στην καρδιά των γεγονότων. Είχαμε θαυμάσια θέα του Chocolate Hill (λόφος στη Suvla Bay στη δυτική ακτή της Καλλίπολης), των τάφρων, των χαρακωμάτων και των μεγάλων πυροβόλων. Πυροβολούσαν από τη θάλασσα και είδαμε τις πελώριες εκρήξεις από τις βόμβες, τους μύδρους, τα αεροπλάνα ενώ οι κρότοι των μεγάλων κανονιών μας δημιουργούσαν ανησυχία. Τη νύχτα οι προβολείς ανίχνευσης ήταν σε συνεχή λειτουργία αλλά εμείς παραλάβαμε περίπου 600 ασθενείς».

Στη συνέχεια αναφέρει ότι μεταξύ αυτών είχαν αρκετούς θανάτους στο πλοίο ενώ βρίσκονταν στο λιμάνι της Λήμνου. Στις 17 Νοεμβρίου 1915 έλαβε επιστολή να συνεχίσουν προς Θεσσαλονίκη και να συναντήσουν το 4ο Καναδικό Γενικό Νοσοκομείο. Μαζί με τις άλλες ταλαιπωρίες, αναφέρει τις αεροπορικές επιδρομές και τους βομβαρδισμούς:

«Είχαμε άλλη μία αεροπορική επιδρομή. Αυτή τη φορά οι βόμβες έπεσαν όλες γύρω μας. Όλες, άλλη περισσότερο κι άλλη λιγότερο, ήμασταν τρομοκρατημένες και πραγματικά δεν μπορεί να ξεχαστεί εύκολα το τρομακτικό σφύριγμα εκείνων των βομβών… Έπειτα από αυτή την επιδρομή, ομάδες στάλθηκαν να σκάψουν καταφύγια για τις αδελφές ώστε να μείνουν απρόσβλητες από τις βόμβες.»

Η Λάουρα Γκαμπλ γράφει για τους ασθενείς της με σεβασμό και συμπάθεια, αν και μόνο λίγοι από αυτούς αναφέρονται στο ημερολόγιό της:

«Η σύζυγός του μου έγραψε αρκετές φορές και έστειλε μια ανθοδέσμη για τον τάφο του… Ήμασταν πολύ απασχολημένες στο νοσοκομείο, 1300 ασθενείς. Εντερίτιδα, δυσεντερία, ελονοσία. Είχαμε ένα θάνατο από δυσεντερία στη φρουρά αξιωματικών».

Επίσης, στο ημερολόγιό της έχει προσθέσει αντίγραφα νεκρολογιών, συλλυπητήριες επιστολές και άρθρα τα οποία την αναφέρουν.

Καναδές νοσοκόμες με πρώτη την Ann Ross πηγαίνουν άνθη στο Συμμαχικό Νεκροταφείο Πορτιανού Λήμνου

Η Anne E. Ross γεννήθηκε το 1890 στο Κίνγκστον του Οντάριο, φοίτησε στο Lady Stanley Institute της Οτάβα, το μεταγενέστερο Ottawa Civic Hospital Nursing School, έκανε τη βασική εκπαίδευση στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Κεμπέκ και στάλθηκε να υπηρετήσει εκτός Καναδά, στο 3ο Canadian Stationary Hospital και στο νοσοκομείο του καναδικού Ερυθρού Σταυρού. Μετά από μικρή περίοδο στην Αγγλία, στα τέλη Αυγούστου 1915 ήρθε στη Λήμνο για τη νοσηλεία στρατιωτών από την επιχείρηση των Δαρδανελίων. Εκεί προσβλήθηκε από δυσεντερία και έπειτα από ένα διάστημα ανάρρωσης στην Αγγλία, στάλθηκε να επιμεληθεί τραυματιών στη Γαλλία. Στα καναδικά αρχεία σώζεται μια έκθεση 14 σελίδων της Αν Ρος, στην οποία περιγράφει τις υπηρεσίες της ως αδελφή νοσοκόμα, κυρίως στη Λήμνο. Γράφει ανάμεσα σε άλλα:

«Χαρακτηριστικό στοιχείο της έλλειψης προπαρασκευής της επιχείρησης στην Καλλίπολη, ήταν ότι δεν είχαν κατασκευαστεί καθόλου εγκαταστάσεις υγιεινής για τις καναδικές μονάδες πριν αφιχθούν (στη Λήμνο). Κάθε νοσοκομείο εξαρτιόταν για το νερό του από ένα και μοναδικό κάρο, το οποίο μετέφερε καθημερινά μια πολύ περιορισμένη προμήθεια (νερού) από σημαντική απόσταση. Κατά τους πρώτους δύο μήνες, μέχρι οι μηχανικοί να ανοίξουν πηγάδια επί τόπου, η μέση αναλογία νερού για πλύσιμο ήταν ένα τέταρτο του γαλονιού (one quart) την ημέρα (δηλαδή 1,14 λίτρα)! Το φαγητό ήταν σπάνιο και κακής ποιότητας, συχνά ακατάλληλο για τη διατροφή των ασθενών».

Και συνεχίζει:

«Σπάνια πίναμε νερό, ώσπου οι μηχανικοί (Royal Engineers) τοποθέτησαν ένα σύστημα φίλτρων. Τα γεύματά μας ήταν φτωχά, διότι δύσκολα έρχονταν προμήθειες, και τα πλοία που έρχονταν στο Μούδρο δεν είχαν εντολές να μας πουλούν προμήθειες… Οι ασθενείς μας προέρχονταν από τα Δαρδανέλια. Με δυσεντερία και τραυματισμούς. Το προσωπικό μας άρχισε να ασθενεί με αμοιβαδική δυσεντερία. Ασθένησαν η προϊσταμένη, δυο αδελφές νοσοκόμες και άλλοι. Τελικά, η προϊσταμένη και η μία αδελφή νοσοκόμα απεβίωσαν».

Η ίδια η Anne E. Ross έπεσε θύμα της αμοιβαδικής δυσεντερίας και στάλθηκε στην Αγγλία το Δεκέμβριο για ανάρρωση. Στις 6 Φεβρουαρίου 1916 ανέλαβε υπηρεσία στο Taplow, στη νότια Αγγλία, στον καναδικό Ερυθρό Σταυρό. Οι δύο συνάδελφοί της που αναφέρει ότι απεβίωσαν βρίσκονται θαμμένες στο Συμμαχικό Νεκροταφείο του Πορτιανού. Ήταν η Mary Frances Munro και η Jessie Brown Jaggard.

Nursing Sister M.F.E. Munro Can. Army Medical Corps, 7 Sept. 1915 Συμμαχικό Νεκροταφείο Πορτιανού Λήμνου

Τα στοιχεία της πρώτης νεκρής Καναδής νοσοκόμας είναι τα εξής:

Nursing Sister Μ.F.EMunro, απεβίωσε στις 7 Σεπτεμβρίου 1915 (μνήμα V.D. 176). Η επιτύμβια στήλη της δεν φέρει επίγραμμα. Σύμφωνα με τα αρχεία της Commonwealth War Graves Commission πρόκειται για την αδελφή νοσοκόμα Miss Mary Frances Munro, η οποία φέρεται να είναι η πρώτη νεκρή Καναδή νοσοκόμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Ήταν ανύπαντρη, περίπου 50 ετών, σύμφωνα με μαρτυρία μιας άλλης συναδέλφου της, της Helen Fowlds (Έλεν Φόουλντς).

Η Helen Lauder Fowlds γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1889 στην πόλη Hastings του Οντάριο. Ήταν θυγατέρα του Frederick W. Fowlds και της Elizabeth Sutherland και είχε δυο μικρότερους αδερφούς, τον Don (1891-1918) που σκοτώθηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και τον Eric (1893-;), που υπηρέτησε ως μηχανικός στο γαλλικό μέτωπο και επιβίωσε του πολέμου. Η Ελεν εκπαιδεύτηκε ως νοσοκόμα στο Grace Hospital του Τορόντο λίγο πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο 1ο Καναδικό νοσοκομείο κι έφτασε στη Λήμνο με το πλωτό νοσοκομείο Delta. Υπηρέτησε στη Λήμνο από τα μέσα Αυγούστου 1915 ως τις 31 Ιανουαρίου 1916 που έφυγε για το Κάιρο. Στη συνέχεια υπηρέτησε στη Θεσσαλονίκη και στη Μάλτα πριν επιστρέψει στην Αγγλία. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της κρατούσε ημερολόγιο με σημειώσεις. Σε αυτό, μεταξύ άλλων, περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της συναδέλφου της και συμπατριώτισσάς της, Mary Frances Munro, την κηδεία της και δίνει στοιχεία για την προσωπικότητά της:

«Η πρώτη μας κηδεία

Η δεσποινίς (Miss) Munroe του 3ου (νοσοκομείου) πέθανε το δειλινό της 7ης Σεπτεμβρίου. Είχε προσβληθεί σοβαρά από δυσεντερία και στην αδύναμη κατάσταση που βρισκόταν μια παλιά καρδιακή ανωμαλία ενεργοποιήθηκε ξανά και τελικά αυτή ήταν η αιτία του θανάτου της. Η κυρία (Mrs.) Bell ασχολήθηκε αποκλειστικά μαζί της στα τελευταία της και την ημέρα της κηδείας φαινόταν χαμένη στον κόσμο της. Είχαν μια μεγάλη ινδιάνικη (ή ινδική: Indian) σκηνή για τις άρρωστες νοσοκόμες και πρόσφεραν στη Miss Munroe κάθε δυνατή προσοχή. Ένας ειδικός (ιατρός) που την εξέτασε την προηγούμενη ημέρα απέκλεισε κάθε ελπίδα, παρόλο που επειδή είχε επιζήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας είχαν μια ελπίδα για κάποια μεταβολή. Ήταν μια γυναίκα περίπου 50 ετών, πολύ δυναμική στην δουλειά και μόλις στήθηκαν οι σκηνές, έπεσε με τα μούτρα στην οργάνωση του τομέα της, χωρίς ανάπαυση. Ήταν εξαιρετική γυναίκα και μεγάλη απώλεια για τη μονάδα. Είχα συζητήσει μαζί της για μια μελλοντική συνεργασία, γνωρίζοντάς την μέσω της κυρίας Bell, και ήταν γεμάτη ενθουσιασμό.

Φύγαμε κατά τις 2 (τα ξημερώματα) καθώς η κηδεία ήταν προγραμματισμένη για το επόμενο απόγευμα. Επικρατούσε παραφροσύνη! Η κυρία Jaegert είχε σχεδόν τρελαθεί, μισοάρρωστη η ίδια, αλλά έδωσε λεπτομερείς εντολές και σκεφτόταν κάθε λεπτομέρεια (σημ. πρόκειται για την προϊσταμένη νοσοκόμα Jessie Jaggard, η οποία απεβίωσε δυο βδομάδες αργότερα). Οι αξιωματικοί είχαν φτιάξει ένα φέρετρο και το είχαν σκεπάσει με μαύρο βαμβακερό ύφασμα. Στο επάνω μέρος είχαν χαράξει με κιμωλία έναν λευκό σταυρό. Ήταν τραχύ και πολύ λιτό αλλά ήταν το καλύτερο εφικτό. Έκλεισαν την κάσα ενωρίς το πρωί και ήταν ευχαριστημένοι να την θυμούνται όπως την είχαν γνωρίσει στο πλοίο. Έγινε ό,τι ήταν δυνατό να παρηγορήσει τα αισθήματα των υπολοίπων και αυτή ήταν μια συνετή ενέργεια, διότι όλες ήταν σε κατάσταση σχεδόν υστερική και ήταν πολύ πιεστικές ασκώντας κριτική στην Miss Saunders.

Πήραμε όλοι τις θέσεις μας στο συσσίτιο (στο χώρο συσσιτίου) των Αδελφών, που είχε ετοιμαστεί εσπευσμένα. Οι πάγκοι είχαν καλυφθεί με στρατιωτικές κουβέρτες και στο κέντρο υπήρχε ένα τραπέζι σκεπασμένο με ένα σεντόνι. Οι  αξιωματικοί έφεραν τη σωρό και, μολονότι γνωρίζαμε ότι δεν ήταν συνετό να αφήσουμε τα συναισθήματά μας να εκδηλωθούν, η θέα του σκούφου της και της ζώνης της στην κορυφή της σημαίας αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή του πάθους. Ο πάστορας ήταν ένας μεγαλόσωμος, άνδρας με φαβορίτες, ο οποίος προσπάθησε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του στο οδυνηρό καθήκον. Διάβασε βιαστικά τη λειτουργία και τελείωσαν όλα εξαιρετικά γρήγορα Είχε πολύ αδύναμη φωνή και ήταν ακατανόητος αλλά ίσως έτσι ήταν καλύτερα για τις υπόλοιπες κοπέλες, των οποίων τα νεύρα ήταν τεντωμένα. Δεν μας συγκίνησε παραπάνω από ότι θα μας συγκινούσε αν μας έδινε πληροφορίες για τον καιρό. Ήμασταν όλες μαζί στο ένα άκρο της συνάθροισης ενώ οι αξιωματικοί ήταν στο άλλο μαζί με εκπροσώπους του επιτελείου και διαφόρων περιφερειακών μονάδων. Μετά τη λειτουργία υπήρξε μια καθυστέρηση ως την επιβίβαση στα μεταφορικά μέσα. Ως  εκείνη την ώρα η Miss Askin έκλαιγε σαν μωρό και όλοι αισθανόμαστε σαν ξένοι, μιας και δεν μπορούσαμε να νιώσουμε όπως αυτή. Τελικά, έφτασαν τα μεταφορικά μέσα, συρόμενα από μουλάρια με καβαλάρηδες και ακολούθησαν την κορυφή της πορείας με τις φωτιές καθώς ένας οπλίτης είχε πεθάνει στο νοσοκομείο κι έπρεπε να θαφτεί την ίδια ώρα. [Λογικά, πρόκειται για τον trooper (ιππέα) Alexander Henry Bowie της Auckland Mounted Rifles (μονάδας έφιππων οπλιτών του Όκλαντ) από τη Νέα Ζηλανδία, που υπέκυψε στα τραύματά του στις 8 Σεπτεμβρίου 1915 σε ηλικία 28 ετών και το μνήμα του στο Πορτιανού είναι το IV. C. 254].

Οι τάφοι των δύο νοσοκόμων το 1915 Συμμαχικό Νεκροταφείο Πορτιανού Λήμνου

Όλες στεκόμασταν έξω καθώς κανονίζονταν τα σχετικά με τη μεταφορά. Έπειτα ένας στρατιώτης έφερε από το όχημα νο 3 άνδρες που βρίσκονταν μέσα στα οχήματα κι ακολούθησαν οι αξιωματικοί. Νωρίτερα είχε κανονιστεί ότι δεν θα πήγαιναν οι αδερφές ως τον τάφο και μάλλον ήταν συνετή απόφαση αλλά ήταν άσχημο να τις βλέπεις να αποχωρούν χωρίς συνοδεία. Στη Γαλλία, όλες οι Βρετανίδες αδερφές στη Βουλόνη (Boulogne) απεβίωσαν, όταν οι συνάδελφοί τους πέθαναν στο Wimereux. Αλλά εφόσον αυτές (του 3ου νοσοκομείου) δεν πήγαν, δεν μπορούσαμε να πάμε ούτε εμείς (η Έλεν υπηρετούσε στο 1ο νοσοκομείο).

Ήταν μια από τις πιο ζεστές ημέρες που είχαμε και η σκόνη σχημάτιζε σύννεφα. Καθώς η μικρή πομπή χανόταν πίσω από το λόφο τότε ξεκινήσαμε εμείς και την παρακολουθούσαμε μέχρις ότου διέσχισε το ποτάμι. Ήταν ασφαλώς ένα θλιβερό θέαμα και τρομερά οδυνηρό για τους δικούς της να την οδηγούν νεκρή εκεί πέρα. Πόσο έρημος (μακρινός) τόπος για να θαφτεί μια γυναίκα και πόσο διαφορετικά από ό,τι θα συνέβαινε στην πατρίδα της. Το βρώμικο, σκληρό όχημα, με τα μισά ατίθασα μουλάρια να χρειάζονται το μαστίγιο κάθε λίγα μέτρα για να παραμένουν σε μια τάξη, το λευκό καπέλο (της νοσοκόμας) να φουσκώνει από τον άνεμο, ο δύστυχος νεαρός οπλίτης στο επόμενο όχημα με τα σκαπανικά εργαλεία, που δεν είχαν προσπαθήσει να τα καλύψουν, «η αλγεινή πομπή των οδοιπόρων και η σκόνη και η δυσωδία και η φθορά», τα εκατομμύρια μύγες, η ομάδα των σαλπιγκτών που συνόδευαν την πομπή από μακριά, όλοι τρομερά σοκαρισμένοι, έπαιρναν κουράγιο ο ένας από τον άλλο. Ήταν ένα τόσο απόλυτο γεγονός, μια στρατιωτική, αυστηρά υπηρεσιακή διαδικασία.

Κάπου, κατά μήκος της κοιλάδας, υπήρχε το νεκροταφείο και αργά το απόγευμα ακούσαμε τους πυροβολισμούς του αποχαιρετισμού και την «Τελευταία Κατοικία» (“Last Post”, επιτύμβιο σάλπισμα). (Το σάλπισμα αυτό) με επηρέασε τρομερά και έκτοτε κάθε βράδυ, όταν σαλπίζουν για το σιωπητήριο (“Lights out”) σε όλες τις γύρω κατασκηνώσεις, νομίζω πως είναι εκείνο το επιτύμβιο σάλπισμα (“Last Post”) που απλώνεται σαν θρήνος σε όλη την κοιλάδα. Φυσικά, είναι μόνο το σιωπητήριο αλλά το ξημέρωμα φαντάζει να είναι τόσο μακρινό».

Marton J.B. Jaggard Can. Army Medical Corps, Sept. 1915, Age 44 “What I aspired to be and was not, comforts me” Συμμαχικό Νεκροταφείο Πορτιανού Λήμνου

Η δεύτερη νεκρή Καναδή νοσοκόμα που πέθανε και θάφτηκε στο Πορτιανού ήταν προϊσταμένη (matron) με τα εξής στοιχεία:

Matron J.BJaggard, απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1915 (μνήμα V.D. 177). Στην επιτύμβια στήλη της αναγράφεται: «What I Aspired To Be And Was Not, Comforts Me» (Ό,τι φιλοδοξούσα να γίνω και δεν έγινα, με ανακουφίζει). Σύμφωνα με τα αρχεία της Commonwealth War Graves Commission πρόκειται για την προϊσταμένη νοσοκόμα Jessie Brown Jaggard, 44 ετών, θυγατέρα του John Lothrop Brown και της Elizabeth Whidden Brown. Ήταν σύζυγος του Herbert A. Jaggard από την πόλη Elmira της πολιτείας της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ.

Το ποίημα της Βέρα Μπρίτεν για τις νεκρές νοσοκόμες

Τους δύο θανάτους, της αδελφής νοσοκόμας Mary Frances Munro και της προϊσταμένης Jessie Jaggard, πληροφορήθηκε η βρετανίδα λογοτέχνης, φεμινίστρια και οπαδός της ειρήνης Vera Mary Brittain (1893-1970) και τους αφιέρωσε ένα ποίημα. Η Μπρίτεν υπηρέτησε ως αδελφή νοσοκόμα κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και επισκέφτηκε τη Λήμνο με το πλωτό νοσοκομείο Britannic (Βρετανικός) στις αρχές Οκτωβρίου 1916.

Ο Βρετανικός ήταν δίδυμο πλοίο με τον πασίγνωστο Τιτανικό. Eίχε ναυπηγηθεί στο ίδιο ναυπηγείο με αυτόν, σε λίγο μεγαλύτερες διαστάσεις, γι’ αυτό η εταιρία φιλοδοξούσε αρχικά να το ονομάσει Gigantic (Γιγάντιο). Όμως, το ναυάγιο του Τιτανικού έκανε τους αρμόδιους να αναπροσαρμόσουν τις σκέψεις τους στο λιγότερο υπερφίαλο όνομα Βρετανικός. Το πλοίο δεν πρόλαβε να κάνει κανένα ειρηνικό δρομολόγιο, αφού ξέσπασε ο πόλεμος και το Νοέμβριο του 1915 επιτάχθηκε από το πολεμικό ναυτικό για να χρησιμοποιηθεί ως πλωτό νοσοκομείο. Έκανε πέντε ταξίδια προς τα λιμάνια της Μέσης Ανατολής, μεταξύ άλλων και στο Μούδρο, από όπου παραλάμβανε τραυματίες και ασθενείς και τους μετέφερε στην Αγγλία.

H Vera Mary Brittain

Η Βέρα Μπρίτεν επιβιβάστηκε μαζί με μια ομάδα νοσοκόμων στον Βρετανικό, στις 23 Σεπτεμβρίου 1916 στο Σαουθάμπτον, στο προτελευταίο ταξίδι του προς τη Λήμνο. Περίπου δέκα μέρες αργότερα, στις 2 ή 3 Οκτωβρίου το πρωί, το πλοίο προσέγγισε για τελευταία φορά τον κόλπο του Μούδρου. Το ίδιο βράδυ η Μπρίτεν και η μονάδα της μετεπιβιβάστηκαν στο νοσοκομειακό πλοίο Galeka κι έφυγαν για τη Μάλτα. Ο Βρετανικός έφυγε από το Μούδρο λίγες μέρες αργότερα. Στο επόμενο ταξίδι του ναυάγησε και βυθίστηκε κοντά στην Κέα, στις 21 Νοεμβρίου 1916, ενώ ταξίδευε προς τη Λήμνο για να παραλάβει κι άλλους τραυματίες. Οι περισσότεροι επιβάτες του πρόλαβαν να το εγκαταλείψουν και σώθηκαν από ψαράδες της Κέας. Το κουφάρι του πλοίου κείται μέχρι σήμερα στο βυθό του Αιγαίου.

 Στο βιβλίο της “Tastement of Youth” και στο κεφάλαιο VII που έχει τίτλο “Tawny Island” (Ηλιοκαμένο νησί) η Βέρα Μπρίτεν περιγράφει το ταξίδι της αυτό με πολλές λεπτομέρειες. Η σύντομη επίσκεψή της στον κόλπο του Μούδρου τής άφησε έντονες εικόνες και συναισθήματα, που την επηρέασαν στη σύνθεση του ποιήματος. Να πώς περιγράφει τις εντυπώσεις της από το νησί (σελ. 298-299):

«Εννιά ώρες αργότερα ήμασταν αγκυροβολημένοι στο λιμάνι του Μούδρου, περιμένοντας το μεταφορικό πλοιάριο. Ποτέ ως τώρα δεν είχα αντικρίσει τόσα πολλά πλεούμενα όλων των κατηγοριών, τεράστια και μικροσκοπικά, παλιά και καινούργια, βρετανικά και γαλλικά και ανατολίτικα. Τα νοσοκομειακά πλοία φιγουράριζαν κατάλευκα και τεράστια πάνω από μικρά μαύρα μεταφορικά πλοιάρια που διέσχιζαν αθόρυβα τη Μεσόγειο να βρουν καταφύγιο στις εισόδους των φαρδιών ποταμών. Βαριά μεγάλα θωρηκτά στέκονταν πλάι-πλάι σε μικρά ιστιοφόρα, με αρχαιοπρεπή ξάρτια τόσο εντυπωσιακά ώστε έμοιαζαν να μην ανήκουν στους ανατολίτες (Levantines) κατοίκους του ερειπωμένου χωριού της αριστερής ακτής (μάλλον εννοεί κάποιες ερειπωμένες μάντρες, διότι αριστερά στον εισερχόμενο στον κόλπο του Μούδρου υπήρχαν διάφορα χωριά: Τσιμάνδρια, Πορτιανού, Πεσπέραγο, Σαρπί, τα οποία δεν ήταν ερειπωμένα) αλλά σαν να ήταν τα αρχαία όμορφα πλοία των Ελλήνων που περίμεναν τον περσικό στόλο.

Πέρα από τους καταυλισμούς και τις φτωχικές καλύβες των ψαράδων, διαδοχικές σειρές άγριων λόφων κύκλωναν το πλήθος των πλοίων μέσα σε ένα χαμένο, άγνωστο κόσμο. Πάνω από αυτούς τους λόφους οι μακρινές κορφές της Σαμοθράκης φάνταζαν πυρπολημένες στις φλόγες του ηλιοβασιλέματος. Μακριά στα δεξιά ένα κωνικό βουνό υψωνόταν σκοτεινό σε αντίθεση με τις μαγευτικές κόκκινες ανταύγειες του δυτικού ουρανού. Μια από τις αδελφές νοσοκόμες μου είπε ότι εκείνο το βουνό ήταν το Achi Baba (ή Alçi Tepe: ύψωμα της χερσονήσου της Καλλίπολης, που αποτέλεσε την κυριότερη αμυντική θέση των οθωμανικών δυνάμεων), ένα επιβλητικό μνημείο της χαμένης γενναιότητας που σπαταλήθηκε στα Δαρδανέλια. «Μου προκάλεσε», σημείωσα στο ημερολόγιό μου, «ένα αλλόκοτο συναίσθημα να βρίσκομαι τόσο κοντά, τόσο πολύ κοντά, σε αυτή την τρομερή, άγνωστη από κάθε άποψη, χώρα στις γυναίκες – την πιο άγνωστη από όλες τις άγνωστες αυτού του πολέμου».

O “Βρετανικός”, δίδυμο πλοίο με τον Τιτανικό και ως πλοίο-νοσοκομείο

Όλο το απόγευμα και το δειλινό στεκόμουν ακίνητη στο κατάστρωμα, ατενίζοντας με έκσταση εκείνο το μοναδικό κόλπο της Λήμνου μέσα στην τόση ερημιά του Αιγαίου. Από αυτό το λιμάνι, καθώς έγραφε τότε ο John Masefield (1878-1967: Άγγλος πεζογράφος και ποιητής), οι άνδρες πάνω στις μεταφορικές ακάτους για την Καλλίπολη πήγαιναν «σαν βασιλιάδες σε πομπή προς τον αναπόφευκτο θάνατο»….

… Το ίδιο βράδυ μετεπιβιβαστήκαμε σε ένα άλλο νοσοκομειακό πλοίο, το μικρό Galeka της Union Castle Line (εταιρία που είχε τις επιβατικές γραμμές μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής από το 1900 ως το 1977) και με την κάλυψη του σκότους γλιστρήσαμε ήσυχα έξω από το λιμάνι. Πάνω από τα κεφάλια μας, στον βαθυγάλαζο ουρανό, έλαμπε η τεράστια παλέτα των αστεριών, τα οποία φάνταζαν πιο μεγάλα και πιο κοντά από ότι φαίνονταν στο Μπάξτον (Buxton), στην Οξφόρδη ή στο Κάμπεργουελ (Camberwell). Ήταν τυχερό μας που υπήρχαν τα αστέρια να δίνουν μια έξοχη φωταψία στην περιπέτειά μας, διότι τα νέα μας καταλύματα μάς γέμισαν με θλίψη, σε αντίθεση με την υπερβολική πολυτέλεια του Βρετανικού».

Κατά τη σύντομη παραμονή της στο λιμάνι του Μούδρου η Βέρα Μπρίτεν πληροφορήθηκε για τις κακουχίες των συναδέλφων της που είχαν υπηρετήσει στο νησί και για τις δύο Καναδές νοσοκόμες που είχαν πεθάνει και θαφτεί εκεί τον προηγούμενο χρόνο. Συγκινημένη έγραψε ένα ποίημα στη μνήμη τους, πιθανότατα κατά τον απογευματινό ρεμβασμό της στο κατάστρωμα του Βρετανικού. Το ποίημα αυτό αποτελείται από επτά τετράστιχα. Στην πρώτη γραφή του, στο σωζόμενο χειρόγραφο, έχει τίτλο «Sisters’ Graves at Lemnos» (Μνήματα των Αδελφών στη Λήμνο) και υπότιτλο τη λατινική φράση «Fidelis ad extremum» (Πίστη μέχρις εσχάτων). Το υπογράφει: «HMHS ‘‘Britannic’’, Mudros 1916» (HMHS είναι τα αρχικά των λέξεων: His Majesty’s Hospital Ship, δηλαδή: Νοσοκομειακό Πλοίο της Αυτού Μεγαλειότητος).

Η πρώτη εκδοχή του ποιήματος δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1916 στο «St. Monica’s School Notes» (τόμος 1915-16, σελ. 42-43), με τίτλο: «Nursing Sisters’ Graves at Lemnos» (Μνήματα των Αδελφών Νοσοκόμων στη Λήμνο), χωρίς τον υπότιτλο και με υπογραφή: «V.M.B. Mudros, October, 1916». Ακολούθησε μια δεύτερη δημοσίευση στο «Oxford Magazine» στις 11 Μαΐου 1917, με τον αρχικό τίτλο και υπότιτλο που υπάρχουν στο χειρόγραφο. Το υπογράφει: «V. M. BRITTAIN Mudros, 1916». Η τελική μορφή του ποιήματος δημοσιεύτηκε το 1918 στην ποιητική της συλλογή «Verses of a V.A.D.» (Στίχοι μιας εθελόντριας – «V.A.D.» ήταν τα αρχικά της “Voluntary Aid Detachment”, της εθελοντικής οργάνωσης πρώτων βοηθειών, στην οποία υπηρετούσε η Μπρίτεν κατά τη διάρκεια του πολέμου) με τον τίτλο: «Sisters Buried At Lemnos» (Αδελφές Θαμμένες στη Λήμνο). Στην ίδια μορφή το συμπεριέλαβε το 1934 στη συλλογή «Poems of the War and After» (Ποιήματα του πολέμου και μεταγενέστερα). Σώζεται δακτυλογραφημένη η τελική μορφή του ποιήματος. Έχει τίτλο: «THE SISTERS BURIED AT LEMNOS» (ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΛΗΜΝΟ). Το υπογράφει: «H.M.H.S. ‘‘Britannic’’, Mudros October 1916». Ο αρχικός υπότιτλος στα λατινικά δεν υπάρχει. Αντί αυτού υπάρχει σε παρένθεση η εξής σημείωση της Μπρίτεν, με την οποία επεξηγεί τον τίτλο:

«We were told that on the island are the graves of three Canadian Sisters, who died nursing in the camp hospital there». Δηλαδή, «Μας ανέφεραν πως στο νησί υπάρχουν τα μνήματα τριών Καναδών αδελφών νοσοκόμων, οι οποίες απεβίωσαν ενώ υπηρετούσαν στο υπαίθριο νοσοκομείο εκεί».

Ο “Βρετανικός” στον κόλπο του Μούδρου το 1916, επί του οποίου η Brittain εμπνεύστηκε και συνέθεσε το ποίημα για τις δύο νοσοκόμες

Η αναφορά στη σημείωση αυτή ότι υπήρχαν τρεις τάφοι Καναδών νοσοκόμων στη Λήμνο δεν επιβεβαιώνεται από καμιά πηγή. Είτε της έδωσαν λάθος πληροφορίες είτε όταν δακτυλογράφησε το ποίημα για να το συμπεριλάβει στη συλλογή της, είχε μεσολαβήσει πολύς καιρός και δεν θυμόταν καλά το γεγονός. Η Μπρίτεν αντλεί την έμπνευσή της από τις κακουχίες των αδελφών νοσοκόμων:

«They fought not fire or sword, or ruthless foe, but heat and hunger, sickness and privation, and winter’s deathly chill and blinding snow: Δεν πάλεψαν με τη φωτιά και το σπαθί ούτε με άσπλαχνους εχθρούς αλλά με τον καύσωνα και την πείνα, την αρρώστια και τις στερήσεις και του χειμώνα το θανατερό και παγωμένο χιόνι».

Με το ποίημά της επιθυμεί να αποτίσει φόρο τιμής σε αυτές τις αγνοημένες ηρωίδες του πολέμου. Υμνεί το κουράγιο και την αυταπάρνηση με την οποία επιτελούσαν το καθήκον τους:

«In body weak but spirit ever stronger courageously they stayed to meet their hour: Με σώματα αδύναμα αλλά με πνεύμα πάντα δυνατό και με κουράγιο αντιμετώπισαν τη μοιραία στιγμή».

Στους στίχους της διαφαίνεται η πίκρα της που οι θυσίες τους και ο θάνατός τους θα μείνει ταπεινός και δεν θα υμνηθεί από ποιητές και ιστορικούς, όπως τα πολεμικά κατορθώματα των ανδρών στο μέτωπο:

«Seldom they enter into song or story. Poets praise the soldiers’ might and deeds of war, but few exalt the Sisters: Σπάνια αναφέρονται σε τραγούδια και ιστορίες. Οι ποιητές επαινούν των στρατιωτών τα πολεμικά κατορθώματα αλλά λίγοι εξυμνούν τις Αδελφές Νοσοκόμες».

Από την άλλη την παρηγορεί το γεγονός ότι θα έχουν την ευγνωμοσύνη των χιλιάδων στρατιωτών που δέχτηκαν τις περιποιήσεις τους, ότι θα υπάρχουν στις αναμνήσεις τους για όλη την υπόλοιπη ζωή τους και θα τις τιμούν νοερά ακόμα κι όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος θα έχει πλέον ξεχάσει την προσφορά τους:

«The only meed of their victorious dying lives in the hearts of humble men they saved. Who, when in light the final dawn is breaking, still faithful, though the world’s regard may cease, will honour… the souls of women, lonely here at peace: Το μόνο έπαθλο του ένδοξου θανάτου τους βρίσκεται στις καρδιές των ηρωικών ανδρών που έσωσαν. Αυτοί, ώσπου το φως της έσχατης αυγής να ξημερώσει, θα θυμούνται, ακόμα κι όταν ο κόσμος θα έχει ξεχάσει, θα τιμούν… τις ψυχές των γυναικών, που κείνται έρημες εδώ εν ειρήνη».

Στην πνευματική της περιπέτεια την Μπρίτεν δεν άφησε αδιάφορη η λημνιακή φύση, την οποία αντίκρισε στη φθινοπωρινή γαλήνια εκδοχή της. Εντυπωσιάστηκε από τα χρώματα του λημνιακού τοπίου και ειδικά από τις στιγμές του δειλινού, τις τόσο ταιριαστές με την τραγικότητα του θέματος που την απασχολεί. Έτσι επιλέγει να ξεκινήσει και να τελειώσει το ποίημά της με αναφορά στη Λήμνο. Οι δυο πρώτοι στίχοι στην πρώτη στροφή του ποιήματος δίνουν μια εντυπωσιακής ομορφιάς εικόνα της Λήμνου, με τα κίτρινα στάχυα των αγρών του και τα πορφυρένια σύννεφα του δειλινού να εμπνέουν την ποιήτρια:

 «Ο golden isle set in the deep-blue ocean with purple shadows flitting o’er thy crest: Ω χρυσαφένιο νησί που στέκεις στο βαθυγάλαζο ωκεανό με τις φευγαλέες πορφυρές σκιές πάνω από τους λόφους σου!»

Ανάλογης ωραιότητας είναι και οι δύο πρώτοι στίχοι της τελευταίας στροφής, που είναι αφιερωμένοι και πάλι στο λημνιακό τοπίο:

«Ο golden isle with purple shadows falling across thy rocky shore and sapphire sea: Ω χρυσαφένιο νησί με τις πορφυρές σκιές που πέφτουν πάνω στους βράχους των ακτών σου και στη ζαφειρένια θάλασσα!»

Και μετά την ειδυλλιακή περιγραφή του νησιού, στο χώμα του οποίου αναπαύονται οι δύο άτυχες νοσοκόμες, με δυο ρομαντικούς, αισθαντικούς στίχους κλείνει τα ποίημα:

«I shall not picture these without recalling the Sisters sleeping on the heart of thee: Δεν θα περιγράψω (τα όμορφα τοπία σου) πλέον, χωρίς να ξαναθυμηθώ τις αδερφές (νοσοκόμες) που κοιμούνται στην αγκαλιά σου».

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε το ποίημα, όπως υπάρχει στη δακτυλογραφημένη εκδοχή του, καθώς και σε δική μας μετάφραση στα ελληνικά.

THE SISTERS BURIED AT LEMNOS

Ο golden isle set in the deep-blue ocean

With purple shadows flitting o’er thy crest,

I offer thee my reverent devotion

For some who on thy bosom lie at rest!

Seldom they enter into song or story:

Poets praise the soldiers’ might and deeds of war,

But few exalt the Sisters, and the glory

Of women dead beneath a distant star.

No armies threatened in that lonely station,

They fought not fire or sword, or ruthless foe,

But heat and hunger, sickness and privation,

And winter’s deathly chill and blinding snow.

Till mortal frailty could endure no longer

Disease’s ravages and climate’s power,

In body weak but spirit ever stronger

Courageously they stayed to meet their hour.

No blazing tribute through the wide world flying,

No rich reward of sacrifice they craved.

The only meed of their victorious dying

Lives in the hearts of humble men they saved.

Who, when in light the final dawn is breaking,

Still faithful, though the world’s regard may cease,

Will honour, splendid in triumphant waking,

The souls of women, lonely here at peace.

  

Ο golden isle with purple shadows falling

Across thy rocky shore and sapphire sea,

I shall not picture these without recalling

The Sisters sleeping on the heart of thee!

Vera Mary Brittain

H.M.H.S. ‘‘Britannic’’, Mudros October 1916

-ο-ο-ο-

ΑΔΕΛΦΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΛΗΜΝΟ

Ω χρυσαφένιο νησί που στέκεις στο βαθυγάλαζο ωκεανό

Με τις φευγαλέες πορφυρές σκιές πάνω από τους λόφους σου,

Γονατίζω μπροστά σου με ευλάβεια και ταπεινοφροσύνη

Για κείνες που αναπαύονται στα στήθη σου.

Σπάνια αναφέρονται σε τραγούδια και ιστορίες

Οι ποιητές επαινούν των στρατιωτών τα πολεμικά κατορθώματα

Αλλά λίγοι εξυμνούν τις Αδελφές, και η δόξα

Των νεκρών γυναικών κρύβεται πίσω από ένα μακρινό αστέρι

Δεν απειλήθηκε από όπλα ο μοναχικός σταθμός τους

Δεν πάλεψαν με τη φωτιά και το σπαθί ούτε με άσπλαχνους εχθρούς

Αλλά με τον καύσωνα και την πείνα, την αρρώστια και τις στερήσεις

Και του χειμώνα το θανατερό και παγωμένο χιόνι.

Ώσπου οι εύθραυστες υπάρξεις δεν άντεξαν πλέον

Της αρρώστιας τις φθορές και του καιρού την ισχύ

Με σώματα αδύναμα αλλά με πνεύμα πάντα δυνατό

Με κουράγιο αντιμετώπισαν τη μοιραία στιγμή.

Ούτε παγκόσμια φλογερές ανακοινώσεις ακούστηκαν

Ούτε την ένθερμη αναγνώριση της θυσίας τους επεδίωξαν

Το μόνο έπαθλο του ένδοξου θανάτου τους

Βρίσκεται στις καρδιές των ηρωικών ανδρών που έσωσαν.

Αυτοί, ώσπου το φως της έσχατης αυγής να ξημερώσει,

Θα θυμούνται, ακόμα κι όταν ο κόσμος θα έχει ξεχάσει,

Θα τιμούν, περήφανοι σε νικητήριες αγρυπνίες

Τις ψυχές των γυναικών, που κείνται έρημες εδώ εν ειρήνη.

Ω χρυσαφένιο νησί με τις πορφυρές σκιές που πέφτουν

πάνω στους βράχους των ακτών σου και στη ζαφειρένια θάλασσα,

Δεν θα σε ζωγραφίσω χωρίς να ξαναθυμηθώ

Τις Αδερφές που κοιμούνται στην αγκαλιά σου!

Βέρα Μαίρη Μπρίτεν

Βασιλικό Νοσοκ. πλοίο «Βρετανικός», Μούδρος, Οκτ. 1916

Μετάφραση: Θεόδωρος Μπελίτσος, Ν. Σμύρνη, Ιαν. 2009

ΠΗΓΕΣ

Οι βιογραφικές πληροφορίες της Μπρίτεν προέρχονται από το βιβλίο της «Tastement of Youth», κεφ. VII «Tawny Island», σελ. 292-300. Τα κείμενα των ημερολογίων και τα βιογραφικά στοιχεία των Καναδών νοσοκόμων αντλήθηκαν και μεταφράστηκαν από τις ιστοσελίδες:

  • ‘http://www.trentu.ca/admin/library/archives/fdiary-1.htm’
  • ‘http://www.trentu.ca/admin/library/archives/fdiary-2.htm’
  • ‘http://www.trentu.ca/admin/library/archives/ffowldswelcome.htm’

 Οι στίχοι του ποιήματος της Μπρίτεν αντλήθηκαν από τις ιστοσελίδες:

  • ‘http://www.oucs.ox.ac.uk/ww1lit/collections/item/2839?CISOBOX=1&REC=5’
  • ‘http://www.oucs.ox.ac.uk/ww1lit/collections/document/3083/2740’
  • ‘http://www.oucs.ox.ac.uk/ww1lit/collections/document/3083/2741#page-image’

-o-o-o-

Από το βιβλίο του Θεόδωρου Μπελίτσου “Λημνιακά 2012”, Ν. Σμύρνη 2012, σ. 37-50. 

Πρώτη δημοσίευση:  «Αιολικά Χρονικά» Μυτιλήνης ΙΒ΄ (2010), σσ. 44-57 

και εφ. Λήμνος 626 (7/4/2010) ως 631 (12/5/2010).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή